Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Για ορισμένες πολιτικές παραμέτρους του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου

Ομιλία του Βασίλη Σαμαρά σε εκδήλωση για την επέτειο της μάχης του Στάλινγκραντ

Για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπάρχει μια ορισμένη εικόνα στα μυαλά των περισσότερων ανθρώπων. Το σχήμα που έχουν κατά νου είναι αυτό που τελικά διαμορφώθηκε.
Δηλαδή της συμμαχίας Σ.Ε.-Αγγλίας-ΗΠΑ και άλλων χωρών που αναμετρήθηκε με την συμμαχία του Άξονα που βασικά συγκροτούνταν από Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία. Μόνο που, όπως από τον Κλαούζεβιτς αναφέρεται, ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. 
Σ’ αυτή τη βάση και μέχρι να αποκρυσταλλωθούν οι συμμαχίες και τα μέτωπα του πολέμου υπήρξαν μια σειρά διεργασίες στη διάρκεια των οποίων δεν ήταν καθόλου δεδομένο το ποιος θα ήταν αυτός ο πόλεμος.

Διεργασίες που συνεχίστηκαν μάλιστα, έστω και σε δεύτερο πλάνο, σ’ όλη τη διάρκειά του αλλά και μετά την λήξη του για να οδηγήσουν σε διαφορετικά πλέον αποκρυσταλλώματα.

Αλλά ας τα βάλω σε μια σειρά.

Το ερώτημα που τέθηκε στη διάρκεια του μεσοπολέμου, καθώς ονομάστηκε, δεν ήταν αν θα γίνει πόλεμος. Αυτός θεωρούνταν λίγο πολύ αναπόφευκτος απ’ όλους.

Αυτό καθοριζόταν.

Από τα αποτελέσματα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και τα προβλήματα που κληροδότησε.

Την ανισορροπία στην διάταξη και ιεραρχία δυνάμεων όπου ο δεσπόζων ρόλος Γαλλίας και Αγγλίας δεν αντιστοιχούσε πλέον στην πραγματική τους ισχύ και τους πραγματικούς συσχετισμούς στον κόσμο.

Την εμφάνιση στο προσκήνιο της ιστορίας του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, μιας Σ.Ε. που το σύνολο των αντιδραστικών δυνάμεων στον κόσμο δεν μπορούσε να αποδεχτεί την ύπαρξή της.

Την οικονομική κρίση που όξυνε όλα τα προβλήματα και αντιθέσεις και επέδρασε καταλυτικά στο να μεγεθύνουν και να ζητούν απαντήσεις τα ζητήματα που είχαν τεθεί.

Όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις βλέπαν αλλά και προσέβλεπαν σ’ έναν πόλεμο που φαινόταν πλέον αναπόφευκτος.

Η χιτλερική Γερμανία για να πάρει την ρεβάνς και να αποκαταστήσει τις απώλειες που είχε υποστεί.

Οι ΗΠΑ για να «αξιοποιήσουν» μέσω του πολέμου την τεράστια βιομηχανική και οικονομική τους ισχύ και να την εκφράσουν σε γενικότερα γεωστρατηγικά οφέλη.

Η μιλιταριστική Ιαπωνία για να κυριαρχήσει σε Ν.Α. Ασία και Ειρηνικό.

Ακόμα και ο κατά Γκράμσι «κουρελής» ιταλικός ιμπεριαλισμός του Μουσολίνι ονειρευόταν αναβίωση ρωμαϊκών μεγαλείων.

Όσο για τις κύριες νικήτριες του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, Γαλλία και Αγγλία, για να κατοχυρώσουν το έχει τους. Ταυτόχρονα αυτό που επεδίωκαν ήταν να στρέψουν την κατεύθυνση του πολέμου ανατολικά.

Ο στόχος ήταν διπλός. Μια τέτοια τροπή, από τη μια τις απάλλασσε από την πίεση και τις διεκδικήσεις της Γερμανίας. Από την άλλη ευελπιστούσαν ότι θα οδηγούσε στην συντριβή της Σ.Ε. Αυτόν τον δεύτερο στόχο τον συμμερίζονταν και για ευνόητους λόγους το σύνολο των ιμπεριαλιστικών αντιδραστικών δυνάμεων. Μόνο που εκτός από την σύμπνοιά τους σ’ αυτό το ζήτημα είχαν αναδειχτεί τεράστιες και αγεφύρωτες αντιθέσεις ανάμεσά τους.

Αυτή η σύμπλεξη σειράς αντιφάσεων, αντιθέσεων, τάσεων συμφερόντων και συσχετισμών ανάμεσα σ’ αυτές τις δυνάμεις ήταν που έθετε το ερώτημα. Όχι το αν θα γίνει πόλεμος, αλλά το ποιος θα ‘ταν ο πόλεμος. Ποιοι θα συμμαχούσαν με ποιους, σε ποια βάση και με ποιους στόχους και ενάντια σε ποιους.



Όπως ήδη ανέφερα, Αγγλία και Γαλλία -αλλά όχι μόνο- θέλαν να στρέψουν τον πόλεμο προς Ανατολάς. Αυτός ήταν ο λόγος που το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ανέχτηκε-ευνόησε την άνοδο των Μουσολίνι και Χίτλερ. Τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας. Ο ίδιος ήταν που οδήγησε στο αίσχος του Μονάχου. Την παράδοση της Τσεχοσλοβακίας στον Χίτλερ. Στην ανύπαρκτη ουσιαστικά αντίδρασή τους, όταν ο Χίτλερ επιτέθηκε στην «προστατευόμενή» τους Πολωνία. Όσον αφορά τις ΗΠΑ αυτές καιροφυλακτούσαν ώστε να παρέμβουν στον πόλεμο ανάλογα με τις εξελίξεις και με τους ευνοϊκότερους για τις ίδιες όρους.

Οι ίδιοι αυτοί λόγοι ήταν που τις οδηγούσαν στο να απορρίπτουν τις προτάσεις που επανειλημμένα έκανε η Σ.Ε. για σύμπηξη συμμαχίας που θα χαλιναγωγούσε τις γερμανικές βλέψεις και θα έφραζε τον δρόμο στον Χίτλερ. Η. Σ.Ε. δεν ήταν ο σύμμαχος που επιθυμούσαν αλλά ο στόχος ενάντια στον οποίο ήθελαν να στρέψουν την φωτιά του πολέμου.

Ακόμα και την τελευταία ώρα, τον Αύγουστο του 1939 όταν ο Χίτλερ ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Πολωνία, της οποίας τα σύνορα υποτίθεται πως εγγυούνταν Γαλλία και Αγγλία, απέρριψαν την πρόταση της Σ.Ε. για πολιτική-στρατιωτική συμφωνία που θα προστάτευε την Πολωνία.

Παρά τα προβλήματα που δημιουργούσε και στις ίδιες αυτή η εξέλιξη αυτό που καθόρισε τη στάση τους ήταν πως τόσο η κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας όσο και η εισβολή στην Πολωνία έστρεψαν την πορεία του πολέμου ανατολικά. Κι ας τους προειδοποιούσε σε ομιλία του ο Στάλιν πως τα παιχνίδια που παίζουν μπορεί να στραφούν τελικά ενάντιά τους, όπως άλλωστε και έγινε.

Η πρώτη έμπρακτη απόδειξη ήρθε μέσα από τον μεγαλοφυή ελιγμό του Στάλιν, το σύμφωνο μη επίθεσης με την Γερμανία. Μια συμφωνία που έδινε περιθώρια χρόνου προετοιμασίας στην Σ.Ε. αλλά το κυριότερο έβαζε τους δυτικούς μπροστά στην αναγκαιότητα να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα.

Ήταν το πρώτο σοκ για τους Αγγλογάλλους και συνολικά τη Δύση.

Το δεύτερο και πιο έμπρακτο και ισχυρό ήρθε με την επίθεση στη Γαλλία. Μια επίθεση που σε πολύ σύντομο διάστημα σύντριψε τον θεωρούμενο μέχρι τότε σαν τον ισχυρότερο στρατό του κόσμου, τον γαλλικό. Η Γερμανία έδειχνε την ισχύ της και ο Χίτλερ άνοιγε τα χαρτιά του.

Τις προθέσεις του να κυριαρχήσει στον ευρωπαϊκό χώρο που όρος γι’ αυτό ήταν η υποταγή του κυριότερου ανταγωνιστή σ’ αυτό το πεδίο, της Γαλλίας.

Ταυτόχρονα αμέσως μετά έκανε το άνοιγμά του στην Αγγλία καθώς επεδίωκε την σύμπηξη στρατηγικής συμμαχίας μαζί της. Στις 19 Ιουλίου του 1940 στην όπερα Κρολ και σε μια τελετή θριάμβου για την νίκη ενάντια στην Γαλλία ο Χίτλερ στην ομιλία του είναι ξεκάθαρος. «Η συνείδησή μου με υποχρεώνει να απευθύνω μια νέα έκκληση στην φρόνηση της Αγγλίας. Νομίζω πως μπορώ να το κάνω γιατί δεν είμαι ένας ηττημένος που ζητάει κάτι αλλά ένας νικητής που δεν έχει τίποτα να ζητήσει. Δεν βλέπω απολύτως κανένα λόγο για τη συνέχιση αυτού του αγώνος. Λυπούμαι για τα θύματα που προκαλεί και θα ήθελα να αποφύγω να υπάρξουν. Ο κύριος Τσόρτσιλ ίσως βρει σ’ αυτή μου την έκκληση μιαν απόδειξη ότι αμφιβάλλω για την τελική έκβαση. Όμως ελάφρωσα τη συνείδησή μου».

Το σχήμα της χιτλερικής στρατηγικής που πρόβαλλε προέβλεπε. Την κυριαρχία της Γερμανίας στην ηπειρωτική Ευρώπη. Την διασφάλιση στην Αγγλία την θαλάσσια αυτοκρατορία και τις κτήσεις της. Ταυτόχρονα μια συμμαχία που θα είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει την ανερχόμενη ισχύ και τις βλέψεις των ΗΠΑ. Από την άλλη μεριά διασφαλίζοντας την Γερμανία από τον εφιάλτη των δύο μετώπων που θα της επέτρεπε να επιτεθεί ανατολικά, να συντρίψει την Σ.Ε. και να κατακτήσει αυτόν που θεωρούσε σαν «ζωτικό της χώρο».

Μόνο που οι Άγγλοι δεν εμπιστεύονταν πλέον τον Χίτλερ και ανησυχούσαν τόσο απέναντι στις προθέσεις του όσο και απέναντι στην αυξανόμενη στρατιωτική ισχύ της Γερμανίας. Έτσι προχώρησαν στην αντικατάσταση του Τσάμπερλεν με τον Τσόρτσιλ. Ο δεύτερος απορρίπτοντας τις προτάσεις του Χίτλερ στράφηκε προς τις ΗΠΑ.

Έτσι μετά από σειρά προκαταρκτικών συμφωνιών φτάνουμε στην συνάντηση Ρούσβελτ-Τσόρτσιλ στις 8 Αυγούστου του 1942 σ’ έναν κόλπο της Νέας Γης όπου συνυπογράφουν τον λεγόμενο Χάρτη του Ατλαντικού. Τίθενται οι βάσεις της αγγλοσαξονικής συμμαχίας και καθορίζονται οι στόχοι του πολέμου αλλά και σχεδιασμοί για τον μεταπολεμικό κόσμο. Μια συμμαχία με βάση την οποία οι δύο δυνάμεις διεξήγαγαν τον πόλεμο αλλά και η οποία συνέχιζε να καθορίζει τις σχέσεις τους και μετά σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου -και μέσα από αντιφάσεις και αντιθέσεις είναι αλήθεια- μέχρι τα σήμερα.

Ταυτόχρονα αντιμετωπίστηκε το ζήτημα της συμμαχίας με την Σ.Ε. που ήδη υφίστατο την χιτλερική εισβολή.

Με βάση αυτές τις εξελίξεις και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες στα μέτωπα του πολέμου διαμορφώνεται το σχήμα συμμαχιών και μετώπων που θα ισχύσει σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και μέχρι το τέλος του. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι σταμάτησαν εντελώς οι διεργασίες ή ακόμη και επαφές ανάμεσα στους εμπόλεμους.

Θα επανέλθω σ’ αυτό αφού αναφερθώ στα σημαντικότερα στρατιωτικά γεγονότα καθώς οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση απόψεων, τάσεων και προσανατολισμών.

Το κυριότερο θέατρο του πολέμου και κατά γενική παραδοχή ήταν η σύγκρουση ανάμεσα σε Γερμανία και Σ.Ε. ανάμεσα στην Βερμαχτ και τον Κόκκινο Στρατό.

Γράφει σχετικά ο Ρεημόν Καρτιέ εξηγώντας το γιατί υποτόνισαν πριν την γερμανική επίθεση τα άλλα μέτωπα του πολέμου.

«Και όμως ο λόγος είναι επιβλητικός.

Όπως η παντομίμα τελειώνει πριν από την κύρια παράσταση του τσίρκου έτσι και το μεσογειακό θέατρο έχει κλείσει. Από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα τρία εκατομμύρια άνδρες, εξακόσιες χιλιάδες οχήματα, δεκαεννιά χιλιάδες σιδηροδρομικοί συρμοί, εξακόσιες χιλιάδες άλογα μπαίνουν σε κίνηση.

Η συνάντηση με το πεπρωμένο προς το οποίο κατευθύνονται είναι μια από τις πιο βαρυσήμαντες της παγκόσμιας ιστορίας. Η εφαρμογή του σχεδίου Μπαρμπαρόσα έχει ξεκινήσει».

Στο ίδιο μοτίβο μιλούν και πολλοί άλλοι ακόμα και Δυτικοί ιστορικοί που θεωρούν ότι από στρατιωτική άποψη ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν στην πραγματικότητα ένας πόλεμος ανάμεσα σε Γερμανία και Σ.Ε.

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο, που δεν είχε όμως τις ίδιες διαστάσεις του πρώτου ήταν ο πόλεμος του Ειρηνικού, η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιαπωνίας.

Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι οι ΗΠΑ υπερείχαν σε μεγάλο βαθμό απέναντι σε μια Ιαπωνία, η στρατιωτική ισχύς της οποίας δεν μπορούσε να συγκριθεί με την αντίστοιχη Γερμανική. Έτσι μετά την ιαπωνική επιδρομή στο Περλ Χάρμπορ τον Δεκέμβρη του 1941, οι ΗΠΑ στην ναυμαχία της Μιντγουέη τον Ιούνη του 1942 και λίγο αργότερα στην αναμέτρηση του Γκουανταλκανάλ, διασφαλίζουν μαζί με την δεδομένη συντριπτική υπεροχή τους στο βιομηχανικό πεδίο, και την στρατιωτική-ναυτική υπεροχή που προδιέγραφε την έκβαση αυτής της αναμέτρησης.

Αλλά ας επανέλθω στο κύριο θέατρο του πολέμου και στις πολιτικές του συναρτήσεις. Οι κύριες μάχες που σημάδεψαν την εξέλιξή του ήταν η μάχη της Μόσχας. Η μάχη του Στάλινγκραντ. Η μάχη του Κουρσκ. Από την άλλη πλευρά, η απόβαση των Αγγλοαμερικάνων στην Νορμανδία που κατά την άποψή μου η πολιτική της σημασία υπερτερεί της στρατιωτικής.



Η μάχη της Μόσχας, Δεκέμβρης 1941, ήταν η πρώτη μεγάλη μάχη στην οποία ο γερμανικός στρατός όχι μόνο δεν μπόρεσε να προχωρήσει, αλλά αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί, να συμπτυχθεί, να υποχωρήσει.

Πέρα απ’ αυτό, την μεγάλη της σημασία την υπογραμμίζουν τα εξής. Από τη μεριά του ο Χίτλερ όταν αποφάσιζε την επίθεση, λογάριαζε «να τελειώνει με τη Ρωσία» σύντομα και πριν έρθει ο Χειμώνας.

Από τη μεριά τους οι δυτικοί εκτιμούσαν ότι ο Κόκκινος Στρατός θα άντεχε το πολύ λίγες εβδομάδες απέναντι σε μια Βέρμαχτ που ήδη είχε συντρίψει τον γαλλικό στρατό.

Η έκβαση της μάχης τη Μόσχας τα άλλαξε όλα. Η Σ.Ε. πρόβαλε σαν μια δύναμη που όχι μόνο δεν επρόκειτο να καταρρεύσει εύκολα όπως υπολόγιζαν, αλλά που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη και έκβαση του πολέμου.

Όσο για τους Δυτικούς ήταν μετά τη μάχη της Μόσχας που άρχισαν να αντιμετωπίζουν σοβαρά και ουσιαστικά το προχώρημα της συμμαχίας με τη Σ.Ε.

Επιδράσεις υπήρξαν και στην γερμανική πλευρά. Η γερμανική αντιπολίτευση εκμηδενισμένη ως τότε από τις διώξεις αλλά και τις επιτυχίες του Χίτλερ άρχισε και πάλι να κινείται αλλά και να επανασυνδέει τα νήματα των επαφών της με τους Δυτικούς.

Η δεύτερη μεγάλη μάχη και την επέτειο της οποίας τιμούμε σήμερα είναι η μάχη του Στάλινγκραντ τον χειμώνα του 1942-43. Περισσότερα γι’ αυτήν θα σας πει ο επόμενος ομιλητής. Από τη μεριά μου θα περιοριστώ στο να σημειώσω ορισμένα πράγματα.

Το ότι η μάχη του Στάλινγκραντ αναδείχτηκε σαν η κορυφαία αυτού του πολέμου και σε αιώνιο σύμβολο δεν ήταν καθόλου τυχαίο.

Αναδείχτηκε σαν τέτοια για την αποφασιστικότητα, τον ηρωισμό, το πνεύμα αυτοθυσίας που επέδειξαν οι σοβιετικοί μαχητές. Σε σχέση μ’ αυτό πολλοί καλοθελητές και τάχα μου ιστορικοί της Δύσης θέλοντας να μειώσουν και να σπιλώσουν αυτή την εποποιία υποστηρίζουν ότι οι σοβιετικοί στρατιώτες πολέμησαν έτσι επειδή ο Στάλιν τους εξανάγκαζε με την απειλή εκτελεστικών αποσπασμάτων. Όσοι έχουν στοιχειώδη αντίληψη του πώς έχουν τα πράγματα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει είδος απειλής που να αναγκάζει κάποιον να πολεμήσει με αυτοθυσία. Αλλά πέρα απ’ αυτό εδώ ας δώσουμε τον λόγο στον αντικομουνιστή, αντισοβιετικό και φανατικά αντι-Σταλινικό Ρεημόν Καρτιέ, ο οποίος γράφει: «Το 52ο γερμανικό σώμα στρατού βρήκε μια ημερήσια διαταγή του Στάλιν που με τόνο πατρικό, χωρίς επικρίσεις, χωρίς απειλές λέει στον λαό του πως από δω κι εμπρός δεν μπορεί πια να χάσει έδαφος και βιομηχανικούς πόρους. Ό,τι έμεινε πρέπει να υπερασπιστεί λυσσαλέα».

Με αυτούς τους όρους σ’ αυτή τη μάχη συντρίφτηκε ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού στρατού. Αιχμαλωτίστηκε μια ολάκερη γερμανική στρατιά μαζί με το επιτελείο της. Η απήχηση ήταν τεράστια σ’ όλο τον κόσμο. Οι λαοί αναθάρρησαν. Το κίνημα Αντίστασης πήρε ακόμη μεγαλύτερη έκταση και ορμή σ’ όλες τις κατεχόμενες χώρες ενώ στη Γερμανία άρχισαν να βλέπουν το φάσμα της ήττας.

Η τρίτη μεγάλη μάχη ήταν αυτή του Κουρσκ τον Ιούλη του 1943. Επρόκειτο για την μεγαλύτερη μάχη αρμάτων στην ιστορία των πολέμων και η τελευταία απόπειρα του Χίτλερ να ανακτήσει την πρωτοβουλία κινήσεων στο ανατολικό μέτωπο. Η έκβασή της σηματοδότησε το ότι απ’ εκεί και πέρα ο Κόκκινος Στρατός επιτίθεται συνεχώς και καταδιώκει τις γερμανικές στρατιές μέχρι το Βερολίνο όπου οι Γιεγκόροφ και Κανταρίγια θα ύψωναν στο Ράιχσταγκ την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο.

Η τροπή που έπαιρναν πλέον οι εξελίξεις στο πεδίο των μαχών μετά το Στάλινγκραντ και το Κουρσκ είχαν καθοριστική επίδραση και στις εκτιμήσεις και τις τάσεις που διαμορφώνονταν στα διάφορα επιτελεία όλων των εμπόλεμων. Ακόμη και ο Γκαίμπελς όπως αναφέρει ο Ρεημόν Καρτιέ «εγκαταλείπει για μια στιγμή την μάσκα της φανατισμένης αισιοδοξίας και εκμυστηρεύεται στον Γκουντέριαν ότι θα πρέπει να βλέπουν από τώρα τους Ρώσους να φτάνουν στο Βερολίνο, να ονειρεύονται «να δηλητηριάσουν τις γυναίκες και τα παιδιά μας».

Αλλά πέρα από αυτό το πιο σοβαρό ήταν το πολιτικό ζήτημα που τέθηκε στην ημερήσια διάταξη. Το ζήτημα της αναστροφής των συμμαχιών. Το σκεπτικό βασιζόταν στο ότι η Σ.Ε. πρόβαλλε πλέον σαν δύναμη που θα έπαιζε τον πιο αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του πολέμου και συνεπώς και της μορφής του μεταπολεμικού κόσμου.

Με βάση το ίδιο σκεπτικό θεωρούσαν -και καθόλου αβάσιμα- ότι ανάλογες ανησυχίες δημιουργούνταν και στους Δυτικούς. Σ’ αυτή την λογική οργανώθηκε από τον Γκαίμπελς η προβοκάτσια του Κατίν. Η δήθεν εκτέλεση από τους σοβιετικούς χιλιάδων πολωνών αξιωματικών. Στόχος ήταν η τρομοκράτηση της Δύσης για την τύχη που τους περιμένει αν νικήσουν οι «κόκκινοι».

Μόνο που μια τέτοια αναστροφή δεν ήταν δυνατή στη φάση εκείνη και για πολλούς λόγους.

Πρώτον επειδή οι Δυτικοί ηγέτες και με βάση το πώς είχαν διαμορφωθεί τα μέχρι τότε δεδομένα, δεν θα μπορούσαν να πλασάρουν στους λαούς τους μια συμφωνία με τον Χίτλερ.

Δεύτερον επειδή η Γερμανία διατηρούσε ακόμη ένα μεγάλο μέρος της ισχύος στη βάση της οποίας την είχαν ανακηρύξει σαν κύριο εχθρό καθώς αυτοί ήθελαν μια Γερμανία αποδυναμωμένη και όχι ανταγωνιστική.

Τρίτο επειδή ακόμη κι αν το επιχειρούσαν δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν νικηφόρα μια Σ.Ε. που εμφανιζόταν όλο και πιο ισχυρή και η οποία θα υποστηριζόταν από ένα όλο και πιο ευρύ και ισχυρό μέτωπο αντίστασης μέσα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Σοβαρές εξελίξεις σημειώνονται στη γερμανική πλευρά και πέρα από τον κύκλο της χιτλερικής ηγεσίας.

Πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες μετά την πανωλεθρία στο Στάλινγκραντ και την ήττα στο Κουρσκ ενεργοποιούνται στην κατεύθυνση αναζήτησης τρόπων χωριστής ειρήνης με τους Δυτικούς. Πυκνώνουν οι επαφές τους με τη Δύση καθώς αποτελεί κοινό μυστικό ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσά τους δεν κόπηκαν ποτέ σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Αλλά και στην συμμαχική πλευρά οι νίκες των σοβιετικών οδηγούν στην επίσπευση των προετοιμασιών για το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Ας έρθω σ’ αυτό.

Τον Ιούνη του 1944 γίνεται η απόβαση των Αγγλοαμερικάνων στη Νορμανδία και ανοίγει το δεύτερο μέτωπο. Αυτό το δεύτερο μέτωπο που είχαν υποσχεθεί οι Δυτικοί από το 1942 και που τόσο ανάγκη το είχε τότε η Σ.Ε. το πήγαιναν συνεχώς από αναβολή σε αναβολή. Εδέησαν τελικά να το ανοίξουν σε μια φάση που από στρατιωτική άποψη δεν είχε να προσφέρει και τόσα πολλά. Πραγματοποιείται σε μια φάση που ο Κόκκινος Στρατός έδειχνε ικανός να φτάσει στο Βερολίνο και χωρίς την βοήθεια των Δυτικών. Είχε όμως, όπως ανάφερα, μια ιδιαίτερη πολιτική σημασία και γι’ αυτό επέμενε να το απαιτεί ο Στάλιν.

Πέρα από την ανακούφιση που θα πρόσφερε στον Κόκκινο Στρατό, η άμεση σύγκρουση των Δυτικών με την Γερμανία απομάκρυνε το ενδεχόμενο μιας χωριστής ειρήνης ή και αναστροφής των συμμαχιών.

Διαφορετικά ωστόσο αντιμετώπισε αυτή την εξέλιξη η γερμανική πλευρά. Είναι αναμφισβήτητο κατ’ αρχάς ότι η χιτλερική ηγεσία προσέβλεπε σαν μοναδικό δρόμο σωτηρίας την αναστροφή των συμμαχιών.

Είναι επίσης γεγονός ότι στην Δύση είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος τάσεις και απόψεις που βλέπανε την Σ.Ε. σαν τον κύριο πλέον αντίπαλο.

Άλλο τόσο ωστόσο είναι γεγονός ότι οι Δυτικές ηγεσίες και για λόγους που ήδη προανέφερα δεν ήταν διατεθειμένες να προχωρήσουν σε μια τέτοια αναστροφή σ’ εκείνο το σημείο του πολέμου. Έτσι το μόνο που θα μπορούσε να ελπίζει ο Χίτλερ ήταν στην πιθανότητα η «συνάντηση» των δύο στρατών που προχωρούσαν από αντίθετες κατευθύνσεις να πυροδοτούσε την σύγκρουσή τους. Μια τέτοια προσδοκία ήταν όπως άλλωστε έδειξαν οι εξελίξεις αβάσιμη αλλά όχι εντελώς στον αέρα.

Προς το τέλος του πολέμου ο Αμερικανός στρατηγός Πάτον ζητάει την άδεια να προχωρήσει προς την Πράγα προς την οποία ήδη κινούνταν ο Κόκκινος Στρατός. Παρ’ ότι αυτή δεν του δίνεται, αυτός προχωράει με τα τεθωρακισμένα του για να τον σταματήσει την τελευταία ώρα ο Μπράντλεϊ.

Σ’ αυτή την προσδοκία βρίσκεται ίσως η εξήγηση για κάποιες ανεξήγητες ολιγωρίες και λάθη της γερμανικής πλευράς που διευκόλυναν την απόβαση των Δυτικών. Για το ότι παρά την απόβαση το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών στρατευμάτων και θωρακισμένων μεραρχιών συνέχισε να μάχεται στο ανατολικό μέτωπο. Για το σταμάτημα της γερμανικής αντεπίθεσης στις Αρδένες. Για το ότι «ξεχάστηκε» αφύλαχτη και άθιχτη η γέφυρα του Ρεμάγκεν που επέτρεψε στους Αμερικάνους να περάσουν ανενόχλητοι το μεγάλο εμπόδιο του Ρήνου.

Σε ανάλογη κατεύθυνση αλλά από διαφορετικούς δρόμους επεχείρησαν να κινηθούν εκείνοι οι Γερμανοί παράγοντες που επεδίωκαν μια χωριστή ειρήνη με τη Δύση.

Γι’ αυτούς αν μια τέτοια συμφωνία δεν μπορούσε να γίνει με τον Χίτλερ στην εξουσία θα μπορούσε ίσως να επιτευχθεί με την ανατροπή του. Με αυτό το σκεπτικό οργανώθηκε το πραξικόπημα που αιχμή του ήταν η δολοφονία του Χίτλερ.

Στις 20 Ιουλίου 1944 ο συνταγματάρχης Στάουφενμπεργκ τοποθετεί βόμβα σε αίθουσα που συνεδρίαζε ο Χίτλερ με επιτελείς του. Με την αναγγελία της απόπειρας οι συνωμότες στρατηγοί καταλαμβάνουν το υπουργείο Στρατιωτικών στο Βερολίνο, την έδρα του Επιτελείου και άλλα δημόσια κτήρια. Διατάσσεται η σύλληψη του Γκαίμπελς και επιτελών του καθεστώτος. Στο Παρίσι συλλαμβάνονται τα στελέχη των Ες Ες, της Γκεστάπο, των Ες Ντε. Το γεγονός ωστόσο ότι ο Χίτλερ επέζησε της απόπειρας σφράγισε την αποτυχία του πραξικοπήματος. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια τροπή θα έπαιρναν οι εξελίξεις αν πετύχαινε η απόπειρα του Στάουφενμπεργκ. Το γεγονός είναι ότι με την αποτυχία της τα πράγματα συνέχισαν στον δρόμο που είχαν πάρει.

Ο πόλεμος τελικά ολοκληρώθηκε με την συντριβή της Γερμανίας, την παράδοση λίγο αργότερα της Ιαπωνίας, ενώ η Ιταλία είχε ήδη καταρρεύσει δύο χρόνια νωρίτερα.

Ανάφερα προηγούμενα ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Ισχύει και το αντίστροφο. Ο πόλεμος που έγινε με βάση τους όρους, τις συμμαχίες και τα μέτωπα που είχαν ανοιχτεί, εμπεριείχε μέσα του και σ’ όλη τη διαδρομή του και τα στοιχεία των μετέπειτα πολιτικών εξελίξεων.

Σ’ αυτή τη βάση οι συμφωνίες της Γιάλτας, Φλεβάρης 1945, έγιναν στη βάση των όρων και των συσχετισμών αυτού του πολέμου και ενόσω αυτός συνεχιζόταν. Η διάσκεψη του Πότσνταμ τον Ιούλη του 1945, έγινε μετά την παράδοση της Γερμανίας αλλά και μετά από μια άλλη κρίσιμη εξέλιξη.

Οι Αμερικάνοι είχαν ήδη πραγματοποιήσει στις 16 Ιουλίου του 1945 την πετυχημένη δοκιμή της ατομικής βόμβας στο Αλαμογκόρνο. Με αυτό το ατού στο χέρι ο Τρούμαν που είχε διαδεχτεί τον αποθανόντα Ρούσβελτ στην προεδρεία των ΗΠΑ, εμφανίστηκε αλαζονικός και με την πρόθεση να υποβάλλει όρους. Μόνο που ο Στάλιν δεν ήταν διατεθειμένος ούτε για υποχωρήσεις ούτε για παραχωρήσεις.

Έτσι το γράμμα των αποφάσεων παρέμενε κατά βάσιν στο πνεύμα της συμμαχίας.

Από άποψη ωστόσο πραγματικών σχέσεων και κατευθύνσεων τα πράγματα είχαν αλλάξει δραματικά.

Όσο για την Ιαπωνία, ημιθανής πλέον, αναζητούσε εναγώνια δρόμους και τρόπους συνθηκολόγησης. Ως προς αυτό οι ατομικές βόμβες που πέσανε σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι ήταν στην πραγματικότητα αχρείαστες. Μόνο που αυτή η επίδειξη ισχύος και κτηνωδίας που έπληξε την Ιαπωνία στόχευε αλλού.

Στόχευε στην τρομοκράτηση αυτών που οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν πλέον σαν κύριο εχθρό.

Την Σ.Ε. και τους λαούς που αφυπνίζονταν και διεκδικούσαν τα δίκια τους.

Και ενάντια σ’ αυτόν λοιπόν τον κύριο εχθρό συνασπίζονταν πλέον το σύνολο των ιμπεριαλιστικών και αντιδραστικών δυνάμεων.

Και η αναστροφή των συμμαχιών που ονειρευόταν ο Χίτλερ πραγματοποιήθηκε.

Μόνο που έγινε χωρίς αυτόν και με την Γερμανία συντετριμμένη και υποταγμένη στις ΗΠΑ.

Με την Αγγλία και τη Γαλλία στο στρατόπεδο των νικητών αλλά εξουθενωμένες.

Και με τις ΗΠΑ να αναδείχνονται σε κυρίαρχη δύναμη στη Δύση και σε σημαιοφόρο της παγκόσμιας αντίδρασης και μεγαλύτερο εχθρό των λαών.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου