Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Για τον Τρότσκι και την Οκτωβριανή επανάσταση (Μέρος Β)

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία αρ. φυλ 221, στις 7/3/1992

Στα τέλη του ’27 έμελλε να λήξει η πορεία που διέγραψε ο Τρότσκι στα πλαίσια του μπολσεβίκικου κόμματος. 
Στα τέλη του ’27 έμελλε να κλείσει η δράση και η κίνηση της Αντιπολίτευσης με τον τρόπο τουλάχιστον που έδρασε και κινήθηκε το προηγούμενο διάστημα. Καταρχήν διασπάται και τα περισσότερα μέλη της εγκαταλείπουν τον Τρότσκι, με πρώτους και καλύτερους τους Κάμενεφ-Ζηνόβιεφ που δηλώνουν αποδοχή των κατευθύνσεων του κόμματος. 
Η χήρα του Λένιν (Κρούπσκαγια), παρά την αντίθεσή της με τον Στάλιν, αλλάζει στάση και εγκαταλείπει τον Τρότσκι. Τα μετέπειτα γεγονότα στη δεκαετία του ’30 δείχνουν ότι η στάση της πρώτης Αντιπολίτευσης δεν είναι και τόσο ειλικρινής. Στην ουσία σύρεται κάτω από το βάρος της ήττας της. Δεν ανοίγει κανένα πολιτικό ζήτημα φανερά, αλλά στην πράξη δεν αποδέχεται ουσιαστικά την ήττα της.


Την περίοδο εκείνη ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο αντιπαραθέσεων στο μπολσεβίκικο κόμμα, ανάμεσα στον Στάλιν και τον Μπουχάριν, και που αφορά τον χαρακτήρα και την ένταση της επίθεσης ενάντια στην παλιά αστική τάξη.

Τα υπολείμματα της Αντιπολίτευσης εκείνη την περίοδο κινούνται στο παρασκήνιο, στους διαδρόμους, μ’ ένα χαρακτήρα ημιπαράνομο. Με κινήσεις έξω από αρχές και στα πλαίσια του κρατικού μηχανισμού. Μ’ έναν οπορτουνιστικό τρόπο, χαρακτηριστικό του πολιτικού της αδιεξόδου και της αδυναμίας της να ξαναθέσει πολιτικό ζήτημα συζητάει ακόμα και το ενδεχόμενο συνεννόησης με τον Μπουχάριν με τον οποίο, σημειωτέον, υποτίθεται ότι είχαν διαφωνίες αρχής (οι ίδιοι τουλάχιστον έτσι δήλωναν στην πλατφόρμα τους το 1927). Το αν την πρωτοβουλία είχαν Κάμενεφ-Ζηνόβιεφ ή ο Μπουχάριν δεν έχει, νομίζω, ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει ότι ούτε ο Ντόιτσερ αρνείται αυτή την προσπάθεια «συνεννόησης» των μέχρι πρότινος άσπονδων εχθρών.

Αν αναφέρω αυτές τις απόπειρες σύμπτυξης μετώπων στο παρασκήνιο και χωρίς ομολογημένες συμφωνίες πάνω σε αρχές, είναι για να δείξω ότι ο Τρότσκι και τα υπόλοιπα στελέχη της Αντιπολίτευσης δεν μπορούν να γίνουν σημαίες ενάντια στη γραφειοκρατία και στην τακτική των μηχανισμών. Σημασία έχει ότι η συνεννόηση δεν περπατάει γιατί γίνεται αντιληπτή από τον Στάλιν, ξεσκεπάζεται και αποκαλύπτεται στα πλαίσια ολόκληρου του κόμματος (βλ. ομιλία Στάλιν στην Ολομέλεια της ΚΕ τον Απρίλη του 1929 - Δεξιά παρέκκλιση στο ΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ, Ιστορικές Εκδόσεις).

Για να πάρει κανείς μια ιδέα για το κομφούζιο που επικρατούσε τότε στις τάξεις της Αντιπολίτευσης αρκεί να διαβάσει τον πρόλογο στην αγγλική έκδοση της πλατφόρμας της (Δεκέμβριος 1973-Εκδόσεις Αλλαγή). Και έχει μια αξία γιατί προέρχεται από τα πιο «έγκυρα» χείλη των επιγόνων του τροτσκισμού με έδρα τη Μεγάλη Βρετανία.

Η στάση του Τρότσκι μέχρι την απέλασή του το Γενάρη του ’29 είναι πλέρια αντιφατική και εντελώς αδύναμη να συγκρατήσει τον εκφυλισμό της Αντιπολίτευσης. Οι ταλαντεύσεις της Αντιπολίτευσης ανάμεσα στην κριτική υποστήριξη στον Στάλιν και στη σύμπτυξη των μετώπων με τον Μπουχάριν αντανακλάται και στον ίδιο. Οι προβλέψεις και οι εκτιμήσεις τού ότι ο Στάλιν οδηγεί τη Ρωσία στην καταστροφή δεν επαληθεύονται. Αυτά που καταλογίζει στον Στάλιν, ότι δήθεν υποκύπτει στον καπιταλισμό και στους κουλάκους δεν επαληθεύονται. Αντίθετα, τέτοια σημάδια δείχνει ο Μπουχάριν. Ο τελευταίος προσανατολίζεται σε τράβηγμα της ΝΕΠ σε μάκρος και σε πολύ αργό προχώρημα του σοσιαλισμού.

Ο Τρότσκι χάνει τη μάχη στο εσωτερικό μέτωπο οριστικά. Ο Στάλιν σιγά-σιγά δείχνει έτοιμος να ηγηθεί της μάχης ενάντια στην παλιά αστική τάξη. Ο Τρότσκι αντί να τον υποστηρίξει και να σταθεί στις ίδιες γραμμές, ξαναεπιλέγει τη φυγή προς τα «έξω». Το 1928 μπροστά στο 6ο Συνέδριο της Διεθνούς και με αφορμή την κριτική του σε υπαρκτά και ανύπαρκτα λάθη της Διεθνούς -για τα οποία την ευθύνη φέρνει το ΚΚ(μπ)- επαναφέρει το ζήτημα του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα. Μεταφέρει κι αυτός, όπως και ο Μπουχάριν, την αντιπαράθεσή του έξω από τα πλαίσια του ΚΚ(μπ), στην ίδια τη Διεθνή.

Ο Στάλιν, μπροστά στον κίνδυνο της διατάραξης της ενότητας του κομμουνιστικού κινήματος και αφού διεξάγει αντιπαράθεση με τον Μπουχάριν αλλά και με τον Τρότσκι, εισηγείται στο Π.Γ. την απέλαση του Τρότσκι.

Ο τρόπος και η ένταση της αντιπαράθεσης, που είναι για μια ακόμα φορά ανοιχτή στο κόμμα και σ’ όλη την κοινωνία, δεν επιβεβαιώνει την άποψη ότι ο Στάλιν έλυνε τα πολιτικά ζητήματα στηριζόμενος στους μηχανισμούς και σε διοικητικές νοοτροπίες. Το μπολσεβίκικο κόμμα, παρά τις εσωτερικές τους αντιθέσεις, μένει ενωμένο και αναλαμβάνει στα τέλη της δεκαετίας του ’20 τη μάχη για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Προωθείται η κολεκτιβοποίηση μ’ έναν γενικά σωστό τρόπο, παρά τις παρεκκλίσεις και τις υπερβολές διοικητικού χαρακτήρα που προκαλούν την επέμβαση του Στάλιν. Ο κουλάκος χτυπιέται, η εκβιομηχάνιση και ο εξηλεκτρισμός προωθούνται με γοργούς ρυθμούς. Η Ρωσία, αρχές δεκαετίας του ’30, γνωρίζει πρωτοφανέρωτους, γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης, τη στιγμή που το καπιταλιστικό σύστημα μπαίνει σε βαθιά κρίση, τη στιγμή που η Ρωσία συνεχίζει να ‘ναι περικυκλωμένη και απομονωμένη.

ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1930

Αρχές δεκαετίας του ’30. Σύννεφα πολέμου μαζεύονται πάνω απ’ την Ευρώπη. Ο Στάλιν, με δεδομένο πια το κύρος του και μπροστά στον κίνδυνο του πολέμου, κάνει άνοιγμα στην Αντιπολίτευση με σκοπό την ευρύτερη δυνατή διεύρυνση του εσωτερικού μετώπου. Προηγούνται οι «αυτοκριτικές» της στο 17ο Συνέδριο του Κόμματος. Ετοιμάζεται το νέο σύνταγμα. Δολοφονείται ο Κίροφ στα 1934. Η δολοφονία αυτή, παρά τα όσα λέγονται, δεν ανακόπτει το δημοκρατικό άνοιγμα. Τέλος το άνοιγμα αυτό παίρνει τέλος το ’35, όταν ανοίγει η περίοδος των δικών και των εκκαθαρίσεων, που κρατάει σχεδόν δύο χρόνια. Ο Τρότσκι βρίσκεται όλη αυτή τη δεκαετία μακριά απ’ τη ΣΕ και καταλήγει μετά από περιπλάνηση στο Μεξικό, όπου και δολοφονείται το 1940.

Αν δούμε πιο ουσιαστικά την περίοδο αυτής της δεκαετίας, εκείνο που την χαρακτηρίζει είναι η προσπάθεια ολόκληρης της κοινωνίας, με επικεφαλής την εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά, να προχωρήσει με πολύ γρήγορους ρυθμούς στην ανάπτυξη και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Η κατεύθυνση του Στάλιν και των μπολσεβίκων χαρακτηρίζεται από τη γνωστή σταλινική ρήση: «Πρέπει μέσα σε μια δεκαετία να καλύψουμε ένα διάστημα 50 χρόνων διαφορετικά θα μας τσακίσουν…».

Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, τα παλιά καπιταλιστικά στοιχεία (κουλάκοι, ΝΕΠμαν κ.λπ.) δέχονται πολύ σοβαρά πλήγματα και τίθενται οριστικά στο περιθώριο.

Η παλιά αστική τάξη υφίσταται τη μια ήττα μετά την άλλη, και την ίδια στιγμή αντιστέκεται λυσσασμένα χρησιμοποιώντας ακόμα και σαμποτάζ.

Εμφανίζεται επίσης αρκετά έντονα εκείνη την περίοδο το φαινόμενο της ατομικής τρομοκρατίας. Στην περίοδο αυτή που εξετάζουμε, όσο τουλάχιστον με αφορά, η πολιτική γραμμή που ακολουθεί ο Στάλιν και οι βασικές του πολιτικές επιλογές είναι σωστές με την έννοια ότι απαντούν στα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΣΕ. Βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση με την έννοια ότι προετοιμάζουν τη Ρωσία για τον ερχόμενο πόλεμο.

Το πρόβλημα συνεπώς για μένα δεν είναι αυτό. Τα προβλήματα που γεννιούνται και αξίζει να αξιολογηθούν και να ερμηνευθούν είναι άλλα. Και τις συνέπειές τους τις βλέπουμε τόσο μετά τον πόλεμο, αλλά και πιο καθαρά στις επόμενες δεκαετίες. Αρχίζει να γενικεύεται μια θεωρητικοποίηση και ιδεολογικοποίηση των επιλογών εκείνη την περίοδο, με άμεση ευθύνη του Στάλιν. Οι σοβαρές επιτυχίες στην πάλη ενάντια στην παλιά αστική τάξη οδηγούν στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι η ταξική πάλη έληξε στη ΣΕ. Άποψη που καταγράφεται στο σύνταγμα που ψηφίζεται. Οι αυταπάτες περί οριστικής νίκης του σοσιαλισμού θεωρητικοποιούνται έντονα εκείνη την περίοδο.

Οι επιτυχίες στο εσωτερικό οδηγούν στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος παλινόρθωσης του καπιταλισμού προέρχεται μόνο από τα έξω, απ’ την καπιταλιστική περικύκλωση.

Η ανάγκη για γρήγορο χτύπημα των κουλάκων, για περιφρούρηση απ’ τα σαμποτάζ, για τη βελτίωση της άμυνας και την αποτελεσματικότητα του στρατού, έχουν ως αποτέλεσμα το πέρασμα του κόμματος σε δεύτερο πλάνο. Την ίδια περίοδο όλο και πιο έντονα αναλαμβάνουν να δώσουν τη μάχη οι μηχανισμοί. Προέχει, βλέπετε, να γίνει η προετοιμασία ενόψει του πολέμου και όλα υποτάσσονται σ’ αυτή την ανάγκη.

Κρίσιμο ζήτημα γι’ αυτή την περίοδο είναι το ζήτημα των διώξεων και των εκκαθαρίσεων, ζήτημα που αφορά και την πλευρά του Στάλιν αλλά και την Αντιπολίτευση.

Όσον αφορά τη δεύτερη, συνεχίζει ακόμα πιο καθαρά να βρίσκεται σε πλέρια αδυναμία να δώσει πολιτική μάχη μέσα στις μάζες και στο κόμμα, ενώ δεν συμφωνεί καθόλου με τις επιταγές του Στάλιν, παρά τη γνωστή αυτοκριτική της.

Και δεν θα μπορούσε να συμφωνεί ούτε η πλευρά Τρότσκι-Κάμενεφ-Ζηνόβιεφ (ο Τρότσκι βέβαια, δεν είναι πια στη Ρωσία). Η απουσία του Τρότσκι δεν μπορεί να ερμηνεύσει αυτή τη στάση της Αντιπολίτευσης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αισθάνεται καθόλου δικαιωμένη σ’ εκείνη τη φάση. Μπορεί να ‘ναι ανήσυχη αλλά όχι δικαιωμένη. Γιατί αν ήταν δικαιωμένη τότε θα διάλεγε να δώσει μια σοβαρή πολιτική μάχη-ανοιχτή.

Αφού δεν δίνει την πολιτική μάχη, και εφόσον δεν συμφωνεί με τον Στάλιν, επιλέγει μια τακτική κίνηση στο παρασκήνιο και μόνο στα πλαίσια των μηχανισμών, όπου διατηρεί ακόμη ερείσματα. Αφήνει για ένα διάστημα στο απυρόβλητο τον Στάλιν και στρέφει όλα τα πυρά της προς τη νέα γενιά στελεχών. Αν και δεν προκύπτει από πουθενά, η άμεση σχέση της με τη δολοφονία του Κίροφ, η όλη της στάση έχει δημιουργήσει ένα κλίμα δυσφορίας απέναντι στην ηγεσία του κόμματος, που εκφράζεται και με την ατομική τρομοκρατία. Κλίμα που «δικαιολογεί» ενέργειες σαν κι αυτή ενάντια στον Κίροφ. Απορρίπτω βέβαια χωρίς συζήτηση την εκδοχή ότι την ευθύνη της δολοφονίας του Κίροφ την έχει ο Στάλιν. Είναι αστεία και ούτε ο Ντόιτσερ τη δέχεται.

Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να μου θέσει το ερώτημα αν αποδέχομαι την εκδοχή της συνομωσίας της Αντιπολίτευσης μαζί με τμήματα του στρατού (Τσουχατσέφσκι) ενάντια στον Στάλιν. Εγώ ντετέκτιβ δεν είμαι!!! Πολιτικά κρίνοντας βλέπω ότι ούτε ο Ντόιτσερ αρνείται την ύπαρξη συνομωσίας των στρατηγών. Μόνο που αυθαίρετα τη στερεί από οποιεσδήποτε πολιτικές προεκτάσεις και ξένους παράγοντες. Εκδοχή την οποία δεν μπορώ να δεχτώ εφόσον απλώς γράφεται και δεν στοιχειοθετείται. Βλέπω ότι η Αντιπολίτευση διαφωνεί με τον Στάλιν σ’ όλες τις βασικές επιλογές του και δεν δίνει καμιά πολιτική μάχη. Τα σαμποτάζ δίνουν και παίρνουν, τα φαινόμενα ατομικής τρομοκρατίας πληθαίνουν. Κρατάω και ως δεδομένο ότι η τρομοκρατική κυρίως Αντιπολίτευση έχει από παλιότερα δώσει στοιχεία κινήσεων που χαρακτηρίζονται από ίντριγκα και συνομωσία. Υπάρχει άλλωστε και η γνωστή αναφορά του Λένιν στη διαθήκη του, που μιλάει για διοικητισμό του Τρότσκι μαζί μ’ όλες τις παλιές του θέσεις για στρατιωτικοποίηση των συνδικάτων. Έχω τέλος τις ομολογίες κατά συρροή όλων εκείνων των στελεχών πρώτης γραμμής, για συμμετοχή στη συνομωσία, τις οποίες δεν μπορώ να ερμηνεύσω με μόνο το γεγονός που επικαλούνται διάφοροί, ότι δηλαδή βασανίστηκαν και ομολόγησαν. Βλέποντας λοιπόν όλα αυτά, μπορώ να πω σχεδόν με βεβαιότητα ότι υπήρχε συνομωσία που, χωρίς πολιτικές αναφορές, δεν θα είχε κανένα μέλλον.

Είμαι επίσης βέβαιος ότι μια τέτοια συνομωσία θα ‘χε στόχο τον ίδιο τον Στάλιν. Το ποια πολιτικά πρόσωπα συμμετείχαν άμεσα, το ποια την ανέχονται και ποια δεν έχουν καμιά σχέση, δεν ξέρω αν θα μπορέσει ποτέ να απαντηθεί και να διευκρινιστεί.

Δύο είναι λοιπόν τα προβλήματα που αναδεικνύονται: η απάντηση του Στάλιν και η στάση της Αντιπολίτευσης μπροστά στην αντεπίθεση της μπολσεβίκικης ηγεσίας.

Ο Στάλιν, για να μην μακρηγορώ, επιλέγει να απαντήσει σε μια συνωμοτική κίνηση με τους μηχανισμούς. Σ’ αντίθεση μ’ όσα λέγονται, είναι η ΠΡΩΤΗ αλλά και ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ φορά που ο Στάλιν επιλέγει συνειδητά μια τέτοια αντιμετώπιση. Απορρίπτω βέβαια τις εκδοχές που έχουν ακουστεί, ότι ο Στάλιν παρανόησε και αποφάσισε να συντρίψει τους αντιπάλους του που, σύμφωνα μ’ αυτή την εκδοχή, είχαν «λουφάξει». Δεν μπορώ να δεχθώ επίσης ότι παρασύρθηκε από τους συνεργάτες του. Φαίνεται ότι απαντάει συνειδητά σε μια σοβαρή πρόκληση και σε περιόδους πολύ δύσκολες, παρά τις εσωτερικές επιτυχίες.

Συνειδητά ο Στάλιν αφήνει έξω απ’ την αντιπαράθεση το κόμμα, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, τις μάζες στο περιθώριο. Η απόφασή του αυτή πιστεύω ότι είναι καθοριστική για τις υπόλοιπες εξελίξεις. Μπορεί βέβαια να πέτυχε τους άμεσους στόχους. Δεν έσπασε το εσωτερικό μέτωπο, συνέχισε την προετοιμασία ενάντια στον πόλεμο, κ.λπ. Το τίμημα όμως που πληρώθηκε, όπως φάνηκε σε μια πορεία, ήταν αρκετά βαρύ και καθόλου δεν μπορεί να ησυχάσει κανείς με το γεγονός ότι ο ίδιος ο Στάλιν φαίνεται σε μια πορεία αυτοπαγιδευμένος. Ο Στάλιν δε φαίνεται εκείνη την περίοδο καθόλου έτοιμος να αντιληφθεί τις συνέπειες των επιλογών του. Δε φαίνεται να σταθμίζει τη σημασία τού ν’ αναλαμβάνουν την ευθύνη προώθησης πολιτικών αποφάσεων οι μηχανισμοί, ερήμην των μαζών - μακριά απ’ αυτές.

Η στάση της Αντιπολίτευσης τότε, αν μη τι άλλο, επιβεβαιώνει μ’ έναν τραγικό τρόπο την αδυναμία της, τα κενά της και την έλλειψη γραμμής. Υποτάσσεται στην αντεπίθεση του Στάλιν και φτάνει να ομολογεί σημεία και τέρατα. Ομολογίες τερατώδικες που δε δικαιολογούνται με τίποτα από τόσο επιφανή στελέχη, όσα βασανιστήρια κι αν υπέστησαν. Είχαν βέβαια αποκτήσει μια ευχέρεια στην «αυτοκριτική». Ίσως να ‘χαν την αυταπάτη ότι «ομολογώντας» θα παζαρέψουν έναν συμβιβασμό. Ούτε όμως αυτά τους δικαιολογούν. Αν πράγματι λοιπόν, ο Τρότσκι και η Αντιπολίτευση την περίοδο ’26-’27 βάζει τις βάσεις στο να ολοκληρώσει ένα θεωρητικό έργο πάνω στα φαινόμενα παρακμής και εκφυλισμού, τότε, μ’ οδηγό αυτό το έργο, η Αντιπολίτευση όφειλε όχι μόνο να δώσει ανοιχτή πολιτική μάχη πριν τις δίκες, αλλά να μετατρέψει το σε βάρος της κατηγορητήριο σε κατηγορώ κατά του Στάλιν. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε, βέβαια, και δε θα μπορούσε να γίνει.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΡΟΤΣΚΙ

Θα ‘θελα να τελειώσω με ορισμένες επισημάνσεις για το λεγόμενο θεωρητικό έργο του Τρότσκι πάνω στα φαινόμενα εκφυλισμού και παρακμής των σοσιαλιστικών χωρών, με φόντο τα σημερινά δεδομένα και τη σημερινή τους εξέλιξη.

Το πρώτο που θέλω να καταθέσω ως βασική μου άποψη είναι ότι ΚΑΝΕΙΣ από τα στελέχη της πρώτης γραμμής του μπολσεβίκικου κόμματος, ανεξαρτήτως των μεταξύ τους διαφωνιών, δεν πρόβλεψε το ενδεχόμενο, μέσα από το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, μέσα απ’ την ίδια την οργάνωση του μπολσεβίκικου κόμματος να ξεπηδήσει μια «ιδιότυπη», νέου τύπου αστική τάξη, που θα επιζητούσε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Κανένα απ’ τα στελέχη δεν πρόβλεψε ότι η καθυστερημένη Ρωσία θα φτάσει μέσα από μια μεγάλη πορεία δεκαετιών να γίνει μια υπερδύναμη αυτοκρατορικού τύπου, με μια σοσιαλιμπεριαλιστική πολιτική. Ο Λένιν και όλα τα βασικά στελέχη του μπολσεβίκικου κόμματος -μέσα και ο Τρότσκι- αναγνωρίζουν την πίεση της ταξικής πάλης τόσο πάνω στο κόμμα όσο και στο κράτος της δικτατορίας το προλεταριάτου. Αναγνωρίζουν δηλαδή την αντανάκλαση της ταξικής πάλης στις γραμμές του κόμματος. Τη ταξική πάλη που γίνεται στη Ρωσία την ερμηνεύσουν και την αποδίδουν, κατά τη γνώμη μου σωστά, στην αντίθεση της παλιάς αστικής τάξης ενάντια σους μπολσεβίκους και την καπιταλιστική περικύκλωση.

Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ότι ο Λένιν, στη μεγάλη πορεία απ’ τις αρχές του αιώνα μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά και στα επόμενα πρώτα βήματα της σοσιαλιστικής επανάστασης, προχωράει σε μια τομή σε σχέση με τα τότε κρατούντα στο πλαίσιο της διεθνούς αλλά και της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Η τομή του αυτή αφορά, σε μια πρώτη φάση (απ’ το 1903), την οργάνωση ενός κόμματος πρωτοπόρου, το κόμμα νέου τύπου, και σε μια επόμενη (πριν και μετά την Οκτωβριανή) το σύστημα οργάνωσης του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου, της έκφρασης της θέλησης των μαζών και της οργάνωσης της οικονομίας.

Για την τότε Ρωσία οι τομές αυτές του Λένιν, που δεν είχε γνωρίσει καν τους θεσμούς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, προκαλούν σοβαρούς τρανταγμούς και κλυδωνισμούς στο πλαίσιο των ρώσων σοσιαλδημοκρατών. Τρανταγμούς και αντιπαραθέσεις προκαλούν και στο πλαίσιο της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, που γαλουχημένη στο πλαίσιο μιας προχωρημένης, για την εποχή, αστικής δημοκρατίας, αδυνατεί να κατανοήσει και να δεχτεί τις τομές του Λένιν. Στη στάση της αυτή, βέβαια -όπως φάνηκε μετέπειτα- υπάρχουν κι άλλες ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες. Ο Λένιν κατηγορείται για δικτάτορας (τον χαρακτηρισμό τον απέδωσε ο Τρότσκι). Δεν λείπουν και άλλοι επαναστάτες στην Ευρώπη (π.χ. Λούξεμπουργκ) που σε μια πρώτη φάση αποδίδουν στον Λένιν τάσεις αυταρχικές κ.λπ. Στην επίθεση ενάντια στον Λένιν, και πριν την Οκτωβριανή αλλά και μετά, πρωτοστατεί η αστική τάξη, που πάει παραπέρα τους χαρακτηρισμούς της και την επίθεσή της. Ο Λένιν, υπερασπιζόμενος τις επιλογές του αυτές, ΔΕΝ ΑΡΝΙΟΤΑΝ ότι το πρότυπο οργάνωσης του κόμματος νέου τύπου αλλά και του σοσιαλιστικού συστήματος μπορεί να υποστεί γραφειοκρατικές στρεβλώσεις ή να χρησιμοποιηθεί από λογικές διοικητίστικες. Ταυτόχρονα όμως ήταν κατασταλαγμένος ότι μ’ αυτό το πρότυπο οργάνωσης διασφαλίζονταν ταυτόχρονα πολλαπλές αναγκαιότητες και προς κάθε κατεύθυνση. Στο κάτω κάτω ο ίδιος ο Λένιν διαφοροποίησε στην πορεία αρκετές απ’ τις επιμέρους πλευρές της δομής αυτής, που αναμφίβολα εξελισσόταν και μορφοποιούνταν ανάλογα. Φρόντιζε ταυτόχρονα, ανάλογα με την πορεία της εξέλιξης της επανάστασης πριν και μετά τον Οχτώβρη, να βάλει ασφαλιστικές δικλείδες.

Εν πάσει περιπτώσει. η συμβολή του Λένιν βρίσκεται στο ότι δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε και να καθοδηγηθεί ενιαία και σχεδιασμένα η επανάσταση αλλά και οι μάζες να βγουν στο προσκήνιο και να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Ο Τρότσκι όχι μόνο δεν κατανοεί το χαρακτήρα των κατευθύνσεων του Λένιν, που δεν είναι απλώς οργανωτικές, αλλά τον αντιπολιτεύεται μέχρι και τις παραμονές της Οκτωβριανής. Αυτό, βέβαια, δεν εμπόδισε καθόλου τον Τρότσκι να χρησιμοποιήσει αυτή τη δομή με αρκετά διοικητικό τρόπο, σε επόμενες φάσεις. Ο Λένιν, βέβαια, κατανοούσε ότι η διασφάλιση απ’ τις γραφειοκρατικές και διοικητικές στρεβλώσεις είναι κύρια ζήτημα πολιτικό, είναι ζήτημα που εξαρτάται απ’ τις κάθε φορά πολιτικές επιλογές και πολιτικές αποφάσεις.

Έχοντας αυτές τις διαπιστώσεις κατά νου, μου είναι αδύνατο να παραδεχτώ ότι μπορούμε να φωτιστούμε για την τροπή που πήραν τα πράγματα με οδηγό τις επισημάνσεις και θερμιδοριανές αναζητήσεις του Τρότσκι πάνω στη γραφειοκρατία. Άσε που αυτές τις επισημάνσεις τις βρίσκω πιο καθυστερημένες σε σχέση με την πάλη του Λένιν, αλλά και του Στάλιν, με την έννοια ότι ο Τρότσκι αδυνατούσε να συνδέσει την όποια αντίθεσή του στη γραφειοκρατία με μια πολιτική κίνησης των μαζών.

Αυτό που ο Λένιν αλλά και ο Στάλιν δεν μπόρεσαν να προβλέψουν είναι ότι πολιτικές επιλογές και προσανατολισμοί των μπολσεβίκων για ένα μεγάλο διάστημα, που απαντούσαν σε υπαρκτές ανάγκες, θα δημιουργήσουν στην πορεία τέτοιες παρενέργειες των οποίων η αντιμετώπιση θα τους ξεπερνούσε. Μεταξύ του Λένιν και του Στάλιν, ο δεύτερος εκ των πραγμάτων είχε την τύχη και την ατυχία μαζί να βρεθεί στην ηγεσία της Σ.Ε. για πολλές δεκαετίες, (περίπου τριάντα χρόνια). Έχει μ’ αυτή την έννοια, τη βασική ευθύνη για τις επιλογές που υιοθετήθηκαν στην πορεία αυτή. Και όπως έδειξαν οι εξελίξεις, ιδίως στην περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο, δεν αντιλήφθηκε τη γέννηση και τη σταδιακή ισχυροποίηση των αστικών στοιχείων στα πλαίσια της δικτατορίας του προλεταριάτου και στα πλαίσια του ΚΚΣΕ. Δεν αντιλήφθηκε τη γέννηση αυτοκρατορικών τάσεων στα πλαίσια της σοβιετικής εξουσίας.

Θα μου πείτε βέβαια, «ό,τι έγινε, έγινε». Συμφωνώ ότι η ιστορία δεν ξαναγράφεται. Εκεί που δεν μπορώ να συμφωνήσω είναι ότι η όλη δράση και προσανατολισμός του Τρότσκι έχει αφήσει τέτοιες παρακαταθήκες που μπορούν να αξιοποιηθούν από τους επαναστάτες της εποχή μας. Και αυτό γιατί το λεγόμενο θεωρητικό έργο του Τρότσκι αντιπάλεψε τις επιλογές του Λένιν και του Στάλιν σε μια εντελώς λαθεμένη βάση. Στη βάση του ντετερμινισμού και της υπόκλισης στο αντικειμενικό. Δύο ήταν τα μέτωπα που άνοιξε ο Τρότσκι. Ένα, αυτό της γραφειοκρατίας και δεύτερο, της υποτιθέμενης εθνικής στενότητας που χαρακτήριζε τον Στάλιν. Οι μετέπειτα εξελίξεις δείχνουν ότι τα προβλήματα ξεπηδάνε αλλού. Ακολουθεί η παλινόρθωση του καπιταλισμού όχι με την έννοια που έκρουε κώδωνα κινδύνου ο Τρότσκι, αλλά με φορείς μέσα από τον ίδιο τον κομματικό κρατικό μηχανισμό. Ακολουθεί εκδήλωση αυτοκρατορικής πολιτικής, δήθεν εξαγωγή επαναστάσεων και δεν επιβεβαιώνονται οι προβλέψεις του Τρότσκι περί εθνικής στενότητας. Τα φανερά σημάδια, οι ενδείξεις που δείχνουν ότι τα νέου τύπου αστικά στοιχεία παίρνουν το πάνω χέρι, αρχίζουν να πληθαίνουν όταν η Σ.Ε. έχει λύσει, μ’ όποιο τρόπο έλυσε, το ζήτημα της καπιταλιστικής περικύκλωσης, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μα, θα πουν κάποιο ότι ήταν αδύνατο ο Τρότσκι να τα προβλέψει αφού εξορίστηκε νωρίς. Όχι, δεν είναι αυτό. Μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του συνέχισε να επιμένει, ακόμα και την παραμονή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ότι ο Στάλιν θα παραδώσει την εξουσία ηττημένος. Μπορούμε όμως να δεχτούμε ότι ο Τρότσκι δεν πρόλαβε, άφησε όμως παρακαταθήκες; Πόσο είναι αλήθεια αυτό; Μια ματιά να ρίξει μόνο κανείς στους επιγόνους, είτε παλαιο- είτε νέο-τροτσκιστές, που υποτίθεται ότι έχουν ως μπούσουλα το θεωρητικό έργο του Τρότσκι, δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται τίποτα απ’ τις εξελίξεις στη Σ.Ε. και τις άλλες χώρες της Ανατολ. Ευρώπης. Κι αυτό επί 40 ολόκληρα χρόνια. Θεωρούν τις χώρες αυτές γραφειοκρατικά παραμορφωμένες, το ίδιο και τα υπόλοιπα ρεβιζιονιστικά κόμμα τα εντός και εκτός εξουσίας. Χώρες που μπορούν να βρουν το δρόμο τους αν καταρρεύσει αυτό που ονομάζουν σταλινισμό. Φτάνουν μάλιστα να ανακηρύξουν τον Γκορμπατσόφ ηγέτη της πάλης ενάντια στη γραφειοκρατία και χαιρετίζουν την καπιταλιστική επέλαση στη χώρα αυτή.

Θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες επί σελίδων πάνω στα έργα και τις ημέρες των επιγόνων. Δεν θα το κάνω. Απλώς θα αναφέρω ότι οι προσανατολισμοί τους είναι απόρροια της υιοθέτησης των προσανατολισμών του Τρότσκι και σε καμιά περίπτωση διαστρέβλωσή τους.

Ο μόνος επαναστάτης λοιπόν που είχε τη δυνατότητα αλλά και την ανάγκη να σταθεί και να μελετήσει τις εξελίξεις στη Σ.Ε. μ’ έναν ουσιαστικό τρόπο και απαντώντας στα πραγματικά προβλήματα ήταν ο Μάο τσε Τουνγκ. Ο Μάο προσεγγίζει τις εξελίξεις στην κοινωνία μετάβασης στηριγμένος πάν στη θεωρία του για τις αντιθέσεις στο σοσιαλισμό, για την αντανάκλαση της ταξικής πάλης στο κόμμα κ.λπ. Διατυπώνει την πρόβλεψη-άποψη ότι ο ρεβιζιονισμός στην εξουσία είναι η αστική τάξη στην εξουσία. Δεν είναι καθόλου παράξενο που δέχεται τα πυρά του τροτσκιστικού ρεύματος εκείνη την περίοδο με τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές. Το γεγονός όμως ότι ούτε ο Μάο μπόρεσε να ανατρέψει την τάση καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην Κίνα, σε καμιά περίπτωση δε δικαιολογεί την άγνοια ή την υποτίμηση της προσφοράς του.

Ας δούμε όμως το θεωρητικό έργο του Τρότσκι και από μια άλλη πλευρά. Πολλές φορές η αστική τάξη στη επίθεσή της ενάντια στη σοβιετική εξουσία χρησιμοποίησε εφεδρικά και συμπληρωματικά αρκετά σημεία από την «κριτική» του Τρότσκι. Αυτό μπορεί να μη σημαίνει και τίποτα, μπορεί και να λέει πολλά. Προσωπικά πιστεύω ότι σημαίνει. Έχω τη γνώμη ότι η αστική τάξη χρησιμοποιεί τον Τρότσκι γιατί τον ερμηνεύει σωστά. Και τον ερμηνεύει σε δύο βασικά σημεία. Το ότι ο Τρότσκι δεν είναι πεισμένος ότι το σοβιετικό σύστημα θα προχωρήσει, το ότι ο Τρότσκι αδυνατεί να κάνει τις όποιες θεωρητικές του αναζητήσεις οδηγό δράσης και κίνησης των μαζών. Χρησιμοποιώντας τον Τρότσκι, η αστική τάξη βοηθιέται στο να «δικαιώνεται» στην πρόβλεψή της ότι «οι καταραμένοι μπολσεβίκοι όπου να ‘ναι καταρρέουν».

Ακόμα και σήμερα, σε συνθήκες έντονης αντικομμουνιστικής υστερίας, όπου οτιδήποτε θυμίζει κομμουνιστικό εξοστρακίζεται και επιχειρείται να φιμωθεί, βλέπουμε πρωτοκλασάτα στελέχη του διεθνούς τροτσκισμού (βλ. Πάμπλο) να ‘χουν την τιμητική τους θέση στα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης. Συμπερασματικά, αυτό που θέλω να πω είναι ότι η αστική τάξη χρησιμοποίησε όταν χρησιμοποίησε τον Τρότσκι όχι τόσο για τον προφανή του αντισταλινισμό. Το ‘κανε κυρίως γιατί θεώρησε τον τροτσκισμό ένα ρεύμα που επί της ουσίας αντιστρατευόταν το λενινισμό. Και όχι άδικά!!

Ανδρέας Βογιατζόγλου, Αθήνα 8/11/1991

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου