Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

40 χρόνια Αναγέννηση. Η έκδοση της « Αναγέννησης » τον Οκτώβρη του 1964 στο φως των διεθνών εξελίξεων και της αντιπαράθεσης στο κομμουνιστικό κίνημα.

Προλεταριακή Σημαία φ. 512, 30/10/2004

Η κατάσταση στον κόσμο στα μέσα της δεκαετίας του ΄60.

Η δεκαετία του 60 σημαδεύεται από κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονότα και εξελίξεις που προσδιόρισαν, σε σημαντικό βαθμό , την εικόνα του σύγχρονου κόσμου.
Η πάλη των λαών ενάντια στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό συγκλονίζουν από άκρη σε άκρη τις «ζώνες των θυελλών» του πλανήτη (Ν. Αμερική, Ασία, Αφρική). Την «αυλαία» σηκώνει η Κουβανέζικη επανάσταση τον Δεκέμβρη του ’59 και στον δρόμο της επαναστατικής απελευθερωτικής πάλης μπαίνουν χιλιάδες και εκατομμύρια, με αποτέλεσμα πάνω από 40 χώρες να κατακτήσουν την εθνική τους ανεξαρτησία. Οι λαοί στο Νότιο Βιετνάμ, το Κονγκό, τη Βενεζουέλα είναι στη πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους αντιδραστικούς λακέδες του. Η απελευθερωτική πάλη των λαών στριμώχνει τους ιμπεριαλιστές και κύρια τους Αμερικάνους, ενώ ταυτόχρονα δίνει μεγάλη αισιοδοξία σε όλους τους λαούς ότι είναι δυνατόν να νικηθεί ο ιμπεριαλισμός όσο δυνατός και πανίσχυρος και αν εμφανίζεται. Οι νίκες των επαναστατικών δυνάμεων παντού στον κόσμο είναι πραγματικά στην ημερήσια διάταξη, με μεγάλες θυσίες, ποτάμια δακρύων και αίματος οι λαοί στον κόσμο διεκδικούν και κερδίζουν τη λευτεριά τους με το όπλο στο χέρι. Αυτή είναι μία κυρίαρχη εξέλιξη στον κόσμο και παρά τις προσπάθειες των ιμπεριαλιστών να τη συντρίψουν με την βία και τους ωμούς εκβιασμούς για ένα θερμοπυρηνικό πόλεμο, αυτή όχι μόνο συνεχίζει αλλά δυναμώνει ακόμα περισσότερο. 



Ετσι δίνεται και μία απάντηση σε όλους αυτούς που θεωρούσαν και προπαγάνδιζαν τις συμφωνίες της Γιάλτας, μετά το τέλος του δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, σαν ένα «μοίρασμα των σφαιρών επιρροής» ανάμεσα στην Σοβιετική Ενωση και τους ιμπεριαλιστές Αμερικής, Αγγλίας. Η απελευθερωτική πλημμυρίδα των λαών δεν σταμάτησε με την λήξη του Β’ ΠΠ ίσα-ίσα πήρε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις με κορυφαία στιγμή τη νίκη της Κινέζικης Επανάστασης και την ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας την 1η Οκτώβρη του 1949 από τον Μάο Τσε –Τούνγκ στη πλατεία Τιέν Αν Μεν του Πεκίνου. Το κομμουνιστικό κίνημα, το παγκόσμιο εργατικό κίνημα ήταν και παραμένει ο βασικός παράγοντας ανάπτυξης των λαϊκών απελευθερωτικών κινημάτων. Είναι φανερό ότι καμία συνεννόηση, κανένα «μοίρασμα του κόσμου», δεν υπάρχει στη πολιτική της Σοβιετικής Ενωσης, με επικεφαλής τον Στάλιν και τους ιμπεριαλιστές, είναι φανερό ότι καμιά συνεννόηση και «κανένα μοίρασμα του κόσμου» και καμιά υποταγή δεν υπάρχει ανάμεσα στο επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα και την αστική τάξη κάθε χώρας ξεχωριστά. Η «εφεύρεση» του μοιράσματος του κόσμου και της υποταγής σε αυτή την εξέλιξη είναι μία αντιδραστική προσπάθεια να κόψει την διάθεση των λαών για απελευθέρωση από την μία πλευρά, μιας και όλα είναι «κανονισμένα από τους μεγάλους», ενώ από την άλλη είναι μία πρώτης τάξεως δικαιολογία για τους οπορτουνιστές σε όλο τον κόσμο αλλά και την Ελλάδα για να στηρίξουν την πολιτική της ηττοπάθειας και του συμβιβασμού με τις αντιδραστικές δυνάμεις.
Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με επικεφαλής τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές με το τέλος του Β’ ΠΠ φόρεσαν τις μπότες των Γερμανών, Ιταλών και Γιαπωνέζων φασιστών και προσπαθούν να εγκαθιδρύσουν στον κόσμο την παγκόσμια κυριαρχία τους. Η παγκόσμια στρατηγική τους έχει σαν στόχο την κατάκτηση και τον έλεγχο των περιφερειών της ενδιάμεσης ζώνης που βρίσκεται ανάμεσα στις ΗΠΑ και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, την κατάπνιξη των επαναστάσεων των καταπιεζόμενων λαών και στη συνέχεια την καταστροφή των σοσιαλιστικών χωρών και την επιβολή της κυριαρχίας τους στο κόσμο ολόκληρο. Η πολιτική αυτή ήταν η «φυσική» απάντηση του συστήματος της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης απέναντι «στον κομμουνιστικό κίνδυνο», όπως τον έλεγαν. Πραγματικά για τους ιμπεριαλιστές και το κεφάλαιο ο κίνδυνος ήταν άμεσος και ζήτημα ζωής ή θανάτου για το σύστημά τους. Η δημιουργία ενός τεράστιου χώρου σοσιαλιστικής οικοδόμησης και επαναστατικής λαϊκής εξουσίας που κάλυπτε το 1/3 του πλανήτη, δημιουργεί εφιάλτες και απαιτεί την αύξηση της επιθετικότητάς τους στον ανώτατο βαθμό. Στη διάρκεια των δύο δεκαετιών που μεσολαβούν από το τέλος του Β’ΠΠ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60 οι ιμπεριαλιστές εξαπολύουν επιθετικούς πολέμους, διενεργούν ένοπλες αντεπαναστατικές επεμβάσεις σε όλα τα μέρη του κόσμου, συγκροτούν τη «Δυτική Συμμαχία» με την ίδρυση του ΝΑΤΟ και προετοιμάζουν ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο, με στόχο να αποτρέψουν την παραπέρα συρρίκνωση της επιρροής τους αλλά κυρίως για να καταστρέψουν το κίνημα της ανατροπής τους και τις σοσιαλιστικές χώρες. Ο «ψυχρός πόλεμος» ήταν στην ημερήσια διάταξη από τις αντιδραστικές δυνάμεις όχι μόνο σαν εξωτερική πολιτική αλλά και σαν πολιτική καταπίεσης και κτυπήματος κάθε προοδευτικής φωνής κάθε μορφής λαϊκής και εργατικής αντίστασης στο εσωτερικό των χωρών αυτών. Παράλληλα με την επιθετική τακτική τους οι ιμπεριαλιστές, επειδή όλο και περισσότερο απομονώνονταν από την έξαλλη αντικομουνιστική και φιλοπόλεμη πολιτική τους φορούσαν συχνά και το προσωπείο του «ειρηνιστή», χρησιμοποιούσαν «ειρηνιστική» φρασεολογία. «Αστέρας» αυτής της πολιτικής γραμμής αναδείχθηκε ο Τζών Κέννεντυ, ο οποίος ενώ από την μία ετοιμαζόταν για πόλεμο, οργάνωνε τον αποκλεισμό της Κούβας, εξαπέλυε επεμβάσεις στο Βιετνάμ και σε μία σειρά περιοχές του κόσμου από την άλλη εμφανιζόταν σαν «περιστέρι» για την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Είναι χαρακτηριστικό να αναφερθούμε στις στρατιωτικές δαπάνες της αμερικάνικης κυβέρνησης που από τα 46,7 δις. δολάρια του 1960 εκτινάσσονται στα 60 δις. δολάρια σαν πρόβλεψη για το 1964, μεγαλύτερες από κάθε άλλη ειρηνική περίοδο ακόμη και από αυτή του πολέμου στην Κορέα. Ταυτόχρονα με προκλητικές κινήσεις τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, κάτω από την διοίκηση των ΗΠΑ, προωθούνται στα σύνορα της ΛΔ της Γερμανίας και της Τσεχοσλοβακίας, οι βάσεις (στρατιωτική εξυπηρέτηση των συμμάχων-την έλεγαν τότε) ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, ενώ μέσα σε δύο χρόνια (1961-1963) ο αριθμός των πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του Κέννεντυ, αυξάνονται κατά 100%, των χερσαίων ετοιμοπόλεμων μονάδων κατά 45% και των αεροπλάνων αερομεταφοράς κατά 175%. Είναι παραπάνω από φανερό ότι οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές προετοιμάζονται συστηματικά για την εξαπόλυση ενός παγκοσμίου πολέμου που θα γονατίσει τις σοσιαλιστικές χώρες και όλους τους λαούς, αν δεν υποκύψουν στις διαθέσεις τους.
Σε λόγο του στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ ο Κέννεντυ θέτει τους όρους του για την «ειρήνη» (διάβαζε υποταγή) ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και της ΗΠΑ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ ζητάει: Την ενσωμάτωση της ΛΔ της Γερμανίας στη Δυτική Γερμανία, την παραίτηση της επαναστατικής εξουσίας στη Κούβα, την «ελευθερία εκλογής» για τις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης και τέλος οι σοσιαλιστικές χώρες να σταματήσουν να υποστηρίζουν τους επαναστατικούς αγώνες των καταπιεζόμενων εθνών και λαών.

Οι δύο γραμμές στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήματος.

Σε αυτή την εξαιρετική, για τους λαούς, περίοδο, οι εξελίξεις στη πρώτη χώρα του σοσιαλισμού είναι αντιστρόφως ανάλογες με την κατάσταση και τις απαιτήσεις των καιρών. Η νέα ηγεσία της Μόσχας με επικεφαλής τον Χρουστσόφ «μουδιάζει» το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, με την επίθεσή της ενάντια στην «προσωπολατρία» του Στάλιν στο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956). Η επίθεση αυτή ουσιαστικά έχει σα στόχο το σύνολο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, των κατακτήσεων και της παρακαταθήκης του Οκτώβρη. Η επίθεση αυτή ανοίγει το δρόμο για την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Η ρεβιζιονιστική ηγεσία έχει ανάγκη από μία χρονική περίοδο για να επιτύχει την εσωτερική εγκαθίδρυσή της και την υλοποίηση των μέτρων της στη πολιτική και την οικονομία της Σοβιετικής Ενωσης. Ταυτόχρονα προσπαθεί με εντατικούς ρυθμούς να επιβάλει τη γραμμή της στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, έτσι ώστε να το χρησιμοποιήσει στα γενικότερα σχέδιά της και κυρίως σαν μοχλό πίεσης απέναντι στις ΗΠΑ. Στη φάση αυτή η ηγεσία του ΚΚΣΕ κηρύσσει γενική υποχώρηση και συμβιβαστική πολιτική απέναντι στον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ταυτόχρονα επιτίθεται με μανία ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και τον Μάο Τσε Τουνγκ, κατηγορώντας τους για «φιλοπόλεμη και εξτρεμιστική» πολιτική. Ο πραγματικός λόγος της επίθεσης, είναι η υπεράσπιση από το Κ.Κ. Κίνας του χαρακτήρα της σοσιαλιστικής κατεύθυνσης ενάντια στη παλινόρθωση και της άρνησής του να υποστείλει την επαναστατική πάλη και τον προλεταριακό διεθνισμό απέναντι στις απαιτήσεις και τους εκβιασμούς του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Η σωστή πολιτική γραμμή της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ χωρών με διαφορετικό πολιτικό σύστημα, των Λένιν και Στάλιν και η πάλη των κομμουνιστών για την ειρήνη ενάντια στο πόλεμο μετατράπηκε από τους ρεβιζιονιστές σαν γενική γραμμή συνεργασίας με τον ιμπεριαλισμό και υποταγής του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος σε αυτή την επιλογή. Η ηγεσία του ΚΚΣΕ εφαρμόζοντας στην πράξη το «νέο πνεύμα» εννοεί και εφαρμόζει την πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης σα μία πολιτική εγκατάλειψης όλων των βασικών επιδιώξεων ενός σοσιαλιστικού κράτους. Ξεκινάει από την αντίληψη ότι ο ιμπεριαλισμός άλλαξε χαρακτήρα και οι ηγέτες του έγιναν «ειρηνόφιλοι». Στηρίζει όλες τις ελπίδες για μία παγκόσμια ειρήνη στις διαπραγματεύσεις με τους «συνετούς» αρχηγούς των ιμπεριαλιστών και όχι στον αγώνα των λαών. Ετσι σπέρνει αυταπάτες και παραλύει την αγωνιστική διάθεση των λαών, πρακτικά αλλά και θεωρητικά κηρύσσει την ταξική συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο. «Η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης αποτελεί στρατηγική γραμμή για όλη την περίοδο του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό σε παγκόσμια κλίμακα» (Πράβντα 6 Δεκέμβρη 1963). Σε αυτή την κατεύθυνση ενισχύθηκαν και ξαναβγήκαν από το χρονοντούλαπο της ιστορίας οι θεωρίες του «ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό». Γιατί το απλό δίλημμα στους κομμουνιστές, τους επαναστάτες, τους λαούς όλου του κόσμου πρόβαλε αμείλικτο: πόσο διατεθειμένοι είναι οι ιμπεριαλιστές και όλοι οι αντιδραστικοί να «παραιτηθούν» από την εξουσία τους και μάλιστα σε μία περίοδο που αυτή δεχόταν απανωτά χτυπήματα; Φυσικά καθόλου! Και αυτό φρόντιζαν να το υπογραμμίζουν με τον πιο αιματηρό για τους λαούς τρόπο. «Η ειρήνη δεν μπορεί να εξασφαλιστεί και να διατηρηθεί παρά μόνο εάν προηγουμένως, οι ηγέτες του κομμουνισμού παραιτηθούν από το σκοπό τους της παγκόσμιας επανάστασης» (Ντήν Ράσκ Υπουργός Εξωτερικών ΗΠΑ σε ομιλία του στο εθνικό συνέδριο της Αμερικάνικης Λεγεώνας, 10 Σεπτέμβρη 1961).
Μέσα από την αντιπαράθεση για τον χαρακτήρα της ειρηνικής συνύπαρξης και της στάσης των κομμουνιστών στην απειλή του πυρηνικού πολέμου αναδείχτηκε όλη η ουσία της πάλης ανάμεσα στους ρεβιζιονιστές και τους μαρξιστές -λενινιστές την περίοδο αυτή.
«Η Λαϊκή Κίνα βρίσκεται πάντα σε θέση μάχης εναντίον του ιμπεριαλισμού και για την υπεράσπιση της παγκόσμιας ειρήνης. Υποστηρίζουμε πως για να προασπίσουμε την παγκόσμια ειρήνη, πρέπει χωρίς ανάπαυλα να καταγγείλουμε τον ιμπεριαλισμό, να κινητοποιούμε και να οργανώνουμε τις λαϊκές μάζες για να αγωνισθούν εναντίον του ιμπεριαλισμού, που επικεφαλής βρίσκονται οι ΗΠΑ, πρέπει να στηριζόμαστε στην ανάπτυξη της ισχύος του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, στους επαναστατικούς αγώνες του προλεταριάτου και των εργαζόμενων όλων των χωρών στον απελευθερωτικό αγώνα των καταπιεζόμενων εθνών, στον αγώνα όλων των ειρηνόφιλων κρατών, στο πλατύ ενιαίο μέτωπο εναντίον του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των λακέδων του.» (Λαϊκή Ημερησία, 19 Νοέμβρη 1963 ) Αυτές τις θέσεις και την αντίστοιχη πραχτική οι ρεβιζιονιστές ηγέτες της Μόσχας την κατηγορούσαν σαν «φιλοπόλεμη» και «εξτρεμιστική». Δεν ήταν κάτι καινούριο οι κατηγορίες αυτές στο κομμουνιστικό κίνημα, τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες και τα ίδια επιχειρήματα χρησιμοποίησαν και οι πασιφιστές ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς ενάντια στον «φιλοπόλεμο» και «εξτρεμιστή» Λένιν. Είναι οι ίδιες κατηγορίες που και σήμερα εκτοξεύονται από όλες τις μορφές του ρεφορμισμού και της υποταγής ενάντια στα επαναστατικά ξεσπάσματα των λαών με την κατηγορία του «μιλιταρισμού» και του «εξτρεμισμού». Δεν είναι καθόλου τυχαίο που την ίδια περίοδο ο υπουργός των εξωτερικών των ΗΠΑ Ντήν Ράσκ δηλώνει πως : «για τώρα και αρκετές δεκαετίες ο κίνδυνος του πολέμου θα προέρχεται από το Πεκίνο».

Οι έλληνες μαρξιστές-λενινιστές παίρνουν θέση.

Η έκδοση της «Αναγέννησης» τον Οκτώβρη του 1964 και η πρώτη συγκρότηση των δυνάμεων της συνεπούς Αριστεράς στην Ελλάδα έρχεται να υπογραμμίσει την ανάγκη της αντίστασης των πραγματικά επαναστατικών δυνάμεων στην οπορτουνιστική πλημμυρίδα σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και σε κάθε ξεχωριστά. Είναι η περίοδος και όλη αυτή που ακολούθησε που με πρωτοπορία το ΚΚ Κίνας και το ΚΕ Αλβανίας οι μαρξιστές-λενινιστές παντού στον κόσμο ξεκόβουν από το ρεβιζιονισμό και συγκροτούν τις δικές τους οργανώσεις και κόμματα. Μία δύσκολη και βασανιστική απόφαση που όμως οι ανάγκες του κινήματος την έθεταν επιτακτικά.
«Στην επίθεση αυτή του οπορτουνισμού αντιπαρατάσσεται το ακατάβλητο μέτωπο των συνεπών δυνάμεων του προοδευτικού κινήματος, σε παγκόσμια κλίμακα και στο εσωτερικό διαφόρων κινημάτων. Η σύγκρουση είναι οξεία, αποφασιστική γιατί αφορά θεμελιακά ζητήματα αρχών του κινήματος. Συνδέεται αναπόσπαστα με τις ίδιες τις τύχες και τις προοπτικές του κινήματος σε παγκόσμια κλίμακα και σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Εναντίον του οπορτουνισμού ή υπέρ του οπορτουνισμού, με το πραγματικά συνεπές, συνειδητό, αποφασιστικό προοδευτικό κίνημα ή με το ψευτοπροοδευτικό κίνημα. Τρίτη θέση δεν υπήρξε ποτέ, δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται να υπάρξει.» (ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Τεύχος 1, Οκτώβρης 1964).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου