Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Τρία ζητήματα στο φιλοσοφικό έργο του Μάο


του Μανόλη Αρκολάκη 

Παρέμβαση στην παρουσίαση του βίβλιου Μάο Τσετούγκ, Φιλοσοφικά κείμενα, στο βιβλιοπωλείο "Εκτός των Τειχών", 12/4/2013

Ι
Το 1961, ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί Λεφέβρ επανέκδοσε ένα μικρό φιλοσοφικό εγχειρίδιο για το διαλεκτικό υλισμό που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1940. Στη νέα του εισαγωγή, ακολουθώντας το κυρίαρχο πια στην Ευρώπη αντισταλινικό ρεύμα, κατηγορεί τον Στάλιν και τους Σοβιετικούς ότι είχαν απορρίψει τον φιλοσοφικό πλούτο και το διευρυμένο πεδίο ανάλυσης της μαρξικής σκέψης, όπως εκδηλώνεται στα πρώιμα έργα του Μαρξ, περιορίζοντας τον διαλεκτικό υλισμό σε φιλοσοφία της φύσης. Χωρίς να αναφέρεται άμεσα, είναι εμφανής η κριτική του στη φιλοσοφική συμβολή του ώριμου Ένγκελς, πάνω στην οποία οι Σοβιετικοί φιλόσοφοι και ο Στάλιν στη δεκαετία του 1930 προσπάθησαν να διευρύνουν τον διαλεκτικό προβληματισμό στις συγκεκριμένες συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και ειδικά στη φάση της εκβιομηχάνισης και της κολλεκτιβοποίησης. Ο Λεφέβρ ορμώμενος από την περιορισμένη ενασχόληση των Σοβιετικών φιλοσόφων με έννοιες όπως η αλλοτρίωση καθώς και με την επιμονή τους για την επιστημονική επαλήθευση των διαλεκτικών νόμων, θεωρώντας ότι πρόκειται για απλοποίηση της διαλεκτικής μεθόδου και αποφυγή μελέτης και ενασχόλησης με την επιβίωση φαινομένων αλλοτρίωσης στην περίοδο της σοσιαλιστικής περιόδου, προτείνει όχι μόνο την εμβάθυνση στη μελέτη των καθαρά φιλοσοφικών κειμένων του Μαρξ αλλά ουσιαστικά την επιστροφή στον Χέγκελ και στη μεθοδολογία της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και συγκεκριμένα προτείνει την επιστροφή και την επαναξιολόγηση της τυπικής λογικής. 


Όπως χαρακτηριστά λέει «[οι Σοβιετικοί] αμφισβήτησαν το κύρος της τυπικής λογικής [...] εγκαταλείποντας τη μεσολάβηση της λογικής και της συζήτησης και υπερπηδώντας μ’ αυτό τον τρόπο τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η μεσολάβηση».
Είναι ακριβώς αυτό το ζήτημα, δηλαδή το ζήτημα της τυπικής λογικής, με το οποίο οι Κινέζοι κομμουνιστές και ο Μάο ασχολήθηκαν ιδιαιτέρως στη δεκαετία του 1930 και μετά, ακολουθώντας τη μεθοδολογία των Σοβιετικών φιλοσόφων. Είναι χαρακτηριστική η επιμονή τους, από τα πρώτα τους κιόλας κείμενα, να κάνουν ξεκάθαρη τη διαφορά ανάμεσα στον ιδεαλιστικό τρόπο της τυπικής λογικής και στη συγκεκριμένη διαλεκτική μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Συνοπτικά, στην τυπική λογική υπάρχουν τρεις βασικοί νόμοι: 1) ο νόμος της ταυτότητας, δηλαδή Α=Α, το οποίο σημαίνει ότι μία έννοια παραμένει πάντα η ίδια και ισούται με τον εαυτό της. Αυτή η αντίληψη είναι μεταφυσική, σύμφωνα με τον Ένγκελς, διότι δεν αναγνωρίζει την αντίθεση και την αλλαγή που ενυπάρχουν σε κάθε πράγμα, αποδίδοντας στα χαρακτηριστικά αυτού του πράγματος μονιμότητα και απολυτότητα. 2) ο νόμος της αντίθεσης στην τυπική λογική υποστηρίζει ότι σε μια αντιφατική έννοια δεν μπορούν να υπάρχουν συγχρόνως δύο πλευρές σωστές ή λάθος. Ουσιαστικά δεν δέχεται την ύπαρξη των αντιθέσεων και την μεταλλαγή ενός πράγματος μέσω των αντιθέσεων. Επιβεβαιώνει δηλαδή τον προηγούμενο νόμο της ταυτότητας για τη μονιμότητα των χαρακτηριστικών ενός πράγματος. 3) ο νόμος του αποκλειόμενου μέσου, δηλαδή όταν υπάρχουν δύο αντίθετα νοήματα σε μία έννοια, μόνο το ένα είναι σωστό και δεν μπορείς να πας σε ένα τρίτο που θα είναι αυτό σωστό σαν αποτέλεσμα της ενότητας των δύο αντιθέτων (Α≠-Α). Κι εδώ βλέπουμε την απόρριψη της διαλεκτικής αντίληψης για την ενότητα των αντιθέτων. Αν αποδεχθούμε αυτό το νόμο της τυπικής λογικής σημαίνει, σύμφωνα με το παράδειγμα που παραθέτει ο Μάο, ότι «στην αντίθεση μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης σωστό είναι ή το πρώτο ή το δεύτερο. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς τάξεις».
Έστω και από αυτήν την επιγραμματική παράθεση νομίζω ότι γίνεται εμφανές ότι οι Κινέζοι κομμουνιστές και ο Μάο θέλησαν από την αρχή να ξεκαθαρίσουν τις βασικές και ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό ώστε να μπορούν να εφαρμόσουν τη διαλεκτική μέθοδο στην επαναστατική διαδικασία. Στη διάρκεια της σκληρής και έντονης ταξικής πάλης, η οποία αποκτούσε κάθε τόσο νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά, έπρεπε να έχουν τη μέθοδο για να ερμηνεύσουν τις αλλαγές και τις αντιθέσεις τόσο στο εσωτερικό του ταξικού αντιπάλου όσο και σε σχέση με το προλεταριάτο και τους εν δυνάμει συμμάχους του.

ΙΙ
Το 1956, αμέσως μετά το τέλος του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, όπου εκφράστηκε ανοιχτά, μέσω της αντισταλινικής ρητορείας, η ρεβιζιονιστική στροφή, ανοίγοντας το δρόμο για τη διαδικασία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα εκδηλώθηκαν κατ’ αρχήν συμπτώματα σύγχυσης και απορίας, κάτι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Το μόνο κομμουνιστικό κόμμα που προσπάθησε αμέσως να ερμηνεύσει αυτήν τη στροφή ήταν το ΚΚΚ και είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που χειρίστηκε το ζήτημα. Χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική μέθοδο για την ενότητα των αντιθέτων και τις συγκρούσεις που εμφανίζονται μέσω της σύνθεσης, ο Μάο και οι Κινέζοι κομμουνιστές στράφηκαν στη μελέτη των κοινωνικών διαδικασιών στην περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, υποστηρίζοντας ότι οι αντιθέσεις στο σοσιαλισμό αποκτούν νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν περιορίζονται στην ταξική αντίθεση μεταξύ παλαιάς αστικής τάξης και προλεταριάτου αλλά ανταγωνιστικές αντιθέσεις εμφανίζονται και στο εσωτερικό του ενιαίου μέχρι την επιτυχία της επανάστασης λαϊκού μετώπου. Ναι μεν συνεχίζεται η ταξική πάλη ενάντια στην αστική τάξη που ανθίσταται αν και ηττημένη, αλλά συγχρόνως εκδηλώνονται αντιθέσεις με κοινωνικά τμήματα που στη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αποκτούν αστικά χαρακτηριστικά. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Μάο και οι Κινέζοι κομμουνιστές στράφηκαν στα φιλοσοφικά εργαλεία για να μπορέσουν να ερμηνεύσουν και κυρίως να δράσουν υπό τις νέες συνθήκες. Ακολούθησαν δηλαδή την άποψη του Λένιν πως ο αγώνας στο φιλοσοφικό πεδίο «σε τελική ανάλυση αντικατοπτρίζει τις τάσεις και την ιδεολογία των ανταγωνιστικών τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία».
Ο Μάο λοιπόν αποδέχθηκε τον ορισμό του Λένιν για τη διαλεκτική, δηλαδή ότι πρόκειται για τη θεωρία της ενότητας των αντιθέτων, για την οποία ενότητα όμως ο Λένιν επέμενε ότι απαιτείται παραπέρα διερεύνηση και ανάλυση ώστε να καταδειχθεί η ουσία της διαλεκτικής, που είναι ο διαχωρισμός ενός ενιαίου όλου σε δύο και η γνώση των αντιθετικών του μερών. Έτσι ο Μάο επιμένει ότι η δράση του νόμου της ενότητας των αντιθέτων είναι καθολική όχι μόνο στη φύση (για να θυμηθούμε εδώ τις κατηγορίες του Λεφέβρ) αλλά επίσης στην κοινωνία και στη συνείδηση των κοινωνικών υποκειμένων. Αντί λοιπόν ο Μάο να επιστρέψει στον ιδεαλισμό, όπως στην πραγματικότητα έκαναν πολλοί διανοούμενοι στην Ευρώπη, εμβαθύνει στη διαλεκτική μέθοδο υποστηρίζοντας ότι στις αντίθετες πλευρές της αντίθεσης υπάρχει ταυτόχρονα ενότητα και πάλη, οι οποίες δημιουργούν την κίνηση και την αλλαγή των πραγμάτων. Αν αποδεχθούμε την εγκυρότητα της διαδικασίας ενότητα και πάλη, που οδηγεί στην αντίληψη ότι το ένα διαχωρίζεται σε δύο, αυτό σημαίνει ότι στην περίοδο της σοσιαλιστικής κοινωνίας οι τάξεις συνεχίζουν να υπάρχουν άρα και οι ταξικές αντιθέσεις και η ταξική πάλη, με επακόλουθο να συνεχίζεται η πάλη ανάμεσα στον σοσιαλιστικό και τον καπιταλιστικό δρόμο χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα καπιταλιστικής παλινόρθωσης.
Για δέκα ολόκληρα χρόνια, από το 1956 έως το 1966, η πάλη σε φιλοσοφικό επίπεδο στην Κίνα επικεντρώθηκε στο ζήτημα κατά πόσο στο νόμο της αντίθεσης, στην ενότητα των αντιθέτων, είναι σημαντικότερος ο διαχωρισμός του ενός σε δύο ή ο συνδυασμός των δύο σε ένα. Η σύγκρουση αυτή, η οποία όπως ειπώθηκε εξέφραζε την πάλη δύο γραμμών μέσα στο κόμμα και κατ’ επέκταση την πάλη ενάντια στην προοπτική της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, κορυφώθηκε το 1964 στην αντιπαράθεση του Άι Σίτσι με τον Γιαγκ Σέτσεν. Ο τελευταίος προσπάθησε να υποστηρίξει το συνδυασμό των δύο σε ένα μέσα από τη διάκριση της ανάλυσης από τη σύνθεση, αντιπαραβάλοντάς τες. Η διαλεκτική μέθοδος όμως υποστηρίζει το αντίθετο: η μεν ανάλυση καταδεικνύει ότι μία ενότητα διαχωρίζεται σε δύο μέρη που βρίσκονται σε αντιπαλότητα, η δε σύνθεση καταδεικνύει ότι μέσα από την πάλη ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές η μία υπερισχύει της άλλης. Μέσω της υπερίσχυσης της μίας από τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές επέρχεται μία νέα σύνθεση ποιοτικά διαφορετική όπου ακόμη και η κυρίαρχη πλευρά έχει αλλάξει μέσω της υπέρβασής της. Βλέπουμε λοιπόν εδώ ότι οι Κινέζοι κομμουνιστές αντί να στραφούν στον ιδεαλιστικό πυρήνα του εγελιανισμού, όπως έκαναν οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι, αξιοποιούν και εφαρμόζουν τη διαλεκτική του πλευρά, ενσωματώνοντας την έννοια της ακύρωσης στο βασικό νόμο της αντίθεσης.

ΙΙΙ
Θα ήθελα να κλείσω με συνοπτική αναφορά σε ένα ακόμη ζήτημα στο οποίο η συμβολή του Μάο και των Κινέζων κομμουνιστών υπήρξε ιδιαιτέρως εποικοδομητική αν και η αξιοποίησή της βρίσκεται δυστυχώς ακόμη σε αρχικό στάδιο. Το ζήτημα του ντετερμινισμού ή αλλιώς το πρόβλημα του καθορισμού στη σχέση της οικονομικής βάσης με το εποικοδόμημα. Όλα αυτά τα χρόνια η επιρροή του τρόπου προσέγγισης στο θέμα αυτό από τους ηγέτες της Β’ Διεθνούς (οικονομικός ντετερμινισμός) οδήγησε στη διαμόρφωση της θεωρίας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπως εκφράστηκε από του Σοβιετικούς ρεβιζιονιστές και συνεχίζει να επηρεάζει, δυστυχώς την πλειοψηφία των αριστερών δυνάμεων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Για παράδειγμα, όλες οι παραλλαγές που συναντάμε σήμερα και έχουν στο επίκεντρό τους την «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως μέσο για το ξεπέρασμα των επιπτώσεων της εφαρμογής των απανωτών μνημονίων στηρίζονται ουσιαστικά στη θεωρία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, υποβαθμίζοντας τη δυναμική και τον καθοριστικό ρόλο της επαναστατικής πάλης του συνειδητού υποκειμένου. Γι’ αυτό το λόγο, κατά καιρούς, έχουν ειπωθεί πολλά για τον βολονταρισμό του Μάο, αν και ο ίδιος ο Λένιν δεν έχει μείνει απυρόβλητος από αυτού του είδους την κριτική, για την επιμονή του στο ρόλο της πολιτικής. Πιστεύω όμως ότι στην πράξη έχει αποδειχθεί το αντίθετο, δηλαδή ότι ο οικονομικός ντετερμινισμός και ο βολονταρισμός αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που αποφεύγει τη διαλεκτική μέθοδο και κατ’ επέκταση την επαναστατική πράξη.
Ο Μπρεχτ, σ’ ένα φιλοσοφικό του δοκίμιο υποστηρίζει ότι « η “αναγκαιότητα” της δεδομένης ιστορικής διαδικασίας είναι μία άποψη που στηρίζεται στην υπόθεση πως τάχα για κάθε ιστορικό γεγονός υπάρχουν υποχρεωτικά επαρκείς λόγοι που το δημιουργούν. Στην πραγματικότητα όμως υπήρξαν αντιθετικές τάσεις και το γεγονός εξέφρασε το αποτέλεσμα της πάλης τους». Βλέπουμε λοιπόν ότι ο σωστός τρόπος προσέγγισης του ζητήματος είναι μέσω της εφαρμογής του νόμου της αντίθεσης, του νόμου της ενότητας των αντιθέτων. Όπως επισημαίνει από τα πρώτα του κιόλας φιλοσοφικά κείμενα ο Μάο, αν και οι παραγωγικές δυνάμεις, η πρακτική και γενικώς η οικονομική βάση παίζουν τον κύριο και τον αποφασιστικό ρόλο, σε ορισμένες συνθήκες, οι παραγωγικές σχέσεις, η θεωρία και το εποικοδόμημα παίζουν με τη σειρά τους κύριο και αποφασιστικό ρόλο. Με άλλα λόγια, ο ανθρώπινος παράγοντας, η επίδραση των παραγωγικών σχέσεων και κατ’ επέκταση η επίδραση της επαναστατικής διαδικασίας πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Κάτι τέτοιο θα υποδήλωνε στην πραγματικότητα υποτίμηση της ταξικής πάλης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες, ανεξάρτητες η μία από την άλλη (άλλοτε προπορεύονται οι παραγωγικές δυνάμεις, άλλοτε το εποικοδόμημα) διαχωρισμένες με ένα μηχανιστικό τρόπο. Θα πρέπει πάντοτε να τις εξετάζουμε μέσα στην ενότητα των αντιθέτων, στη διαλεκτική διαδικασία: αντίθεση, θέση, σύνθεση, δηλαδή στην κίνηση των πραγμάτων που οδηγεί στη σύνθεση και την εμφάνιση ποιοτικά νέας αντίθεσης. Σε αυτό το ζήτημα η συμβολή της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης υπήρξε ιδιαιτέρως σημαντική, αφού μέσα από την ένταση της ταξικής πάλης σε όλα τα επίπεδα άρχισε να διαμορφώνεται πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση που αντιλαμβάνεται τη συγκεκριμένη σχέση ως αλληλοκαθορισμό.
Η περαιτέρω όμως εμβάθυνση και στο θέμα αυτό, όπως και στα υπόλοιπα είναι καθήκον του πολιτικού υποκειμένου που θα προέλθει στις συγκεκριμένες σημερινές συνθήκες μέσω της διαδικασίας της ανασύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος, διότι δεν αρκούν πια τα παλαιότερα εργαλεία, απαιτείται η παραγωγή νέων κι αυτή θα επιτευχθεί μόνο αν παραμένουμε αμετακίνητοι στην αντίληψη ότι η γνώση δεν διαχωρίζεται από την πράξη. Όπως επιγραμματικά έχει πει ο Μάο: Πράξη, γνώση, ξανά πράξη και ξανά γνώση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου