Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

50 χρόνια από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ. 40 χρόνια από την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα. Ένα «σημερινό» πολιτικό ζήτημα

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φ. 570 στις 14 -4-2007 
του Βασίλη Σαμαρά


Πραγματοποιήθηκε στην Χάγη στις 1 του Απρίλη, το διεθνές συνέδριο με θέμα « Η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση και τα διδάγματα για το Εργατικό Κίνημα» που οργάνωσαν από κοινού το Κομμουνιστικό Κόμμα Φιλιππίνων και το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας (Μαρξιστικό /Λενινιστικό ). Στο συνέδριο κεντρικοί εισηγητές ήταν ο Χοσέ Μαρία Σισόν, ο Ρόμπερτ Βάιλ από το Ιστιντούτο Οκλαντ και ειδικός σε θέματα Κίνας, η Κινέζα οικονομολόγος Pao Yu Ching, ο Dave Pugh συνεργάτης του αμερικάνικου περιοδικού «Monthly Review» , ο Μετίν Ατάκ από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Τούρκων Εργατών( ΑΤΙΚ) και ο Βασίλης Σαμαράς. Την ομιλία του Βασίλη Σαμαρά, που διαβάστηκε στο συνέδριο αναδημοσιεύει σήμερα η «Προλεταριακή Σημαία»

Συμπληρώθηκαν πέρυσι 50 χρόνια από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και 40 από το ξέσπασμα της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης ( ΜΠΠΕ) στην Κίνα. Αν έπρεπε να τις προσδιορίσουμε σε συντομία, θα λέγαμε ότι η πρώτη σηματοδοτεί την ανατροπή της επαναστατικής κομμουνιστικής κατεύθυνσης στην ΣΕ, την αναστροφή της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, το άνοιγμα του δρόμου που οδήγησε στην ολοκληρωτική καπιταλιστική παλινόρθωση. Την επισφράγιση αρνητικών εξελίξεων που ήδη συντελούνταν στην Σοβιετική Ένωση ( Σ.Ε.) , της αρνητικής διαμόρφωσης των συσχετισμών στο σοβιετικό κράτος, το ΚΚΣΕ, την σοβιετική κοινωνία, την αρνητική σε τελευταία ανάλυση έκβαση της ταξικής πάλης στην ΣΕ.

Η δεύτερη, τον αγώνα των Κινέζων κομμουνιστών με βάση την εμπειρία των εξελίξεων στην ΣΕ και τα όσα ανάλογα συντελούνταν στην Κίνα, να αποτρέψουν μια παρόμοια εξέλιξη. Την μεγαλειώδη απόπειρά τους με οδηγό τον Μάο Τσε Τουνγκ να δώσουν επαναστατικές κομμουνιστικές απαντήσεις στα προβλήματα που είχαν τεθεί, να ανοίξουν δρόμους, να προσδώσουν νέα επαναστατική ορμή τόσο στο πεδίο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Κίνα όσο και συνολικά στο κομμουνιστικό κίνημα.

Δυο εξελίξεις πολύ σημαντικές, που αν και κινήθηκαν σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις αφορούσαν στην ουσία το ίδιο ζήτημα. Το ζήτημα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες ή, κατά την άποψή μας, το ζήτημα των προβλημάτων που θέτει η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό.

Το ζήτημα μπορεί να αντιμετωπιστεί από πολλές πλευρές και με διάφορους τρόπους.

Από τη μεριά μας το αντιμετωπίζουμε κυρίως σαν πολιτικό ζήτημα. Σαν «σημερινό» πολιτικό ζήτημα και από την πλευρά των απαιτήσεων που θέτει σήμερα η ταξική πάλη. Και σαν τέτοιο επίσης περιλαμβάνει πολλές πλευρές και διάφορα ειδικότερα ζητήματα. Δεν μπορούμε στα πλαίσια αυτού του κειμένου να τα θέσουμε με ολοκληρωμένο τρόπο. Θα τα αναφέρουμε μόνο επιγραμματικά και για τον λόγο του ότι αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί το ζήτημα στο οποίο κυρίως θα αναφερθούμε εδώ.

Το ζήτημα λοιπόν μπαίνει από την πλευρά της αναγκαιότητας ανατροπής των συνεπειών της ήττας. Της απογοήτευσης του κόσμου, της αδρανοποίησης, της ηττοπάθειας. Της ανατροπής της αντίληψης πως ο καπιταλισμός είναι πλέον μονόδρομος. Της αποκατάστασης του ενοποιητικού προωθητικού ρόλου που έχει για το κίνημα η αποκατάσταση του οράματος μιας άλλης κοινωνίας στις συνειδήσεις των λαών, η πειστική προβολή της σοσιαλιστικής προοπτικής, σαν μοναδικής πραγματικής διεξόδου του αγώνα τους.

Της αναγκαιότητας της «εκ νέου» συγκρότησης του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της» σε διαλεκτική συνάρτηση με την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των σημερινών απαιτήσεων.

Αυτή η ανασυγκρότηση θα γίνει κατά πρώτο και κύριο λόγο στο πεδίο της ταξικής πάλης. Στο έδαφος των σημερινών αντιθέσεων, των τάσεων που γεννιούνται, των δυνάμεων που διαμορφώνονται. Έξω από την έμπρακτη και πρωτοπόρα συμμετοχή σ’ αυτή την πάλη τίποτα δεν μπορεί να «απαντηθεί» ουσιαστικά και τίποτα δεν μπορεί να συγκροτηθεί πραγματικά. Από την άλλη μεριά ωστόσο ούτε αυτή η ανασυγκρότηση μπορεί να ολοκληρωθεί και ούτε συνεπώς η πάλη μπορεί να αναπτυχθεί στα επίπεδα που απαιτούνται χωρίς πειστικές απαντήσεις στα κρίσιμα ζητήματα που έχουν τεθεί.

Αυτή η πλευρά του ζητήματος περιλαμβάνει τόσο την αναγκαιότητα υπεράσπισης της προσφοράς του κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλισμού, όσο και της ερμηνείας της παλινόρθωσης που αυτό το δεύτερο είναι που κυρίως θα μας απασχολήσει σ’ αυτή την συζήτηση. Ως προς το πρώτο, πολύ σύντομα εδώ δυο-τρία πράγματα.

Ο καθένας θα έχει παρατηρήσει ότι οι δυνάμεις του συστήματος και άλλοι «πρόθυμοι» επιδίδονται συστηματικά σε μια εκστρατεία κατασυκοφάντησης του κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλισμού. Αυτή την πανστρατιά της λάσπης, πολύ λίγο την απασχολεί το χτες. Στοχεύει στο σήμερα.

· Αν το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα θέλει να «διαγράψει» την ιστορία δεν είναι για να την τοποθετήσει «διορθωμένη» στη βιβλιοθήκη του. Είναι επειδή θέλει να την χρησιμοποιήσει -διαστρεβλωμένη- ενάντια στην εργατική τάξη και τους λαούς σήμερα.

· Επιδιώκει να «διαγράψει» από την ιστορία και την μνήμη των μαζών σειρά κατακτήσεών τους, ακριβώς επειδή θέλει σήμερα να καταργήσει τα δικαιώματα των εργαζομένων που στηρίχτηκαν σε αυτές τις κατακτήσεις.

· Η πάλη του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος ήταν που άνοιξε το δρόμο για την είσοδο των μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας, την ανάδειξή τους σε υποκείμενο του συνολικού γίγνεσθαι.

Το σύστημα θέλει να «σβήσει» από την ιστορία αυτή την εξέλιξη και ακριβώς επειδή θέλει να επαναφέρει τους λαούς στην κατάσταση μιας αδρανούς μάζας, ανίκανης να αντιδράσει στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.

· Η σύνδεση της πάλης των μαζών με την προοπτική της σοσιαλιστικής διεξόδου ενοποίησε τον αγώνα τους και του προσέδωσε την μεγαλύτερη προωθητική ισχύ. Ακριβώς αυτή την επανασύνδεση προσπαθεί να αποτρέψει το σύστημα επιδιώκοντας την διαιώνιση μιας κατάστασης όπου οι αντιστάσεις των μαζών θα εκδηλώνονται κατακερματισμένες, ανίσχυρες και ακίνδυνες για το σύστημα.

· Η πάλη του συγκροτημένου εργατικού κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος έφτασε μέχρι το σημείο να ανατρέψει την κυριαρχία του συστήματος και να πάρει την εξουσία. Ακριβώς αυτό το καταλυτικό γεγονός θέλουν να «διαγράψουν» από την ιστορία και την μνήμη των μαζών οι υπερασπιστές του συστήματος, αυτή την απειλή θέλουν να «ξορκίσουν». Θέλουν να το εμφανίζουν σαν άτρωτο και απρόσβλητο επειδή γνωρίζουν καλά πόσο ευάλωτο και τρωτό είναι.

· Το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα προχώρησε στην οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας. Έφερε την «ουτοπία» στο έδαφος της πραγματικότητας. Πιστοποίησε την ύπαρξή της με σειρά κατακτήσεων προς όφελος των λαϊκών μαζών. Απέδειξε στην πράξη ότι υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό. Αυτήν ακριβώς την προοπτική θέλει να διαγράψει η πανστρατιά λάσπης, καθώς θέλουν να εμφανίζουν τον καπιταλισμό σαν μονόδρομο και την πάλη των λαών αδιέξοδη.

· Το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα υπήρξε η μεγαλύτερη απειλή που εμφανίστηκε στην ιστορία για τους δυνάστες των λαών, για τις κυρίαρχες προνομιούχες τάξεις. Ένα «φάντασμα» που μάταια προσπαθούν αν εξορκίσουν, καθώς είναι η ίδια η πολιτική τους που του ξαναδίνει υπόσταση.

Γι’ αυτό και λυσσομανάνε ενάντιά του.

Γι’ αυτό και δεν κουράζονται να «καταριούνται» και να συκοφαντούν:

Τον Μαρξ που θεμελίωσε την σύνδεση του εργατικού κινήματος με την σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοσμοαντίληψη.

Τον Λένιν που καθοδήγησε την επανάσταση η οποία ανέτρεψε την κυριαρχία τους.

Τον Στάλιν που θεμελίωσε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος.

Τον Μάο που καθοδήγησε την επανάσταση στην Κίνα και επεχείρησε να ανοίξει δρόμους προς το μέλλον με την Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση.

Η συνέχεια της ταξικής πάλης

Ας περάσουμε όμως στο ζήτημα που κυρίως θα μας απασχολήσει σ’ αυτήν εδώ τη συζήτηση. Το ζήτημα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Ή αλλιώς για τα προβλήματα που αντιμετώπισε η προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού και πώς αυτά αντιμετωπίστηκαν. Πάνω στο ζήτημα αυτό έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις, εκτιμήσεις, θεωρίες που δεν έχουμε εδώ το περιθώριο να τις δούμε αναλυτικά. Θα περάσουμε λοιπόν στις απόψεις των απολογητών του συστήματος για το ότι ο σοσιαλισμός «απέτυχε». Για ένα εγχείρημα που ήταν εξ αρχής «λάθος» και «ουτοπικό». Για ένα σύστημα που «απεδείχθη εγκληματικό». Έτσι ή αλλιώς για τους εκπροσώπους του συστήματος αποτελεί «έγκλημα» οποιαδήποτε ενέργεια στρέφεται ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, ενάντια στην εκμετάλλευση, την καταπίεση, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Θα αφήσουμε επίσης στην «άκρη» διάφορες ερμηνείες ιδεαλιστικού χαρακτήρα και επιφανειακής αντιμετώπισης του ζητήματος. Αυτό που θα επιχειρήσουμε θα ‘ναι να δώσουμε τα βασικά στοιχεία των δικών μας εκτιμήσεων.

Από γενική άποψη θεωρούμε ότι αυτό που έχουμε να διερευνήσουμε είναι οι όροι της αρνητικής έκβασης της ταξικής πάλης σ’ αυτές τις χώρες.

Μια ταξική πάλη που ξεκινάει στα πλαίσια του καπιταλισμού, συνεχίζεται στη φάση των πρωταρχικών σοσιαλιστικών μετασχηματισμών αλλά και σ’ όλη την επόμενη μεταβατική περίοδο. Από την άποψη αυτή δεν έχει κανένα νόημα μια συζήτηση περί «λαθών», περί «μη σωστής εφαρμογής της θεωρίας», περί του αν μπορούσε «να γίνει αλλιώς» ή και περί «προσδοκίας» που δεν είναι παρά μια άποψη συγκάλυψης. Η ιστορία, και η ταξική πάλη στα πλαίσιά της, έχει συντελεστεί με έναν ορισμένο τρόπο και δεν «ξεχνιέται». Άλλο τόσο δεν έχει νόημα η εξέτασή της στη βάση «ιδανικών» μοντέλων και άλλων ιδεοληψιών ή και υποτιθέμενων θεωρητικών και ιδεολογικών προδιαγραφών. Το «αντικείμενό» μας είναι ο σοσιαλισμός όπως υπήρξε, η ταξική πάλη όπως πραγματοποιήθηκε, η ιστορία όπως συντελέστηκε. Αυτή η «πραγματική» εξέταση είναι που κατά κύριο λόγο μας δίνει τόσο τα δεδομένα αλλά, θα λέγαμε, και τα κριτήρια αξιολόγησής τους παρά τις όποιες ιδεοληψίες.

Σ’ αυτή μας την τοποθέτηση η βάση της θεώρησής μας στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις εκτιμήσεις μας για τις εξελίξεις στην πρώην ΣΕ. Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι είναι πάντα ανοιχτό το μεγάλο κεφάλαιο της εξέτασης συνολικά των εξελίξεων σε όλες τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Αυτή η ταξική πάλη, στην οποία αναφερόμαστε, αναπτύχθηκε κατ’ αρχάς στα πλαίσια μιας μισοφεουδαρχικής μισοκαπιταλιστικής χώρας όπως ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα η Ρωσία.

Η εργατική τάξη, η φτωχή αγροτιά, φαντάροι και ναύτες με την πολιτική καθοδήγηση του μπολσεβίκικου κόμματος και με βάση την λενινιστική επαναστατική στρατηγική ανατρέπουν το σύστημα και παίρνουν την εξουσία.

Οι ίδιες αυτές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις συνεχίζουν να αποτελούν τους φορείς της ταξικής πάλης, η οποία συνεχίζεται και στο επόμενο διάστημα, ενάντια στις αστικές και φεουδαρχικές δυνάμεις που συνεχίζουν να αντιστέκονται.

Οι επαναστατικές δυνάμεις μέσα από αυτόν τον αγώνα σταθεροποιούν την σοβιετική σοσιαλιστική εξουσία και προχωρούν στους πρωταρχικούς σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής δομής.

Κοινωνική βάση της επανάστασης, η εργατοαγροτική συμμαχία και πολιτική καθοδηγητική δύναμη το κόμμα των μπολσεβίκων. Σ’ αυτές τις δυνάμεις προστίθεται στην πορεία η κατά Στάλιν «εργαζόμενη διανόηση», οι γνωστοί «κόκκινοι ειδικοί».

Μια νέα κοινωνική κατηγορία που τα μέλη της προέρχονταν από τον λαό και που για ένα πρώτο διάστημα συνέβαλαν καθοριστικά στην πραγματοποίηση των πρωταρχικών σοσιαλιστικών μετασχηματισμών και στην αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων του σοβιετικού κράτους. Από την άλλη μεριά στην ίδια αυτή περίοδο και σαν αποτέλεσμα αυτής της πάλης και αυτών των μετασχηματισμών έχουμε τον εξοστρακισμό, την εξαφάνιση της «παλιάς» αστικής τάξης, των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών μορφών μέσα από τις οποίες επιβίωνε μέχρι τότε.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι η ταξική πάλη διεξάχθηκε με επιτυχία και σ’ αυτή την περίοδο και πως οι σοσιαλιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις εκπλήρωσαν με επιτυχία τα προβλήματα που τους έθεσε η ιστορία.

Φυσικά όχι χωρίς προβλήματα, όχι χωρίς αδυναμίες και ανεπάρκειες και οι οποίες εμφάνισαν τις αρνητικές τους συνέπειες και επιδράσεις στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Πολύ περισσότερο που η εξάλειψη της «παλιάς» αστικής τάξης δεν σήμαινε καθόλου και την εξαφάνιση των αντιφάσεων, των αντινομιών και των αντιθέσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Δεν σήμαινε την εξάλειψη των προβλημάτων που γεννιούνταν από αυτές τις αντιθέσεις, δεν σήμαινε καθόλου το τέλος της ταξικής πάλης, η οποία έπαιρνε απλώς άλλες μορφές.

Αυτή η ταξική πάλη συνεχίζεται και στην επόμενη φάση. Στη βάση των νέων αντιφάσεων και αντιθέσεων με νέες δυνάμεις να αντιπαρατίθενται μέσα απ’ αυτές, με νέα διάταξη δυνάμεων με νέες μορφές.

Η νέα κοινωνική αντίφαση υφίσταται ήδη από την προηγούμενη περίοδο αλλά υποτονικά και σε όχι αναπτυγμένη μορφή. Στην πορεία είναι που θα ενταθεί και θα φτάσει να πάρει χαρακτηριστικά ταξικής αντίθεσης. Είναι η αντίθεση που αντιπαραθέτει από τη μια μεριά την εργατική τάξη, τη φτωχή αγροτιά και τις λαϊκές μάζες και από την άλλη την ιντελιγκέντσια («εργαζόμενη διανόηση»), η οποία διαμορφώνεται πλέον σε κοινωνικό στρώμα που διεκδικεί ιδιαίτερο ρόλο και προνόμια για τον εαυτό της και εν τέλει την κυριαρχία.

Η ανατροπή των συσχετισμών στη σοβιετική κοινωνία



Σε σχέση με τους όρους αυτής της εξέλιξης χρειάζεται καταρχάς να ξεκαθαριστεί ένα ζήτημα γύρω από το οποίο έχει υπάρχει αρκετή παρανόηση. Η ύπαρξη αυτών των αντιφάσεων, αντινομιών και αντιθέσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν οφείλεται σε κάποια «λάθη» της πολιτικής ηγεσίας. Ούτε οφείλεται , όπως λέγεται, στην οικονομική καθυστέρηση της πρώτης χώρας στην οποία επιχειρήθηκε να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός.

Η ύπαρξή τους οφείλεται σε αντικειμενικούς όρους της ιστορικής εξέλιξης και θα υπήρχαν -με αυτή ή εκείνη την μορφή, σ’ αυτήν ή σ’ εκείνη την κλίμακα- σε οποιαδήποτε χώρα κι αν επιχειρούνταν ο σοσιαλισμός. Με αυτή την έννοια ούτε η ύπαρξη της κοινωνικής κατηγορίας της «εργαζόμενης διανόησης» αποτελεί ένα «λάθος». Μάλιστα αυτός ο κόσμος (οι «κόκκινοι ειδικοί») σε μια πρώτη φάση είχε έναν θετικό ρόλο στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, πριν αυτός ο ρόλος αρχίσει να αντιστρέφεται.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο πώς αντιμετωπίστηκαν όλα αυτά ή καλύτερα στη βάση ποιών όρων συντελέστηκε η μετατόπιση του «κέντρου βάρους» της σοβιετικής κοινωνίας από την εργατική τάξη στην ιντελιγκέντσια.

Θεμελιώδη αρνητική εξέλιξη και αποφασιστικής σημασίας παράγοντα για τα όσα συντελέστηκαν στην συνέχεια θεωρούμε την σταδιακή «απενεργοποίηση» της εργατικής τάξης σε σχέση με τον ρόλο που διαδραμάτιζε μέχρι τα τότε. Η εργατική τάξη σ’ όλο αυτό το διάστημα, πριν, στην διάρκεια και μετά την επανάσταση, αποτέλεσε τη σταθερή κοινωνική βάση και τον βασικό μαζικό, ενεργό παράγοντα προώθησης της επαναστατικής διαδικασίας και των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών στη συνέχεια. Αποτέλεσε όχι μόνο το πεδίο αναφοράς και στήριξης των όποιων αποφάσεων αλλά την δύναμη που είχε αποφασιστικό ρόλο και λόγο στην διαμόρφωση και προώθησή τους.

Στην πορεία ωστόσο αυτός ο τρόπος λειτουργίας της αρχίζει να ατονεί. Όλο και περισσότερο η εργατική τάξη αδρανοποιείται ως προς τον πολιτικό της ρόλο, όλο και περισσότερο η «αρμοδιότητα» μετατοπίζεται από την εργατική τάξη σε άλλα όργανα και δυνάμεις της σοβιετικής κοινωνίας. (Κόμμα-κράτος κ.λπ). Αυτή η αδρανοποίηση, αυτή η μετατόπιση ήταν που έβγαλε «εκτός μάχης» τον πιο θεμελιώδη, τον πιο αποφασιστικό παράγοντα στήριξης της επαναστατικής κατεύθυνσης στην πορεία μετασχηματισμού της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Σε συνάρτηση με το προηγούμενο έχουμε μια ανάλογη εξέλιξη σε σχέση με την λειτουργία και τον ρόλο του κόμματος. Το κόμμα των μπολσεβίκων υπήρξε ένα κόμμα που συγκροτούνταν και λειτουργούσε σε ολόπλευρη διαλεκτική σχέση με την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες και με τον πιο ουσιαστικό τρόπο. Αντίστοιχη και η εσωτερική πολιτική του λειτουργία από την βάση μέχρι την κορυφή. Αυτά άλλωστε αποτέλεσαν θεμελιώδεις παράγοντες, στη βάση των οποίων μπόρεσε να αναπτύξει τις δυνατότητές του στο υψηλότερο επίπεδο και να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επαναστατική διαδικασία.

Από ένα σημείο ωστόσο και πέρα αυτή η σχέση και αυτή η λειτουργία αρχίζει να ατονεί με συνέπεια και ο ρόλος του να υποβαθμίζεται. Εδώ χρειάζεται να διευκρινιστούν κάποια πράγματα, μια και στο ζήτημα αυτό έχουν επίσης υπάρξει πολλές παρανοήσεις. Τα όσα αναφέραμε προηγούμενα τα αντιλαμβανόμαστε σαν λειτουργίες που αφορούν το σύνολο του κόμματος. Στην πορεία ωστόσο διαμορφώνονται οι όροι ενός «διαχωρισμού». Ενός διαχωρισμού ανάμεσα στην πλατιά βάση του κόμματος και στο στελεχικό του δυναμικό. Ένα στελεχικό δυναμικό που όλο και λιγότερο λειτουργεί στη βάση της κομματικής του ιδιότητας και όλο και περισσότερο σαν στελεχικό δυναμικό του κράτους. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε -όπως επίσης λέγεται από διάφορες πλευρές- την «υποταγή» του κράτους στο κόμμα, αλλά την «απορρόφηση» του κόμματος (του στελεχικού του δυναμικού) από το κράτος. Αυτή η εξέλιξη αναιρεί και την διαλεκτική σχέση τάξης-κόμματος.

Από ένα σημείο και πέρα το κόμμα όλο και λιγότερο λειτουργεί σαν η συμπυκνωμένη -πολιτική- έκφραση της θέλησης της εργατικής τάξης και όλο και περισσότερο σαν το πεδίο «μεταφοράς αρμοδιότητας» από την εργατική τάξη στο κράτος.

Και πάλι ωστόσο δεν έχουμε ολάκερη την εικόνα. Με βάση αντικειμενικά δεδομένα και τις ειδικές συνθήκες της περιόδου έχουμε μια συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο κράτος. Αυτό είναι αντικειμενικό αλλά ταυτόχρονα είναι και πρόβλημα. Το κράτος σαν οργανισμός δεν είναι κάτι αυθύπαρκτο. Συγκροτείται, υπάρχει και λειτουργεί σε αναφορά και στην υπηρεσία κοινωνικών δυνάμεων. Το σοβιετικό κράτος συγκροτήθηκε από την εργατική τάξη και λειτουργούσε σε αναφορά με αυτήν. Όσο ωστόσο περισσότερο αδρανοποιούνταν η εργατική τάξη τόσο ενισχυόταν η τάση μετατόπισης και συγκέντρωσης αρμοδιοτήτων στους μηχανισμούς και στο κράτος.

Όσο προχωρούσε αυτό το προτσές τόσο ισχυροποιούνταν ο ρόλος της ιντελιγκέντσιας και τόσο διαφοροποιούνταν ο ρόλος και ο χαρακτήρας του κράτους. Αυτό που είχαμε ήταν μια συνολική διαδικασία μετατόπισης της αρμοδιότητας μέσω του κόμματος στο κράτος και μέσω του κράτους στην ιντελιγκέντσια. Μια μεταβολή του χαρακτήρα του κράτους από κράτος της εργατικής τάξης σε κράτος του κοινωνικού στρώματος της ιντελιγκέντσιας.

Ταυτόχρονα και εκ των πραγμάτων συνετέλεσε καθοριστικά και σε μια άλλου είδους εξέλιξη. Το κράτος αποτέλεσε και το πεδίο «συνάντησης» των διαφόρων τμημάτων της ιντελιγκέντσιας που διαμορφώνονταν στους διάφορους τομείς και λειτουργίες της σοβιετικής κοινωνίας. Του οικονομικού, του καθ’ αυτού κρατικού, του κομματικού στελεχικού δυναμικού, των διαφόρων άλλων οργανισμών κ.λπ. Σ’ αυτό κατά κύριο λόγο το πεδίο της διαφορετικής προέλευσης (εμπειριών και αντιλήψεων) τμήματα της ιντελιγκέντσιας συνενώνονται, συγχωνεύονται, αποκτούν συνείδηση κοινότητας συμφερόντων, διαμορφώνουν κοινές αντιλήψεις και εν τέλει μια κοινή (ρεβιζιονιστική) ιδεολογία.

Οι -υπαρκτές- διαφορές έως και αντιθέσεις ανάμεσα στις δυο βασικές πτέρυγες του ρεβιζιονισμού (και της αναδυόμενης Νέας Αστικής Τάξης) δεν αναιρούν τη συνένωσή τους σε ταξική βάση απέναντι στην εργατική τάξη.

Αυτή η εξέλιξη αρχίζει να παίρνει υπόσταση στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 και ενισχύεται στην διάρκεια του πολέμου. Ιδιαίτερα προς το τέλος του, και καθώς διαγράφεται η προοπτική της μεγάλης νίκης και η ισχυροποίηση της ΣΕ σε επίπεδα παγκόσμιας υπερδύναμης. Μια τέτοια προοπτική επιδρά στην ενίσχυση όλων εκείνων των τάσεων -έως και μεγαλορωσικών- που θέλουν πλέον να απαλλαγούν από τις δεσμεύσεις, τα «φρένα» που βάζει η κομμουνιστική ιδεολογία στις τέτοιου είδους φιλοδοξίες τους.

Συνολικά έχουμε έτσι μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της σοβιετικής κοινωνίας από την εργατική τάξη (εργατοαγροτική συμμαχία) στο νέο ηγετικό κοινωνικό στρώμα της ιντελιγκέντσια.

Ένα στρώμα που αποκτάει όλο και περισσότερο συνείδηση κοινότητας συμφερόντων και διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη, δική του (ρεβιζιονιστική) ιδεολογία συγκροτείται, οργανώνεται εν’ όψει της αντιπαράθεσής του με την επαναστατική κομμουνιστική πτέρυγα του ΚΚΣΕ.

Η τελευταία και με επικεφαλής τον Στάλιν, αντιδρά σ’ αυτές τις εξελίξεις, ο τρόπος ωστόσο που συνολικά αντιμετωπίζει το ζήτημα δεν είναι επαρκής για την ανατροπή μιας κατεύθυνσης που είχε κιόλας πάρει τον δρόμο της.

Οι ρεβιζιονιστές ελίσσονται, αποφεύγουν την μετωπική αντιπαράθεση ενόσω ζει ο Στάλιν για να περάσουν στην τελική επίθεση μετά τον θάνατό του.

Όροι και αιτίες του προβλήματος

Ως προς τους όρους και τις αιτίες μιας τέτοιας εξέλιξης, θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε την διάκριση ανάμεσα σε αντικειμενικές και υποκειμενικές, παρόλο που μια τέτοια διάκριση δεν είναι πάντα και τόσο «ασφαλής» ή ακόμα μπορεί να εμπεριέχει και στοιχεία υποκειμενισμού.

Το πέρασμα από ένα κοινωνικό, οικονομικό σύστημα σ’ ένα άλλο δεν ήταν ποτέ και δεν είναι μια «στιγμή» της ιστορίας. Όπως μας έχουν δείξει οι ιστορικές εξελίξεις, μπορεί να διαρκέσει έως και αιώνες. Από τις δουλοκτητικές στις φεουδαρχικές από τις φεουδαρχικές στον καπιταλισμό. Ακόμη και στις μέρες μας έχουμε σοβαρές επιβιώσεις φεουδαρχικών μορφών σε διάφορες περιοχές της γης έως και -ασήμαντες αλλά υπαρκτές- επιβιώσεις αρχαϊκών μορφών. Σ’ αυτή τη βάση ούτε και το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό θα μπορούσε (ή μπορεί) να γίνει εφάπαξ. Θα διαρκέσει και αυτό μια ιστορική περίοδο ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την διάρκειά της.

Ο άλλος βασικός όρος του προβλήματος συνίσταται στο ότι οι σοσιαλιστικές-κομμουνιστικές παραγωγικές, οικονομικές, κοινωνικές κ.λπ. σχέσεις χρειάζονται, καθώς αναφέρει και ο Στάλιν, να «οικοδομηθούν από το μηδέν».

Αυτό είναι ένα πρόβλημα αντικειμενικού χαρακτήρα και συνδέεται με τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού, τον οποίο διαδέχεται ανατρέποντάς τον ο σοσιαλισμός. Ένα πρόβλημα που, ας σημειωθεί, δεν αντιμετώπισε ή το αντιμετώπισε σε πολύ μικρότερη κλίμακα ο καπιταλισμός διαδεχόμενος την φεουδαρχία. Αυτό οφείλεται στους διαφορετικούς τρόπους λειτουργίας των φεουδαρχικού με το καπιταλιστικό σύστημα. Η αστική τάξη ακόμη και στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος είχε τη δυνατότητα να διαμορφώνει -ως ένα βαθμό τουλάχιστον- παραγωγικές σχέσεις καπιταλιστικού χαρακτήρα. Παρόλα αυτά ο καπιταλισμός χρειάστηκε μερικούς αιώνες για να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά αλλά και πάλι όχι στο σύνολο του πλανήτη. Αντίθετα στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν είναι δυνατό να δημιουργηθούν σε καμία κλίμακα παραγωγικές σχέσεις σοσιαλιστικού χαρακτήρα, με βάση τον τρόπο λειτουργίας του και τον -άμεσα ενεργό- ρόλο της αστικής τάξης στην παραγωγική-οικονομική διαδικασία. Ευνόητο συνεπώς είναι το ότι η εργατική τάξη δεν θα μπορούσε -παίρνοντας την εξουσία- να μετασχηματίσει άμεσα, συνολικά, ολοκληρωμένα τις παραγωγικές σχέσεις και να τους προσδώσει τον «τελικό» κομμουνιστικό τους χαρακτήρα.

Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα υφίσταται και μια ανάλογου βαθμού και χαρακτήρα συγκρότηση της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη συγκροτείται στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος σαν κοινωνική και πολιτική δύναμη ικανή να ανατρέψει τον κομμουνισμό, να αφαιρέσει την κυριαρχία από την αστική τάξη. Συνακόλουθα να συντρίψει τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές βάσεις της κυριαρχίας τής αστικής τάξης, να αναδειχτεί σε ηγετική κοινωνική και πολιτική δύναμη, να προχωρήσει στους πρωταρχικούς βασικούς σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς των οικονομικών και πολιτικών δομών. Μόνο που αυτοί οι μετασχηματισμοί δεν ήταν -και δεν θα μπορούσε να ήταν- στο επίπεδο εκείνο, ώστε να εκφράζουν την πλήρη, την καθολική κυριαρχία της εργατικής τάξης στον παραγωγικό, οικονομικό τομέα και σ’ όλες τις μορφές και εκφράσεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Ακριβώς αυτή η σχέση πραγμάτων είναι που ορίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας μεταβατικής περιόδου. Μιας περιόδου, κατά την διάρκεια της οποίας οι παραγωγικές σχέσεις μπορούν και πρέπει να μετασχηματίζονται διαρκώς σε κομμουνιστική κατεύθυνση. Ένα προτσές που μπορεί να αναπτύσσεται μόνο σε διαλεκτική συνάρτηση με την αντίστοιχη ανάπτυξη των δυνατοτήτων της εργατικής τάξης, του αποφασιστικού της ρόλου σε όλα τα πεδία και εκφράσεις της κοινωνικής ζωής από την παραγωγή μέχρι τον …πολιτισμό. Αυτή η διαδικασία ούτε σύντομη μπορεί να είναι ούτε ένα «τεχνικό» πολιτικό πρόβλημα ή ζήτημα «σχεδιασμού». Κατά κύριο λόγο αποτελεί ζήτημα ταξικής πάλης, η οποία συνεχίζεται σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, πριν αλλά και μετά το πάρσιμο της εξουσίας.

Σ’ όλα αυτά που ίσχυαν και ισχύουν για κάθε απόπειρα σοσιαλιστικής οικοδόμησης και σε οποιαδήποτε χώρα, θα μπορούσαν να συνυπολογιστούν και οι ειδικές συνθήκες, στις οποίες επιχειρήθηκε αυτή η οικοδόμηση στη Ρωσία. Η περικύκλωση που δημιουργούσε ασφυκτικές συνθήκες, οι απειλές που αντιμετώπιζε, η οικονομική καθυστέρηση. Το γεγονός ότι αντιμετώπιζε αλληλοσυγκρουόμενες πολλές φορές ανάγκες και μάλιστα υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης. Μια κατάσταση, η οποία επέβαλλε ιεραρχήσεις άλλες ίσως απ’ αυτές που θα προκρίνονταν με διαφορετικές συνθήκες και με ασφυκτικά συνήθως περιθώρια «χρόνου δοκιμασίας» (και συνεπώς δυνατότητας τροποποίησης) των διαφόρων επιλογών.

Υποκειμενικοί όροι και όρια του ζητήματος

Από υποκειμενική άποψη το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα ήταν μέχρις ενός βαθμού προετοιμασμένο στο να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θα τίθονταν στην πορεία. Βεβαίως το αν αυτό μπορεί να καταταγεί με σιγουριά στους υποκειμενικούς (ή όχι) όρους του προβλήματος είναι ένα ερώτημα, αλλά ας μην μείνουμε σ’ αυτό.

Το κίνημα ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει κατά βάσιν τα ζητήματα για τα οποία το είχε «προετοιμάσει» η ταξική πάλη στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Δηλαδή την ανατροπή της αστικής καπιταλιστικής κυριαρχίας. Την πραγματοποίηση στην συνέχεια των πρωταρχικών, βασικών μετασχηματισμών σοσιαλιστικού χαρακτήρα και προσανατολισμού. Να αντιμετωπίσει την αστική τάξη σ’ αυτές τις διαδοχικές φάσεις όπως την γνώριζε κι όπως μπορούσε να την «αναγνωρίζει» στις προσπάθειες επιβίωσής της στη συνέχεια.

Δεν ήταν στον ανάλογο βαθμό προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θα ανέκυπταν στην συνέχεια και στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Τα προβλήματα που θα αναδείχνονταν με βάση τους μετασχηματισμούς που το ίδιο θα πραγματοποιούσε ή για να το πούμε διαφορετικά, δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένο για να «αναμετρηθεί» με το ίδιο το δικό του δημιούργημα.

Βεβαίως υπήρχαν θεωρητικές απόψεις που προϊδέαζαν για τα νέα προβλήματα που θα προκύψουν. Η άποψη του Μαρξ πως ο σοσιαλισμός δεν οικοδομείται στη βάση ενός προκαθορισμένου μοντέλου. Η άποψη για συνέχιση της ταξικής πάλης στην διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Η άποψη του Λένιν για το ότι δεν μπορούμε να προκαθορίσουμε τις μορφές του μέλλοντος κ.λπ., κ.λπ.

Απόψεις ωστόσο που αντικειμενικά δεν είχαν και δεν θα μπορούσαν να έχουν την πλήρη εποπτεία και συνακόλουθα τον ανάλογο βαθμό διερεύνησης προβλημάτων που θα εμφανίζονταν σε μια επόμενη περίοδο. Αντίστοιχα δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόψεις με ανάλογο βαθμό επεξεργασίας, αφομοίωσής τους από το κίνημα και «οργανικής» ένταξής τους στο πολιτικό πρόγραμμα και την πρακτική του.

Ένα βασικό ζήτημα που αναδείχτηκε έτσι ήταν η αντιμετώπιση της μεταβατικής περιόδου σαν μιας σχετικά βραχυχρόνιας «πολιτικής» περιόδου, στη διάρκεια της οποίας το καθεστώς της δικτατορίας του προλεταριάτου θα μπορούσε να ολοκληρώσει τους σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς, να οδηγήσει στον κομμουνισμό.

Αυτή η αντίληψη αντιστοιχούσε -και επαρκούσε- για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της πρώτης φάσης, των πρωταρχικών σοσιαλιστικών μετασχηματισμών αλλά όχι για την συνέχεια. Ακόμη περισσότερο και με δεδομένο -και αποδειγμένο πια από την ιστορία- το μακροχρόνιο της μεταβατικής περιόδου, τρόποι και μορφές που ήταν αναγκαίοι και χρήσιμοι γι’ αυτή την πρώτη φάση μετατρέπονταν σε αρνητικούς παράγοντες στις νέες και μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Ειδικότερα: Η άποψη για μια μεταβατική περίοδο βραχυχρόνιου «πολιτικού» χαρακτήρα τροφοδοτούσε μια αντίληψη, στη βάση της οποίας θα μπορούσαν να προγραμματιστούν λίγο πολύ τα βήματα μέχρι τον κομμουνισμό. Εδώ, και προς αποφυγή παρανοήσεων, δεν εννοούμε καθόλου την αναγκαιότητα προσδιορισμού στόχων, προγραμματισμού της δράσης των διαφόρων υποκειμένων, τα διάφορα τρίχρονα, πεντάχρονα πλάνα κ.λπ., κ.λπ. Αυτό που αμφισβητούμε είναι η δυνατότητα «προγραμματισμού της ιστορίας» και ταυτόχρονα εκείνες τις αντιλήψεις και πρακτικές που επηρεάζουν ή και καθορίζονταν από μια ανάλογη λογική.

Μια βασική έκφραση αυτής της λογικής μπορούμε να τη δούμε στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν ο ρόλος του κόμματος, του κράτους και εν γένει των «υποκειμένων» αυτής της πορείας. Αν αυτή η ιστορία μπορεί να «προγραμματιστεί», αυτό σημαίνει ότι κάποια όργανα (υποκείμενα) μπορούν να πραγματοποιήσουν (σχεδιάσουν-καθοδηγήσουν) αυτόν τον προγραμματισμό. Έτσι η τάση ενίσχυσης του ρόλου του κόμματος, του κράτους των μηχανισμών αποκτάει και μια θεωρητική βάση. Μόνο που αυτά τα υποκείμενα (όπως και κάθε τι) δεν βρίσκονται «έξω» και «υπεράνω» αυτής της ιστορικής πορείας και της ταξικής πάλης που διεξάγεται στα πλαίσιά της. Βρίσκονται «μέσα» σ’ αυτήν, δέχονται τις επιδράσεις της και διαμορφώνονται και αυτά με βάση αυτές τις επιδράσεις.

Ταυτόχρονα δεν κατανοούνταν έγκαιρα, ουσιαστικά και σ’ όλες του τις διαστάσεις και συνέπειες, ότι μια τέτοια αντίληψη, και ανάλογες πρακτικές, υποβάθμιζε αντικειμενικά τον ρόλο της εργατικής τάξης σαν της βασικής δύναμης προώθησης, σαν του «αυτουργού» αυτών των μετασχηματισμών. Περισσότερο της «ανέθετε» τον ρόλο στήριξης-υλοποίησης αυτού του προγραμματισμού, των μετασχηματισμών που θα πραγματοποιούνταν στην διάρκεια αυτής της «πολιτικής» μεταβατικής περιόδου. Από την άποψη αυτή μια τέτοια αντίληψη συνέβαλε στην διαδικασία απενεργοποίησης, αδρανοποίησης της εργατικής τάξης με όλα τα αρνητικά επακόλουθα.

Όλα αυτά μαζί και με άλλα που δεν αναφέραμε αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες που επέδρασαν στην μετατόπιση κέντρου βάρους της σοβιετικής κοινωνίας από την εργατική τάξη στους μηχανισμούς, το κράτος και σε τελευταία ανάλυση την ιντελιγκέντσια, με όλα όσα αρνητικά επακολούθησαν και τα οποία πλέον όλοι γνωρίζουμε.

Η πάλη των κομμουνιστών και η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση (ΜΠΠΕ)

Όλες αυτές οι εξελίξεις θέτουν ένα άλλο σοβαρό ζήτημα. Πώς αντιδράσανε σ’ αυτές, πώς τις αντιμετώπισαν οι επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις. Απ’ όσο μπορούμε να συνάγουμε και να αξιολογήσουμε, γιατί σίγουρα χρειάζεται μεγαλύτερη μελέτη όλων των ζητημάτων που έχουν τεθεί, τα προβλήματα αυτά γίνονταν αντιληπτά τουλάχιστον ως ένα βαθμό. Ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αρχίζει μια έντονη αντιπαράθεση στα πλαίσια του ΚΚΣΕ. Με παρεμβάσεις του Στάλιν ενάντια στις μεγαλορωσικές τάσεις, του Ζντάνοφ ενάντια σε λαθεμένες εκτιμήσεις της διεθνούς κατάστασης κ.λπ. Ανοίγει σειρά συζητήσεων πάνω σ’ ένα σύνολο θεμάτων με πιο σημαντική αυτή που διεξάχθηκε πάνω στα «οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού». Μια συζήτηση στα πλαίσια της οποίας τέθηκαν στην ουσία όλα τα σοβαρά ζητήματα που αφορούσαν την σοσιαλιστική οικοδόμηση. Οι απόψεις του Στάλιν που υποστηρίζονται από τους Ζντάνοφ (όσο ζούσε), Μόλοτοφ, Μαλένκοφ, Μπέρια φαίνεται να υπερισχύουν στο «γράμμα» των αποφάσεων. Οι απόψεις αυτές κινούνται γενικά σε κομμουνιστική κατεύθυνση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενστάσεις και διαφωνίες πάνω σε αδυναμίες, λάθη, αντιφάσεις και ανεπάρκειές τους. Το κύριο ζήτημα όμως στην περίπτωσή ήταν άλλο. Βρισκόταν στο ότι αυτές οι απόψεις δεν είχαν πραγματική στήριξη. Η εργατική τάξη και το καθ’ αυτό κόμμα βρίσκονταν έξω από αυτή τη συζήτηση που διεξαγόταν στο στελεχικό επίπεδο και κύρια «απουσίαζαν» από μια αντιπαράθεση που εκτυλισσόταν βασικά στο πεδίο των μηχανισμών. Έτσι οι ρεβιζιονιστές που είχαν ήδη το πάνω χέρι στους μηχανισμούς, ελίχθηκαν απέναντι στο κύρος του Στάλιν, «συμφώνησαν» με το γράμμα των απόψεών του και μετά το θάνατό του πέρασαν στην επίθεση. Τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ γνωστά.

Απέναντι στην στροφή που συντελείται στη ΣΕ αντιπαρατίθενται το ΚΚ Κίνας με τον Μάο Τσε Τουνγκ, το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας με τον Ενβέρ Χότζα καθώς και μεγάλα τμήματα των κομμουνιστικών δυνάμεων σ’ όλο τον κόσμο. Αυτή την αντιπαράθεση μπορούμε να την διακρίνουμε σε δυο περιόδους. Η πρώτη αφορά την περίοδο μέχρι την ΜΠΠΕ. Η δεύτερη συνδέεται με τα ζητήματα που έθεσε και όπως τα έθεσε η ΜΠΠΕ.

Στην πρώτη περίοδο η αντιπαράθεση αφορά κύρια ζητήματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, του «ειρηνικού περάσματος» στον σοσιαλισμό, της ειρηνικής συνύπαρξης, το ζήτημα Στάλιν.

Δεν μπαίνει σε άμεση αμφισβήτηση ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της ΣΕ και των χωρών επιρροής της, αλλά η πολιτική του Χρουστσόφ και ιδιαίτερα το ζήτημα αντιμετώπισης του ιμπεριαλισμού από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, του οποίου θεωρείται δεδομένη η ύπαρξη και ο χαρακτήρας του σαν τέτοιο. Το μ-λ ρεύμα που συγκροτείται στη βάση αυτής της αντιπαράθεσης διαμορφώνει τα ανάλογα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά.

Σε εντελώς νέα και διαφορετική βάση μπαίνει το ζήτημα στην δεύτερη φάση. Τα ίδια προβλήματα που αναδείχτηκαν στη ΣΕ εμφανίστηκαν και στην Κίνα και εννοείται με τις κινεζικές ιδιαιτερότητες. Και εκεί έγιναν ανάλογες έντονες «εσωτερικές» αντιπαραθέσεις στο κομματικό-κρατικό, στελεχικό επίπεδο. Αυτό μέχρι τη στιγμή που ο Μάο έχοντας και την εμπειρία των αρνητικών εξελίξεων στην ΣΕ αποφασίζει να «βγάλει» το όλο θέμα «έξω», να το θέσει στην εργατική τάξη, στις λαϊκές μάζες, στη νεολαία. Είναι μια πραγματική, μια μεγάλη τομή. Η εξαπόλυση της ΜΠΠΕ ανοίγει το δρόμο για το πιο προωθημένο και ελπιδοφόρο κίνημα μετά το 1917. Τα θέματα που απασχόλησαν το ΚΚΣΕ το 1950 τίθενται ανοιχτά στην εργατική τάξη και τον λαό και σε ακόμα πιο προωθημένη βάση. Γίνονται αντικείμενο πλατιών συζητήσεων στις λαϊκές μάζες. Ακόμη περισσότερο. Επιχειρούνται αλλαγές σε πλατιά κλίμακα στον τρόπο λειτουργίας πολλών τομέων. Στην οικονομία, στα εργοστάσια, τον αγροτικό χώρο, την εκπαίδευση. Δημιουργούνται νέες μορφές και σχέσεις, ανοίγουν νέοι ορίζοντες.

Όπως είναι γνωστό και η ΠΕ τελικά νικήθηκε. Το γιατί και το πώς, είναι ένα ζήτημα που οι κομμουνιστές οφείλουν να το διερευνήσουν και να συνάγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα. Όσο μας αφορά και με την επιφύλαξη της αναγκαιότητας παραπέρα διερεύνησης, θα κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις.

Και σ’ αυτή την περίπτωση, οι Κινέζοι ρεβιζιονιστές ελίχθηκαν, υποχώρησαν τακτικά και τελικά κατόρθωσαν να «αποσύρουν» το πρόβλημα από το πεδίο των μαζών, να το επαναφέρουν στο κόμμα, το κράτος, τους μηχανισμούς. Δηλαδή να μετατοπίσουν το πεδίο αντιπαράθεσης από τις μάζες στους μηχανισμούς όπου η θέση τους ήταν ισχυρή. Βεβαίως το γιατί και το πώς οι επαναστατικές δυνάμεις επέτρεψαν μια τέτοια μετατόπιση και ποιες οι ευθύνες τους ως προς αυτό, είναι από τα ζητήματα που πρέπει να απασχολήσουν το κίνημα και πάντα με κριτήριο την συναγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων.

Το ζήτημα είναι ότι και στην Κίνα, μετά το θάνατο του Μάο οι ρεβιζιονιστές με τον Τενγκ Χσιάο Πινγκ κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν και να δρομολογήσουν τις εξελίξεις στην κατεύθυνση της αστικής παλινόρθωσης.

Η έκρηξη της ΜΠΠΕ, τα ζητήματα που έθεσε, ο τρόπος που τα έθεσε έχουν μεγάλη και πολύπλευρη σημασία. Κατά πρώτο, πιστοποιεί τον εσωτερικό δυναμισμό της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης. Μια αντίληψη που δεν επαναπαύεται στις όποιες κατακτήσεις της, που δεν συμβιβάζεται με τα δεδομένα που η ίδια δημιουργεί, αλλά που αναζητάει συνεχώς δρόμους για τη διαρκή προώθηση της επαναστατικής κομμουνιστικής υπόθεσης, δηλαδή της υπόθεσης της εργατικής τάξης και των λαών.

Δεύτερο, πως η ήττα της σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας φάσης εξέλιξης του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό χρειάζεται να διευκρινιστεί. Από τη μεριά μας δεν εννοούμε καθόλου το «κλείσιμο του κύκλου» ύπαρξης του κομμουνιστικού κινήματος, όπως ισχυρίστηκαν πολλοί, ιδιαίτερα μετά τις καταρρεύσεις του ’89-’91. Εννοούμε το κλείσιμο μιας περιόδου του κινήματος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και «φορτία». Από γενική άποψη, και σύμφωνα με τα όσα αναφέραμε προηγούμενα, θεωρούμε ότι εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στην ιστορική περίοδο του περάσματος της ανθρωπότητας από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό.

Σ’ αυτή τη βάση τίθεται το τρίτο δεδομένο που συνδέεται με την ΜΠΠΕ. Αν η ήττα της σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας φάσης ή ενός «κύκλου», η ύπαρξή της, τα ζητήματα και ο τρόπος που τα έθεσε σηματοδοτούν το άνοιγμα ενός νέου κύκλου. Είναι αλήθεια ότι αυτό το τρίτο δεδομένο δεν έγινε τόσο εμφανές, παρά για σύντομο διάστημα, ότι δεν μπόρεσε να χαρακτηρίσει τις εξελίξεις από τα τότε μέχρι τα σήμερα. Ο πρωταρχικός, ο καθοριστικός παράγοντας βρίσκεται στο ίδιο το δεδομένο της ήττας της. Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη διάσταση του ζητήματος και που οφείλουμε να την δούμε. Αυτή που αφορά το μ-λ ρεύμα.

Όπως ήδη αναφέραμε, το ρεύμα αυτό συγκροτήθηκε στη βάση της αντιπαράθεσης με τον ρεβιζιονισμό της πρώτης περιόδου και με βάση τα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά αυτής της αντιπαράθεσης. Σε σχέση με τη δεύτερη φάση, υποστήριζε την τάση Μάο Τσε Τουνγκ και την ΜΠΠΕ αλλά στην πραγματικότητα χωρίς να μελετήσει και να κατανοήσει ουσιαστικά και σε βάθος τα ζητήματα που έθεσε. Πολύ περισσότερο να τα ενσωματώσει στην πολιτική του γραμμή, σαν «καύσιμα» μιας επαναστατικής ανάπτυξης στις νέες συνθήκες. Έτσι δεν ήταν καθόλου συμπωματικό ότι μετά τον θάνατο του Μάο και την κυριάρχηση του ρεβιζιονισμού και στην Κίνα πολλές μ-λ οργανώσεις διαλύθηκαν. Όσες άντεξαν, και είναι φυσικά προς τιμήν τους αυτό, το οφείλουν στη σχέση τους με τον λαό και τα προβλήματά του, στην σχέση τους με την παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος και τα γερά θεμέλια ταξικής αδιαλλαξίας που είχαν διαμορφώσει. Αλλά και γι’ αυτές τις περιπτώσεις το ζήτημα της ανάπτυξης της γραμμής τους στη βάση των σημερινών απαιτήσεων παραμένει ανοιχτό.

Ορισμένα βασικά συμπεράσματα

Ποια συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από όλα αυτά και ειδικότερα σε αναφορά με τα ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης που μας απασχόλησε ιδιαίτερα εδώ.

Όπως ήδη αναφέραμε συνεχίζουμε να βρισκόμαστε στα πλαίσια της ιστορικής περιόδου μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό.

Στα πλαίσια αυτής της περιόδου το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα, και στη διάρκεια της φάσης που έκλεισε, πέτυχε πολλά και σημαντικά πράγματα. Πραγματοποίησε κατακτήσεις, άνοιξε δρόμους, έδειξε τον «ορίζοντα» προς τον οποίο κινείται ο κόσμος. Δεν έφτασε ωστόσο στην τελική νίκη. Δεν είναι ανεξήγητο αυτό. Με μια έννοια και σε αναφορά με τους στόχους που έθεσε το κομμουνιστικό κίνημα «τα ‘βαλε με τους αιώνες». Από την άποψη αυτή οι κομμουνιστές μπορούν να είναι και περήφανοι και αισιόδοξοι. Περήφανοι για το ότι ανήκουν σ’ ένα κίνημα που έχει προσφέρει τόσα πολλά στις λαϊκές μάζες, την ανθρωπότητα, την κίνηση της ιστορίας. Αισιόδοξοι σε σχέση με αυτά που έχουν ακόμη να προσφέρουν, με αυτά που μπορούν να κατακτήσουν.

Μόνο που αυτό το τελευταίο απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις. Πρωταρχικός και απαράγραπτος όρος η πρωτοπόρα συμμετοχή στην ταξική πάλη που διεξάγεται στην εποχή μας. Τίποτε δεν μπορεί να οικοδομηθεί και κανένας ρόλος δεν μπορεί να κατακτηθεί έξω απ’ αυτήν. Βασική προϋπόθεση η σε βάθος κριτική και αυτοκριτική της πορείας του. Αυτό έχει δυο βασικά πεδία.

Πρώτο, το ξεδιάλεγμα, το πέταγμα στα σκουπίδια όλης της ιδεολογικής και πολιτικής σαβούρας που δεκαετίες κυριαρχίας των ρεβιζιονιστικών ρεφορμιστικών δυνάμεων έχει σωρεύσει στα πόδια του κινήματος και μπλοκάρει την κίνησή του.

Την κριτική μελέτη της ιστορίας, την συναγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων από την πορεία του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος και των αποπειρών σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Την διαμόρφωση εν τέλει των ιδεολογικοπολιτικών κατευθύνσεων και της πολιτικής γραμμής, με βάση τις απαιτήσεις της σημερινής πραγματικότητας σε συνδυασμό με τα διδάγματα που μας δίνει η κριτική μελέτη της ιστορίας.

Σε σχέση με αυτό το τελευταίο και ειδικότερα με το θέμα που μας απασχόλησε σ’ αυτή τη συζήτηση θα θέλαμε να δώσουμε ένα συνοπτικό διάγραμμα εκτιμήσεων και συμπερασμάτων, όπως διαμορφώθηκαν από τις ως τα σήμερα προσπάθειές μας.

· Η επανάσταση, η ανατροπή της κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος και της αστικής τάξης αποτελούν τον πρωταρχικό, αναγκαίο και απαράγραπτο όρο για το πέρασμα στην σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.

· Οι πρωταρχικοί σοσιαλιστικού χαρακτήρα μετασχηματισμοί είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκφραση αυτής της ανατροπής στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Ταυτόχρονα δεν είναι επαρκείς. Αυτοί οι μετασχηματισμοί αντιστοιχούν στο δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης και συγκρότησης των δυνατοτήτων της εργατικής τάξης όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μέσα από την πάλη της ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα.

· Αυτοί οι αρχικοί όροι (επαναστατική ανατροπή-πρωταρχικοί μετασχηματισμοί) αποτελούν την βάση για το άνοιγμα μιας μεταβατικής περιόδου συνολικότερων και πιο προωθημένων μετασχηματισμών σε σοσιαλιστική-κομμουνιστική κατεύθυνση. Δεν πρόκειται εδώ για ένα βραχυχρόνιο «πολιτικό» διάστημα αλλά για μια μακροχρόνια ιστορική περίοδο συνολικού κοινωνικού μετασχηματισμού και ανεξάρτητα με το πόσο αυτός θα διαρκέσει.

Αυτή η κίνηση δεν γίνεται στη βάση ενός μοντέλου προς το οποίο οφείλει να προσαρμοστεί η κοινωνία. Όσο μας αφορά περισσότερο θα το αντιμετωπίζαμε σαν ανάπτυγμα του πρωταρχικού σοσιαλιστικού σχηματισμού, με όλα τα αντιφατικά στοιχεία που αναπόφευκτα θα εμπεριέχει αυτή η ανάπτυξη.

· Όλα αυτά σημαίνουν ότι αυτή η ιστορική κίνηση δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποιο συνολικό σχεδιασμό, σε κάποιο «τελικό» πρόγραμμα μετάβασης. (Και όπως ήδη προαναφέραμε, ας μην συγχέουμε αυτό το ζήτημα με τα αναγκαία πολιτικά προγράμματα, σχεδιασμούς και στοχοθεσίες). Με την σειρά του αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάποιο πολιτικό όργανο που να μπορεί να αναλάβει αυτόν τον «προγραμματισμό» και καθοδήγηση αυτής της πορείας από την αρχή μέχρι το τέλος. Και πάλι είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την αναγκαιότητα ύπαρξης πολιτικών οργάνων. Πολιτικά όργανα ωστόσο που βρίσκονται «μέσα» σ’ αυτή την ιστορική διαδικασία και υπόκεινται στους όρους της και δεν την καθορίζουν λειτουργώντας «έξω» και «υπεράνω» αυτής.

· Ο μακροχρόνιος, κοινωνικός χαρακτήρας του μετασχηματισμού σημαίνει ότι αυτός μπορεί να είναι έργο κατά κύριο λόγο μιας κοινωνικής τάξης. Ο Λένιν, και σε αναφορά με το ζήτημα της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, λέει πως «μια τάξη μπορεί να ανατραπεί μόνο από μια άλλη τάξη» και αυτό είναι απόλυτα σωστό. Πολύ περισσότερο ωστόσο ισχύει αυτό όσον αφορά τον συνολικό μετασχηματισμό μιας κοινωνίας. Μόνο μια τάξη που η ύπαρξη, η λειτουργία και η δράση της μπορεί να καλύπτει καθημερινά, την κάθε στιγμή, όλα τα πεδία, όλους τους αρμούς μιας κοινωνίας μπορεί να πραγματοποιήσει τον συνολικό της μετασχηματισμό. Και μόνο μια τάξη όπως η εργατική μπορεί να προσανατολίσει αυτόν τον μετασχηματισμό σε σοσιαλιστική-κομμουνιστική κατεύθυνση. Αυτό όχι στη βάση κάποιων ηθικών επιταγών απροσδιόριστης προέλευσης αλλά με βάση την φύση της, την θέση της στην παραγωγή, που δεν επιτρέπουν την ανάδειξή της σε εκμεταλλεύτρια τάξη χωρίς να αλλάξουν την φύση και τον χαρακτήρα της.

Ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι κατανοητό, ότι και αυτή η κοινωνία, όπως και κάθε άλλη, θα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη αντιφάσεων, αντινομιών, αντιθέσεων.

Αυτό σημαίνει ότι αυτή η πορεία θα είναι ταυτόχρονα και μια διαδικασία πάλης ταξικού χαρακτήρα. Ανάμεσα στην εργατική τάξη από τη μια και από την άλλη, όχι απλά και μόνο την αστική τάξη (και για όσο αυτή θα υφίσταται ακόμη σαν τέτοια) ή τις αστικές επιβιώσεις, αλλά και τάσεων και δυνάμεων που θα «γεννά» ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός σ’ όλη αυτή την πορεία.

Αυτές οι εκτιμήσεις, αυτά τα συμπεράσματα αναδείχνουν μια σειρά ζητήματα τα οποία και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Εδώ θα περιοριστούμε στο να θέσουμε αυτό που θεωρούμε πρωταρχικό, θεμελιώδες και κρίσιμο. Το ζήτημα της συγκρότησης της εργατικής τάξης και σε αναφορά με το σύνολο των προβλημάτων που έχει να αντιμετωπίσει. Από τα άμεσα μέχρι αυτό της συνολικής προοπτικής. Το ποια μορφή, ποια χαρακτηριστικά θα έχει αυτή η συγκρότηση, δεν είναι κάτι που μπορεί να προκαθοριστεί θεωρητικά. Εδώ μπορούμε να επισημάνουμε δυο πράγματα.

Η μορφή συγκρότησης της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της» διαμορφώθηκε βασικά στα πλαίσια της ταξικής πάλης ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα και «προεκτάθηκε» στη φάση των πρωταρχικών βασικών σοσιαλιστικών μετασχηματισμών. Η συγκρότηση, στην οποία αναφερόμαστε και ανεξάρτητα από το ποια προηγούμενα στοιχεία θα διατηρήσει, θα γίνει στη βάση των προβλημάτων και δεδομένων της ταξικής πάλης, στα πλαίσια του μεταβατικού σοσιαλιστικού σχηματισμού.

Δεύτερο, αυτή η συγκρότηση θα αφορά όλα τα πεδία ύπαρξης, λειτουργίας και δράσης της εργατικής τάξης, και βέβαια το ανώτερο επίπεδο συγκρότησης, το πολιτικό. Η ταξική πάλη και στα πλαίσια αυτής της περιόδου θα εμφανίζεται επίσης και «συμπυκνωμένη» στο πολιτικό πεδίο, θα διεξάγεται και στο ανώτερο επίπεδο, το πολιτικό. Αυτό σημαίνει την αναγκαιότητα συγκεκριμένης πολιτικής συγκρότησης της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης δηλαδή την αναγκαιότητα του κόμματος. Ένα κόμμα που διαμορφώνεται και θα συγκροτείται και πάλι στη βάση των δεδομένων αυτής της ταξικής πάλης και για όσο διάστημα η εργατική τάξη θα το χρειάζεται σαν όργανό της και σε όποια μορφή το χρειάζεται.

Αυτοί είναι και σε τελευταία ανάλυση και οι θεμελιώδεις όροι, που προσδιορίζουν την ουσία και το περιεχόμενο της δικτατορίας του προλεταριάτου γι’ αυτή την περίοδο. Ή και για να το θέσουμε με έναν συνοπτικό τρόπο, η δικτατορία του προλεταριάτου μπορεί να είναι υπόθεση μόνο του …προλεταριάτου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου