Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Μνήμες από την υποχώρηση


Επαναπατρισμός, τ.2, Οκτώβρης 1976

Ξεκινώντας από μικρές ένοπλες ομάδες και μέσα από μια αδιάκοπη και σκληρή πάλη, δημιουργήθηκε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας που στα τριάμισι χρόνια της πολεμικής δράσης του (Μάρτης 1946-Αύγουστος 1949) έγραψε λαμπρές σελίδες στη λαϊκή επαναστατική ιστορία της πατρίδας μας.

Δημοκράτες, που καταδιώκονταν από την ξενόδουλη κυβέρνηση της Αθήνας, πεινασμένοι και κατατρεγμένοι χωρικοί, που αντί για τη λευτεριά, έβλεπαν το φασισμό να ξαναμπαίνει στα χωριά τους με το πρόσωπο τώρα του χωροφύλακα και του παρακρατικού, πήραν τα όπλα και ανέβηκαν στα βουνά, αποφασισμένοι να παλέψουν ως την τελική νίκη.

Ο σκληρός και γεμάτος θυσίες αγώνας τους, είναι ένα κεφάλαιο πολύτιμο για τους σημερινούς πατριώτες που θέλουν την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους ιμπεριαλιστές και τους ντόπιους συμμάχους τους.

Από κείνο τον καιρό, της υποχώρησης των πατριωτικών δυνάμεων κι ύστερα της εγκατάστασης στις τότε σοσιαλιστικές χώρες και ειδικότερα στην Τασκένδη, ένας πολιτικός μας πρόσφυγας κι αγωνιστής μάς διηγήθηκε ό,τι θυμόταν.

«Οι τελευταίες μας μάχες δόθηκαν στα βουνά Γράμμου και Βίτσι. Η αντίσταση του ΔΣΕ ήταν σκληρή και προξένησε μεγάλες ζημιές στην κυβερνητική πλευρά. Για 10 μέρες τους είχαμε καθηλώσει στο Γράμμο, έτσι που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να ξαναδοκιμάσουν, χτυπώντας στο Βίτσι. Όμως ο συσχετισμός των δυνάμεων εκείνη τη στιγμή, ήταν σε βάρος μας. Ο κυβερνητικός στρατός είχε 197 περίπου χιλιάδες, ενώ εμείς, οι αντάρτες, είμαστε 17 χιλιάδες. Αυτοί ήταν εξοπλισμένοι με υπερσύγχρονο οπλισμό από τους αμερικάνους, διέθεταν αεροπλάνα, εμπρηστικές βόμβες Ναπάλμ, και χιλιάδες φορτία πυρομαχικά που συνεχώς ανανεώνονταν. Ο ίδιος ο Βαν Φλιτ επιτηρούσε τις επιχειρήσεις, που από την έκβασή τους εξαρτιόταν ή ύπαρξη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα.

Εμείς δεν είχαμε εφεδρείες. Η βοήθεια που ερχόταν μέσω Γιουγκοσλαβίας είχε σταματήσει από τότε που ο Τίτο είχε κλείσει τα σύνορα. Γενικά και για ποικίλους λόγους, ήμασταν σε μια άσχημη στιγμή. Έτσι, μέχρι τις 28 Αυγούστου, οι θέσεις μας στα υψώματα του Γράμμου και του Βίτσι καταλήφθηκαν από τους κυβερνητικούς.

Όμως η κυβερνητική νίκη δε φαινόταν τελειωτική. Το μεγαλύτερο μέρος των αντάρτικων δυνάμεων κατάφερε να περάσει τα σύνορα πίσω από τις κυβερνητικές γραμμές. Κι' ακόμα, δύο χιλιάδες περίπου αντάρτες παρέμεναν ακόμα στην Ελλάδα μέχρι τα μέσα του Οκτώβρη.

Η υποχώρηση, θυμάμαι, διατάχθηκε στις τέσσερις το απόγευμα στις 29 Αυγούστου 1949. Οι περισσότεροι από μας τους αντάρτες, πιστεύαμε πως πρόκειται για τακτική υποχώρηση, επειδή εκείνη τη στιγμή ο συσχετισμός των δυνάμεων δε μας ευνοούσε. Έπρεπε, λοιπόν, να συμπτυχθούμε για να περισωθεί ο στρατός μας, που παρά τις απώλειες, παρέμενε αρκετά δυνατός, χωρίς να ‘χει χάσει το κουράγιο του και την πίστη του στον αγώνα. Τότε νομίζαμε πώς μια μάχη μόνο είχε χαθεί κι όχι ο πόλεμος. Κι ο ραδιοφωνικός σταθμός, άλλωστε, της Ελεύθερης Ελλάδας, είχε προειδοποιήσει, ότι ο Δημοκρατικός Στρατός δεν έχει παραδώσει τα όπλα του, τα έχει βάλει «παρά πόδα»!

Πήραμε λοιπόν εντολή και ανατινάξαμε όσα πυρομαχικά δεν είχαμε ξοδέψει για να μην πέσουν στα χέρια των κυβερνητικών. Μοιραστήκαμε λίγη «ξηρά τροφή» και κατά το σούρουπο ξεκινήσαμε.

Στις 30 Αυγούστου φτάσαμε στα σύνορα και μπήκαμε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας. Αυτά γίνανε με τη δικιά μου ομάδα. Αλλά, απ' ό,τι ξέρω, κι ο πιο πολύς κόσμος στην Αλβανία βγήκε. Άλλα τμήματα βέβαια, που βρισκόντουσαν τη στιγμή της υποχώρησης προς την περιοχή της Α. Μακεδονίας και τη Θράκη, πέρασαν στη Λ.Δ. της Βουλγαρίας.

Φτάσαμε λοιπόν και μείναμε στην Αλβανία όλο το Σεπτέμβρη. Στρατοπεδεύσαμε στο Ελμπασάν κοντά σ' ένα ποτάμι. Εκεί, μας φρόντισαν και μας τάισαν παρά τη φτώχεια τους που ήταν μεγάλη τότε. Όμως, γύρω στις 16 του Οκτώβρη, ήρθε διαταγή που έλεγε πως θα φεύγαμε και πως θα πηγαίναμε στη Σοβιετική Ένωση.

Φτάσαμε νύχτα στο Δυρράχι κι από κει, μ' ένα κατάλληλα διασκευασμένο εμποροφορτηγό, το «Οδησσός», αναχωρήσαμε για τη Σοβιετική Ένωση. Μετά από μακρύ ταξίδι κι αλλάζοντας μεταφορικά μέσα, καταλήξαμε στην Τασκένδη.

Εκείνο τον καιρό, η Τασκένδη δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη σημερινή πολιτεία. Κάτι μικρά σπίτια και ένα μισοκαμένο εργοστάσιο για χρώματα υπήρχαν μόνο. Σ' αυτό το μισοερειπωμένο εργοστάσιο και σε χώρους που πρόχειρα είχαν διαμορφωθεί σε υπνοθαλάμους, πρωτοεγκατασταθήκαμε, εγώ και η ομάδα. μου, που πρέπει να ήταν γύρω στα 1280 άτομα. Αργότερα, ήρθαν κι άλλοι και σιγά-σιγά, με τη βοήθεια του σοβιετικού κράτους, χτίσαμε τα σπίτια μας που μένουμε μέχρι και σήμερα.

Η κυβέρνηση και ο σοβιετικός λαός, μας υποδέχτηκαν και μας φρόντισαν όσο καλύτερα μπορούσαν. Αν και καταστραμμένοι οι ίδιοι από τον πόλεμο με τους Γερμανοφασίστες, μας φέρθηκαν αδελφικά, μας έδωσαν δουλειά, έβαλαν σε σχολές όσους ήθελαν να σπουδάσουν, δώσανε από το ψωμί των παιδιών τους για να φάμε εμείς. Μπορώ να πω πως, σε σχέση μ' αυτούς, εμείς ζούσαμε σαν άρχοντες. Για έξη μήνες είχαμε δωρεάν συσσίτιο, δωρεάν ντύσιμο και από 500 ρούβλια ο καθένας μας. Αλλά, πάνω απ' όλα, μας βοήθησαν να προσαρμοστούμε και να μη χάσουμε το ηθικό μας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν περάσαμε πολλές μέρες καλές, αλλά, κι άλλες τόσες άσχημες. Οι πολιτικές αλλαγές, που άρχισαν γύρω στο 56 έφεραν διχασμό και κατατρεγμούς. Για όσους δεν συμβιβάστηκαν με τα «καινούργια δεδομένα» οι συνέπειες στάθηκαν βαριές. Σ' αυτό τον αγώνα μας να κρατηθούμε όρθιοι, και πάλι οι απλοί άνθρωποι, και κύρια οι ρώσοι εργάτες, μας στήριξαν και μας προφύλαξαν. Δεν τους ξεχνώ. Ήπιαμε από τη χούφτα τους νερό, μοιραστήκαμε το ψωμί τους, μαζί κλάψαμε και μαζί ορκιστήκαμε».




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου