Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

«Παραγωγικότητα» - «Εργατικός έλεγχος» και άλλα φούμαρα

του Βασίλη Σαμαρά
(Προλεταριακή Σημαία φ. 25, 24-6-1983)

Αν ψάξει κανείς στην ιστορία θα δει ότι τα πιο αντιλαϊκά, τα πιο αντιδραστικά μέτρα βαφτίζονταν πάντα -και χωρίς καμιά εξαίρεση- με τα πιο «εύηχα» και τα πιο φιλολαϊκά επίθετα. Όλα γίνονταν στο όνομα της «ελευθερίας», της «δημοκρατίας» της «πατρίδας», της «ισότητας», της «προόδου». Εδώ και πολλά χρόνια, αρκετά από αυτού του είδους τα μέτρα παίρνονται στο όνομα του «σοσιαλισμού». Η ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας, από την δολοφονία της Λούξενμπουργκ (και πιο πριν) μέχρι τον …Μιτεράν και τον Σοάρες μαρτυρεί του λόγου το ασφαλές. Το ΠΑΣΟΚ κινείται στην ίδια τροχιά. Έτσι, μια σειρά αντιλαϊκά μέτρα, και στην υπηρεσία της κεφαλαιοκρατίας, βαφτίζονται με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο, σαν μέτρα που «θεμελιώνουν τον σοσιαλισμό», ή το λιγότερο ότι υπηρετούν την «πρόοδο». Το πιο πρόσφατο, και που δημιούργησε τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, ήταν ο περίφημος νόμος για την «κοινωνικοποίηση».
Το τι ήταν και τι σήμαινε αυτός ο νόμος, και ποια είναι η «κοινωνικοποίηση» που προωθεί το ΠΑΣΟΚ αναφερθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο. Εδώ θα ασχοληθούμε με ορισμένες άλλες «λέξεις» που χρησιμοποιεί τελευταία το ΠΑΣΟΚ, για να καλύψει αντιλαϊκές μεθοδεύσεις.

Παραγωγικότητα η νέα θεότης

Η παραγωγικότητα, ή καλύτερα, η «ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας», εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα, να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων της κυβέρνησης. Θα λέγαμε μάλιστα ότι ο επιθετικός τόνος που χρησιμοποιείται, δίνει την εντύπωση ότι η θέση αυτή της κυβέρνησης κραδαίνεται σαν απειλή ή σαν ρομφαία ενάντια σε κάποιους υποτιθέμενους εχθρούς μιας τέτοιας προοπτικής. Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό. Ενάντια σε ποιους άραγε επιτίθεται η κυβέρνηση; Ποιοι είναι αυτοί που είναι ενάντια στην αύξηση της παραγωγικότητας; Και για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα, ας δούμε τι είναι αυτή η παραγωγικότητα. Αύξηση της παραγωγικότητας σημαίνει απόκτηση της ικανότητας να παράγεται περισσότερο προϊόν με την ίδια εργασία ή το ίδιο προϊόν με λιγότερη εργασία. Ποιοι είναι αντίθετοι σε κάτι τέτοιο;
Να ‘ναι άραγε οι εργαζόμενοι; Μας είναι δύσκολο να δεχτούμε μια τέτοια εκδοχή.
Να ‘ναι άραγε κάποιες «σκοτεινές δυνάμεις»; Αν ανατρέξουμε λίγο στην οικονομική αρθρογραφία, θα δούμε ότι οι «σκοτεινές δυνάμεις» και για να γινόμαστε συγκεκριμένοι, η δεξιά, τόσο σε κομματικές δηλώσεις, όσο και μέσω της αρθρογραφίας του φιλικού της τύπου, μονίμως «κριτικάριζε» την κυβέρνηση, ότι δεν φροντίζει για την «αύξηση της παραγωγικότητας». Μάλιστα «σοβαρό πλήγμα» ενάντια σε μια τέτοια κατεύθυνση, είχαν θεωρηθεί οι «αυξήσεις» που έδωσε η κυβέρνηση το 1982. Εκ πρώτης όψεως λοιπόν δεν είναι ούτε οι «σκοτεινές δυνάμεις». Μάλιστα θα λέγαμε, ότι στην πίεση αυτών των δυνάμεων, οφείλεται η πρεμούρα της κυβέρνησης να επιταχύνει τον ρυθμό προώθησης αντιλαϊκών μέτρων, που βέβαια τα βαφτίζει με διάφορα «ωραία» ονόματα, όπως καλή ώρα «αύξηση της παραγωγικότητας».
Ορισμένως κάτι άλλο συμβαίνει εδώ πέρα και πρέπει συνεπώς να πιάσουμε το θέμα κάπως διαφορετικά, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι στην πραγματικότητα γίνεται.

Παραγωγικότητα και αύξησή της

Προηγούμενα αναφερθήκαμε στην παραγωγικότητα, σαν ένα λίγο πολύ «ουδέτερο» μέγεθος, και που όλοι το εννοούν με τον ίδιο τρόπο. Στην πραγματικότητα το ζήτημα μπαίνει διαφορετικά. Έτσι κατ’ αρχήν θα πρέπει να διακρίνουμε την αύξηση της παραγωγικότητας που προέρχεται από μεταβολή των κοινωνικών όρων, και την αύξηση που προέρχεται από βελτίωση των τεχνικοοργανωτικών όρων της παραγωγής, μέσα στα πλαίσια του δοσμένου συστήματος («μέσα στα πλαίσια» τόσο με την προσδιοριστική, όσο και την περιοριστική έννοια).
Όσον αφορά το πρώτο, αναφερόμαστε στην κοινωνική εκείνη ανατροπή, που δίνοντας τα μέσα παραγωγής στην κυριαρχία της εργατικής τάξης (δηλαδή των πραγματικών παραγωγών) απελευθερώνει παραγωγικές δυνάμεις που μπλοκάρονταν στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σ’ αυτού του είδους την προοπτική είναι ολοφάνερο ότι αντιτίθεται η αστική τάξη. Άλλο τόσο είναι φανερό ότι καμιά σχέση δεν έχουν με μια τέτοια προοπτική τα όσα προωθούνται από μεριάς ΠΑΣΟΚ. Αν αναφερθήκαμε σ’ αυτό, είναι τόσο επειδή αυτή η πλευρά του ζητήματος έχει μια ιδιαίτερη σημασία, όσο και γιατί από πλευράς ΠΑΣΟΚ τα διάφορα αντεργατικά μέτρα που προωθούνται, προσπαθιέται να συνδεθούν και με αυτήν την πλευρά του ζητήματος. (Π.χ. μια και οι επιχειρήσεις «κοινωνικοποιούνται» και οι εργάτες είναι «στην ουσία ιδιοκτήτες τους», δεν πρέπει να απεργούν, πρέπει «να ανεβάζουν την παραγωγικότητα» κ.λπ.).
Εν πάση περιπτώσει, το πρόβλημα που εδώ μας απασχολεί, βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο, δηλαδή εντός των πλαισίων του συστήματος.

Παραγωγικότητα και αποδοτικότητα

Ο τρόπος που χρησιμοποιούνται πολλές φορές οι δύο έννοιες, δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι ταυτόσημες. Θα λέγαμε μάλιστα, ότι τελείως συνειδητά σήμερα οι κυβερνητικοί παράγοντες, χρησιμοποιούν τον όρο παραγωγικότητα, ενώ περισσότερο εννοούν το δεύτερο (όπως επίσης στην ίδια λογική κινούνταν η «κριτική» και η πίεση της δεξιάς).
Είναι αλήθεια ότι οι σχέσεις που αντιπροσωπεύουν οι δύο έννοιες, τις περισσότερες φορές έχουν μια αλληλεξάρτηση, δεν παύουν ωστόσο να είναι διαφορετικές.
Αν αύξηση της παραγωγικότητας σημαίνει αύξηση του παραγόμενου προϊόντος, κατά μονάδα εργασίας, αύξηση της αποδοτικότητας σημαίνει αύξηση του κέρδους κατά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, ή για να το πούμε διαφορετικά (και πιο καθαρά ) αύξηση του ποσοστού κέρδους κατά μονάδα κεφαλαίου που επενδύει ο καπιταλιστής επιχειρηματίας.
Και αυτό που ενδιαφέρει τους καπιταλιστές είναι η αύξηση της αποδοτικότητας, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας τους ενδιαφέρει μόνο στο βαθμό που υπηρετεί την αποδοτικότητα.
Έτσι μπορούμε να δούμε επενδύσεις, που αν γίνονταν σε μια περιοχή θα διασφάλιζαν μεγαλύτερη παραγωγικότητα, να γίνονται αλλού που η παραγωγικότητα είναι μικρότερη αλλά μεγαλύτερο το ποσοστό κέρδους. Ή να μην γίνονται επενδύσεις που και υψηλή παραγωγικότητα έχουν διασφαλισμένη, αλλά και αναγκαία προϊόντα θα παρήγαγαν, και να γίνονται επενδύσεις που παράγουν όχι είδη πρώτης ανάγκης, πολλές φορές με μικρότερη παραγωγικότητα, αλλά που ελπίζεται ότι θα έχουν μεγαλύτερο κέρδος.
Αυτό είναι το θεμελιακό κριτήριο των καπιταλιστών, το οποίο χρησιμοποιείται απαράβατα και σε κάθε περίπτωση από την μεριά τους.
Το ζήτημα αυτό συνδέεται με μια βασική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος. Ο άνθρωπος παράγει διάφορα πράγματα, για να τα «χρησιμοποιήσει» για την εξυπηρέτηση των διάφορων αναγκών του. Παράγει, θα λέγαμε, «αξίες χρήσης». Με αυτήν την έννοια η αύξηση της παραγωγικότητας -αξιών χρήσης- θα ‘πρεπε να ‘ναι στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων του. Διαφορετική είναι ωστόσο η λογική του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό κινείται με κινητήρια δύναμη τη λογική του κέρδους με την λογική της παραγωγής, όχι αξιών χρήσης, αλλά ανταλλακτικών αξιών. Με αυτή την έννοια η αύξηση της παραγωγικότητας, είναι δυνατό να το ενδιαφέρει και να προωθείται από την μεριά του (αν αυτό συνεπάγεται κέρδη), είναι ωστόσο δυνατό και να μην είναι καθόλου επιθυμητή και να αναστέλλεται.
Αρκεί να θυμηθούμε ότι υπάρχουν παραδείγματα στην ιστορία, όπου οι καπιταλιστές καταστρέψανε τεράστιες ποσότητες παραγμένων αγαθών, για να …κρατηθεί ψηλά η τιμή τους. Αλλά και σήμερα, το κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων «χαμηλής παραγωγικότητας» (διάβαζε αποδοτικότητας) αντικατοπτρίζει πέρα από όλα τα άλλα, και αυτή την τραγική (άμεσα για τους λαούς) αντίφαση του συστήματος. Γιατί βέβαια όσο χαμηλή παραγωγικότητα κι αν είχαν οι επιχειρήσεις αυτές (όσες είχαν) κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι είναι χαμηλότερη από την «παραγωγικότητα» των ανέργων που δημιουργεί το κλείσιμό τους.

Πώς χρησιμοποιείται η επιστήμη

Αναμφισβήτητα ο καπιταλισμός έχει χρησιμοποιήσει την επιστήμη και την τεχνολογία για την αύξηση της παραγωγικότητας. Και εδώ ωστόσο πρέπει να ξεκαθαριστούν μερικά πράγματα, στο βαθμό που η χρησιμοποίησή τους από τον καπιταλισμό γίνεται στη βάση του θεμελιακού κριτηρίου που αναφέραμε (του κέρδους). Από την άποψη αυτή θα πρέπει να υπογραμμιστούν τα εξής ζητήματα:
-Η εφαρμογή των διάφορων τεχνολογικών μεθόδων, ποτέ δεν είχε σαν βασικό κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά το κέρδος, ακόμη και αν αυτό συνεπάγονταν κόστος στην υγεία των ανθρώπων ή και στη ζωή τους ακόμα, είτε εργαζόμενοι ήσαν, είτε κάτοικοι στην περιοχή που υπήρχε η επιχείρηση, είτε καταναλωτές των προϊόντων.
-Το κόστος που συνεπαγόταν μια τέτοια εφαρμογή. Τα κεφάλαια δηλαδή της επένδυσης προέρχονταν πάντα από την άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων.
-Οι διάφορες εφαρμογές, δεν συνεπάγονταν οπωσδήποτε το ότι ήταν σύμφωνες με τα επιστημονικά-τεχνικά δεδομένα του ζητήματος, ή ακόμη και τα οικονομικά από -ας το πούμε έτσι- μακροοικονομική άποψη. Κριτήρια ήταν το μέγιστο κέρδος, το άμεσο κέρδος, αλλά και το κέρδος των συγκεκριμένων καπιταλιστικών μερίδων που στην κάθε περίπτωση είχαν το πάνω χέρι.
Για παράδειγμα τον ολοκληρωτικό σχεδόν εκτοπισμό των σιδηροδρόμων δεν ήταν κάποιοι «ουδέτεροι» τεχνικοοικονομικοί όροι που υπαγόρεψαν, αλλά βασικά τον επέβαλλαν τα μεγάλα τραστ του πετρελαίου και των αυτοκινητοβιομηχανιών. (Σήμερα με την κρίση του πετρελαίου και του χάλυβα, αρχίζουν να βγαίνουν και μερικά από τα «παρασκήνια» του ζητήματος).
-Μια τέτοια λογική οδήγησε πολλές φορές στην υπερεκμετάλλευση πηγών πρώτων υλών, με αποτέλεσμα την καταστροφή τους, με επιπτώσεις συνεπώς και στη συνολική παραγωγικότητα. Και όσο πιο «επιστημονικές» μέθοδες, όσο πιο προχωρημένη τεχνολογία χρησιμοποιείται, τόσο δραστικότερο (σε βάθος, έκταση και ταχύτητα) γίνεται αυτό το προτσές.
-Η αύξηση της καπιταλιστικής («επιστημονικώς») παραγωγικότητας δεν σημαίνει υποχρεωτικά και πραγματική αύξηση της παραγωγικότητας σε αγαθά που χρειάζονται και εξυπηρετούν ανθρώπινες ανάγκες. Για παράδειγμα η τρομακτική χρήση ορμονών για παραγωγή διαφόρων ειδών διατροφής (κρέας, λαχανικά κ.λπ.) πέρα από τις επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, έχει και μια άλλη διάσταση. Την έλλειψη στην πραγματικότητα των αντίστοιχων προϊόντων. Ίσως φαίνεται λίγο παράδοξο το σχήμα, αλλά η αφθονία π.χ. «κρέατος που είναι τίγκα στις ορμόνες» συνεπάγεται για μας την έλλειψη πραγματικού κρέατος, υγιεινού και πραγματικά χρήσιμου για τον άνθρωπο.
-Συμπερασματικά, η χρήση της επιστήμης και της τεχνολογίας όχι μόνο εφαρμόζεται ανεξάρτητα ή και ενάντια στις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά και πολλές φορές, με αντιεπιστημονικά-αντιπαραγωγικά κριτήρια.
Ενώ ήδη τα πράγματα και μ’ αυτή τη λογική έχουν φτάσει στα όρια και τα αδιέξοδά τους.

Η χρησιμοποίηση της οργάνωσης, της παραγωγής, του καταμερισμού

Με ανάλογο τρόπο χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται η οργάνωση της παραγωγής, ο καταμερισμός της. Εδώ πρέπει να διακρίνουμε διάφορα επίπεδα. Τον καταμερισμό μέσα στην επιχείρηση. Τον καταμερισμό μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό. Τον καταμερισμό σε διεθνή κλίμακα. Η λογική του καταμερισμού έχει ένα πραγματικό υπόβαθρο. Αυτό συνίσταται στο ότι: Υπάρχουν προϊόντα που η παραγωγή τους γίνεται αποδοτικότερα (με την έννοια της παραγωγικότητας) σε ορισμένες περιοχές. Π.χ. ορισμένα γεωργικά προϊόντα, ή προϊόντα που συνδέονται άμεσα με τις πηγές πρώτων υλών.
Υπάρχουν προϊόντα που συνδέονται περισσότερο με τις ανάγκες κάποιων ανθρώπων μιας ορισμένης κατηγορίας ή περιοχής, και άλλα άλλων. Π.χ. δεν θα ‘χε και πολύ νόημα ένα εργοστάσιο ψυγείων στην Γροιλανδία ή ένα ναυπηγείο στο …Θιβέτ.
Τέλος το πραγματικό γεγονός, ότι η ειδίκευση (μέχρις ένα όριο για μας) που αυτό είναι το λιγότερο το πλήρες προϊόν, σε ένα ή παραπλήσια προϊόντα, αυξάνει την παραγωγικότητα και υπό ορισμένες προϋποθέσεις κάτι τέτοιο υπηρετεί τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.
Τα κριτήρια αυτά ωστόσο ελάχιστα και πολύ «αμυδρά» καθορίζουν τον «καταμερισμό» που προωθούν από μεριάς του καπιταλισμού.
Στο διεθνές επίπεδο, το κυρίαρχο κριτήριο είναι οι σχέσεις επιβολής. Ο ιμπεριαλισμός επιβάλλει τον «καταμερισμό» που θέλει και που τις περισσότερες φορές καμιά σχέση δεν έχει με τα τεχνικοοικονομικά δεδομένα του προβλήματος, αλλά με το αν του εξασφαλίζει τα μεγαλύτερα κέρδη. Για παράδειγμα, ποια λογική είναι αυτή που υπαγορεύει ότι τα εργοστάσια επεξεργασίας των προϊόντων πετρελαίου έπρεπε να ‘ναι στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και όχι στις χώρες παραγωγής; (Βέβαια σήμερα η τάση αλλάζει αλλά πάλι για να υπηρετήσει τα ίδια ιμπεριαλιστικά συμφέροντα). Το βρετανικό βιομηχανικό «θαύμα» στηρίχτηκε εν πολλοίς στη βίαιη καταστροφή των υφαντουργικών εργαστηρίων των Ινδιών και το μαλλί από Αυστραλία- Νέα Ζηλανδία (ακόμη και από τα Φόκλαντ) πήγαινε και επεξεργαζόταν τα εργοστάσια του Μάντσεστερ και του Λίβερπουλ.
Κατά ποια λογική η Ευρώπη έπρεπε να εισάγει αμερικανικά αυτοκίνητα, επιβαρυμένα με τεράστιο κόστος μεταφοράς; «Παράλογο» βεβαίως και ο ιμπεριαλισμός το «διόρθωσε». Έφτιαξε στην Ευρώπη εργοστάσια αυτοκινήτων …αμερικάνικα. Και τράβα κορδέλα. Ένας τέτοιος «καταμερισμός» όχι μόνο είναι ληστρικός, αλλά ταυτόχρονα είναι και αντιπαραγωγικός. Και ήδη έχει φτάσει σε αδιέξοδα.
Τα ίδια και στο εσωτερικό των χωρών. Ποια λογική υπαγόρεψε τα εργοστάσια όλα να μαζευτούν γύρω από δύο, τρεις, δέκα πόλεις σε κάθε χώρα; Η ίδια λογική, η λογική του κέρδους. Πόλεις δεξαμενές εργατικής δύναμης, πόλεις αγορές καταναλωτικές. Κι ας πάει σύννεφο το σύννεφο, κι ας ζουν οι άνθρωποι σε τσιμεντένιες φυλακές που τις λένε πολυκατοικίες, κι ας γεμίζουν άγχη και καταφεύγουν στα ψυχοφάρμακα. (Πάλι οι εταιρείες θησαυρίζουν). Αλλά κι αυτή η συγκέντρωση εξελίσσεται πια -πέρα από όλα τα άλλα- με τρόπο που γίνεται αντιοικονομικός με τα ίδια τα καπιταλιστικά μέτρα. Ψάχνουν απεγνωσμένα σήμερα οι αστοί να βρουν τρόπους να κόψουν το ρεύμα της μετανάστευσης στις μητροπόλεις, να ανακόψουν και, αν είναι δυνατόν, να αναστρέψουν το ρεύμα της αστυφιλίας.

Η οργάνωση παραγωγής στο εργοστάσιο

Το κριτήριο του κέρδους κυριάρχησε και στην οργάνωση της παραγωγής στο εργοστάσιο.
Η εισαγωγή νέας τεχνολογίας, ο εξοπλισμός των επιχειρήσεων με μηχανήματα που ανεβάζουν την παραγωγικότητα της εργασίας δεν σήμαινε καθόλου τον περιορισμό των ωρών δουλειάς των εργατών, ή (με τις ίδιες ώρες) την αύξηση των αμοιβών τους ανάλογα με την αύξηση της παραγωγικότητας, το πέταγμα στο δρόμο των εργατών εκείνων που την δουλειά τους μπορούσαν πλέον με τα μηχανήματα να την κάνουν λιγότεροι εργάτες. Αν η διαδικασία αυτή είχε και την πλευρά της αύξησης της παραγωγικότητας, αυτές που θα αναφερθούν στη συνέχεια δεν έχουν καν αυτήν την «δικαιολογία» παρόλο που κι αυτές προωθήθηκαν στο όνομα της αύξησης της παραγωγικότητας.
Αναφερόμαστε στην «ορθολογική» οργάνωση της παραγωγής που «καταργεί τον άχρηστο χρόνο», όπως επίσης την υπερειδίκευση, τον εντατικό ρυθμό στην αλυσίδα. Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα γιατί δεν θεωρούμε αυτές τις μεθόδους σαν τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας.
Αύξηση παραγωγικότητας θεωρούμε ότι έχουμε όταν πετυχαίνουμε αύξηση παραγόμενου προϊόντος κατά μονάδα εργασίας. Η μονάδα εργασίας πρακτικά μετριέται με τον χρόνο (ωράριο) αλλά ουσιαστικά αφορά τον κόπο, την ενέργεια, που ξοδεύει ο εργάτης. Όταν εντατικοποιείται ο ρυθμός της δουλειάς, το περισσότερο προϊόν που βγαίνει αντιστοιχεί στον μεγαλύτερο κόπο που καταβάλλει. Έτσι στην πραγματικότητα δεν έχουμε αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά με έναν τρόπο έχουμε και μείωσή της, στο βαθμό που η όλο και μεγαλύτερη κούραση μειώνει τις ικανότητές του, την δεξιοτεχνία, την ταχύτητά του. Αυτή η φαινομενική αύξηση της «παραγωγικότητας» δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η αύξηση των ωρών εργασίας μέσα στο ίδιο 8ωρο.
Όσον αφορά την κάθε μια ξεχωριστά. Δεν αποδεχόμαστε καθόλου τον «ορθολογισμό» που καταργεί τα «άχρηστα» κενά ανάμεσα στις διάφορες δουλειές. Δεν υπάρχουν τέτοια «άχρηστα» κενά. Και αυτά που υπάρχουν είναι παραπάνω από χρήσιμα από κάθε άποψη. Οι εργάτες στο εργοστάσιο ξέρουν πολύ καλά πόσο αναγκαία και πόσο ζωογόνα είναι τόσο από σωματική όσο και από ψυχική (αλλά και παραγωγική) άποψη αυτά τα «κενά». Οι εργάτες στις κατ’ αποκοπήν δουλειές που σταματάνε για …«να κάνουν ένα τσιγάρο», ξέρουν πολύ καλά ότι η διακοπή τους ελάχιστες φορές έχει πραγματική σχέση με το …τσιγάρο. Φυσικά ο καπιταλίστας (αλλά και «σοσιαλιστές» του καιρού μας δυτικοί και ανατολικοί) για το μόνο που ενδιαφέρονται είναι πώς να βγάλουν από τον εργάτη κάθε ικμάδα δύναμης.
Την ίδια λογική έχει και η «ειδίκευση» που φτάνει (στην περίφημη αλυσίδα) στο να «εξειδικεύεται» ο εργάτης σε κάποιες απλούστατες κινήσεις τις οποίες επαναλαμβάνει μηχανικά όλο το 8ωρο. Την απανθρωπιά αυτού του πράγματος την έδωσε με τον πιο παραστατικό τρόπο πριν 50 σχεδόν χρόνια ο Σαρλό μ’ εκείνους τους περίφημους «Μοντέρνους Καιρούς». Μια διαδικασία που μεταβάλλει τον εργαζόμενο σε ράκος σωματικά και ψυχικά.
Και το αποκορύφωμα το «ρολόι»!
Η χρονομέτρηση των κινήσεων και η σταδιακή τους επιτάχυνση, με μέτρο (και εφιάλτη) τον ρυθμό της μηχανής. Ρυθμό που κανονίζεται από την διεύθυνση, με βάση διαδοχικές χρονομετρήσεις και αντίστοιχες επιταχύνσεις του ρυθμού.
Αν ο απάνθρωπος χαρακτήρας αυτών των μεθόδων δεν συγκίνησε καθόλου χρόνια τώρα τους καπιταλιστές, κάποιο άλλο πρόβλημα ωστόσο τους απασχολεί ήδη. Διαπιστώνουν και οι ίδιοι (ιδιαίτερα στις πιο αναπτυγμένες χώρες, π.χ. ΗΠΑ) ότι αυτές οι μέθοδες, ούτε αυτό που επιδιώκουν τους διασφαλίζει. Παρατήρησαν και ήδη πειραματίζονται (σε πρακτικές εφαρμογές σε εργοστάσια), σε άλλες μέθοδες αύξησης της παραγωγικότητας και αποδοτικότητας. Κυρίαρχος ωστόσο παραμένει ο τρόπος παραγωγής που ως ένα βαθμό περιγράφηκε, ενώ είναι ανοιχτό το κεφάλαιο, του πώς θα βελτιωθεί από την μια η παραγωγή (ποσοτικά, οικονομικά, ποιοτικά) και πώς ταυτόχρονα θα παραμείνει κάτω από τον πλήρη έλεγχο του κεφαλαίου.

Η συμπίεση των αμοιβών

Αν τα όσα προηγούμενα αναφέρθηκαν έχουν κάποια μακρινή σχέση με την παραγωγικότητα, η αστική προπαγάνδα χρησιμοποιεί και «επιχειρήματα» τόσο διάφανα για την υποκρισία τους, που μόνο το μέτρο της θρασύτητας δείχνει, της αναισχυντίας, και της απληστίας που διακρίνει την τάξη τους, την κυρίαρχη και εκμεταλλευτική. Και αναφερόμαστε βέβαια στη μέθοδο της συμπίεσης των εργατικών αμοιβών, που μερικές φορές λέγεται, και τις περισσότερες φορές αφήνεται κάπου ανάμεσα στο φλου, να περάσει και σαν τρόπος αύξησης της παραγωγικότητας. «Η ελληνική βιομηχανία πρέπει να γίνει ανταγωνιστική, πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητα … συνεπώς να μην έχουμε άκαιρες συντεχνιακές διεκδικήσεις».
Ολοφάνερα το ύψος της εργατικής αμοιβής δεν έχει σχέση με την παραγωγικότητα. Μάλιστα, αν κινηθούμε στην δική τους λογική περί παραγωγικότητας, θα λέγαμε ότι οι υψηλότερες αμοιβές αποτελούν κίνητρο για αύξησή της. Και η λογική στο ζήτημα αυτό είναι η ίδια με αυτήν που προωθεί όλες τις άλλες μεθοδεύσεις.
Συμπερασματικά, όταν οι καπιταλιστές μιλούν για ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας, εμείς καταλαβαίνουμε ότι μιλούν και ετοιμάζουν την εντατικοποίηση της δουλειάς, την συμπίεση (ονομαστική ή πραγματική) των εργατικών αμοιβών, την ένταση της εκμετάλλευσης.
Ανέβασμα της παραγωγικότητας σε ένα ποιοτικά διαφορετικό επίπεδο, προϋποθέτει τη σχέση εκείνη όπου αυτοί που ανεβάζουν την παραγωγικότητα (οι εργάτες) αυτοί και θα ωφελούνται από το αποτέλεσμα. Χωρίς την λύση αυτής της αντίφασης το σύστημα και στο ζήτημα αυτό απλώς θα ανακυκλώνει τα αδιέξοδά του.
Με άλλα λόγια προϋπόθεση για μια τέτοια εξέλιξη, είναι να ανατρέψει η εργατική τάξη την αστική κυριαρχία, συνολικά, αλλά και στο επίπεδο της παραγωγικής διαδικασίας.
Όσον αφορά για το πώς πιο συγκεκριμένα έχουν τα πράγματα σήμερα, αναφερόμαστε στη συνέχεια

Που βρίσκονται σήμερα τα πράγματα

Η αναφορά στην κρίση που μαστίζει το σύστημα είναι σήμερα κοινός τόπος για κάθε πλευρά. Φυσικά ο τρόπος που αναφέρεται κανείς σ’ αυτήν διαφέρει στη βάση της ταξικής-πολιτικής σκοπιάς από την οποία βλέπει τα πράγματα.
Το τελευταίο διάστημα η αστική φιλολογία αναφέρεται στην «ανάκαμψη» που αρχίζει ή ακόμα και στις προοπτικές που υπάρχουν. Συχνά πυκνά αναφέρονται οι δρόμοι που ανοίγει η επερχόμενη νέα «τεχνολογική επανάσταση». Ο Α. Παπανδρέου αρκετά συχνά «επιτιμά» τους Έλληνες βιομηχάνους και τους προτρέπει να «μην χάσουν το τρένο» αυτής της «επανάστασης».
Το όλο πρόβλημα έχει βέβαια πολλές πλευρές. Εμάς εδώ μας ενδιαφέρει το εξής:
Η «επερχόμενη τεχνολογική επανάσταση» προβάλλεται περίπου σαν πανάκεια, και βασικά θεωρείται ότι η άνοδος της παραγωγικότητας που θα επιφέρει, αποτελεί και τη λύση του προβλήματος. Πόση αλήθεια και πόσο ψέμα υπάρχουν σε όλα αυτά;
Η συλλογική που αναπτύσσεται -ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό χώρο- αφορά το εξής.
Προώθηση επενδύσεων στον Τρίτο Κόσμο (ή Νότο). Συγκέντρωση και ανάπτυξη στις Μητροπόλεις των στρατηγικών βιομηχανιών. Και φυσικά θα παραμένει υπό τον έλεγχό τους η τεχνολογία, η κίνηση κεφαλαίων κ.λπ. Έτσι θα ‘χουμε μια αναπαραγωγή του παγκόσμιου συστήματος, με τους υπάρχοντες διαχωρισμούς, σε χώρες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, αλλά πλέον σε ένα ανώτερο επίπεδο. (Ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν μιλάει για την αναγκαιότητα «να μην χαθεί το τρένο» ευελπιστεί να συμπεριληφθεί η χώρα μας στην «λέσχη» των χωρών της πρώτης κατηγορίας. Άλλο όμως η επιθυμία και άλλο η πραγματικότητα).
Το σχήμα φαίνεται θαυμάσιο, λογικότατο, και «ωφέλιμο» για όλους, έτσι που να απορεί κανείς, ποιοι είναι οι «ανόητοι» που βάζουν εμπόδια, ποιες είναι οι «σκοτεινές δυνάμεις» που αντιτάσσονται στην «γενική» πρόοδο, πού βρίσκεται τέλος πάντων το πρόβλημα.
Ας προσπαθήσουμε να δούμε.
Υπάρχει άραγε κάποιο πρόβλημα τεχνολογίας;
Εδώ πρέπει να πούμε τα εξής.
Σε μια σημαντική μερίδα κόσμου υπάρχει μια σύγχυση στη βάση της οποίας θεωρείται πως ούτε λίγο-ούτε πολύ, κάποιες νέες καταπληκτικές εφευρέσεις επίκεινται, και όπου να ‘ναι θα ενσκήψουν και θα αλλάξουν τον «ρουν της Ιστορίας».
Εκείνο που πραγματικά υπάρχει είναι ότι πρόκειται για τεχνικές και μεθόδους ήδη γνωστές, και όχι μόνο θεωρητικά ή εργαστηριακά, αλλά και ως ένα βαθμό πρακτικά εφαρμοσμένες σε διάφορες χώρες.
Και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά.
Η νέα τεχνολογία (οι εφευρέσεις) δεν είναι -και δεν ήταν ποτέ- υπερβάσεις του δοσμένου γενικού επιπέδου ανάπτυξης, αλλά αιχμή-κορυφαία έκφραση των δυνατοτήτων που είχαν ήδη δημιουργηθεί στην προηγούμενη φάση.
Το ζήτημα βρίσκεται στο αν, πώς, πότε, σε ποια κλίμακα, με ποιους όρους και σε ποιες χώρες θα εφαρμοστεί αυτός ο εκσυγχρονισμός της παραγωγής, ή αν θέλετε, η αντικατάσταση του παλιού βιομηχανικού εξοπλισμού.
Αυτό βέβαια είναι μια απάντηση και ταυτόχρονα ένα εύλογο ερώτημα, μια άλλη μορφή του αρχικού προβλήματος. Πρόβλημα που ιδιαίτερα απασχολεί την μητρόπολη των μητροπόλεων, δηλαδή τις ΗΠΑ.
Και εδώ υπάρχει το «παράδοξο» που αποτελεί ταυτόχρονα και μια από τις αιτίες που δημιουργούν βασικές «περιπλοκές» στις προσπάθειες του διεθνούς ιμπεριαλισμού να ξεπεράσει την κρίση. Η αντίφαση ανάμεσα στο να έχουν οι ΗΠΑ την πιο προχωρημένη τεχνολογία σε επίπεδο αιχμής, και ταυτόχρονα τον πιο «γερασμένο» ίσως (ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες) βιομηχανικό εξοπλισμό σε μαζική παραγωγική κλίμακα (εκτός ορισμένων στρατηγικών τομέων).
Θεωρείται γενικά (πρόσφατα το επανέλαβε σε ομιλία του ο Ανδρέας Παπανδρέου) ότι η Ιαπωνία έχει την πιο προχωρημένη τεχνολογία. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η Ιαπωνία έχει τον πιο μοντέρνο (και με το χαμηλότερο κόστος) βιομηχανικό εξοπλισμό ενώ τα κλειδιά της σύγχρονης τεχνολογίας εξακολουθούν να τα κρατούν κατά βάσιν οι ΗΠΑ.
Το πρόβλημα άρα δεν βρίσκεται στην τεχνολογία. Πού λοιπόν σκοντάφτει;
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, ότι ναι μεν υπάρχει το αναγκαίο τεχνολογικό επίπεδο, αλλά χρειάζονται επίσης τα ανάλογα κεφάλαια, καθώς επίσης και ο «χρόνος». Δηλαδή ένα αναγκαίο διάστημα όπου θα προωθηθεί η απαραίτητη υποδομή, θα μπουν διαδικασίες επιμόρφωσης στις νέες τεχνικές, του εργατικού δυναμικού στο κέντρο και την περιφέρεια, έτσι που να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες παραγωγικές συνθήκες.
Ενώ οι νέες επενδύσεις δεν πρόκειται να αρχίσουν να αποδίδουν άμεσα. Ας σταθούμε σ’ αυτό. Και εκείνο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι ότι καν δεν έχει ξεκινήσει μια τέτοια διαδικασία. Αντίθετα παρατηρούμε μια στασιμότητα, μια αποχή από επενδύσεις, ή ακόμα μια διαδικασία «αποεπενδύσεων», δηλαδή κλείσιμο επιχειρήσεων. Κατάσταση που αποτελεί και ένα από τα χαρακτηριστικά της κρίσης. Ακόμα, θα λέγαμε ότι αν ξεκινούσε έστω μια τέτοια διαδικασία σε παγκόσμια κλίμακα, θα «απέδιδε» προτού αρχίσουν να αποδίδουν … πραγματικά οι νέες επενδύσεις. Οι προοπτικές που θα διαφαίνονταν θα αναζωογονούσαν συνολικά την καπιταλιστική οικονομία, ενώ αντίθετα αυτό που παρατηρούμε σήμερα είναι μια φθίνουσα πορεία σε όλες τις κλίμακες. Εν πάση περιπτώσει αν υπήρχε μια τέτοια περίπτωση, αυτό δίνει και μια πρώτη απάντηση στο ζήτημα των διαθέσιμων κεφαλαίων. Αν όντως μπορούν να ‘χουν μια «πολλαπλασιαστική» επίδραση τότε χρειάζονται αρκετά λιγότερα για να μπει μπροστά η διαδικασία από τα απαιτούμενα για το σύνολο των επενδύσεων.
Αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο.
Στα χρόνια που πέρασαν, στην περίοδο της οικονομικής άνθησης (του μπουμ όπως λέγεται) η κεφαλαιοκρατία πραγματοποίησε τεράστια κέρδη. Αυτό δεν είναι κάτι που το λέμε μονάχα εμείς, αλλά που το διακηρύσσουν οι ίδιοι ιδιαίτερα όταν θέλουν να προβάλλουν τις «αρετές» του συστήματος.
Η διεθνής κεφαλαιοκρατία έχει συσσωρεύσει τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων.
Ποιες είναι οι αιτίες που δεν μπορούν να «αξιοποιηθούν» αυτά τα κεφάλαια.
Με όλα όσα αναφέραμε βρισκόμαστε με έναν τρόπο στο σημείο που ξεκινήσαμε. Γιατί δεν γίνονται επενδύσεις; γιατί δεν ανοίγει ο δρόμος για έξοδο από την κρίση; Ορισμένως πρέπει να πιάσουμε το ζήτημα κάπως διαφορετικά.
Έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο ζήτημα της κρίσης. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει φρακάρει, αυτό, και μέσα στους ίδιους τους όρους λειτουργίας του. Έχοντας προωθήσει στα όρια των σημερινών δυνατοτήτων, σχέσεων και συσχετισμών την εκμετάλλευση των εργαζόμενων μαζών και των λαών των εξαρτημένων χωρών, αδυνατεί πλέον να πραγματοποιήσει το δεύτερο σκέλος που ολοκληρώνει τη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε ψηλότερο επίπεδο. Με πιο απλά λόγια αδυνατεί να «πουλήσει» αυτά που αγόρασε από τους εργαζόμενους (κρίση υπερπαραγωγής).
Σε μια τέτοια περίπτωση, δύο είναι γενικά οι τρόποι διεξόδου, που πρακτικά ωστόσο συνδυάζονται σε έναν, με μια ορισμένη προτεραιότητα, ιεράρχηση και σημασία. Ο ένας είναι αυτός που ήδη έχουμε αναφέρει, η άνοδος της συνολικής παραγωγικότητας, με το σχήμα που αναφέραμε ή με οποιοδήποτε άλλο.
Ο άλλος είναι η ανακατανομή αγορών. Δηλαδή κάποιοι ιμπεριαλιστές να αρπάξουν τις αγορές των υπόλοιπων και να ξαναμπεί μπροστά η όλη κίνηση μέσα απ’ αυτόν τον νέο συσχετισμό.
Πριν συνεχίσουμε σ’ αυτά, ας ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση. Πέρα από αυτές τις δύο υπάρχει και μια τρίτη υποεκδοχή.
Να ενταθεί στο μάξιμουμ η εκμετάλλευση των εργαζόμενων μαζών και των λαών.
Και αυτό είναι που συμβαίνει σήμερα και δίνει την ψευδαίσθηση της αναζωογόνησης.
Μια βασική έκφραση της κρίσης είναι η μείωση του οριακού ποσοστού κέρδους, που οδηγεί στη στασιμότητα των επενδύσεων και επιτείνει την κρίση.
Η διεθνής κεφαλαιοκρατία -και της το επιτρέπει αυτό η κυριαρχική της θέση- «αυξάνει» το ποσοστό κέρδους, καθηλώνοντας τις αμοιβές των εργαζόμενων, αυξάνοντας τις τιμές των προϊόντων, κλείνοντας επιχειρήσεις χαμηλής αποδοτικότητας, μεταβάλλοντας σε ακόμη πιο εκμεταλλευτική κατεύθυνση τους όρους ανταλλαγών με τον Τρίτο Κόσμο. Έχουμε έτσι τα διάφορα προγράμματα «λιτότητας» από τον Ρήγκαν και τη Θάτσερ μέχρι τον Μιτεράν και τον Παπανδρέου και από τον Κολ μέχρι τον Καντάρ και τον Τσαουσέσκου.
Έτσι έχουμε την κρίση στους κόλπους του ΟΠΕΚ και άλλων αντίστοιχων οργανισμών. Βεβαίως σε μια τέτοια βάση κάποιες επενδύσεις γίνονται «συμφέρουσες» και κάτι «αρχίζει να κινείται».
Πολύ απέχει ωστόσο αυτό από του να αποτελεί πραγματική προοπτική, και στην πραγματικότητα με αυτόν τον τρόπο το σύστημα πριονίζει τα ποδάρια του.
Αν από τη μια πλευρά μεγαλώνει το ποσοστό κέρδους συμπιέζοντας το κόστος παραγωγής σε βάρος των εργαζόμενων μαζών, από την άλλη, η ίδια αυτή διαδικασία έχει σαν αποτέλεσμα την παραπέρα μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και των χωρών του Νότου. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο, από το ότι σύντομα η κεφαλαιοκρατία θα ξαναβρεθεί στο ίδιο πρόβλημα και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους.
Ένα νόημα θα μπορούσαν ίσως να ‘χουν όλα αυτά. Τη δημιουργία κάποιων προϋποθέσεων στον κάθε ιμπεριαλιστικό σχηματισμό, για να μπορέσει να υπερκεράσει, να εκτοπίσει τους άλλους ανταγωνιστές τους. Ποιος όμως θα προλάβει;
Αλλά εδώ πρέπει να επιστρέψουμε στο άλλο ζήτημα, στις δύο εκδοχές που αναφέραμε.
Ο δρόμος για μια διέξοδο από την κρίση, για τη «μετάβαση» σ’ αυτή τη νέα φάση που τόσο ωραία σχεδιάζεται από διάφορους επιτελείς και θεωρητικούς αυτού συστήματος, περνάει υποχρεωτικά μέσα από την ανακατανομή των αγορών, την ανακατανομή των ρόλων ανάμεσα στους διάφορους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς.
Μια τέτοια διαδικασία μετάβασης -αν υποθέταμε ότι μπορεί να υπάρξει αυτόνομα- θα σήμαινε έτσι κι αλλιώς ανακατατάξεις δυνάμεων και ανακατανομή ρόλων και αγορών. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει με απλά λόγια ότι κάποιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, θα περάσουν στη δεύτερη ή και παρακάτω κατηγορία. Και δεν υπάρχει βέβαια ιμπεριαλιστική δύναμη που θα μπορούσε να αποδεχτεί «ομαλά» κάτι τέτοιο. Τέτοια ζητήματα, στη συνολική τους έκφραση, ποτέ δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και «συμφωνίας».
Έτσι η οικονομική (τεχνολογική, εκσυγχρονιστική κ.λπ.) «άμιλλα» παίρνει όλο και πιο πολύ τα πραγματικά της χαρακτηριστικά, δηλαδή του ανταγωνισμού που γίνεται ολοένα και πιο άγριος. Ενώ στην πορεία παίρνουν όλο και μεγαλύτερο βάρος τα πολιτικοστρατιωτικά στοιχεία αυτού του ανταγωνισμού.
Αν παρατηρήσουμε τις εξελίξεις, θα δούμε ότι τα όσα αναφέραμε εκφράζονται σε μια σειρά πράγματα και καταστάσεις (βλέπε άρθρα σε Π.Σ.).
Ο ανταγωνισμός των διάφορων ιμπεριαλισμών μεταξύ τους είναι ολοφάνερος και λυσσαλέος. Η κρίση έχει αγκαλιάσει το σύνολο των διεθνών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα.
Για να αναφερθούμε συνοπτικά. Η περίοδος «ύφεσης» ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις έχει δώσει τη θέση της σε μια περίοδο οξύτατου ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα την κρίση συνολικά στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, στην οποία δεν είναι μόνο οι υπερδυνάμεις, αλλά έχει μπλεχτεί το σύνολο των χωρών των δυο μπλοκ.
Οξύτατες είναι οι αντιθέσεις ΗΠΑ-ΕΟΚ και παρά τις συναντήσεις στα Ουίλιαμσμπουργκ και αλλού, καμιά πραγματική προσέγγιση απόψεων δεν έχει γίνει και η κρίση στις σχέσεις τους είναι ολοφάνερη, άσχετα αν δεν έχει εκδηλωθεί σ’ όλο το βάθος και την έκτασή της.
Οι σχέσεις ανάμεσα στους -όπως λέγονται- Βορά και Νότο, παρόλο που ο Βορράς επιβάλλει πάντα τις «απόψεις» του, δεν μπορούν πλέον να αποδώσουν αυτά που προσδοκά το σύστημα.
Στη σημερινή φάση, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε επίθεση και προσπαθούν να επιβάλλουν διάφορους όρους και συσσωρεύουν προϋποθέσεις που θα τους επιτρέψουν να ασκήσουν έναν κυριαρχικό ρόλο στην πορεία, ανάλογο ίσως με αυτόν που είχαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι να στραπατσαριστούν στο Βιετνάμ.
Μπαίνει εδώ ένα ερώτημα. Η πολιτική των ΗΠΑ, οι προϋποθέσεις που συσσωρεύουν, στα επίπεδα που αναφέρθηκαν (βασικά στο οικονομικό) αρκούν για να δώσουν τον συσχετισμό που θέλουν; Η δικιά μας γνώμη είναι ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Όσο κι αν στριμώχνονται -και στριμώχνονται- Σοβιετικοί και Ευρωπαίοι, είναι πάντα σε θέση τουλάχιστον να «παρακολουθούν» τις ΗΠΑ, πράγμα που σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν διαφοροποιεί (ή διαφοροποιεί πολύ λίγο) τον σημερινό συσχετισμό. Βεβαίως εκείνοι που θα συνεχίσουν να πληρώνουν είναι οι λαοί και οι μικρές χώρες, αλλά αυτό δεν λύνει το σημερινό πρόβλημα του συστήματος, με αποτέλεσμα το αδιέξοδο να παραμένει.
Στο επίπεδο αυτό μπορούν να συσσωρεύονται όροι και προϋποθέσεις, αλλά οι «λύσεις», οι ανακατατάξεις γίνονται μόνο στο πολιτικοστρατιωτικό πεδίο. Και αν πρόκειται για ιδιαίτερα κρίσιμα ζητήματα, μόνο στο στρατιωτικό πεδίο.
Και το πρόβλημα σήμερα για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι παραπάνω από κρίσιμο.
Η ίδια η πραγματικότητα δείχνει άλλωστε πού έχει φτάσει το πρόβλημα. Ο ανταγωνισμός έχει πάρει τη θερμή του έκφραση σε μια σειρά περιοχές του κόσμου. Και σ’ ό,τι αφορά τις δυο υπερδυνάμεις, είναι τα πράγματα τόσο γνωστά, ώστε να μην χρειάζεται να αναφερθούμε.
Τέτοιου είδους έκφραση, όμως, έχει πάρει σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-ΕΟΚ. Για παράδειγμα, είναι γνωστό πια σήμερα ότι χώρες της ΕΟΚ ενίσχυσαν (μέχρι με όπλα) τους Σαντινίστας και το Φαραμπούντο Μαρτί στο Σαλβαδόρ, χωρίς βέβαια αυτό να αναιρεί το δίκαιο του αγώνα τους. (Δεν ήταν αυτό άλλωστε το κύριο στοιχείο αυτής της πάλης).
Για να συνοψίσουμε. Το ζήτημα δεν είναι η παραγωγικότητα, αλλά η ανακατανομή. Χωρίς λύση αυτής της «εκκρεμότητας» δεν μπορεί να ξεμπλοκάρει το σύστημα. Κι ένα τέτοιο ζήτημα δεν λύθηκε ποτέ ομαλά, αλλά πάντα με αναμέτρηση.
Αυτό κάνει και τον κίνδυνο του πολέμου ολοένα και μεγαλύτερο. Ενώ είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα πολλαπλασιαστούν οι τοπικές αναμετρήσεις όπου θα γίνονται μερικές ανακατανομές. Κάτι τέτοιο μπορεί να παρατείνει μια κατάσταση, αλλά συνολική και οριστική λύση στο πρόβλημα δεν πρόκειται να δώσει.
Από την άποψη αυτή, είναι καθαρό ότι οι λαοί πρέπει να αντιταχθούν και να παλέψουν ενάντια τόσο στα μέτρα λιτότητας ή «ανόδου της παραγωγικότητας», όσο και να αναπτύξουν την πάλη τους ενάντια στην προοπτική να γίνουν κρέας στα κανόνια.
Από την άλλη μεριά η ανατροπή του συστήματος και το πέρασμα στο σοσιαλισμό πραγματικά θα απελευθέρωνε τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις και εκεί θα πρέπει να στοχεύει η προοπτική μας.

Οι επιδιώξεις της κυβέρνησης

Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό γενικό πλαίσιο κινείται και η πολιτική της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Οι δυσμενείς διεθνείς συνθήκες επιδρούν και στη χώρα μας. Αν αυτό ισχύει για κάθε χώρα μέσα στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, ισχύει με πολύ πιο δυσμενείς όρους για τη δικιά μας χώρα.
Οι όροι που προσδιορίζουν κάτι τέτοιο είναι.
Ο εξαρτημένος χαρακτήρας της χώρας μας. Αν στα πλαίσια της κρίσης και του ανταγωνισμού οι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να φορτώσουν τα βάρη ο ένας στον άλλον, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τις μικρές και εξαρτημένες χώρες και μάλιστα μονόπλευρα.
Ο μεταπρατικός χαρακτήρας της οικονομίας. Είναι αλήθεια ότι η βιομηχανία στην Ελλάδα αναπτύχθηκε σημαντικά από το 1950 και δώθε. Ωστόσο και μ’ αυτούς τους όρους, ο χαρακτήρας και η θέση της ελληνικής οικονομίας δεν άλλαξαν. Η βιομηχανία δεν ήταν παρά το παράρτημα (άτυπα αλλά και τυπικά πολλές φορές) των μονοπωλιακών δυτικών συγκροτημάτων. Και αυτό γίνεται φανερό σήμερα στις συνθήκες της κρίσης.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες με τα πολιτικά χαρακτηριστικά που διαμόρφωσε η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι, η πολιτική τους ήταν και είναι μια πολιτική εξάρτησης και ξενοδουλείας.
Η παγκόσμια κατάσταση όπως εξελίσσεται παρότι τους προκαλεί σοβαρότερα προβλήματα από πριν όχι μόνο δεν δυναμώνει τις τάσεις «ανεξαρτητοποίησης», αλλά αντίθετα τις εξαναγκάζει να υποτάσσονται ακόμη περισσότερο, να εξαρτούν τις τύχες τους από την όλο και μεγαλύτερη πρόσδεση, στις επιλογές των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων.
Αν ρίξουμε μια σύντομη ματιά, του πού βρίσκονται σήμερα τα πράγματα σε σχέση με τα διάφορα ζητήματα που αφορούν αυτή την υπόθεση, η εικόνα είναι αρκετά καθαρή. Όχι μόνο δεν φεύγουμε από την ΕΟΚ αλλά ήδη «προοδεύουμε» σ’ αυτήν. (Τιμή και δόξα!). Τα ίδια σε σχέση με το ΝΑΤΟ, ενώ η συμφωνία για τις βάσεις σκάλωσε απλά σε κάποιες διατυπώσεις. Οι παραχωρήσεις στο κεφάλαιο διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ολοένα και σκληραίνει η στάση απέναντι στον λαό.
Μέσα σ’ αυτούς τους όρους και με αυτήν την πολιτική η κυβέρνηση καλεί τον λαό στην «μάχη της παραγωγικότητας».
Ας δούμε:
Τα όσα σε συντομία αναφέρθηκαν, δίνουν ως ένα βαθμό και την απάντηση, γιατί η παραγωγικότητα στη χώρα μας είναι χαμηλότερη από την αντίστοιχη των ευρωπαϊκών χωρών, γιατί η τεχνολογία είναι χαμηλή και η αντίστοιχη έρευνα ανύπαρκτη.
Άλλωστε και μόνο τις ΠΑΣΟΚικές τοποθετήσεις να πάρουμε, είτε τις παλιότερες ή και τωρινές ακόμα (όταν θέλουν να δημαγωγήσουν), λένε ορισμένα πράγματα.
Η εξαρτημένη, η «περιφερειακή» (όπως θα ‘λεγε ο Ανδρέας) ανάπτυξη, έχει υποχρεωτικά χαμηλότερο επίπεδο (γενικά και από άποψη παραγωγικότητας) από το μητροπολιτικό.
Ενώ η τεχνολογία δεν παραχωρείται παρά αυτή που χρειάζεται για να λειτουργήσουν οι αντίστοιχες επενδύσεις.
Όταν έτσι έχουν τα πράγματα, δυο δρόμοι υπάρχουν. Ή θα προχωρήσει η χώρα σε έναν ανεξάρτητο δρόμο ανάπτυξης ή θα κινηθεί στα ίδια πλαίσια που κινήθηκε ως τα σήμερα.
Για την πρώτη λύση, θεμελιακή προϋπόθεση είναι να πάρει πραγματικά ο λαός την εξουσία και μέσα σε νέες σχέσεις να βάλει μπροστά τον δύσκολο και όχι σύντομο («εδώ και τώρα» και άλλα φαιδρά) δρόμο της αυτόνομης ανάπτυξης.
Για την δεύτερη λύση οι συνταγές είναι γνωστές. Εκείνο που χρειάζεται εδώ να υπογραμμιστεί, είναι ότι δεν υπάρχει «τρίτη λύση». Τα όσα λέγονται δηλαδή περί «χειρισμών» και άλλων «ευφυών κινήσεων» που θα λύσουν το πρόβλημα είναι απλώς βλακείες, όταν δεν είναι ξεδιάντροπες προσπάθειες εξαπάτησης του λαού. Οι ελιγμοί (και οι πιο «ευφυείς») το πολύ [που] μπορούν να κάνουν, είναι μικροβελτιώσεις στο δοσμένο πλαίσιο συσχετισμών.
Οι συσχετισμοί όμως αλλάζουν με άλλους τρόπους.
Με πορδές δεν βάφονται αβγά.
Η κυβέρνηση έχει κάνει την επιλογή της. Την γνωστή με τις, όπως τις είπαμε, γνωστές συνταγές.
Οι εκκλήσεις για «αύξηση της παραγωγικότητας» είναι στάχτη στα μάτια.
Πραγματική αύξηση της παραγωγικότητας μέσα στις δοσμένες συνθήκες (του καπιταλιστικού συστήματος) θα σήμαινε κάποιες επενδύσεις με πιο προχωρημένη τεχνολογία. (Τουλάχιστον σε σχέση με το επίπεδο της ελληνικής βιομηχανίας).
Αλλά τέτοιες δεν μπορούν να γίνουν. Όσο κι αν ξεζουμίσει τον ελληνικό λαό, δεν μπορεί, και να καλύψει τις «τρέχουσες ανάγκες» και να συγκεντρώσει επιπλέον τα απαραίτητα κεφάλαια. Άλλωστε πανηγυρικά έχει παραιτηθεί από μια τέτοια προοπτική (Βλέπε δέσμες οικονομικών μέτρων, αρχές 1982, όπου οι επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας αναβάλλονται για το …μέλλον).
Έτσι ο μόνος δρόμος που μένει για κάτι τέτοιο είναι το …ξένο κεφάλαιο. Το οποίο βεβαίως πρώτον θα κάνει μόνο -αν κάνει και όσο κάνει- τις επενδύσεις που το συμφέρουν και θα εισάγει μόνο την αντίστοιχη απαραίτητη τεχνολογία. Και δεύτερον, «απαιτεί» τους πιο συμφέροντες γι’ αυτό όρους και τις «εγγυήσεις» που αυτό θεωρεί απαραίτητες.
Και τις εγγυήσεις αυτές τις παρέχει πλέον αφειδώς η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ.
Από την άλλη μεριά «τρέχει», και δεν σηκώνει αναβολή, το πρόβλημα στήριξης της ντόπιας κεφαλαιοκρατίας. Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ προσπαθώντας να «περισώσει» ό,τι προλαβαίνει, προσπαθεί να «τονώσει την ανταγωνιστική» της θέση στα πλαίσια της διεθνούς αγοράς, ρίχνοντας όλα τα βάρη στον λαό (π.χ. καθήλωση αμοιβών-εντατικοποίηση). Και αυτό το ονομάζει κατ’ ευφημισμόν «αύξηση της παραγωγικότητας».
Τόσο οι εγγυήσεις στο ξένο κεφάλαιο, όσο και η προσπάθεια στήριξης της ντόπιας κεφαλαιοκρατίας, συναντώνται σε μια σειρά μέτρα, τα οποία ραγδαία το τελευταίο διάστημα προωθεί η κυβέρνηση.
Έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί σ’ αυτά, γι’ αυτό και θα τα αναφέρουμε συνοπτικά.
Τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ για την «αύξηση της παραγωγικότητας».
Την εισοδηματική πολιτική που καθήλωσε και «ετεροχρόνισε» (ζήσε Μάη) τις αμοιβές των εργαζομένων. Αυτό σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό και την υποτίμηση κατέβασε τις πραγματικές αμοιβές των εργαζομένων στο μισό.
Ταυτόχρονα κατοχύρωσε αυτήν την πολιτική, με τον νόμο που απαγόρευε τις αυξήσεις.
Το περιβόητο πλέον άρθρο 4, με το οποίο απαγορεύει την απεργία στους δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις, και με προοπτική να προχωρήσει σε ανάλογες ρυθμίσεις και στον ιδιωτικό τομέα.
Το νόμο για την Ναυτιλία, με τον οποίο έδωσε στους εφοπλιστές ό,τι ζητούσαν με αποτέλεσμα να ανοίξει η όρεξή τους και να ζητάνε κι άλλα.
Προσέφερε ασυδοσία στους εργοδότες στο θέμα των απολύσεων, ενώ μαγειρεύεται και μέτρο που θα τους απαλλάσσει και από την υποχρέωση να καταβάλλουν αποζημιώσεις.
Προσέφερε μια σειρά «κίνητρα» και ευνοϊκές ρυθμίσεις στο κεφάλαιο για να «επενδύσουν».
Συγκάλυψε όλα τα σκάνδαλα, τις κλεψιές, τις απάτες, την ληστεία του ελληνικού λαού από ξένους και ντόπιους αετονύχηδες.
Από την άλλη μεριά, προωθεί μέτρα για την κατοχύρωση όλων αυτών και απέναντι στις διεκδικήσεις των εργαζομένων. Προχώρησε στον έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος (απανωτές κρατικές παρεμβάσεις), δημιούργησε ένα ασφυκτικό νομικό πλαίσιο, προχώρησε σε δίκες ενάντια σε συνδικαλιστές και τελευταία άρχισε να στέλνει ενάντια σε απεργούς την αστυνομία και έπεται συνέχεια.
Και παράλληλα βομβαρδίζει τον ελληνικό λαό, από κρατικά μέσα «ενημέρωσης» και από τον φιλικό της τύπο με μια εμετική προπαγάνδα ενάντια στις «συντεχνιακές διεκδικήσεις» και υπέρ της «αύξησης της παραγωγικότητας» δηλαδή της εντατικοποίησης της δουλειάς και της μείωσης των αμοιβών.


[ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ]

[Αναφερθήκαμε στα δύο προηγούμενα φύλλα της εφημερίδας πάνω στο ζήτημα της παραγωγικότητας. Εξετάσαμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, πώς έχει το ζήτημα από γενική άποψη, σε ποια βάση προβάλλεται σήμερα, ποια προβλήματα καλείται να «λύσει», ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα που καλύπτονται κάτω από διάφορους όρους, και ποιες είναι οι επιδιώξεις της κυβέρνησης.]

Εποπτικά συμβούλια

Μ’ έναν ανάλογο τρόπο μπαίνει και το πρόβλημα του «ελέγχου των εργαζομένων», που ιδιαίτερα προβάλλεται σε σχέση με το μέτρο των εποπτικών συμβουλίων.
Στο ζήτημα αυτό έχουμε κιόλας αναφερθεί.
Εδώ θα ασχοληθούμε με ορισμένες ακόμη πλευρές. Ας σημειωθεί, ότι ένα τέτοιο πρόβλημα δεν μπαίνει μόνο από την κυβέρνηση, αλλά ανάλογη λογική, και αντίστοιχη φιλολογία αναπτύσσεται και από άλλες πλευρές (ΚΚΕ, ΚΚΕεσ. κ.λπ.)
Καταρχήν και σε σχέση με τα εποπτικά συμβούλια. Αυτό που αναφέρεται είναι ότι αυτά κατά βάσιν θα έχουν εποπτικό ρόλο, ως προς τον συντονισμό της δράσης των μεταλλευτικών επιχειρήσεων με τον εθνικό προγραμματισμό και τα τοιαύτα.
Όπως και να ‘χει το πράγμα, εδώ έχουμε στην ουσία έναν κρατικό έλεγχο (και όχι των εργαζομένων) πολύ περισσότερο που η σύνθεση των επιτροπών θα καθορίζεται κατά βάσιν από το υπουργείο, το οποίο θα έχει και τον τελευταίο λόγο.
Μα αυτή δεν είναι καθόλου μια καινούρια σχέση, αλλά παμπάλαια και πολυχρησιμοποιημένη!
Μάλιστα η συγκεκριμένη περίπτωση έχει ακόμη πιο «ενδιαφέρουσες» πλευρές. Η απάντηση του Αρσένη στη Ν. Δημοκρατία (συζήτηση στη Βουλή) είναι αρκετά αποκαλυπτική. Πιεζόμενος (από τη ΝΔ) ο Αρσένης δεν μπόρεσε να «κρατηθεί» και το αμόλησε. Πρώτον ότι δεν πρόκειται περί ελέγχου αλλά περί «εποπτείας», και δεύτερο ότι τα μέτρα που καθιερώνονται δεν διαφέρουν και δεν είναι περισσότερα από αυτά που προωθούνταν επί Ν. Δημοκρατίας. Προς τι λοιπόν η φασαρία;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Καταρχήν το αστικό κράτος, δηλαδή το συλλογικό όργανο της αστικής τάξης, πάντα είχε το δικαίωμα παρέμβασης και ελέγχου στη δραστηριότητα του κάθε ξεχωριστού καπιταλιστή.
Το ζήτημα (και οι όποιες διαφωνίες) βρισκόταν στα όρια, το είδος της παρέμβασης, στους τομείς οι οποίοι θα υπόκεινταν ή όχι και σε ποιας μορφής παρέμβαση. Από την άποψη αυτή οι κρατικοί έλεγχοι που τυχόν θα προωθούσε το ΠΑΣΟΚ, δεν θα πρόσθεταν τίποτε καινούριο σε μια ήδη δοσμένη πρακτική στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος (πέρα ίσως από μερικές καινούριες και κούφιες λέξεις). Το τραγελαφικό ωστόσο βρίσκεται στο γεγονός ότι ούτε καν για κάτι τέτοιο δεν πρόκειται.
Το τελευταίο διάστημα στη Δύση ενισχύονται οι τάσεις εκείνες που θέλουν ακόμα πιο «σκληρή» πολιτική απέναντι στους λαούς, που θεωρούν πλέον «περιττή πολυτέλεια» διάφορες πρακτικές με τις οποίες κινήθηκε ο καπιταλισμός μεταπολεμικά. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο η ελληνική κεφαλαιοκρατία ενθαρρυμένη μάλιστα από τις υποχωρήσεις  της κυβέρνησης πίεζε για ακόμη μεγαλύτερες παραχωρήσεις. Και το κυρίως πρόβλημα (για το ΠΑΣΟΚ) δεν ήταν οι παραχωρήσεις καθ’ αυτές που ζητούσε το κεφάλαιο.
Το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στο ότι η δημιουργία και ισχυροποίηση μιας τέτοιας «ροπής» πολύ πιθανά στο όχι μακρινό μέλλον, να έθετε θέμα καταλληλότητας του ίδιου του ΠΑΣΟΚ σαν διαχειριστή του συστήματος. Έτσι το ΠΑΣΟΚ αναγκάστηκε να αντιδράσει και να δείξει ότι έχει και αυτό δόντια. Ότι σ’ αυτές τις εξελίξεις υπάρχουν σημαντικά πολιτικά ζητήματα είναι βέβαιο. Αλλά το ότι έχουν όλα αυτά οποιαδήποτε σχέση με «σοσιαλισμούς», «εργατικούς ελέγχους» και άλλα τέτοια φούμαρα, αυτά είναι για να τα τρων μόνο όσοι τα τραβάει ο οργανισμός τους.

Ο «έλεγχος των εργαζομένων»

Ας προχωρήσουμε όμως στο ζήτημα αυτό καθαυτό. Και ας θέσουμε ένα πρωταρχικό ερώτημα. Μπορεί να υπάρξει έλεγχος των εργαζομένων (ή εργατικός έλεγχος) στα πλαίσια του καπιταλισμού; Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Ή ακόμη περισσότερο, τι περιεχόμενο έχει, τι εννοεί ο καθένας ότι αναφέρεται σε ένα τέτοιο ζήτημα;
Και επειδή τα πράγματα στις διάφορες απόψεις δεν είναι και πολύ ξεκαθαρισμένα, χρειάζεται από τη μεριά μας να τα διαχωρίσουμε κατά κάποιο τρόπο.
Τι σημαίνει εργατικός έλεγχος; Ακούγονται πολλά. Ωστόσο από ουσιαστική άποψη, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις πιθανές περιπτώσεις και μια τέταρτη.
Ο έλεγχος να αφορά την ενημέρωση των εργαζομένων πάνω στο σύνολο των στοιχείων που αφορούν την παραγωγή, με υποχρέωση των επιχειρηματιών να δίνουν αυτά τα στοιχεία κ.λπ.
Δεύτερο, ο ρόλος των εργαζομένων να μην περιορίζεται σ’ αυτό (ενημέρωση), αλλά να ‘χουν γνώμη με αποφασιστικό χαρακτήρα στην πορεία των επιχειρήσεων. Δηλαδή να συνδιαχειρίζονται από κοινού με τους επιχειρηματίες τις επιχειρήσεις.
Τρίτο, να ‘χει η δικιά τους γνώμη (και μόνο αυτή) τον καθοριστικό χαρακτήρα, δηλαδή να αυτοδιαχειρίζονται τις επιχειρήσεις.
Και η τέταρτη εκδοχή να «ελέγχουν» την παραγωγή μέσω του κράτους, αυτού του ίδιου του αστικού κράτους. Προϋπόθεση αυτής της αντίληψης (που βασικοί φορείς της είναι η σοσιαλδημοκρατία και οι ρεβιζιονιστές), η αντίστοιχη αντίληψη για τη φύση του κράτους. Ότι δεν είναι δηλαδή το όργανο της αστικής τάξης (όπως λέει η παλιά «δογματική» τριτοδιεθνιστική αντίληψη) αλλά μια «δομή» κάπου έξω απ’ αυτήν και περίπου «ουδέτερη».
Παράξενο στ’ αλήθεια! Και μόνο να παρατεθούν με συγκεκριμένο τρόπο οι διάφορες εκδοχές, διαλύεται όλη εκείνη η «μαγεία» που συντηρείται μέσα από περίπλοκα λεκτικά σχήματα και δαιδαλώδεις φραστικούς συνδυασμούς. Και το όλο πρόβλημα (και για τις τέσσερις εκδοχές) να συνοψίζεται ξανά στο παλιό και «τετριμμένο»(!) ζήτημα. Αυτό που σχετίζεται με την τέταρτη εκδοχή, δηλαδή τη φύση και το ρόλο του κράτους στην αστική κοινωνία.
Δεν είναι βέβαια εδώ που μπορεί να τεθεί το ζήτημα (του κράτους) σ’ όλη του την έκταση.
Θα περιοριστούμε να σημειώσουμε την άποψή μας και με αυτήν σαν κριτήριο να δούμε τις διάφορες εκδοχές.
Εμείς διατηρούμε την παλιά «δογματική» λενινιστική άποψη. Ότι το κράτος δεν είναι καθόλου «ουδέτερο».
Στη βάση αυτή και σε σχέση με τα ζητήματα που μπαίνουν. Η πιο «σοβαρή» (και πιο επικίνδυνη) είναι η εκδοχή που πλασάρεται από τους ρεβιζιονιστές. Περισσότερο, γιατί υπάρχει και ένα έδαφος που τροφοδοτεί τέτοιες αντιλήψεις.
Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα βρέθηκε πολλές φορές στην ανάγκη να δώσει ευρύτερες αρμοδιότητες (και οικονομικές) στο κράτος. Ο ρόλος του αυτός το έφερε πολλές φορές σε αντίθεση με τα συμφέροντα μεμονωμένων καπιταλιστών ή μερίδων. Ακόμη περισσότερο γιατί κατά κανόνα ήταν οι «μεσαίοι» εκείνοι που επιδίωκαν περισσότερο την «κάλυψη» του συλλογικού οργάνου της αστικής τάξης. Ενώ οι τάσεις στις ανώτερες μερίδες καθορίζονταν από πολλούς παράγοντες και γι’ αυτές ήταν κατά βάση ζήτημα επιλογής. Η «αυτονόμηση» αυτή του κράτους απέναντι στους μεμονωμένους καπιταλιστές που δημιουργούσε μια σειρά ψευδαισθήσεις (αν και όταν πρόκειται για ψευδαισθήσεις) δεν σήμαινε καθόλου βέβαια και αυτονόμηση απέναντι στην τάξη. Τα συνολικά συμφέροντα της οποίας κατοχύρωνε και υπεράσπιζε με συνεχή αδιάλειπτο και αδιάλλακτο) τρόπο και δεν υπάρχει μήτε ένα αντίθετο παράδειγμα στην ιστορία.
Ήδη οι εξελίξεις παντού στον κόσμο (από τον «Νότο» μέχρι τις μητροπόλεις) αφαιρούν όλο και περισσότερο έδαφος από τέτοιες αντιλήψεις.

Οι «νησίδες του σοσιαλισμού»

Όσον αφορά τις «νησίδες του σοσιαλισμού» (οι άλλες τρεις εκδοχές) τα πράγματα δεν μπαίνουν και πολύ διαφορετικά.
Το να πάρουν οι εργαζόμενοι την διεύθυνση της οικονομίας στα χέρια τους (αυτοδιαχείριση) χωρίς να ανατρέψουν το αστικό κράτος, δεν είναι για να το συζητάει κανείς στα σοβαρά.
Όσον αφορά την «συνδιαχείριση», όπου αυτή εφαρμόστηκε, φάνηκε καθαρά ότι δεν πρόκειται παρά για μια σχέση που υπηρέτησε τους καπιταλιστές από πολλές πλευρές. Και εντατικοποίησαν τη δουλειά (με την «έγκριση» των εργατών-«μετόχων») και απαλλάχτηκαν από «περιττές» και αντιοικονομικές «τριβές» (απεργίες και τέτοια).
Τώρα για τον έλεγχο από πλευράς εργαζομένων, των επενδυτικών προγραμμάτων (που θα πραγματοποιούν οι καπιταλιστές) το από πού θα παίρνουν τις πρώτες ύλες, πού θα τα πουλούν κ.λπ. πραγματικά πρόκειται για αφέλειες.
Ας προσπαθήσουμε ωστόσο να δούμε και μερικές ακόμη πλευρές. Προβάλλεται π.χ. η άποψη ότι σε συνάρτηση με την ανάπτυξη του κινήματος μπορούν να τεθούν και τέτοια προωθημένου χαρακτήρα ζητήματα. Ή ακόμη προβάλλονται σαν επιχείρημα (από έντυπο του ΠΑΣΟΚ αν θυμόμαστε καλά) οι θέσεις του Λένιν για τον εργατικό έλεγχο το 1917.
Ο κόσμος με το κεφάλι κάτω!
Αλλά σε συνάρτηση με την ανάπτυξη του κινήματος μπαίνει το πρόβλημα των προβλημάτων, δηλαδή το ζήτημα της εξουσίας και δεν θα μπορούσαν να μπουν προωθημένα ζητήματα; (Αυτά ή εκείνα δεν είναι εδώ το πρόβλημά μας). Το πρόβλημα βρίσκεται στο πώς φτάνει το κίνημα σε μια τέτοια θέση.
Και για να αναφερθούμε στο 1917. Στην κυβέρνηση βρισκόταν ο συνασπισμός μενσεβίκων-εσέρων κ.λπ. Το τσαρικό κράτος είχε σχεδόν διαλυθεί τελείως. Τα σοβιέτ ασκούσαν πραγματική εξουσία. Υπήρχε αυτό που έμεινε πια και σαν όρος, δυαδική εξουσία. Και ο Λένιν έβαζε ζητήματα ολοκλήρωσής της για λογαριασμό των σοβιέτ, δηλαδή της συμμαχίας εργατών-αγροτών-στρατιωτών. Τον φαντάζεστε όμως να ‘βαζε αυτά τα ζητήματα π.χ. το 1915;
Σε μια τέτοια περίπτωση έχει συντελεστεί μια ποιοτική μεταβολή του ταξικού και πολιτικού συσχετισμού. Και το ζήτημα σε μια τέτοια μεταβατική περίοδο μπαίνει ολότελα διαφορετικά.
Μάλιστα ακόμη και τότε, αυτό που «παίζεται» δεν είναι αυτές ή εκείνες οι αλλαγές (που στην περίπτωση αυτή αποτελούν μοχλούς πίεσης και κίνησης) αλλά το ίδιο το ζήτημα της εξουσίας.
Και εκεί θα κριθεί μαζί με όλα τα άλλα και η τύχη των όποιων αλλαγών έχουν προωθηθεί. Αν η επανάσταση δεν ολοκληρωθεί με το πάρσιμο της εξουσίας, οι όποιες αλλαγές αυτού του χαρακτήρα θα εξουδετερωθούν είτε «μετωπικά» (κατάργηση) είτε θα αφομοιωθούν από το σύστημα που θα έχει αποκαταστήσει την κυριαρχία του. Αυτό δηλαδή που γίνεται και σήμερα.
Θα μπορούσε ωστόσο να τεθεί το ερώτημα. Αν συνάρτηση της προβολής ορισμένων ζητημάτων είναι η ανάπτυξη του κινήματος, η ίδια η ανάπτυξη του κινήματος δεν είναι άραγε συνάρτηση της προώθησης κάποιων ζητημάτων;
Οπωσδήποτε έτσι είναι. Αλλά το κυρίως ζήτημα βρίσκεται στο ποια, πώς και πότε. Και επ’ αυτού δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά.
Σήμερα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει επιβάλλει μια ορισμένη εισοδηματική πολιτική. Σε αντιστάθμισμα προωθεί ορισμένα «θεσμικά» μέτρα. ΑΤΑ-εποπτικά συμβούλια-συνοικιακά συμβούλια-«κοινωνικοποιήσεις» κ.λπ. Έχει ανοίξει μάλιστα ολάκερο μέτωπο ενάντια στις «οικονομίστικες αντιλήψεις» και τα «οικονομίστικα αιτήματα».
Το πρόβλημα βρίσκεται μπροστά μας καθώς και η απάντησή του. Μπορούμε να κινηθούμε στον άξονα, στο να δώσουμε προοδευτικό ή ακόμη περισσότερο επαναστατικό περιεχόμενο σ’ αυτούς τους θεσμούς, ή να κινηθούμε στην τροχιά της πάλης για ανατροπή της εισοδηματικής πολιτικής προωθώντας το «οικονομίστικο» αίτημα των αυξήσεων;
Ποιος από τους δυο δρόμους θα ανέπτυσσε το κίνημα, θα προωθούσε τη συνειδητοποίηση του λαού ή ακόμα ποιος δρόμος είναι ο πραγματικά οικονομίστικος; Γιατί οικονομισμός δεν είναι βέβαια το αίτημα (ίσως και οικονομικού χαρακτήρα) που φέρνει το λαό και το προλεταριάτο σε ευθεία αντιπαράθεση με την αστική κυβέρνηση καταδείχνοντας ολόπλευρα την πραγματικότητα της ταξικής μας κοινωνίας.
Οικονομισμός είναι η αντίληψη εκείνη που δίνει τον κύριο ρόλο στην ανάπτυξη και εξέλιξη της αστικής κοινωνίας (και βασικά των παραγωγικών δυνάμεων άσχετα με το τι κάθε φορά λέγεται) και που αποτελεί τη βάση όλων των παλιότερων και νεότερων παραλλαγών του ρεφορμισμού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου