Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ

Το κείμενο είναι μια μπροσούρα των εκδόσεων Προλεταριακή Σημαία που κυκλοφόρησε το 2002


1. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΣΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Μια απαραίτητη διευκρίνιση

Τα ασφαλιστικά δικαιώματα που θεωρούνται σήμερα αυτονόητη (για πόσο;) κατάκτηση, ούτε αυτονόητα, ούτε δεδομένα ήταν σ’ ολόκληρη τη μέχρι τώρα ιστορική διαδρομή του καπιταλιστικού συστήματος.
Υπάρχει η άποψη, όπως αυτή εκφράζεται σε τεύχος του περιοδικού «Ρωγμές εν τάξει», πως το «κράτος πρόνοιας ήταν το ιστορικοκοινωνικό μοντέλο αντίστοιχα, που επιστρατεύτηκε για να εξυπηρετήσει το κοινωνικοοικονομικό μοντέλο που οικοδομήθηκε εκείνη την περίοδο» (δηλαδή του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού).
Μάλιστα θεωρείται οπισθοδρόμηση ότι το καπιταλιστικό κράτος ανέλαβε μέρος της κοινωνικής ασφάλισης! «Αναγνωρίζεται», βέβαια, κάπου εκεί ο ρόλος των κινημάτων των εργαζόμενων (ούτε λόγος για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση), όμως θεωρείται ότι η κοινωνική πρόνοια «ήταν μια επιθετική πολιτική απάντηση του κεφαλαίου στις πρώτες εργατικές ενώσεις αλληλοβοήθειας, ώστε να πάψουν ν’ αποτελούν οργανώσεις υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων. Εδώ η «αυτοδιαχείριση» κι όχι ο συνδικαλισμός εμφανίζεται σαν το όργανο υπεράσπισης των εργαζόμενων στον καπιταλισμό.
Τελικά το «κράτος πρόνοιας υπαγορεύτηκε και, κυρίως, εξυπηρέτησε οικονομικές και πολιτικοϊδεολογικές λειτουργίες και ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος» (!)
Δηλαδή με δυο λόγια, το όποιο «κράτος πρόνοιας» ή καλύτερα τα στοιχεία ασφάλισης - προστασίας - πρόνοιας που εμφάνισε ο καπιταλισμός δεν του επιβλήθηκαν αλλά προέκυψαν μέσα από τις ανάγκες του.
Με την τεχνοκρατική και ιστορικά ανακριβέστατη αυτή τοποθέτηση πάει περίπατο ο ρόλος της ταξικής πάλης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη διαμόρφωση της κοινωνικής ασφάλισης.

Μια μικρή ιστορική αναδρομή

Επαναλαμβάνουμε πως η κοινωνική ασφάλιση - πρόνοια (όπως και γενικότερα η δημόσια, δωρεάν παιδεία, υγεία, κ.λπ..) δεν ήταν δεδομένες σ’ ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του καπιταλισμού.
«Ο νόμος περί πτωχών» που εκδόθηκε το 1601 από τη βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας ήταν ένας νόμος κοινωνικής προστασίας, κάτι σαν το δίχτυ προστασίας που θέλουν να εισάγουν οι «εκσυγχρονιστές». Δεν ήταν όμως, προφανώς, κοινωνική ασφάλιση με την έννοια που τη γνώρισαν οι επόμενες (ιδιαίτερα μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) γενιές. Δηλαδή ασφάλιση που …εξασφάλιζε κάτι παραπάνω στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, από την απλή αναπαραγωγή και βιολογική ανανέωσή της.



Εν πάση περιπτώσει, ο Ενγκελς στην «Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» περιγράφει με τα χαρακτηριστικά μελανά χρώματα ποια ήταν η προστασία που προσέφερε τότε ο καπιταλισμός. Για τους «καχύποπτους» εξάλλου υπάρχει και ο Κάρολος Ντίκενς!
Είναι αλήθεια πως η ληξιαρχική πράξη γέννησης του «κράτους - πρόνοιας» (έννοια που την αμφισβητούμε σαν ολότητα) βρίσκεται στο διάταγμα του «σιδερένιου» Βίσμαρκ το 1880. Κατ’ αναλογία μπορούμε να πούμε πως ο «Πρώτος Εργάτης» της χώρας, ο φασίστας Μεταξάς, ήταν αυτός που νομοθέτησε το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας. Είναι έτσι όμως τα πράγματα; Κάθε άλλο!
Είχε βέβαια στην περίπτωση του Βίσμαρκ προηγηθεί ο «βιασμός» της ιστορίας από τους Κομμουνάρους το 1870, η εμφάνιση στη Γερμανία του πρώτου Κομμουνιστικού Προγράμματος («Κομμουνιστικό Μανιφέστο»), το σκίρτημα της εργατικής τάξης μέσα από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και η ψηλάφηση της πρώτης αυτόνομης πολιτικής της έκφρασης («Διεθνής Ένωση των Εργατών», γνωστή και σαν Α’ Διεθνής), η ίδρυση των πρώτων εργατικών σοσιαλιστικών κομμάτων. Και βέβαια όσον αφορά την Ελλάδα δεν πρέπει να ξεχνάμε τον Μάη του ’36 τους ηρωικούς αγώνες της εργατικής τάξης την εποχή εκείνη (καπνεργάτες βασικά αλλά και άλλοι).
Όσο για τα «Ταμεία Αλληλοβοήθειας» των εργατών (ακόμα και σήμερα μπορεί να κάνει ένας Γερμανός εργάτης φτηνές διακοπές στην Ελβετία στηριζόμενος σε «Ταμεία Εργατικής Αλληλοβοήθειας») δεν ήταν οργανώσεις «υπεράσπισης των ζωτικών συμφερόντων των εργαζομένων». Το αντίθετο μάλιστα. Ήταν σαφώς ένα βήμα πάνω από την αστική φιλανθρωπία, τοποθετούνταν στη βάση της «αλληλεγγύης» με ομοιο-επαγγελματικό χαρακτήρα αλλά μέχρι εκεί.
Οι οργανώσεις υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων και τότε (όπως και τώρα) ήταν οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις και τα πολιτικά σχήματα της εργατικής τάξης.
Παρόλα αυτά και μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης του καπιταλισμού παρέμειναν στο έδαφος της «διμερούς συνυπευθυνότητας» εργαζομένων - εργοδοτών. Στην πραγματικότητα των εργαζομένων, αφού και το «μερίδιο» των εργοδοτών και το «μερίδιο» των εργαζομένων αντλούνταν από την υπεραξία που παρήγαγε συνολικά η εργατική τάξη!
Η τριμερής συμμετοχή, δηλαδή η κεντρική παρέμβαση του αστικού κράτους και η οικοδόμηση της κοινωνικής ασφάλισης με τον τρόπο που οι κατοπινές γενιές τη γνώρισαν, είναι, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, σχετικά πρόσφατη ιστορική εμπειρία. Στη χώρα μας μπορεί να βρει κανείς αρκετούς συνταξιούχους εν ζωή που δεν μπόρεσαν να θεμελιώσουν επαρκή συνταξιοδοτικά δικαιώματα, είτε γιατί οι εργοδότες δεν τους κολλούσαν ένσημα, είτε γιατί η περιοχή στην οποία εργάζονταν δεν είχε ενταχθεί ακόμη και μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 σε ζώνη υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης!

Τι ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά;

Θα μιλήσουμε μέσω του …Τσόρτσιλ που λίγο πριν τη δεκαετία του ’50, δήλωνε πως «πρέπει να αντιγράψουμε το κράτος πρόνοιας του σιδηρούν παραπετάσματος».
Να θυμηθούν λοιπόν, οι παλιοί και να γνωρίσουν οι νεότεροι, πως ο Τσόρτσιλ δεν εφεύρε μόνο τον όρο «σιδηρούν παραπέτασμα» αλλά και τον όρο «κοινωνικό κράτος πρόνοιας» που τον δανείστηκε από το επάρατο «σιδηρούν παραπέτασμα»!

Η θέση μας είναι σαφής.

§  Η κοινωνική ασφάλιση είναι κατακτημένο δικαίωμα που παραχωρήθηκε κάτω από την πίεση του κομμουνιστικού, εργατικού, απελευθερωτικού κινήματος και της μεγάλης βαρύτητας στους τότε παγκόσμιους συσχετισμούς που προσέδιδε το σοσιαλιστικό παράδειγμα οικοδόμησης.
Από κει και πέρα αναγνωρίζουμε πως ο όρος «κοινωνικό κράτος» δε συνάδει μ’ αυτό που κατά βάση το καπιταλιστικό σύστημα αντιπροσωπεύει.
Όχι μόνο γιατί ακόμα και η κρατική συμμετοχή βασίζεται στην κλεμμένη υπεραξία της ιθαγενούς εργατικής τάξης ή, στην περίπτωση των ιμπεριαλιστών, της υπεραξίας των εξαρτημένων και ληστεμένων χωρών. Αυτή είναι η στενά οικονομική πλευρά.



Η πρόνοια - κοινωνική ασφάλιση ήταν μια παραφωνία στους βασικούς όρους κίνησης του καπιταλιστικού συστήματος. Ένας «εξορθολογισμός» που εξασφάλισε κοινωνική σταθερότητα, και λιγότερο άμεσα οικονομικά οφέλη για το κεφάλαιο. Εξάλλου, όσο αφορά αυτό το τελευταίο, το κεφάλαιο ποτέ δεν καλόβλεπε ή καλύτερα μάλλον …καλόβλεπε τα τεράστια αποθεματικά των Ταμείων και πάντα προσπαθούσε είτε μέσω ρεφορμιστικών «συμμετοχικών» σχημάτων ή με τον πιο επαρχιώτικο τρόπο του ελληνικού καπιταλισμού να παρασύρει αυτή την όχι και τόσο ευκαταφρόνητη υπεραξία στην καπιταλιστική αξιοποίηση. (βλέπε ληστεία, απομύζηση κ.λπ..)
Πάνω στη βάση αυτή και συνυπολογίζοντας και την ιστορική ιδιομορφία κάθε χώρας, το καπιταλιστικό σύστημα (ειδικά στην Ευρώπη) απάντησε μ’ ένα καταμερισμό «έργου» στην πρόκληση που αντιπροσώπευε στον κοινωνικό τομέα το «σιδηρούν παραπέτασμα» (αρκεί η υπενθύμιση αυτού που γράφει ο Χόροβιτς, «Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ», ότι το κοινωνικό κράτος πρόνοιας της …Βόρειας Κορέας αποτελούσε τότε υπόδειγμα παγκόσμιας εμβέλειας, όπως ακόμα αποτελεί υπόδειγμα το σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης της δοκιμαζόμενης Κούβας).
Να αφήσουμε έξω από το λογαριασμό την Αμερική. Εκεί η πλέον επιθετική αστική τάξη είχε καταφέρει αυτό που ο καθηγητής υπηρεσιών υγείας, Κυριόπουλος, ορίζει σαν «ιδιωτικοποίηση της υπηρεσίας», χωρίς να αλλάζει το κρατικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του συστήματος. Η κοινωνική ασφάλιση στις ΕΠΑ είχε πάντα «τριτοπυλωνικό» χαρακτήρα, με αυξημένο το ρόλο της ιδιωτικής ασφάλισης, με εξατομικευμένο τρόπο καταβολής και υπολογισμού, ενώ η κοινωνική πολιτική ασκούνταν μέσα από φορολογικές ελαφρύνσεις, «αξιοποίηση» των αποθεματικών σε ομόλογα - χρηματιστήριο και εξαντλούνταν το πολύ με μια επιδοματική πολιτική, ιδιαίτερα οικογενειακή επιδοματική πολιτική. Αποτέλεσμα βέβαια, ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού να στερείται ασφάλισης - πρόνοιας - υπηρεσιών υγείας.
Στην Ευρώπη αυτός ο καταμερισμός (μέσα από τον οποίο το καπιταλιστικό σύστημα προσπαθούσε ν’ απαντήσει στο σοσιαλιστικό παράδειγμα) είχε τα εξής χαρακτηριστικά:
¨    Οι γειτνιάζουσες με το σοσιαλισμό Σκανδιναβικές χώρες δεν είναι τυχαίο ότι είχαν το πιο συνολικό κράτος παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Όσο αφορά την κοινωνική ασφάλιση η Φινλανδία ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να διαθέτει το πιο κρατικοποιημένο (μέχρι και 45%) σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
¨    Στη Γερμανία για λόγους που συνδέονται με την οικονομική της ανασυγκρότηση, τη μετακίνηση και διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, το χαρακτηριστικό «ατού» του συστήματος ήταν τα πλούσια επιδόματα ανεργίας.
¨    Στην Ολλανδία πιο «νεολαιίστικη» χώρα και εμπορική πύλη της Ευρώπης με ό,τι αυτό σημαίνει (ναρκωτικά, εγκληματικότητα) το χαρακτηριστικό του συστήματος ήταν επίσης τα διάφορα επιδόματα παραμονής και συντήρησης έξω από την αγορά εργασίας.
¨    Στην Αγγλία -και μέχρι τη Θάτσερ- το δυνατό στοιχείο ήταν το σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
¨    Στη Γαλλία –ειδικά μετά το Μάη– το «κράτος πρόνοιας» συνδυάσθηκε με διάφορες μορφωτικές παροχές που σκοπό βέβαια είχαν να ενσωματώσουν τη μικροαστική ριζοσπαστική αμφισβήτηση. Επίσης η Γαλλία ξεχωρίζει απ’ τις άλλες χώρες για την οικογενειακή επιδοματική της πολιτική.
¨    Να προσθέσουμε εδώ και την περίπτωση του «Βερολίνου» που μέχρι την πτώση του τείχους ήταν μια όαση κοινωνικής, επιδοματικής πολιτικής. Για λόγους που και ο κάθε δύσπιστος εύκολα θα αποδεχόταν...
Με δυο λόγια μπορούμε να πούμε πως η κοινωνική ασφάλιση, πρόνοια, περίθαλψη κ.λπ.. ήταν σαφώς μια κατάκτηση των εργαζόμενων μαζών που επιβλήθηκε από την πίεση και την έλξη που ασκούσε το σοσιαλιστικό παράδειγμα (πίεση για τους αστούς, έλξη για τους εργαζόμενους). Δεν έπαψε εξάλλου ποτέ αυτό το, κατά συνθήκη, «κράτος πρόνοιας» ν’ αποτελεί μια παρανυχίδα που η αστική τάξη θα το «κανόνιζε» όταν το επέτρεπαν διαφορετικοί συσχετισμοί. Τέτοιοι, σαν αυτούς που δημιούργησε η αντιδραστική πορεία των παγκόσμιων εξελίξεων τις δυο τελευταίες δεκαετίες και η ένταση της αντεργατικής επίθεσης (βασικό στοιχείο και σφραγίδα τούτης της πορείας).

2. ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥΣ

Είναι απαραίτητη αυτή η τοποθέτηση για το λόγο, ότι χρειάζεται να διαχωρίζουμε αυτό που πραγματικά συμβαίνει και επιδιώκεται (από πολιτική άποψη) σε σχέση με εκείνο που «υποτίθεται» ότι συζητιέται. Κι εδώ την έχουν πατήσει πολλοί. (ή θέλουν να την πατάνε)

Ο «πανικός»

Υπάρχει ένα «πανικός» για το μέλλον της ασφάλισης, των Ταμείων κ.λπ..
Στις αναπτυγμένες, δηλαδή τις ιμπεριαλιστικές χώρες, όπου η σχετικά ορθολογική διαχείριση των Ταμείων και οι αντίστοιχες παραχωρήσεις στην εργατική τάξη δεν επιτρέπουν στις αστικές τάξεις να αναφερθούν σε ελλείμματα Ταμείων, επιστρατεύονται μια σειρά «φοβερά» επιχειρήματα: Η γήρανση του πληθυσμού, η επιδείνωση του δημογραφικού, η δυσαναλογία εργαζομένων - συνταξιούχων κ.λπ..
Τα πιο πρόσφατα (και θεωρούμενα πιο «βαριά») επιχειρήματα είναι αυτά του «μπουμ των μπέμπηδων» (όπως λέγεται) και του «πολέμου των γενεών».
Σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα (που βέβαια επικοινωνεί με το δεύτερο), η γενιά που ήταν «μπέμπηδες» στη δεκαετία του ’50 είναι οι σημερινοί πενηντάρηδες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με την καταβολή των συντάξεών τους. Συγκεκριμένα αναμένεται έκρηξη («baby boom») του ασφαλιστικού συστήματος, όταν οι σημερινοί πενηντάρηδες συμπληρώσουν τα απαιτούμενα χρονικά όρια συνταξιοδότησης και άλλες προϋποθέσεις.
Το δεύτερο επιχείρημα υποστηρίζει, ότι κάθε γενιά πληρώνει τη σύνταξη της προηγούμενης και περιμένει το ίδιο απ’ τις επόμενες γενιές. Προϋπόθεση για να λειτουργήσει ικανοποιητικά το «σύστημα» είναι η διατήρηση μιας αναλογίας δήθεν μεγαλύτερης από 1 προς 4 μεταξύ συνταξιούχων - εργαζομένων. Η αναλογία αυτή έχει ανατραπεί λόγω της υπογεννητικότητας και της ... επιμονής των συνταξιούχων να ζουν.
Πάνω σ’ αυτή τη σχέση (ή καλύτερα απομονώνοντας αυτή τη σχέση) έχει δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σώμα στατιστικολόγων - αναλυτών του ασφαλιστικού συστήματος, οι λεγόμενοι «αναλογιστές». Σε τέτοια «αναλογιστική» μελέτη ιδιωτικής βρετανικής αναλυτικοεκτιμητικής εταιρείας έχει παραδώσει την αξιολόγηση του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος η κυβέρνηση Σημίτη. Ε λοιπόν, οι «αναλογιστές» εκτιμούν ότι το 2040 η σχέση αυτή από 36,17 (σταθμικός μέσος όρος σ’ όλη την ΕΕ) θα γίνει 59,01 υπέρ των συνταξιούχων, όπερ σημαίνει κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος, αφού θα λείπουν οι εργαζόμενοι που το συντηρούν. Οπότε βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι η σημερινή προς χρηματοδότηση γενιά ζει σε βάρος των επόμενων, σε βάρος του μέλλοντος!
Με το παραπάνω ζήτημα συνδέεται και το πρόβλημα των «κρυφών ελλειμμάτων», δηλαδή της διαφοράς ανάμεσα στις παροχές που πρέπει να πληρώσουν και την είσπραξη που πρέπει να εισπράξουν τα ασφαλιστικά ταμεία.
Όπως δήλωσε ο διευθυντής ασφαλιστικών προϊόντων της Χίος-bank και αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Αναλογιστών, Τ. Παγώνης, ο ενεργός πληθυσμός χωρίζεται σε τρεις ομάδες. Η πρώτη, ηλικίες 20-40 ετών, η δεύτερη μεταξύ 40 και 55 και η τρίτη μεταξύ 55 και 66. «Η αλυσίδα πρέπει να διακοπεί στο όριο μεταξύ και δεύτερης και τρίτης ομάδας. Η δεύτερη πρέπει να περάσει σε ένα «μικτό» σύστημα χρηματοδότησης συντάξεων μεταξύ του παλαιού και του νέου, ενώ η τρίτη, αυτή δηλαδή που βρίσκεται μεταξύ 20 και 40 ετών για την οποία με το παραδοσιακό σύστημα δε «βγαίνουν» οι συντάξεις, θα περάσει σε τριαξονικό σύστημα με θεσμοθετημένο ρόλο του ιδιωτικού χώρου» («Κ. Ελευθεροτυπία», 12/1/00).
«Αν ολόκληρη η εργασία μιας χώρας ήταν αρκετά επαρκής για ν’ ανεβάσει τη συντήρηση ολόκληρου του πληθυσμού δεν θα υπήρχε υπερεργασία, κατά συνέπεια τίποτα δε θα μπορούσε να διατεθεί για τη συσσώρευση κεφαλαίου. Αν σε ένα μονάχα χρόνο, ο λαός παρήγε αρκετά για τη συντήρηση δύο χρόνων, η κατανάλωση ενός χρόνου θα έπρεπε να εξανεμιστεί ή θα χρειάζονταν να σταματήσει η παραγωγική εργασία για ένα χρόνο. Αλλά οι κάτοχοι του υπερπροϊόντος ή κεφαλαίου χρησιμοποιούν τους εργάτες για ένα σκοπό που δεν είναι άμεσα παραγωγικός». Αυτό το κομμάτι από την «Πηγή και φάρμακο των εθνικών δυσκολιών» αναφέρει ο Μαρξ που εξηγεί με πολύ καθαρό τρόπο ποια είναι η οπτική του κεφαλαίου απέναντι στο συσσωρευμένο πλούτο. Αυτή είναι η απάντηση του Μαρξ στο επιχείρημα των καπιταλιστών ότι «δεν υπάρχουν χρήματα», «δεν επαρκούν οι πόροι» κ.λπ. Στην πραγματικότητα ο κοινωνικός πλούτος υπερεπαρκεί προκειμένου να συντηρήσει ολόκληρη την κοινωνία.
Κι αν κάτι τέτοιο ίσχυε στα χρόνια του Μαρξ τι να υποθέσει κανείς για τη σημερινή εποχή που η υπερσυσσώρευση πλούτου στα ιμπεριαλιστικά κέντρα έχει καταρρίψει όλα τα ιστορικά ρεκόρ. Κι όπου, βέβαια, το 10% «μη παραγωγικό», ή καλύτερα παρασιτικό, κομμάτι του πλανήτη κρατάει κάνω από την μπότα της εξαθλίωσης το …υπόλοιπο ποσοστό!
Όπως έγραφε ο οικονομολόγος Φιλ Μούλαν στο βιβλίο του «Η φαντασιακή ωρολογιακή βόμβα» (αναφορά στον πανικό για την αναμενόμενη ασφαλιστική έκρηξη), «η δημογραφική βόμβα αποτελεί μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση την οποία εφεύραν άτομα που επιθυμούν να ντύσουν ιδεολογικές τους προκαταλήψεις εναντίον του κράτους κοινωνικής πρόνοιας με επιστημονικό τρόπο».
Η κοινωνική ασφάλιση αντιμετωπίζεται πάντα σαν ελλειμματικό μέγεθος. Η κοινωνική πρόνοια είναι «δύσπεπτο» προϊόν για τον καπιταλισμό.
Όπως έγραψε ο Κ. Βερόπουλος στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (1/3/2000), «στη Γαλλία υπολογίζεται ότι τα Ταμεία υφίστανται απώλειες εσόδων 14 δις φράγκων λόγω της κρατικής πολιτικής ν’ απαλλάσσει φορολογικά τις επιχειρήσεις για συμμετοχή των εργαζομένων στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων» (χαρακτηριστικό παράδειγμα των νέων κατευθύνσεων). Και για να επανέλθουμε στο Μαρξ και στις αναφορές περί πλούτου, ο Βερόπουλος σημειώνει πως στη Γαλλία, χώρα με τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη δημογραφική γήρανση, το εθνικό προϊόν έχει διπλασιαστεί σε 40 χρόνια, ενώ η επιβάρυνση για συντάξεις προβλέπεται ν’ αυξηθεί κατά 25% άρα «οι φόβοι και η κινδυνολογία για το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος είναι τουλάχιστον ατεκμηρίωτη».
Ο καθηγητής παραθέτει την απορία του Αυστριακού οικονομολόγου του Χάρβαρτ Schumpeter: «Είναι δυνατόν τα σκουλήκια που κατατρώγουν σάρκες σε αποσύνθεση να φαντάζονται δηλαδή ότι τις αναμορφώνουν;»

Η επίθεση των «σκουληκιών»

v Το ασφαλιστικό(;) σύστημα στις ΗΠΑ

«Η σύνταξή σας την οποία δικαιούσθε μέσω του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης δεν πρέπει ν’ αποτελέσει για σας τη μοναδική πηγή εισοδήματος. Η σύνταξη αυτή προορίζεται για να συμπληρώσει το εισόδημά σας από τη συμμετοχή σας σε συνταξιοδοτικά επενδυτικά σχήματα, ασφαλιστικά συμβόλαια και κάθε είδους άλλες επενδύσεις», γράφει το ενημερωτικό έντυπο της αμερικανικής Υπηρεσίας Κοινωνικής Ασφάλισης και κατά τη γνώμη μας τα …λέει όλα!
Προσφέρει βέβαια αυτό το σύστημα φορολογικά κίνητρα στον εργαζόμενο για να επενδύσει στα διάφορα χρηματιστηριακά παιχνίδια των ασφαλιστικών ταμείων.
Υπάρχουν βέβαια και οι «άτυχοι» που θα συνταξιοδοτηθούν μετά το 2000 και μέχρι να συμπληρώσουν τα 67 τους χρόνια περίπου, θα δουλεύουν.
Έτσι το αμερικανικό ασφαλιστικό σύστημα αντιμετωπίζει το λεγόμενο baby boom, δηλαδή την υπερσυσσώρευση συνταξιούχων που γεννήθηκαν μετά το ’50, περίοδο που «υπερωρίμασε» τάχα το ασφαλιστικό σύστημα.
Σύμφωνα με επίσημες στατιστικές το 1998-1999, 44 εκατομμύρια ανασφάλιστων αμερικανών εργαζόμενων ήταν «η παράπλευρη ζημία» του αμερικανικού ασφαλιστικού συστήματος. Είναι γνωστό πως δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης έχει ο αμερικανός εργαζόμενος στα 62 του χρόνια! Αν συνταξιοδοτηθεί τότε, η σύνταξή του θα ‘ναι μειωμένη κατά 20%! Κατά μέσο όρο οι συντάξεις αντιστοιχούν στο 42%(!) των μέσων αποδοχών του συνταξιοδοτούμενου, ενώ οι αυξήσεις μέσα από ένα σύστημα ΑΤΑ κυμαίνονται ετησίως γύρω στο 3% (η βάση υπολογισμών δεν είναι ο μέσος όρος της τελευταίας 5ετίας έστω, αλλά ο μέσος όρος όλου του εργάσιμου βίου).
Και αυτό το ληστρικό σύστημα χαρακτηρίζεται από την «Καθημερινή» ως έντιμο, γιατί, τουλάχιστο, λέει στον εργαζόμενο τι τον περιμένει. Εδώ ο κυνισμός του κεφαλαίου βαφτίζεται σε …ειλικρίνεια.



3. Η ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ


Συγκεκριμένα παραδείγματα:

Η Βρετανία

Πιο συνεπής αντιγραφέας του αμερικανικού παραδείγματος είναι η Βρετανία. Αντιγράφουμε από την «Καθημερινή» (17/5/98):
Το πρόγραμμα για τη μεταρρύθμιση της κοινωνικής πρόνοιας που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ, είτε με «την πολιτική της κοινωνικής επικέντρωσης» είτε με τις «ενεργές πολιτικές απασχόλησης» ή ακόμη με την πολιτική «Αναθεώρησης των συντάξεων», φαίνεται ότι αποτελεί το πρότυπο για την κυβέρνηση Σημίτη.
(…) Στη χώρα λειτουργούν περίπου 80.000 ιδιωτικά επικουρικά ταμεία (ΝΠΙΔ ή ειδικοί λογαριασμοί συναινετικής προέλευσης). Σύμφωνα δε, με τα στοιχεία που παρουσίασε πρόσφατα ο Βρετανός υπουργός για τη Μεταρρύθμιση της Κοινωνικής Πρόνοιας κ. Φραν Φιλντ, σε συζήτηση που διοργάνωσε η πρεσβεία της χώρας του στην Αθήνα, περίπου 750 δις λίρες επενδύθηκαν το 1995 σε βρετανικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επένδυση του είδους σε σύγκριση με όλες τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ σε αντίθεση με την επικρατούσα λογική των κρατικών ομολόγων οι επενδύσεις αυτές αφορούν κυρίως συμμετοχές σε επιχειρήσεις.
Τα επαγγελματικά ασφαλιστικά προγράμματα αποτελούν τη δεύτερη βαθμίδα σύνταξης στη Βρετανία (η βασική κρατική σύνταξη στοιχειοθετεί την πρώτη βαθμίδα) και αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, με συνέπεια οι εργαζόμενοι που συμμετέχουν σ’ αυτά να ανέρχονται σε 11 εκατομμύρια. Την τελευταία εικοσαετία, σύμφωνα πάντα με την ανάλυση του κ. Φ. Φιλντ, τα εισοδήματα των συνταξιούχων αυξήθηκαν κατά 50%, δηλαδή 10% περισσότερο από το μέσο όρο αύξησης των εισοδημάτων των μη συνταξιούχων.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, «ενώ τα εισοδήματα των συνταξιούχων κατά μέσο όρο αυξήθηκαν, η ανισότητα μεταξύ των πλουσιότερων και των πτωχότερων διευρύνθηκε». Η βασική αιτία αυτής της διαφοροποίησης ευρίσκεται στη θεαματική αύξηση της επαγγελματικής (συμπληρωματικής) σύνταξης. «Εκείνοι που ήταν ενταγμένοι σε καλό ασφαλιστικό πρόγραμμα εξασφάλισαν καλή ποιότητα ζωής κατά τη συνταξιοδότησή τους.
Όσοι όμως δεν κατόρθωσαν να επιβιβαστούν στην υπερταχεία της επαγγελματικής ασφάλισης κατέληξαν να εξαρτώνται από κρατικά βοηθήματα». (…)
Στο φόντο, όμως, αυτής της προοπτικής ποια θα είναι η τύχη της κρατικής σύνταξης και τι μέλλει γενέσθαι με τους άνεργους και τους μερικώς απασχολούμενους, οι οποίοι δε δύνανται να χρηματοδοτήσουν τα ασφαλιστικά τους προγράμματα χωρίς την κρατική ενίσχυση;
«Έχουμε αναλάβει να διατηρήσουμε τη βασική κρατική σύνταξη σαν τη θεμέλιο λίθο του εισοδήματος αυτών που έχουν αποχωρήσει από την εργασία. Αλλά αυτό δεν φτάνει», απαντά ο κ. Φιλντ. Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες των πολιτών με ιδιαίτερα χαμηλές αποδοχές, η λύση από την κυβέρνηση των Εργατικών αναζητείται στη δημιουργία «ενός νέου πλαισίου απλών, εξασφαλισμένων, ευέλικτων και αποδοτικών χρηματοδοτούμενων συντάξεων για μετόχους».
Και για όσους δεν το κατάλαβαν, η κυβέρνηση Μπλερ θέλει να προχωρήσει παραπέρα τη νεοφιλελεύθερη επίθεση. Να χτυπήσει ακόμα παραπέρα την κατώτατη σύνταξη! Η κυβέρνηση Μπλερ ποντάρει ακριβώς σ’ εκείνο το κρίσιμο κομμάτι του ασφαλιστικού συστήματος της «νέας εποχής» (βλ. «νέο μεσαίωνα»).
Πρόκειται για την επικουρική ασφάλιση, το κομμάτι δηλαδή των ασφαλιστικών εισφορών που θα κεφαλαιοποιηθεί και θα παιχτεί στην χρηματιστηριακή κεφαλαιαγορά. Το κομμάτι αυτό θα επαναπροωθηθεί (αυγατισμένο με τον χρηματιστηριακό αέρα) στις τσέπες των κεφαλαιοκρατών και βεβαιώνοντας πως πρόκειται για μια συστηματική έμμεση υφαρπαγή υπεραξίας.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στο ζήτημα των «επικουρικών ταμείων» είχαμε και στη χώρα μας «αξιοσημείωτη σύγκλιση απόψεων ΓΣΕΕ, Υπουργείου και εκπροσώπου της ΕΕ σε διημερίδα της ΟΤΟΕ» το 1998.
Μια άλλη σημαντικά χαρακτηριστική πλευρά του βρετανικού ασφαλιστικού συστήματος είναι ότι έχει την πιο εξατομικευμένη δομή απ΄ όλα τα ευρωπαϊκά ασφαλιστικά συστήματα.
Το «προχώρημα» αυτό συνίσταται σε ξεχωριστές συμβάσεις των εργαζομένων σε μια μεγάλη επιχείρηση όπου μέσα εκεί περιλαμβάνονται και οι όροι συνταξιοδότησης των εργαζομένων μέσω της επιχείρησης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, είτε διαμέσου αμοιβαίων κεφαλαίων προχωρούν στη συγκρότηση ασφαλιστικών εταιριών είτε υπενοικιάζουν κατά κάποιο τρόπο ένα μέρος της αυριανής σύνταξης των εργαζομένων τους σε ασφαλιστικές εταιρείες «εξασφαλίζοντας» (ουσιαστικά εκβιάζοντας) για τους εργαζόμενους πιο συμφέρουσες συμβάσεις από τις λεγόμενες οικονομίες κλίμακας της μαζικής εγγραφής. Φυσικά το συμβόλαιο εξακολουθεί να είναι ατομικό και οι απολαβές είναι συνάρτηση των όσων είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν (ή καλύτερα να προπληρώσουν) οι εργαζόμενοι!
Και γεννιέται το ερώτημα αν -πράγμα πια πολύ πιθανό- οι εργαζόμενοι απολυθούν ή καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας, τι θα γίνει με τη σύνταξή τους;



Όσο για το ποσό της σύνταξης δεν καθορίζεται με βάση τις αποδοχές της τελευταίας 5ετίας, αλλά με βάση το μέσο όρο όλης της εργάσιμης ζωής (42% των αποδοχών τους εργαζόμενου!).
Στην Ιταλία ανάλογου ύψους και βάθους αλλαγές προωθούνται (η 35ετία μέχρι το 2008 θα γίνει 40ετία!). Στην Ιαπωνία πέρα από την κλασσική αύξηση των εισφορών μετά τη διμερή συμφωνία με τις ΕΠΑ για την απελευθέρωση της χρηματοπιστωτικής αγοράς μελετά «συνδιαχείριση» ορισμένων περιουσιακών στοιχείων των ταμείων με ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Αλλά και στην «αντιστεκόμενη» Γαλλία τα πράγματα δεν πάνε πίσω: για τους δημόσιους υπαλλήλους χρειάζονται πια 40 χρόνια για να πάρει κανείς ανώτατη σύνταξη. Οι μεγάλες απεργίες στους σιδηροδρόμους ανάγκασαν την κυβέρνηση Ζιπέ να μην προχωρήσει όσο ήθελε στις περικοπές ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, οικογενειακών δικαιωμάτων και αύξηση των ορίων ηλικίας.
Τι ασφαλιστική κάλυψη μπορεί να απαιτεί ο ελαστικοποιημένος απασχολήσιμος της νέας εποχής; Και πόσο μπορεί να συντηρήσει μια στοιχειώδη ευπρεπή ασφαλιστική κάλυψη όταν δεν μπορεί να θεμελιώσει στοιχειωδώς το εργασιακό του δικαίωμα;
Η «διέξοδος» που προτείνεται σ’ αυτό το φαύλο κύκλο είναι μείωση συντάξεων, αύξηση ορίων ηλικίας, ανάληψη της συνταξιοδότησης από ιδιωτικές εταιρείες, κερδοσκοπική διαχείριση των αποθεματικών των Ταμείων προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την καπιταλιστική επέκταση, συντάξεις διαφόρων ταχυτήτων (ανάλογα με τη τσέπη του καθενός).
Κι όλα αυτά στο όνομα της ορθολογικοποίησης του ασφαλιστικού συστήματος και για λογαριασμό υποτίθεται των πιο αδύναμων!

Η αξιολόγηση «των συστημάτων που έρχονται»

Μέσα απ’ αυτή τη μικρή περιδιάβαση μπορούμε να περιγράψουμε και να αξιολογήσουμε «τα συστήματα που έρχονται» (όπως γράφει και η «προοδευτική» «Ελευθεροτυπία» για να μας κάνει να συνηθίσουμε «κριτικά» στο …αναπόφευκτο).
Τρεις είναι οι άξονες (αλλιώς «πυλώνες») των συστημάτων αυτών.
α) Η βασική σύνταξη, εθνική, κοινωνική, «δίχτυ προστασίας» ή όπως αλλιώς τη βαφτίσουν… Πρόκειται για το υπόλειμμα του όποιου κράτους πρόνοιας -ασφάλισης είχε παραχωρηθεί μεταπολεμικά στους εργαζόμενους. Στα όρια της πείνας και της εξαθλίωσης.
β) Επικουρική σύνταξη με υποχρεωτική συμμετοχή εργαζόμενων - εργοδοτών (η συμμετοχή των τελευταίων θα μειώνεται σε επίπεδα μηδενισμού). Εδώ θα γίνει της …Βρετανίας όπως περιγράφηκε.
γ) Ο τρίτος άξονας αφορά την «προαιρετική»(!) συμμετοχή σε προγράμματα πρόσθετης ασφάλισης, όπως συμβαίνει και σήμερα με τον κλάδο ζωής των ασφαλιστικών εταιρειών καθώς και με τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που συνδέονται με αμοιβαία κεφάλαια.
Δηλαδή την ενίσχυση της ιδιωτικής ασφάλισης. Τώρα πόσο προαιρετική είναι η παραμονή σε ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα πείνας, αυτό αφήνουμε να το αναλύσουν οι αναλογιστές (μάλλον για Προκρούστες μοιάζουν) των νέων συστημάτων.
Αν είναι φανερό ότι το πρώτο κομμάτι των «νέων» ασφαλιστικών συστημάτων θα πρόκειται για μια σύνταξη στα όρια της πείνας και της εξαθλίωσης χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις για τους άλλους δυο άξονες.



4. Ο «Δευτερος» Πυλώνας


Συντάξεις και χρηματιστήριο

Το «κεφαλαιοποιητικό» σύστημα



Πολύς κόσμος αντιλαμβάνεται την υπόθεση αυτή λέγοντας ότι «θα παίζουν τα λεφτά των Ταμείων στο Χρηματιστήριο». Έτσι είναι, αλλά από μια άποψη, όχι ακριβώς…
§  Πρώτα -πρώτα, το χρηματιστήριο δεν είναι LOTTO, δεν είναι τζόγος. Είναι από συνολική άποψη ιδωμένο ένας συστηματικός τρόπος υπεξαίρεσης εισοδημάτων και αναδιανομής της παραχθείσας υπεραξίας ανάμεσα σε μια πολύ στενή κλίκα χρηματιστών - καπιταλιστών.
§  Για λόγους φερεγγυότητας και συνέχειας αυτού του συστήματος διανομής και αναδιανομής της υπεραξίας τα χρηματιστήρια, των ιμπεριαλιστικών βασικά χωρών (στη συγκεκριμένη περίπτωση της ΕΕ), θα πρέπει να προσφέρουν ένα επίπεδο «προστασίας» από επενδυτικό - διαχειριστικό κίνδυνο. Κι αυτό όχι βέβαια γιατί σκέφτονται το συνταξιούχο, αλλά γιατί θέλουν τη διαμόρφωση «ενός πλαισίου που θα επιτρέπει την άντληση των μεγαλύτερων δυνατών κερδών από την ενιαία ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά που δημιουργείται». (δήλωση του επιτρόπου F. Bolkestein).
«Η επένδυση στα χρηματιστήρια», επισημαίνει ο κ. Επίτροπος, «είναι πιο ελκυστική ακόμη και από τα κρατικά ομόλογα. Και αυτό γιατί τα ασφαλιστικά ταμεία επενδύουν με ορίζοντα μακροχρόνιο (τουλάχιστο 15ετίας) και ως εκ τούτου ο κίνδυνος είναι συγκριτικά μικρότερος». («Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 9/11/2000)
Και για να έχουμε ένα στοιχείο σύγκρισης, να πούμε πως τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων φτάνουν με σημερινούς υπολογισμούς στα 2 τρις Ευρώ και θα αυξηθούν στα 5 τρις Ευρώ ως το 2010!
Αυτό βέβαια, καθόλου δε σημαίνει πως σε περιόδους νομισματικής κρίσης, κραχ, αναταράξεων κ.λπ.. δε κινδυνεύουν τα διαθέσιμα των Ταμείων. Όμως, να γίνει σαφές πως πάνω απ’ όλα κινδυνεύουν τα διαθέσιμα και τα γενικότερα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων σε κάθε περίσταση. Το πολύ - πολύ, σε καλές περιόδους ν’ «ανταμείβονται» οι συντάξεις με κάποιες αποδόσεις - ψίχουλα μπροστά στη ληστεία των ασφαλιστικών εισφορών που πρόκειται «ανταποδοτικά» ν’ αυξηθούν.
Και εννοείται ότι σε περιπτώσεις χωρών όπως η Ελλάδα, οι φτωχές αποδόσεις για τους εργαζόμενους, ο κίνδυνος και τα ρίσκα σχετικά με τα διαθέσιμα αποθεματικά των Ταμείων αυξάνονται σημαντικά.
Στο πνεύμα των παραπάνω κατευθύνσεων βρίσκονται οι προτάσεις του εν λόγω επιτρόπου όσο και του εκπροσώπου των Ευρωπαίων Θεσμικών Επενδυτών, Μπόγκ. Εκεί μέσα περιλαμβάνονται οδηγίες και προτάσεις για «ελευθερία διακίνησης και επένδυσης των κεφαλαίων, από τα ιδρύματα συνταξιοδοτικών παροχών». Σ’ αυτό το επίπεδο θα αξιοποιηθεί η λεγόμενη ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση προκειμένου να αποδεσμευτούν τα εθνικά ασφαλιστικά συστήματα από την «προσκόλληση» στα κρατικά «ιθαγενή» ομόλογα.
Η κατεύθυνση είναι τα χρήματα των ταμείων (πλήρες «κεφαλαιοποιητικό» σύστημα) να επενδύονται εξ’ ολοκλήρου σε διαφοροποιημένες τοποθετήσεις από ομόλογα, μετοχές, επενδύσεις σε άλλες χώρες, αναδυόμενες αγορές κ.λπ.. και να μην υπάρχει σύνδεση με το ακαθάριστο εθνικό προϊόν μιας χώρας.

Το παράδειγμα της Χιλής


Κατανοούμε καλύτερα τι σημαίνει κεφαλαιοποιητικό σύστημα αν εξετάσουμε το ασφαλιστικό σύστημα της Χιλής… Σύστημα που εφαρμόστηκε και στην Πολωνία το 1998 βυθίζοντας στην εξαθλίωση τους πολωνούς εργαζόμενους και συνταξιούχους… Σύστημα που θαύμαζε και θαυμάζει ο γνωστός αναλυτής Σπράος, η έκθεση του οποίου το 1997 γέμισε ανησυχία τους εργαζόμενους της χώρας μας.
Να σημειώσουμε πως σε πείσμα της ιστορίας της Χιλής η πρώτη χώρα του δυτικού ημισφαιρίου που εφάρμοσε το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ήταν η χώρα που με τον Πινοσέτ πρώτη το 1981 ξεκίνησε το νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ή σύστημα των Προσωπικών Συνταξιοδοτικών Λογαριασμών όπως ονομάστηκε. Αντιγράφουμε από την «Καθημερινή» (14/4/01):
«Χαρακτηριστικά συστήματα άλλων χωρών
Χιλή: ήταν η πρώτη χώρα του δυτικού ημισφαιρίου που εφάρμοσε το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό έγινε με ένα διανεμητικό σύστημα το 1929. Μερικά χρόνια αργότερα ακολούθησαν και οι ΗΠΑ. Το 1981 πρώτη πάλι η Χιλή ξεκίνησε νέο το σύστημα των Προσωπικών Συνταξιοδοτικών Λογαριασμών.
Το νέο σύστημα χαρακτηρίζεται από τα εξής:
Η μέθοδος που ακολουθείται είναι αυτή της Καθορισμένης Εισφοράς. Η εισφορά των μετεχόντων του συστήματος καθορίζεται και ανέρχεται περίπου στο 13% του εισοδήματός τους. Δεν υπάρχει ούτε εισφορά εργοδότη, ούτε κρατική εισφορά. Με βάση την εισφορά αυτή δημιουργείται για κάθε ασφαλισμένο ένας προσωπικός λογαριασμός σύνταξης. Το σύστημα που ακολουθείται είναι πλήρως κεφαλαιοποιητικό.
Το κράτος ανέλαβε τον πρώτο πυλώνα ο οποίος έχει τη μορφή ενός ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος το οποίο θα πάρει όποιος δεν κατορθώσει να εξασφαλίσει κάποιο ικανοποιητικά υψηλό ποσό από τον προσωπικό λογαριασμό σύνταξης.
Τη διαχείριση των προσωπικών λογαριασμών αναλαμβάνει μια ειδική κατηγορία ιδιωτικών επενδυτικών εταιρειών που έχουν ειδική άδεια για το σκοπό αυτόν, που υπάγονται σε ειδικό νομικό πλαίσιο και που υπόκεινται σε αυστηρότατο και συνεχή έλεγχο από κρατική εποπτική αρχή. Οι εταιρείες αυτές ονομάζονται Administradoras de fondos de pensiones (AFP).
Από τις 13 παραπάνω ποσοστιαίες μονάδες της εισφοράς, οι 3 διατίθενται για την κάλυψη των αποζημιώσεών των για θανάτους και ανικανότητες και για καταβολή προμήθειας σε μεσίτες (πολίτες) οι οποίοι προσελκύουν τους ασφαλισμένους στις εταιρείες διαχείρισης. Οι υπόλοιπες 10 ποσοστιαίες μονάδες καταχωρούνται στους ατομικούς λογαριασμούς και τοκίζονται με τις αποδόσεις των επενδύσεων που επιτυγχάνονται.
Όταν φθάσει η ώρα της συνταξιοδότησης το άτομο πρέπει να πάρει το κεφάλαιο αυτό και να απευθυνθεί, είτε σε κάποια ασφαλιστική εταιρεία είτε σε κάποια από τις εταιρείες διαχείρισης, από όπου, θα αγοράσει μια σειρά ισόβιων καταβολών σύνταξης (ισόβια ράντα ή life annuity). Οι ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να καλύπτει η αγορά της ισόβιας σύνταξης (εγγυήσεις κ.λπ.) καθορίζονται από τη σχετική νομοθεσία. Στις περιπτώσεις αυτές οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν, από τη νομοθεσία, τη δυνατότητα να προσφέρουν περισσότερες εγγυήσεις.
Η ηλικία αποχώρησης δεν είναι αυστηρά καθορισμένη. Υπάρχει ένα ανώτατο όριο ηλικίας 60 για γυναίκες και 65 για άνδρες. Όμως, ο ασφαλισμένος είναι ελεύθερος να επιλέξει την ηλικία της αποχώρησής του με την προϋπόθεση ότι έχει συγκεντρωθεί το απαραίτητο κεφάλαιο ώστε αυτός να είναι σε θέση να αγοράσει ισόβια σύνταξη τουλάχιστον ίση με το 50% του μέσου μισθού που κέρδιζε κατά τα τελευταία 10 χρόνια συνυπολογίζοντας και την επίδραση του πληθωρισμού. Η αποχώρηση γίνεται υποχρεωτική όταν το ποσό της σύνταξης υπερβεί το 100% του παραπάνω μέσου μισθού.»

Συμπερασματικά


Τρία είναι τα στοιχεία αυτού του «καθαρού» κεφαλαιοποιητικού συστήματος:

§   Ο εργαζόμενος δεν αντιμετωπίζεται σαν τέτοιος αλλά σαν ατομικός προσωπικός λογαριασμός. Κατά συνέπεια οι όποιες μελλοντικές παροχές εξαρτιούνται από τα χρηματικά ποσά που θα καταβάλει κανείς. Όχι όμως μόνο, γιατί…
§   …Οι αποδόσεις αυτών των κεφαλαίων καθορίζονται και από τις αποδόσεις των επενδύσεων (χρηματιστήριο, ομόλογα κ.λπ.)
§   Οι εργοδοτικές εισφορές έχουν καταργηθεί
§   Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες αποτελούν συστατικό στοιχείο του συστήματος τόσο σαν διαχειριστές όσο και σαν τελικοί πωλητές υπηρεσιών
§   Και κάτι που μας αφορά, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης είναι κυμαινόμενα και ελαστικά φτάνει κανείς να ΄χει συγκεντρώσει το απαραίτητο «μπαξίσι». Ας θυμηθούμε τους εργατοπατέρες και τους διάφορους εναλλακτικούς που προτείνουν τα διάφορα κυμαινόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης (από 55 ως τα 65).
Εδώ ακόμα φαίνεται και ο πραγματικός στόχος της αντιασφαλιστικής επίθεσης που αν και πραγματοποιείται με αιχμή την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, δεν εξαντλείται, ούτε απομονώνεται εκεί.

Το «μικτό» σύστημα


Επειδή όμως ένα τέτοιο καθαρό σύστημα δύσκολα καταπίνεται από τους εργαζόμενους και ειδικά στην Ευρώπη, γι’ αυτό και η ΕΕ προωθεί το λεγόμενο «μικτό κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα», αφού Πινοσέτ είναι λιγάκι δύσκολο να εγκαταστήσει το καπιταλιστικό σύστημα όποτε το επιθυμεί.
Πρωτοπορεί εδώ η Βρετανία (όπως είδαμε), ακολουθεί η Ιταλία και πρωτοδοκιμάζουν τα βήματά τους Ολλανδία, Σκανδιναβικές χώρες και Γερμανία.
Η φιλοσοφία αυτή συνίσταται στη συμπλήρωση της κύριας σύνταξης που με διάφορες δικαιολογίες και μέτρα θα περιορίζεται, με τις αποδόσεις των κεφαλαίων των επικουρικών και επαγγελματικών ταμείων.
Όπως γράφουν οι Financial Times θα γίνει μια στροφή «από το σύστημα καταβολής των συντάξεων βάσει ενός ποσοστού του τελευταίου μισθού σε ένα σύστημα που θα βασίζεται στις εισφορές» και συνεχίζει:
«Η αλλαγή αυτή έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Η σημαντικότερη επίπτωσή της για τον υπάλληλο είναι ότι αναλαμβάνει τον κίνδυνο της επένδυσης. Απαλλάσσει ωστόσο την επιχείρηση από την υποχρέωση να διασφαλίσει ένα επίπεδο σύνταξης».
Έτσι το επιχείρημα της ανταποδοτικότητας των εισφορών δεν ισχύει, αφού ο μελλοντικός εργαζόμενος δεν συνεπάγεται ότι θα λάβει και τις ανάλογες παροχές. Εξαρτάται από τις αποδόσεις των επενδύσεων αυτών που θα επενδυθούν σε μετοχές στα χρηματιστήρια.
Στις ΕΠΑ, πάρα πολλά ταμεία εργαζομένων δεν έχουν σήμερα να πληρώσουν τους συνταξιούχους τους μετά την κατάρρευση της μετοχής Enron στην οποία είχαν επενδύσει αρκετά ασφαλιστικά ταμεία.
«Σε ατραπούς αβεβαιότητας τα αυτόνομα συνταξιοδοτικά σχήματα» γράφει η «Καθημερινή», τα pension funds, όπως ονομάστηκαν αγγλιστί οι επενδύσεις των ταμείων σε μετοχές φαίνονται να βγάζουν τον μανδύα της «μικτής λύσης» όπως είχαν προβληθεί μέχρι τώρα.
«Καθώς έχουν επενδυμένα πλέον το 70% των κεφαλαίων τους σε μετοχές, η αξία των οποίων μειώνεται, τα funds καλούνται ν’ αναπληρώσουν τις απώλειες με δύο συνέπειες: να εμφανίζουν μειωμένη κερδοφορία ή να πτωχεύουν.
Τα περισσότερα σχήματα εγκαταλείπουν τα προγράμματα «δεδομένης παροχής» σύμφωνα με τα οποία το fund δεσμεύεται για την καταβολή συγκεκριμένου ποσού στον δικαιούχο. Περνούν σε σχήματα που προβλέπουν παροχές ανάλογα με το ύψος των εισφορών και την αποδοτικότητα των επενδύσεων. Σε μια στιγμή που η βρετανική κυβέρνηση επιδιώκει τη μεταφορά του βάρους από την κοινωνική ασφάλιση στην ιδιωτική, η εικόνα των funds όπως σημειώνουν στελέχη της ΚΡΜΕ, θα οδηγήσει μεγάλη μερίδα συνταξιούχων να εισπράξει σημαντικά χαμηλότερες αποδόσεις από αυτές που ανέμενε με απρόβλεπτες συνέπειες στον κοινωνικό ιστό της χώρας».
Νομίζουμε ότι τα σχόλια περιττεύουν… Συνεπώς το λεγόμενο μικτό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι η γέφυρα για την πλήρη ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος.
Δεν έχει καμιά σημασία αν αυτό γίνεται με περισσότερο κομψό τρόπο σήμερα στην Σκανδιναβία ή στην Ολλανδία και με πιο χοντροκομμένο σε Βρετανία, Ιταλία.

Κι όμως κάποιοι μένουν με το στόμα ανοιχτό…


Φαίνεται αυτή την «κομψή» κερκόπορτα που ανοίγει στα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων έχουν ζηλέψει οι «προοδευτικοί» αναλυτές του ΙΓΜΕ της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ.
Έτσι προβάλλεται το σουηδικό πρότυπο, όπου οι επικουρικές συντάξεις (που πληρώνει μόνο ο εργαζόμενος) καλύπτουν -προς το παρόν- το 13,5% του συστήματος. Βεβαίως εκεί χρειάστηκαν 14 χρόνια για να διασφαλιστεί(;) η συναίνεση του 83% του πληθυσμού.
Στην Ολλανδία ο επικουρικός κλάδος καλύπτει το 40% της σύνταξης αλλά υπάρχει πρόβλεψη για 50% και 60%.
Προβάλλεται ακόμη ότι οι κοινωνικοί εταίροι δηλαδή οι εκπρόσωποι των εργαζόμενων αντιπροσωπεύονται στα συμβούλια που αναλαμβάνουν την χρηματιστηριακή διαχείριση των αποθεμάτων των Ταμείων μαζί με τους εργοδότες και τους τεχνοκράτες των ασφαλιστικών εταιρειών.
Τι νόημα όμως έχει η προβολή αυτών των παραδειγμάτων σε μια χώρα που δεν μπορούν να δοθούν ούτε κάποια ψίχουλα, όσα προσωρινά θα μπορούσαν να «ξεγελάσουν» και να υφαρπάξουν την συναίνεση των εργαζομένων; Σε μια χώρα που ήδη οι συντάξεις και με το σημερινό σύστημα είναι οι χαμηλότερες της Ευρώπης;
Εξάλλου είναι νωρίς για να βγάλουν κάποιοι το συμπέρασμα ότι έχει εξασφαλιστεί η συναίνεση των ευρωπαϊκών λαών σε ένα σύστημα μετάβασης που όμως ο τελικός προορισμός του είναι το κοινωνικό μοντέλο της πινοσετικής Χιλής, της Νότιας Αφρικής και της «μετακομμουνιστικής» Πολωνίας!
Γιατί οι ηγέτες της ΕΕ είναι υποχρεωμένοι -ιδιαίτερα μετά την ΟΝΕ και την όξυνση του ανταγωνισμού με τις ΕΠΑ- να βάλουν το μαχαίρι στο κόκαλο. Έτσι το μικτό σύστημα θ’ αρχίζει να «ξεκαθαρίζει» περισσότερο και οι συναινετικοί χειρισμοί να χάνουν την κομψότητά τους.
Παραθέτουμε έναν πίνακα για το πόσο έχει προχωρήσει η κεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών συστημάτων στην ΕΕ σε συνταξιοδοτικά σχήματα που αποδίδουν ανάλογα με την απόδοση των …επενδύσεων.

Αυτόνομα συνταξιοδοτικά σχήματα στην Ευρώπη


Ενεργά μέλη αυτόνομων συνταξιοδοτικών σχημάτων ως % του ενεργού πληθυσμού
% συνταξιούχων επί του συνόλου των μελών
Συνολικές εισφορές
(δις ευρώ)
Εξέλιξη συνολικής επένδυσης (% μεταβολή ‘99/’97)
Βέλγιο
5,7
19,5
1,0
36,3
Δανία
0,4
47,5
0,1
16,5
Γερμανία
18,0
Ελλάδα
Ισπανία
20,6
4,2
6,3
48,1
Γαλλία
Ιρλανδία
Ιταλία
4,9
18,6
1,7
120,5
Λουξ/ργο
Ολλανδία
62,5
14,8
11,7
26,7
Αυστρία
4,9
18,6
1,7
120,5
Πορτογαλία
5,9
24,7
1,2
27,6
Φιλανδία
3,2
37,5
0,1
-20,0
Σουηδία
8,3
12,0
0,5
17,1
Βρετανία
26,4
26,3
Ισλανδία
0,6
53,2
Νορβηγία
9,6
29,1
1,0
18,3

Έτσι το κεφάλαιο θα αξιοποιεί στο μάξιμουμ την «αποθεματική υπεραξία» των ταμείων στις καλές εποχές και θα φορτώνει τη χασούρα στις πλάτες της εργατικής τάξης στις «κακές εποχές» των νομισματικών και χρηματιστηριακών αναταράξεων.
Πραγματικά τα «σκουλήκια» έχουν μπροστά τους μεγάλο πεδίο αποσύνθεσης και αρπαγής.
Για να περάσει το κόλπο, ρίχνεται το ... αστείο της «αυτοδιαχείρισης» των Ταμείων που πρέπει τάχα σα θεσμικοί επενδυτές να διασφαλίζουν την περιουσία τους. Κάπου εκεί έρχεται αρωγός ο ιδιωτικός τομέας. Στην Πορτογαλία έχει ανακοινωθεί ότι θα επιτραπεί σε ιδιωτικές εταιρείες να διαχειρίζονται εφεξής ένα τμήμα των συνταξιοδοτικών και ασφαλιστικών ιδρυμάτων. Στη Γαλλία εξετάζεται η δυνατότητα «σύνδεσης των συνταξιοδοτικών αποδοχών με νέες επενδύσεις αποταμιευτικής φύσης».

Ο τρίτος άξονας.
Άμεση παραχώρηση στον ιδιωτικό τομέα.

Αν ο δεύτερος άξονας συνιστά αυτό που ο καθηγητής Κυριόπουλος περιγράφει σαν «ιδιωτικοποίηση της υπηρεσίας» (που στη δεκαετία του ’80 ονομαζόταν εισαγωγή «ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων» –για να θυμηθούμε τους μακαρίτες Τρίτση, Παπανδρέου κ.λπ..), ο τρίτος άξονας συνιστά την άμεση παράδοση ενός μεγάλου κομματιού της συνταξιοδότησης στο ιδιωτικό ασφαλιστικό (;) κεφάλαιο.
Κι εδώ όμως είναι απαραίτητες κάποιες διευκρινήσεις:
– Το κεφάλαιο ούτε επενδύει χρήματα «για την ψυχή της μάνας του» ούτε ρισκάρει. Η εικόνα του γιάπη με την υψηλή έκκριση αδρεναλίνης ανήκει μάλλον περισσότερο στη μυθολογία του Χόλιγουντ και δε βρίσκει αντίκρισμα στην πραγματική ζωή. Άρα χωρίς επαρκές και αυγατισμένο κέρδος καμία ασφαλιστική εταιρεία (ζωής, υγείας κ.λπ..) δεν είναι διατεθειμένη να προσφέρει κάλυψη.
– Με βάση τα παραπάνω το σύστημα πρέπει να είναι πλήρως ανταποδοτικό (ή καλύτερα σκέτα ανταποδοτικό) για το ... κεφάλαιο εννοείται (κι έτσι θα πρέπει να διαβάζουμε τον όρο ανταποδοτικότητα).
Η εξασφάλιση μιας ισόβιας υψηλής σύνταξης από ιδιωτική ασφάλιση με αποδοχές που θα ικανοποιούσαν το μέσο εργαζόμενο (ειδικά το μέσο Έλληνα) φαίνεται και κοστίζει ακριβά. Αντ’ αυτού, οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν εκπονήσει διάφορα κλιμακωτά επίπεδα συνταξιοδοτικών και ασφαλιστικών «παροχών», ανάλογα βέβαια με το μπαξίσι που ‘χε τη δυνατότητα να καταβάλλει κάποιος.
Επιπλέον –κι αυτό να σημειωθεί– τα συνταξιοδοτικά προγράμματα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών επενδύουν σε μακροπρόθεσμους τίτλους (ομόλογα, μετοχές, αμοιβαία) εισχωρώντας έτσι μ’ αυτόν τον τρόπο και στο κεφαλαιοποιητικό «επικουρικό» κομμάτι του συστήματος.
Είναι επίσης γνωστό πως οι καταβολές των πάσης φύσεως ασφαλιστικών (ιδιωτικών) παροχών υπόκεινται σε πολλά ... «αν» (αν μείνει σταθερός ο πληθωρισμός, αν είναι σταθερά τα επιτόκια, καθώς πάντα οι τιμές υπολογίζονται αποπληθωριστικά).
Θέλουμε με δυο λόγια να πούμε, πως για αιτίες που ‘χουν να κάνουν με τους νόμους της καπιταλιστικής κερδοφορίας, η ιδιωτική ασφάλιση δεν μπορεί να καλύψει μαζικά και σε βάθος χρόνου τη μάζα των εργαζομένων που θα δεχτεί την επίθεση στα ασφαλιστικά του δικαιώματα. Στη Γερμανία π.χ. η κυβέρνηση προτείνει το 1% του ακαθάριστου μισθού που τοποθετείται σε ιδιωτικά ταμεία συνταξιοδότησης, να γίνει 4% το 2008 και μακροπρόθεσμα 40%.

Οι παράπλευρες ζημιές και το …τελικό κέρδος


Τελικά ο διαχωρισμός σε δεύτερο και τρίτο πυλώνα στα υπό διαμόρφωση ασφαλιστικά συστήματα ίσως δεν έχει και τη σημασία που της αποδίδεται. Γιατί στην πραγματικότητα ο «δεύτερος πυλώνας» ανοίγει το δρόμο για τον «τρίτο» πυλώνα.
Στις ΕΠΑ για παράδειγμα η συνταξιοδότηση των εργαζομένων γίνεται μέσω των περίφημων λογαριασμών ΑΚ4 που αποτελούν σημαντική παράμετρο της κοινωνικής ασφάλισης δίπλα στο αμερικανικό …ΙΚΑ.
Την ονομασία τους τη χρωστούν στο ομώνυμο άρθρο του φορολογικού κώδικα ο οποίος μέσω φοροαπαλλαγών παρέχει κίνητρα για ιδιωτική αποταμίευση. Εδώ δεν υπάρχει καν «δεύτερος πυλώνας».
Τα ποσά συγκεντρώνονται σ’ έναν ειδικό λογαριασμό που είναι μεν στο όνομα του εργαζόμενου, αλλά που ο εργαζόμενος δεν μπορεί να αγγίξει ουσιαστικά παρά σε οριακές περιπτώσεις (ολική αναπηρία, κληρονομικές διεκδικήσεις, κ.λπ.).
Τα ποσά που συγκεντρώνονται, επενδύονται σε αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές της ίδιας της επιχείρησης και τα διαχειρίζονται σε συνεργασία με κάποιον επενδυτικό σύμβουλο που επιλέγουν οι εργοδότες.
Ενώ οι εισφορές του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης επενδύονται σε ασφαλείς τίτλους δημοσίου, οι εισφορές των 401 (Κ) μπορούν να επενδυθούν πιο ελεύθερα, με μεγαλύτερο ρίσκο. Τα αποτελέσματα τα είδαμε στην περίπτωση της πτώχευσης της %%%%% που είχε σαν αποτέλεσμα να φαγωθεί μεγάλο ποσό των αποταμιεύσεων 401 (Κ).
Επιπλέον υπάρχουν πολλές καταγγελίες πως πολλά ανώτατα στελέχη έχοντας την κατάλληλη πληροφόρηση πούλησαν έγκαιρα τις δικές τους μετοχές αφήνοντας στα …κρύα του λουτρού τις μετοχές των εργαζομένων που πήγαν στον πάτο μαζί με την %%%%%.
Φυσικά στην Ευρώπη (πλην ίσως Βρετανίας) δεν έχει προχωρήσει έτσι το πράγμα. Η μεθόδευση ξεκινά από τα επικουρικά Ταμεία και γενικότερα τ' αποθεματικά των ταμείων που αρχίζουν να επενδύονται στις χρηματαγορές σε ομόλογα, σε μετοχές κ.λπ.
Ακόμα προτείνονται (και στην Ελλάδα) και εφαρμόζονται σταδιακά φορολογικές ελαφρύνσεις που «ενθαρρύνουν» τους εργαζόμενους να επενδύουν σε τέτοιου είδους συστήματα.
Το αμερικανικό φιάσκο δε φτάνει να προβληματίσει τους ιθύνοντες και να αυτοπεριορίσει την αδηφαγία του κεφαλαίου αν και γεννά πολλούς προβληματισμούς. Ο περιορισμός μπορεί να προέλθει μονάχα από την ενεργή εργατική αντίσταση!


5. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ

Η επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα στη χώρα μας πέρασε από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα μέσα από δυο φάσεις.
Βέβαια στη χώρα μας, σα συνέπεια της εξαρτημένης οικονομίας, του χαρακτήρα της αστικής τάξης, της γενικότερης καθυστέρησης του ελληνικού καπιταλισμού, το αστικό κράτος υπολείπεται και σ’ αυτό τον «παρεμβατικό» τομέα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα, για πρώτη φορά, επικουρικά ταμεία δημιουργήθηκαν το 1979 (ΤΕΑΜ, ΕΤΕΑΜ), προκειμένου η καραμανλική δεξιά να δείξει κοινωνικό πρόσωπο μπροστά στην επερχόμενη άνοδο του ΠΑΣΟΚ, αλλά και να ελέγξει την πίεση για αυξήσεις στις συντάξεις, δηλαδή την καθήλωση της κύριας βασικής σύνταξης.
Η δε «τριμερής χρηματοδότηση» (κράτος - εργοδότες - εργαζόμενοι) θεσπίστηκε πάλι από κυβέρνηση της ΝΔ (κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1991) σαν επίχρισμα χαπιού για την τεράστια αντιασφαλιστική επίθεση της τότε κυβέρνησης. Βέβαια ήταν και αυτή μια κατ’ επίφαση τριμερής χρηματοδότηση, αφού ίσχυε μόνο για τους νεοασφαλιζόμενους (μετά την 1/1/’93), των οποίων βέβαια πετσόκοψε τα ασφαλιστικά δικαιώματα! Και ο τραγέλαφος ολοκληρώνεται αφού η θεσμοθέτηση της «τριμερούς χρηματοδότησης» είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση της κρατικής συμμετοχής στα έσοδα του ΙΚΑ από 37% το 1990 σε 21% το 1997!
Είναι επίσης χαρακτηριστικό στοιχείο, ότι η διαφορά ανάμεσα στις ασφαλιστικές εισφορές και τις παροχές το 1988 δημιούργησε ένα έλλειμμα που έφτανε γύρω στο 3% του ΑΕΠ. Τούτο το έλλειμμα αντιπροσώπευε το …έλλειμμα της κρατικής συμμετοχής στη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος, σε αντίθεση με τα άλλα ασφαλιστικά συστήματα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών (Ιταλία, Ισπανία, Θατσερική -τότε- Αγγλία).
Κι αυτή τη στιγμή που η αναπλήρωση ασφαλιστικών εισφορών για το νέο ασφαλιζόμενο είναι της τάξης του 44%! Με απλά λόγια, την αναπλήρωση των εισφορών του ο ασφαλιζόμενος θα την κάνει κέρασμα στον …Άγιο Πέτρο!
Πώς λοιπόν, ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να ‘ναι αποτελεσματικό είναι σήμερα ελλειμματικό;
Συγκεκριμένα:

α) Από τους πρώτους χρόνους λειτουργίας του με το ν. 1611 του 1950 το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης υποχρεώθηκε να καταθέτει τα πρώτα 25 χρόνια άτοκα (!) και τα υπόλοιπα με συμβολικό επιτόκιο, τα ετήσια κεφαλαιακά πλεονάσματά του, στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Τα πλεονάσματα αυτά πήγαιναν στο εμπορικό - βιομηχανικό κεφάλαιο που τα αξιοποιούσε αρκούντως. Ακόμα και σήμερα το ΙΚΑ και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία καταθέτουν τα αποθεματικά τους (180 δις) με επιτόκιο 18% και ταυτόχρονα δανείζονται με επιτόκιο 32% (ακριβώς για να καλύψουν τα ελλείμματά τους!).
Υπολογισμένα σε τρέχουσες τιμές του 1986, η διαρροή πόρων του ασφαλιστικού συστήματος προσέγγιζε τα 450 δις δρχ. εξαιτίας αυτής της πολιτικής των παγωμένων επιτοκίων! (στοιχεία ΓΣΕΕ)
Παράλληλα οι αποδόσεις των δις που είναι επενδυμένα σε ομόλογα, μετοχές και χρηματιστήριο έχουν περιορισμένη απόδοση για τα ασφαλιστικά ταμεία.
Όπως έγραφε το «Βήμα» στις 26/11/1990 το επιτόκιο απόδοσης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων έγινε 8% μόλις το 1983, ενώ την ίδια περίοδο το ΙΚΑ δανείζονταν από τη χρηματαγορά για να καλύψει τα ελλείμματα με επιτόκιο 18,5%. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι ότι από το έλλειμμα του ΙΚΑ (860 δις δρχ) μόνο τα 300 δις αντιστοιχούν σε πραγματικό έλλειμμα (σχέση εσόδων - εξόδων) και τα υπόλοιπα 560 αντιστοιχούν σε δαπάνες οφειλομένων τόκων!

β) Η κοινωνική πολιτική του ελληνικού κράτους πολλές φορές βασίστηκε στα «ξένα κόλλυβα» του ΙΚΑ και όχι στον κρατικό προϋπολογισμό. Η ενσωμάτωση και η υποδοχή των Αιγυπτιωτών το 1950 (!), η συγχώνευση των Ταμείων, η χρηματοδότηση των κρατικών νοσοκομείων από το 1985 κ.λπ.. στηρίχτηκε στα αποθεματικά των Ταμείων. Ακόμη, όπως έγραφε το «Βήμα» στις 29/11/1989, με λεφτά του ΙΚΑ έγινε «και η συνταξιοδοτική κάλυψη ομογενών... από Ρουμανία, Τουρκία» όπως και «η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των βιοτεχνών της περιφέρειας». Σήμερα βέβαια, έχουμε φτάσει στο εντελώς αντίθετο σημείο. Θεωρείται ότι ένα από τα βασικά χρέη των δημόσιων νοσοκομείων (κοντά στα 64 δις) προέρχεται από τα ασφαλιστικά ταμεία (κυρίων του ΟΓΑ αλλά και από το ΙΚΑ), που βέβαια έγιναν ελλειμματικά γιατί στη δεκαετία του ’80 χρηματοδοτούσαν τα …νοσοκομεία, τα οποία νοσοκομεία κ.λπ.. Φαύλος κύκλος, μύλος μ’ άλλα λόγια.

γ) Εισφοροδιαφυγή
Ένα κομμάτι της ελλειμματικότητας των ταμείων -ιδιαίτερα του ΙΚΑ- οφείλεται και στο έλλειμμα εσόδων συνέπεια της εισφοροδιαφυγής.
Ο μεγαλύτερος «κανονιέρης» εσόδων είναι το βιομηχανικό κεφάλαιο και ο ιδιωτικός τομέας γενικότερα, ενώ στους μεγάλους οφειλέτες του ΙΚΑ συγκαταλέγονται και το δημόσιο με τις επιχειρήσεις του.
Το 1989, όπως έγραφε το «Βήμα» της εποχής, τριάντα περίπου δις (σε τιμές του 1987) χρωστούσαν οι κρατικές επιχειρήσεις και 70 δις οι ιδιώτες. Σήμερα το ποσό έχει αυγατίσει και ΙΚΑ, δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις οφείλουν 140 δις δρχ. από τα οποία 35% αφορούν εισφορές εργαζομένων που έχουν παρακρατηθεί!

¨    Εισφοροδιαφυγή και επιδείνωση ανεργίας, όρων εργασίας
Εισφοροδιαφεύγει βέβαια και η μαύρη, κακοπληρωμένη δουλειά των μεταναστών, ενώ η ανεργία μειώνοντας το εργατικό δυναμικό, αφαιρεί ένα παράγοντα απόδοσης εισφορών. Τέλος, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας (μερική απασχόληση κ.λπ..) οπωσδήποτε αποδίδουν μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές στο ασφαλιστικό σύστημα. Με στοιχεία της ΓΣΕΕ η εισφοροδιαφυγή και η ανασφάλιστη εργασία αφαιρεί ετήσιους πόρους από το ΙΚΑ γύρω στα 155 δις, ενώ η ανεργία 65 δις.
Αλλά ακόμα και η γήρανση του πληθυσμού που, συγκρινόμενη με τους υπόλοιπους παράγοντες, χάνει το ειδικό βάρος που της αποδίδουν, δεν είναι μήπως κι αυτή αποτέλεσμα της αντιλαϊκής οικονομικής και (αντι)κοινωνικής πολιτικής που ακολουθούν οι κυβερνήσεις της ΕΕ και του κεφαλαίου; (υπογεννητικότητα, μεγάλες οικογενειακές υποχρεώσεις κ.λπ..)

¨          Λογιστικές αλχημείες
Η αναμενόμενη μακροχρόνια κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος υπόκειται σε πολλαπλές και δυσνόητες λογιστικές εκτιμήσεις και αλχημείες.
Επιπλέον υπάρχει και κανονική λογιστική αλχημεία ως προς το μέγεθος του μακροχρόνιου αναλογιστικού ελλείμματος που προέρχεται από τις «μεγάλες εξαιρετικά αποκλίσεις που αυτό εμφανίζει ανάλογα με τις, κατά περίπτωση παρελάσσουσες παραδοχές που αποτελούν τη βάση απολογισμού του» (έκθεση ΙΝΕ ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ). Έτσι με επιτόκιο 5% υπολογίζεται στο 64,81% του ΑΕΠ και με επιτόκιο 3% στο 104,88% του ΑΕΠ!
Πολλούς λάκκους έχει η φάβα.

Οι φάσεις μιας διαχρονικής επίθεσης

·     Από το 1986 μέχρι το 1989

Η «προοδευτική» «Ελευθεροτυπία» την 1/3/1987, έγραφε για τα «τρία σενάρια για την ενοποίηση των Ταμείων Υγείας».
Τα σενάρια τότε περιείχαν «ενοποίηση των Ταμείων Υγείας, δημιουργία ενός υπεροργανισμού (ΕΦΥ) που θα διαχειρίζεται τους πόρους για τα Ταμεία Υγείας ή που μέσω αυτού του υπεροργανισμού θα γίνονται προγραμματικές συμβάσεις των Ταμείων ώστε ο τελευταίος να μην αναλαμβάνει την είσπραξη αλλά την κίνηση των κεφαλαίων».
Σε συνέντευξη το 1986 στην ίδια εφημερίδα ο Σολομός, ο τότε μέχρι σχετικά πρόσφατα διοικητής του ΙΚΑ, προτείνει διαχωρισμό της περίθαλψης από την ασφάλιση - πρόνοια, κάνει για πρώτη φορά λόγο για «εθνική κατώτατη σύνταξη» και ενοποίηση Ταμείων.
Κοινός τόπος όλων αυτών η ανησυχία για τα ελλείμματα των Ταμείων, για το οικονομικό νοικοκύρεμά τους κ.λπ.. Πρωτοστατούν διάφοροι καθηγητές όπως ο Κυριόπουλος που στα κατοπινά χρόνια θα τον φιλοξενεί στις στήλες του ο Ριζοσπάστης σαν «αντινεοφιλελεύθερο» επιστήμονα. Τότε το αντιδραστικό κύμα δεν είχε πετάξει έξω τους πρωτεργάτες της σχετικής φιλολογίας. Το ρεφορμιστικό όραμα -αν και στη δύση του- προσέφερε ακόμα μερικές αυταπάτες.
Στα τέλη της τριετίας και αφού οι αντιδραστικές εξελίξεις του ’89 έδωσαν φτερά στα αντιλαϊκά προγράμματα έχουμε τη δημοσιοποίηση της έκθεσης του ΟΟΣΑ για τα ασφαλιστικά Ταμεία. Εκεί προτείνεται ένα «νέο» σύστημα:
«Πρακτικά πρέπει να δοθεί μια μίνιμουμ ασφαλιστική κάλυψη για όλους, που θα χρηματοδοτείται από την άμεση κυρίως φορολογία. Επίσης το σύστημα ασφάλισης υποχρεωτικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι ανταποδοτικό, με διμερή χρηματοδότηση (εργαζόμενοι, εργοδότες). Παράλληλα θα πρέπει να υπάρχει ένα προαιρετικό σύστημα επιπλέον ασφάλισης μέσα από ιδιωτικούς ή συνεταιριστικούς φορείς, που λειτουργεί με το σύστημα κεφαλαιοποίησης (κάτι σαν το εφάπαξ). Τέλος, εφόσον έχει αυξηθεί το προσδόκιμο ζωής, θα πρέπει σταδιακά να αυξηθεί και το χρονικό όριο συνταξιοδότησης όπως έχει γίνει ήδη στην Ιαπωνία, ΕΠΑ». («Βήμα», 29/11/’89)
Σας θυμίζει τίποτε από το… μέλλον;

·     Από το 1989 μέχρι το 1991

Από τους προβληματισμούς του Σολομού και του Κυριόπουλου μέχρι την έκθεση του ΟΟΣΑ έπρεπε να διανυθεί ένα διάστημα. Εξάλλου οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις ανέβαλλαν την σκλήρυνση της αντιλαϊκής επίθεσης που προετοιμάζονταν και από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου.
Ήταν επιτακτικό να γίνει η «κάθαρση» από τις ρεφορμιστικές προσδοκίες και τις λαϊκίστικες δεσμεύσεις της προηγούμενης δεκαετίας. Εδώ η συνενοχή της ρεφορμιστικής αριστεράς του ενιαίου ΣΥΝ και της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ είναι τεράστιες. Με τη συμμετοχή τους στις κυβερνήσεις, τη συνενοχή που έδειξαν απέναντι στις διάφορες Επιτροπές Σοφών, τα πήγαιν’ έλα του Σουφλιά, του Δραγασάκη και άλλων ομοίων τους, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο ν’ αδρανοποιηθεί ένα κομμάτι του ελληνικού λαού και σ’ ένα άλλο να περάσει μέχρι και τη λογική ότι έφταιγε το «Τσοβόλα, δώστα όλα», η «κοινωνική πολιτική παροχών (;) του ΠΑΣΟΚ».
Μπορούμε με σιγουριά να πούμε ακόμα πως αν σήμερα το παραμύθι του «κοινωνικού διαλόγου» δεν πέρασε (γιατί οι λαϊκές μάζες είδαν τις συνέπειες των αντιδραστικών εξελίξεων μετά το ’89) τότε τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι.
Στην καλύτερη περίπτωση η πολιτική συνενοχής στην «ελλειμματολογία» της ηγεσίας της ρεφορμιστικής αριστεράς βοήθησε τη ΝΔ να συσπειρώσει τη βάση της χωρίς ιδεολογικοπολιτικό αντίπαλο (βοηθούμενη βεβαίως και από τις διεθνείς εξελίξεις μετά το ’89).
Αν σήμερα τόσο οι ηγεσίες του «Κ»ΚΕ και του ΣΥΝ όσο και οι διάττοντες αστέρες τής τότε εποχής (Δραγασάκηδες, Δρεττάκηδες, Σκουτέληδες, Κυριόπουλοι, κ.λπ..) δηλώνουν την έκπληξη και τον αποτροπιασμό τους για το μέγεθος της νεοφιλελεύθερης επίθεσης (και για το γεγονός ότι το κύμα τούς ξέβρασε), κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου αρκετό για να καλύψει και να ισοσκελίσει το δικό τους …έλλειμμα πραγματικής αριστερής γραμμής και τοποθέτησης. Δεν ήταν θέση του Κυριόπουλου και του Σκουτέλη πως «σείεται το ασφαλιστικό σύστημα» και πως τα ελλείμματα των νοσοκομείων οφείλονται στις μικρές συμμετοχές των Ταμείων;

Η επίθεση Μητσοτάκη - Το πολυνομοσχέδιο
«σκούπα» των ασφαλιστικών δικαιωμάτων

Με τον «αέρα» της κάθαρσης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη παίρνει τη σκυτάλη και ξεκινά ο «διάλογος» με το όραμα του ’92. Έτσι στις 24/12/1989 «σκάνε μύτη οι προτάσεις για τα Ταμεία» που διαμορφώνει η ομάδα του φρέσκου υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (η ΝΔ δεν είχε τρεις μήνες που ανέλαβε την εξουσία): κατώτατη εθνική σύνταξη, σύνταξη στα 65 χρόνια και 35 χρόνια εργασίας, περιορισμό των συντάξεων αναπηρίας, ασφάλιστρο από αγρότες και δημοσίους υπαλλήλους, εκκαθάριση των βαρέων και ανθυγιεινών, επίθεση στη δήθεν πολυφαρμακία, ενώ γίνεται αναφορά στην ανταποδοτικότητα όπως ειδικά εφαρμόζεται στην περίπτωση του ΝΑΤ, όπου οι αυξήσεις θα δίνονται ανάλογα με τους πόρους και όχι με το καθεστώς της τότε ΑΤΑ.
Μεσολαβεί ένας περίπου χρόνος προετοιμασίας και την άνοιξη του ’91 η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρνει το πολυνομοσχέδιο σκούπα των ασφαλιστικών δικαιωμάτων.
Ποια ήταν τα βασικά του χαρακτηριστικά;
§ Δημιουργούνται ασφαλιζόμενοι δυο ταχυτήτων. Οι νεοασφαλιζόμενοι από 1.1.1993 πρέπει είτε να συμπληρώνουν 35 χρόνια υπηρεσία είτε να είναι 65 ετών για να πάρουν πλήρη σύνταξη.
§ Η πλήρης σύνταξη του νόμου του Μητσοτάκη είναι όμως κατά 20% μειωμένη σε σχέση με παλιά.
§ Μειώθηκε το ύψος των καταβαλλόμενων συντάξεων που δεν υπολογίζονται με το κλάσμα σε τριακοστά πέμπτα αλλά σε πεντηκοστά.
§ Μειώθηκε και υπονομεύτηκε η κατώτατη σύνταξη με την αποσύνδεσή της από τα 20 τελευταία μεροκάματα (ίση με τα 20 μεροκάματα των εν ενεργεία μισθωτών σε κάθε κλάδο). Αντ’ αυτού συνδέθηκε με την εισοδηματική πολιτική τής κάθε κυβέρνησης.
§ Καθόρισε επίσης 25% συμμετοχή στην αξία του φαρμάκου για τους ασφαλισμένους τόσο τους εργαζόμενους όσο και τους συνταξιούχους.
§ Για πρώτη φορά κρατούνται ασφαλιστικές εισφορές από τους δημόσιους υπαλλήλους τόσο επί του βασικού μισθού όσο και επί όλων των επιδομάτων (είχαν ξανακρατηθεί τη δεκαετία του ’60 και πιο πριν).
§ Επιπλέον οι νόμοι 91-93 της κυβέρνησης της ΝΔ αύξησαν τις ασφαλιστικές κλάσεις, αύξησαν στα 4500 τα απαραίτητα ένσημα εργασίας προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί ο εργαζόμενος (από 4050).
Όλες αυτές οι μειώσεις και οι περικοπές στις αποδοχές βασικά των συντάξεων αλλά και ο περιορισμός μιας σειράς άλλων ασφαλιστικών δικαιωμάτων αφορούσε -και αφορά μέχρι σήμερα- τους υπαλλήλους και εργαζόμενους που άρχισαν να δουλεύουν από το 1983.
Τα νομοσχέδια Μητσοτάκη πέρα από την 65ετία - 35ετία δεν πρόβλεπαν τίποτε άλλο πιο σημαντικό για τους εργαζόμενους που άρχισαν να εργάζονται από το 1983 και μετά. Άφηναν αυτό το «πρόβλημα» να κανονιστεί σε μεταγενέστερους νόμους. Τη σκυτάλη την πήρε το ΠΑΣΟΚ.
Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε πως τ’ αντιασφαλιστικά νομοσχέδια της ΝΔ (91-93) αύξησαν τις ασφαλιστικές εισφορές, περιόρισαν τις συντάξεις και επιδείνωσαν σοβαρά τις προϋποθέσεις θεμελίωσης ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Επιπλέον κατηγοριοποίησαν τους ασφαλισμένους για πρώτη φορά.
Μ’ αυτή την έννοια τ’ αντιασφαλιστικά νομοσχέδια αποτέλεσαν μια σημαντική αντιδραστική τομή που εγκαινίασε την επίθεση, άνοιξε το δρόμο. Δεν ήταν όμως η επίθεση στη βασική δομή του ασφαλιστικού συστήματος, στα ώριμα όπως λέγεται ασφαλιστικά δικαιώματα, στα ίδια τα Ταμεία.

Το περίεργο διάστημα της συνύπαρξης και αλληλοσυμπλήρωσης των νόμων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ

Συνέπεια των αντιασφαλιστικών νόμων της ΝΔ ήταν μια κραυγαλέα κοινωνική ανισότητα. Στη διάρκεια του 1996, το 74% των (χαμηλο)συνταξιούχων μοιράστηκε το 49% του συνόλου των δαπανών και το υπόλοιπο 51% πήγε στο 26% των υψηλοσυνταξιούχων. Μόλις το 21% των συνταξιούχων έπαιρνε το 1995 συντάξεις πάνω από τα κατώτατα όρια.
Η δε κρατική συμμετοχή -παρά την υποκριτική θεσμοθέτηση της τριμερούς χρηματοδότησης- έφτασε από 37% το 1990 στο 21% το 1997.
Το ΠΑΣΟΚ είχε αντιταχθεί έντονα στη Βουλή -όταν ήταν αντιπολίτευση- και είχε δεσμευτεί ρητώς να καταργήσει τους νόμους όταν γινόταν το ίδιο κυβέρνηση. Είχε μάλιστα δεσμευτεί να επανασυνδέσει την κατώτατη σύνταξη με τα 20 τελευταία μεροκάματα (ΗΑΕ)
Φυσικά μην τους είδατε. Μόλις το 1997 προχώρησε σε κάποιες τροποποιήσεις περιορισμένης κλίμακας. Με στοιχεία της ΓΣΕΕ, το 1995, το ΙΚΑ πήρε σαν επιδότηση 220 δις, ενώ το κόστος άσκησης κοινωνικής πολιτικής από το ίδρυμα για λογαριασμό του κράτους επιβαρύνθηκε με 365 δις! (Πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου και προσυνταξιοδότησης ή επιδότηση ανέργων σε Χαλκιδική, Μαντούδι, Ναυπηγεία κ.λπ.. Με νόμο του 1996 σε χρήματα του ΙΚΑ (διαθέσιμα) στηρίχτηκε η απαλλαγή δήμων και κοινοτήτων από καθυστερημένες εισφορές τους).
Με νόμο του 1997 (2556) υποχρεώνονται οι ασφαλιστικοί οργανισμοί να φέρουν το βάρος που απαιτείται για οικονομική ανακούφιση όσων επιχειρήσεων έπαθαν ή θα πάθουν ζημιά από θεομηνίες, διάφορες μειώσεις οφειλόμενων εισφορών, ποντιακής καταγωγής υπηκόων, κόστος θερινής εξοχής, μη δικαιούχων παιδιών.
Πέρα από τις άμεσες μικροπολιτικές επιδιώξεις αυτής της τακτικής είναι σαφής ο μακροπρόθεσμος στόχος που οδηγεί στην ανατροπή της αναλογιστικής ισορροπίας και στη διόγκωση των ελλειμμάτων.
Όσο για την κατώτατη σύνταξη το ΠΑΣΟΚ δεν προχώρησε στην επανασύνδεσή της με τα 20 μεροκάματα. Στη θέση της ήρθε το κακόφημο ΕΚΑΣ, ένα επίδομα που δεν εντάσσεται στο βασικό κορμό της σύνταξης, έχει χαρακτήρα κρατικής ελεημοσύνης, συνδέεται με το εισόδημα των συνταξιούχων μ’ αποτέλεσμα για μερικά χιλιάρικα να μην μπορούν να το πάρουν σημαντικά τμήματα των συνταξιούχων που το ‘χουν ανάγκη.
Στο «προσχέδιο», εξάλλου, εξειδικευμένων θέσεων για διάλογο που είχε κυκλοφορήσει το ΠΑΣΟΚ το 1992 με επιμέλεια του Τζουμάκα, προτείνονταν ένα τριαξονικό ασφαλιστικό σύστημα, ενιοποίηση των ομοειδών τουλάχιστο ταμείων, δημιουργία υπεροργανισμών για την Υγεία (Ενιαίος Φορέας Υγείας). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» του Οκτώβρη του ’92 καλούσε τον Σιούφα (υπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων της ΝΔ) να παραδειγματιστεί και να «πάρει» από τις ιδέες από το πόρισμα Τζουμάκα!

Η έκθεση Σπράου

Κάπου εκεί γύρω στο 1997 οι Έλληνες μαθαίνουν ότι εκτός Ελλάδος ζει μια ιδιοφυία. Απ’ όλες τις εκθέσεις για το ασφαλιστικό, η «έκθεση Σπράου» περιγράφει με τον πιο ψυχρό, αναλυτικό τρόπο το σύνολο των αντεργατικών διαθέσεων του κεφαλαίου.

¨    Γενικές κατευθύνσεις

Σύμφωνα με την έκθεση Σπράου που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Οκτώβρη του 1997 το ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης χαρακτηρίζεται σαν «καταρχήν διανεμητικό».
Στη γλώσσα των κατεδαφιστών της κοινωνικής ασφάλισης αυτό σημαίνει ότι κατά βάση δημιουργεί και προσφέρει παροχές χωρίς υποτίθεται να φροντίζει ν’ αναπαραχθούν τ’ αποθέματά του.
«…σπάταλο σύστημα συντάξεων που συνδυάζει νησίδες υπερτροφικής προστασίας με αδιαφορία για περιπτώσεις πραγματικής ένδειας».
Επίσης σύμφωνα με τον «κοινωνικά ευαίσθητο» κ. Σπράο, το ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης παρουσιάζει «μεγάλο ποσοστό αναπλήρωσης» και πρέπει αυτό να μειωθεί. Έτσι τίθεται οι εξής στόχοι:
1. «Αύξηση εσόδων - εισφορών - φορολογία» (είναι σαφές)
2. «Περιορισμός του μέσου ποσοστού αναπλήρωσης των εισφορών» (δηλαδή μικρότερες συντάξεις)
3. «Περιορισμός δικαιούχων - επιμήκυνση του εργασιακού βίου (είναι επίσης σαφές τι εννοεί).
Βασικό εμπόδιο στην «επιμήκυνση του εργασιακού βίου» θεωρείται το «αναχρονιστικό σύστημα βαρέων και ανθυγιεινών».
4. «Ορθή διαχείριση των αποθεματικών μέσω της χρηματαγοράς».
5. «Τα Ταμεία να δημιουργούν κεφάλαιο και όχι να το ρευστοποιούν».

¨    Οι τρεις πυλώνες

«Τα τελευταία χρόνια διεθνώς υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη σχέση, ασφάλιση, αποταμίευση δημιουργίας παραγωγικού κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, υπάρχει η θέση ότι κεφαλαιοποιητικά συστήματα χρηματοδότησης ευνοούν τις αποταμιεύσεις και συνεπώς διευκολύνουν την αντιμετώπιση του δημογραφικού: η οικονομία στην περίπτωση αυτή θα έχει περισσότερο παραγωγικό κεφάλαιο το 2010 και θα είναι σε θέση να πληρώσει τις συντάξεις. Οι θιασώτες του λεγόμενου «Χιλιανού μοντέλου» θεωρούν ως το αποφασιστικότερο επιχείρημα υπέρ της θέσης τους, ότι οδήγησε σε αλματώδη άνοδο το χρηματιστήριο και ήταν μια από τις κύριες αιτίες για την ταχύτατη πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας από το 1980 ως το 1997…».
Ήρθαμε και στο ψητό.
Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, το «Χιλιανό μοντέλο» που εμμέσως πλασάρει ο κ. Σπράος, το μοντέλο της βάρβαρης πινοσετικής χούντας, οικοδομήθηκε πάνω στα συντρίμμια των εργατικών - κοινωνικών κατακτήσεων. Αποτέλεσε το εργαστήριο πειραματικής εφαρμογής των πιο άγριων νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων της «Σχολής του Σικάγου», του ρηγκανισμού και του θατσερισμού.
«Το ζητούμενο τη δεκαετία του ’90 δεν είναι πια η κρατικοποίηση των αποταμιεύσεων αλλά η ιδιωτικοποίησή τους», αναφέρει η έκθεση. Ενώ αναλώνει αρκετές παραγράφους για να μας πείσει ότι χωρίς ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει διανομή και παροχές. «Ασφάλιση - ανάπτυξη» είναι το τρίπτυχο.
Κάπου εκεί μπαίνει και η απειλή του ΔΝΤ ότι η διατήρηση του σημερινού συστήματος συνταξιοδότησης θα οδηγήσει σε δραστικές περικοπές.
«Η ιδέα είναι απλή. Οι συντάξεις καλούνται να εξασφαλίσουν τρεις διαφορετικούς σκοπούς. Για τον κάθε σκοπό αντιστοιχεί ένα ξεχωριστό επίπεδο σύνταξης:
1. «Το πρώτο επίπεδο αντιστοιχεί στην κοινωνική πρόνοια». Πρόκειται «για μια εγγύηση κατώτατου εισοδήματος, συχνά με έλεγχο οικονομικών δυνατοτήτων». Η λεγόμενη «εθνική σύνταξη» στα όρια της εξαθλίωσης. Αυτή είναι η ελαχίστου κόστους κοινωνική πρόνοια που είναι διατεθειμένο να «παρέχει» το σύστημα στη σημερινή φάση.
2. «Το δεύτερο επίπεδο αντιστοιχεί στην αναπλήρωση εισοδήματος. Λειτουργεί όπως το σημερινό σύστημα, αλλά χωρίς κλαδικές ή άλλες διαφοροποιήσεις. Χρηματοδοτείται από την επόμενη γενιά».
Η χρηματοδότηση αυτή πραγματοποιείται με πολύ σκληρούς όρους στην κατεύθυνση που περιγράφτηκε (αύξηση εισφορών, προϋποθέσεων, χρόνου εργασίας, ορίων συνταξιοδότησης, κατάργηση βαρέων - ανθυγιεινών, περιορισμό συντάξεων αναπηρίας, κατάργηση των επικουρικών ταμείων που η έκθεση τα θεωρεί υπεύθυνα για τους παραλογισμούς του συστήματος «όταν η σύνταξη υπερβαίνει το εισόδημα της εργασίας»).
3. «Το τρίτο επίπεδο αντιστοιχεί στην κλαδική αποταμίευση». Αυτό το επίπεδο θ’ αντικαταστήσει τα «παράλογα επικουρικά ταμεία». Θα χρηματοδοτείται δε «από το κεφαλαιοποιητικό σύστημα που εκμηδενίζει τις πιθανότητες επιδότησης της μιας επαγγελματικής ομάδας από την άλλη». Η έκθεση συνεχίζει: «Το τρίτο επίπεδο είναι συνήθως ιδιωτικό, αν και σε όλες σχεδόν τις χώρες διέπεται από νόμους που προστατεύουν τον αποταμιευτή, θέτουν υποχρεώσεις στο δανειστή ή στους εργοδότες ή ορίζουν ελάχιστα επίπεδα προστασίας».

¨    Ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης;

Δεν είναι έξω από τη στόχευση του εισηγητή ότι στην Έκθεση αμέσως μετά από το παραπάνω κομμάτι ακολουθεί η επισήμανση πως στην Ελλάδα «υπάρχει πολύ μικρή ανάπτυξη του τομέα των επαγγελματικών (ιδιωτικών) συντάξεων, ενώ στη Δ. Ευρώπη ο ιδιωτικός τομέας «αναπληρώνει μέχρι και 40% - 60%» το έλλειμμα ασφάλισης.
«Αν το δούμε δε αντιστρόφως, χρήματα που συνεισφέρονται εθελοντικά σε ιδιωτική ασφάλιση, αντιμετωπίζονται από τον εργαζόμενο ως «δικά του λεφτά», ενώ οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ελάχιστα διαφέρουν από τη φορολογία».
Η έκθεση λοιπόν, πάει … «μακριά στο παρελθόν» το κεφαλαιοποιητικό σύστημα των επικουρικών ταμείων, το βλέπει σα γέφυρα που θα δώσει τη θέση του στην «κλαδική αποταμίευση». Στο μεικτό, βλέπε, ιδιωτικό σύστημα.
Είχε παραπονεθεί τότε ο Πλάτων Ζήνιος, εκ των συντακτών της έκθεσης, κοσμοπολίτης Έλλην του εξωτερικού, όπως και ο Σπράος αντίστοιχα, όταν οι εφημερίδες ανακάλυψαν τα «δια γυμνού οφθαλμού» κοινά σημεία των εκθέσεων με το Χιλιανό σύστημα.
«Η πλήρης μετατροπή του παλαιού διανεμητικού συστήματος προς κεφαλαιοποιητικό έχει εφαρμοστεί τα τελευταία 15 χρόνια με επιτυχία στην Λατινική Αμερική», γράφεται στην έκθεση. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν προτείνεται στην Ευρώπη τάχα (και από πραγματιστική άποψη δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτή την ώρα τουλάχιστο). Τότε προς τι η αναφορά;
Μήπως δεν είναι γνωστό πως σε κάθε αναφορά της στο ασφαλιστικό τα τελευταία 45 χρόνια η Παγκόσμια Τράπεζα «θυμάται» το Χιλιανό παράδειγμα; (Averting the Old Age Crisis). Να προσθέσουμε εδώ την άποψη του ειδικού συμβούλου του προέδρου Κλίντον ότι η «πλήρης εφαρμογή του μοντέλου στη Χιλή οφείλεται στον πλήρη έλεγχο των μίντια».
Έτσι λοιπόν, για να γίνει κατανοητό με τι συνδυάζεται η επίθεση στα ασφαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα…

6. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΑΚΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Για τις θέσεις των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων

Για τη ΝΔ

Σήμερα η ΝΔ -ειδικά οι συνδικαλιστές της- ψελλίζουν λόγια αντίστασης στην επίθεση. Πρόκειται για μεγάλη υποκρισία και καθαρή αντιπολιτευτική λογική.
Οι αντιασφαλιστικοί νόμοι του ’91 -’93 που εγκαινίασαν την επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα είναι δικό τους δημιούργημα.
Όταν το 1992 ο Τζουμάκας κατέθετε το προσχέδιο για την Κοινωνική Πολιτική του ΠΑΣΟΚ που για πρώτη φορά γινόταν λόγος για «τριαξονικό» σύστημα ασφάλισης, ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» (όπως αναφέραμε) θριαμβολογούσε γιατί είχε επιτευχθεί ο Μεγάλος Συνασπισμός των δυο αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) στα ασφαλιστικά ζητήματα. Και ορθώς.

Για τους κυβερνητικούς συνδικαλιστές
και τα κόμματα της ρεφορμιστικής αριστεράς.

Ίσως θεωρηθεί προβοκατόρικο που βάλαμε στον ίδιο παρονομαστή καταρχάς κυβερνητικούς και ρεφορμιστές συνδικαλιστές. Διαφορές σαφέστατα υπάρχουν, κι αν θέλουμε, διαφορές πολιτικής και ηθικής τάξης. Όμως μπορεί να ξεπουλάς μια υπόθεση καμώνοντας ή πιστεύοντας πως την υπερασπίζεσαι.
Η κοινή ιδεολογικοπολιτική βάση βρίσκεται στο ότι οι όποιες λύσεις, προτάσεις, αγωνιστικές διέξοδοι αναζητούνται εντός του κυρίαρχου συστήματος. Επιπλέον, με τη σχετική διαβάθμιση φυσικά υπάρχει η τάση εμπλοκής των εργαζομένων σε τρόπους διαχείρισης της κρίσης (εδώ τα πάνε αρκετά καλά και οι «ριζοσπάστες»). Και για να γίνουμε συγκεκριμένοι:

¨    Οι κυβερνητικοί συνδικαλιστές και ο ΣΥΝ

α) Το πρώτο σημείο εμπλοκής και διολίσθησης των εργαζομένων σε λογικές συνυπευθυνότητας βρίσκεται στην απάντηση του ερωτήματος (ή καλύτερα στο ίδιο το ερώτημα). «Πού θα βρεθούν τα χρήματα»; Καλά και άγια είναι να χρησιμοποιούνται διάφορα στοιχεία για πολιτική αποκάλυψη σχετικά με τα μέχρι τώρα πεπραγμένα των αστικών τάξεων και κυβερνήσεών τους. Όμως δε μπορεί να γίνει η «άλλη διαχείριση» των Ταμείων, βασικό στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης της εργατικής τάξης.
Έτσι λοιπόν η ΓΣΕΕ κριτικάροντας όλες τις κυβερνήσεις γιατί δε θέσπισαν πραγματικά «τριμερή συμμετοχή» (εννοώντας βασικά την παρουσία του κράτους) διεκδικεί γνήσια «τριμερή συμμετοχή». Αναγνωρίζει έτσι την συνυπευθυνότητα της εργατικής τάξης στο πρόβλημα.
β) Βέβαια, για μια ηγεσία όπως αυτή της ΓΣΕΕ, κάτι σαν τα παραπάνω θα θεωρούνται «πταίσμα». Η ΓΣΕΕ όμως εμπλέκεται και στο θέμα των επικουρικών ταμείων. Συμμετέχει δηλαδή στον προβληματισμό για κεφαλαιοποιητική «αξιοποίησή» τους (sic).
Στην ημερίδα που διοργάνωσε η ΟΤΟΕ το ’98 σημειώθηκε αξιοσημείωτη σύγκλιση απόψεων στην ανάγκη αξιοποίησης μέσω της κεφαλαιαγοράς των αποθεματικών των Ταμείων με ιδιαίτερη έμφαση στα επικουρικά ταμεία που «θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σε κεφαλαιοποιητική βάση και να δώσουν διέξοδο στην κρίση του ασφαλιστικού συστήματος».
Ο επιστημονικός εκπρόσωπος και διευθυντής μάλιστα της ΙΝΕ - ΓΣΕΕ, Ρομπόλης, αυτό που βρήκε να πει ήταν η «απουσία ελληνικών παρατηρήσεων στην έκθεση που ετοιμάζει η Κομισιόν για τα Ταμεία».
Έτσι, λίγο αργότερα, η ΓΣΕΕ μέσω του ΙΝΕ δημοσιεύει τη δική της αντιπρόταση, όπου απορρίπτει την ιδιωτική ασφάλιση κι ότι «αυτό μπορεί ν’ αποτελέσει ιδιαίτερο πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης».… Αντίθετα η ΓΣΕΕ αποδέχεται το ρόλο της επικουρικής ασφάλισης, που άλλωστε έχει επαγγελματικό χαρακτήρα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης εργοδοτών - εργαζομένων.
Σ’ αυτά τα πλαίσια η ΓΣΕΕ μπορεί υπό προϋποθέσεις να κάνει αποδεκτή τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών «όχι βέβαια σε βάρος της κρατικής συμμετοχής και τον προϋπολογισμό» (θέσεις του πρώτου «κοινωνικού συμβολαίου ειρήνης και διαλόγου ΓΣΕΕ - ΣΕΒ).
Η ΓΣΕΕ μάλιστα, πιο ριζοσπαστική, προτείνει την κατάργηση του νομοθετικού πλαισίου που εμποδίζει τη δημιουργία επικουρικών ταμείων ή λογαριασμών! Διαμαρτύρεται μάλιστα γιατί ο νομοθέτης επιτρέπει «καταφυγή σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία για ομαδική ασφάλιση», ενώ «απαγορεύεται η συμφωνία εργαζομένων - εργοδοτών για την ίδρυση επικουρικών ταμείων».
Από κει και πέρα καταθέτει η ΓΣΕΕ την πλήρη πρότασή της «για την αποκατάσταση της αυτοδιοίκησης και της αυτοδιαχείρισης των Ταμείων» στη βάση βέβαια της ελευθερίας που πρέπει να δοθεί στους κοινωνικούς εταίρους. Διαμαρτύρεται γιατί οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών ενώσεων «αποξενώνονται από τα προτεινόμενα σχήματα διαχείρισης». Επικαλείται τη «διεθνή εμπειρία και πρακτική» και μάλιστα αυτή της ΕΕ και προτείνει τη «βιωσιμότητα, εξυγίανση» των Ταμείων, την «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των κοινωνικών κεφαλαίων».
Ειδικότερα προτείνει «λειτουργία Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς» και μάλιστα διεύρυνσή της με εκπρόσωπο της ΓΣΕΕ. Παραπέρα εισηγείται τη δημιουργία ενός άλλου ειδικού οργάνου που θα λειτουργεί στα πλαίσια της επιτροπής, στο οποίο θα συμμετέχουν ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΣΕΒ κ.λπ..
Από κει και πέρα προχωρά σε πολύ εξειδικευμένες προτάσεις «για τους αναλαμβανόμενους επενδυτικούς κινδύνους» όπως «minimum επένδυσης 50%, maximum 20%, maximum επένδυσης σε μετοχές 5%, σε συναλλαγματικές 20%» κ.λπ.
Επειδή ακόμα το επενδυτικό τοπίο «γίνεται ευέλικτο», απαιτείται να μη ρυθμίζεται «με νόμους» αλλά με «αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανάλογα με τις συνθήκες», επιπλέον διεκδικεί (;) πάλι «σταδιακή μετατροπή των έντοκων γραμμάτων του χαρτοφυλακίου σε ομόλογα», «νέο τύπο Αμοιβαίων Κεφαλαίων Συνταξιοδοτικού Σκοπού».
Κι όλα αυτά, σε αντίθεση με τη δημιουργία «Ανώνυμης Εταιρίας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων» αλλά στην προοπτική της «ελεύθερης επενδυτικής επιλογής» μέσω σύναψης συμβάσεων «που θα αναθεωρούνται σε τακτική βάση».
Κι όλα τα παραπάνω «στεφανωμένα» «με την εκπροσώπηση των ασφαλιστικών φορέων, στις Γενικές Συνελεύσεις των ΑΕ όπου είναι μέτοχοι»! Και εργατικός έλεγχος μέσα στα ΑΕ λοιπόν!
Συμπερασματικά, πρόκειται για πρόταση «προωθημένη», τοποθετημένη μέσα στη λογική του κεφαλαιοποιητικού συστήματος των Επικουρικών Ταμείων, διανθισμένη με μπόλικες ρεφορμιστικές αυταπάτες, γκρίνιες και φληναφήματα περί εργατικής συμμετοχής.
Όσο για την διεθνή εμπειρία που επικαλείται η ΙΝΕ - ΓΣΕΕ δεν έχει και πολύ άδικο. Στις ιμπεριαλιστικές χώρες, η ενσωμάτωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε διαχειριστικούς θεσμούς έχει ιστορία τουλάχιστο δυο δεκαετιών από τότε που αποφάσισαν να γίνουν τα συνδικάτα «επενδυτές».
Στη Γερμανία δε, ο πρόεδρος της Γερμανικής ΓΣΕΕ τοποθετείται για το αν ο Ντούϊζενμπεργκ πράττει ορθώς όταν ανεβάζει ή κατεβάζει τα επιτόκια. Τέτοια συμμετοχή δηλαδή!


¨    Οι θέσεις του ΚΚΕ

Πιο «αριστερά» τοποθετημένη η πρόταση του «Κ»ΚΕ δεν εισηγείται τον ...«αυτοτραυματισμό» μας πριν προφτάσουν να μας ακρωτηριάσουν κυβέρνηση - ΕΕ (ΓΣΣΕ) αλλά υποτίθεται προχωράει πιο επιθετικά.
Δεν είναι τυχαία η επικέντρωση της συνθηματολογίας του «Κ»ΚΕ στα Ταμεία κατά πρώτο λόγο και όχι στα ασφαλιστικά δικαιώματα. (δεν είναι για διάλυση, «επιτροπή για τη σωτηρία των Ταμείων», κ.λπ.). Το «Κ»ΚΕ εξακολουθεί να τοποθετείται πάντα στο έδαφος των θεσμικών παρεμβάσεων, στη λογική μιας «άλλης πολιτικής».
Πάνω σ’ αυτή τη βάση εδράζεται η θέση για ένα άλλο ενιαίο, υποχρεωτικό, κοινωνικό ασφαλιστικό σύστημα. Κατά τα πρότυπα του άλλου ΕΣΥ, του άλλου στρατού, της άλλης παιδείας.
Και το «Κ»ΚΕ το απασχολεί ποιος θα χρηματοδοτεί το ασφαλιστικό σύστημα. Προτάσσει λοιπόν το επιθετικό αίτημα της «διμερούς χρηματοδότησης» (κράτος-εργοδοσίας) απέναντι στην «τριμερή χρηματοδότηση» της συμβιβασμένης ΓΣΕΕ. Πρόκειται για τη λογική «την κρίση να πληρώσουν τα μονοπώλια και η ολιγαρχία», την οποία το «Κ»ΚΕ την προχωρά παραπέρα με θέσεις «για αναδιανομή των κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού» και για «ριζική αλλαγή του φορολογικού συστήματος».

Οι θέσεις της «ριζοσπαστικής» αριστεράς για το ασφαλιστικό.

Κι εδώ ο προβληματισμός για επιθετικότητα απέναντι στην ...επίθεση δίνει και παίρνει. Αυτή συνίσταται στον «πλήρη εργατικό έλεγχο και δυνατότητα άσκησης βέτο των εκπροσώπων των εργαζομένων».
Έτσι η άποψη του ΝΑΡ υποτίθεται ότι ξεπερνά απ’ τα «αριστερά» την πρόταση του «Κ»ΚΕ βαφτίζοντας την αυτοδιαχείριση σε εργατικό έλεγχο (κι εδώ «πλήρη») όπως το «Κ»ΚΕ «πήρε» τη αυτοδιαχείριση της ΓΣΕΕ και πρόσθεσε την «πλειοψηφία των εργαζομένων» στα Ταμεία. Κάτι σαν «χαλασμένο τηλέφωνο» δηλαδή...
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται απ’ το ΝΑΡ στη μείωση του συντάξιμου χρόνου στη λογική όμως ότι «λιγότερα χρόνια εργασίας σημαίνει λιγότερη εκμετάλλευση, λιγότερη ανεργία» (μια άλλη εκδοχή του 35ωρου - λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους).
Φαίνεται ότι είναι τόσο βαθιά ποτισμένες με ρεφορμισμό ορισμένες συνειδήσεις που δεν αντέχουν τα διεκδικητικά αιτήματα των εργαζομένων να μην εντάσσονται σε προτάσεις θεσμικού χαρακτήρα. «Ριζοσπαστικές» βεβαίως!

Ποιες πρέπει να είναι οι θέσεις και τα αιτήματα του κινήματος

Το βασικό σ’ όλες αυτές τις τοποθετήσεις είναι να ξεκαθαρίσουμε σε ποιον απευθύνονται. Σε ποιον απευθύνονται οι προτάσεις για την αυτοδιαχείριση των Ταμείων; Ποιος θα κληθεί να την υλοποιήσει. Κι εδώ δεν υπάρχουν πολλοί τύποι «αυτοδιαχείρισης» ή «εργατικού ελέγχου».
Οι περιπτώσεις αυτοδιαχείρισης που ξέρουμε είτε πρόκειται για διαχειριστές Επαγγελματικών Ταμείων που «έκαναν την καλή τους» διαχειριζόμενοι τα λεφτά των άλλων, είτε πρόκειται για συνεταιρισμούς κάθε είδους, είναι πλήρως απογοητευτικά. Οι περιπτώσεις που περιγράφονται στις διάφορες θέσεις κινούνται στο χώρο της ουτοπίας. Δεν τις είδαμε ποτέ να ξεπροβάλλουν ιστορικά. Και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς αφού μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα οι θεσμοί και οι κοινωνικοί μηχανισμοί θα λειτουργούν με τους όρου του συστήματος. Ίσα -ίσα αυτό είναι που δίνει το δικαίωμα στους «εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ» να δικαιολογούν τις δικές τους θέσεις σαν πιο κοντινές στην πραγματικότητα, πιο «ρεαλιστικές» (εντείνοντας έτσι τον αποπροσανατολισμό αλλά και της απογοήτευση). Και φυσικά δίνει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να κάνει παιχνίδι.
Μα ... θα μας πουν, εμείς δεν καλούμε της αστική τάξη, καλούμε την εργατική τάξη να τις επιβάλλει. Η επιβολή των αιτημάτων της εργατικής τάξης που σίγουρα δε θα γίνει «βελούδινα» αλλά ύστερα από σκληρούς ταξικούς αγώνες δεν καταλήγει σε κανένα είδος σύστημα ασφάλισης κοινωνικό, υποχρεωτικό, ανταποδοτικό ή ό,τι άλλο. Σε καμιά δηλαδή κανονιστική διαδικασία και θεσμό. Αντίθετα οξύνει την κρίση του συστήματος, απελευθερώνει δυνάμεις για τον αγώνα της γενικότερης κοινωνικής ανατροπής.


7. ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΘΕΣΕΙΣ

α) Υπάρχουν …δυο πολιτικές οικονομίες μέσω των οποίων μπορεί να προσεγγίσει κανείς το ασφαλιστικό. Αυτή της αστικής τάξης και εκείνη των εργαζομένων
Για το κεφάλαιο και την αστική τάξη ισχύει η λαϊκή ρήση «τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου». Αυτή είναι η μόνη πολιτική οικονομία που αναγνωρίζει στην πραγματικότητα.
Μ’ αυτή την έννοια πάγια σταθερά και διαχρονική προσπάθεια του κεφαλαίου είναι να περιορίζει το κομμάτι εκείνο της κοινωνικής παραγωγής που πηγαίνει στην εργατική τάξη (είτε άμεση πληρωμή της εργατικής δύναμης είτε σαν έμμεσος μισθός -για να θυμηθούμε τον αείμνηστο Παπανδρέου- δηλαδή την υγεία, περίθαλψη, ασφάλιση κ.λπ.).
Το Κεφάλαιο δεν μπορεί να σκεφτεί ορθολογικά στο σύνολό του, να περιμένει την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων μαζών που μεσοπρόθεσμα θα ξαναγυρίσει -μέσω της κατανάλωσης και της αγοράς- πάλι στις δικές του τσέπες. Θέλει και σ’ αυτό το επίπεδο να μειώνει τους χρόνους αρπαγής και υφαρπαγής της υπεραξίας. Το τι ανισορροπίες γεννάει αυτή η τυφλή επίθεση του κεφαλαίου (μείωση ζήτησης, επιδείνωση της κρίσης, διάλυση κοινωνικού ιστού) δεν είναι κάτι που το κεφάλαιο το έχει εντάξει σε ένα γενικό ολοκληρωτικό σχέδιο. Και προφανώς η εργατική τάξη δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του λογικού συμβουλάτορα του κεφαλαίου. Να προτείνει δηλαδή το δικό της «ολοκληρωμένο» σχέδιο απέναντι στην τυφλωμένη ταξική καπιταλιστική επίθεση.
Πολύ περισσότερο σήμερα που μέσα στην τυφλότητα της επίθεσής του και χωρίς αντίπαλο δέος προχωρά σε έναν ιστορικής σημασίας ρεβανσισμό απέναντι στις εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις.
β) Οι ασφαλιστικές εισφορές τόσο των εργαζομένων όσο και των εργοδοτών, στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, έχουν σα μοναδική πηγή την παραγωγή υπεραξίας. Αποτελούν δηλαδή μέρος του κοινωνικού πλεονάσματος, του διαθέσιμου κοινωνικού πλούτου που η εργατική τάξη έχει παράξει.
Πάνω σ’ αυτή τη βάση δεν έχει καμιά ουσιαστική σημασία η αντιπαράθεση για το αν η κοινωνική ασφάλιση θα ‘ναι διμερώς ή τριμερώς χρηματοδοτούμενη αφού έτσι κι αλλιώς είναι μονομερώς χρηματοδοτούμενη από την εργατική τάξη, τουλάχιστο όσο υπάρχει ο καπιταλισμός.
Εκείνο που έχει πραγματική αξία (από τη μεριά της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης τώρα) στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, είναι η δυνατότητα της εργατικής τάξης να υπερασπίζει, να διατηρεί και να διευρύνει το κοινωνικό πλεόνασμα, την κοινωνική παραγωγή που πηγαίνει σ’ αυτήν. Της ανήκει δικαιωματικά εξάλλου.
γ) Οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων ήταν και εξακολουθούν να είναι φυσικά, ένας τρόπος έμμεσης υφαρπαγής υπεραξίας από την εργατική τάξη.
Αυτό που στις μέρες μας επιχειρείται είναι η διεύρυνση και συστηματοποίηση τούτης της έμμεσης υφαρπαγής μέσα από τη μείωση του πραγματικού εργατικού μισθού και την παραχώρηση στο κεφάλαιο ενός ακόμη πεδίου ασύδοτης δράσης και καταλήστευσης των εργαζομένων (αποθεματικό στα χρηματιστήρια, σύνδεση με ιδιωτική ασφάλιση κ.λπ.)
δ) Είναι διαφορετικά ζητήματα η συγκεκριμένη διαχείριση των Ταμείων, κάθε Ταμείου ξεχωριστά από το γενικό ισολογισμό της κοινωνίας. Από το «ταμείο» που κάνει δηλαδή η κοινωνία στο σύνολό της.
Κι εδώ μιλάμε για αύξηση του εγχώριου προϊόντος από τον πόλεμο και μετά, για πολύ μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (άρα και του διαθέσιμου πλούτου).
Η αναλογία δύο και κάτι εργαζόμενων προς ένα συνταξιούχο που βγάζουν οι… «αναλογιστές» είναι το πηλίκο μιας λογιστικής διαίρεσης προσλήψεων -αποχωρήσεων από την εργασία που «αγνοεί» (κάθε άλλο βέβαια αγνοεί) την πραγματική κλεψιά και καταλήστευση στην οποία υπόκειται η εργατική τάξη στο σύνολό της.
Αλήθεια σε τι υποδιαίρεση αυτού του πηλίκου να βάλουμε τους 700.000 μετανάστες (κοντά στο 1/3 της ελληνικής εργατικής τάξης) που ζουν και δουλεύουν στη χώρα μας;
Όταν οι «κοσμοπολίτες» εκσυγχρονιστές στην περίπτωση του αλβανού μαθητή της Μηχανιώνας προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι είναι προοδευτικοί και αντιεθνικιστές (παρά τις διάφορες τρομοκρατικές σκούπες) έλεγαν ότι οι μετανάστες μαθητές έσωζαν δημογραφικά αρκετά σχολεία συνοικιών που εγκαταλείπονταν από τους Έλληνες. Όλοι αυτοί οι σημερινοί μαθητές δεν είναι αυριανοί εργαζόμενοι; Που καταγράφονται;
Που καταγράφεται η «μαύρη εργασία», η μερική απασχόληση, η δεύτερη δουλειά που ίσως το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων αναγκάζεται να κάνει;
Γιατί π.χ. στο έλλειμμα των Ταμείων οι μισθοί - συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων κατέχουν την πρώτη θέση ενώ δεν καταγράφονται πουθενά οι …εισφορές τους;
ε) Οπωσδήποτε υπάρχουν προβλήματα και στη διαχείριση των Ταμείων. Και δεν εννοούμε μόνο αυτά που έκλεψε με διάφορους τρόπους η αστική τάξη από το ’51 και μετά. Εννοούμε και ότι δεν μπόρεσε σαν τάξη στοιχειωδώς να ‘χει μια έξωθεν καλή μαρτυρία στη διαχείριση και την έστω καπιταλιστική αξιοποίησή τους. Αν γίναν θαλασσοδάνεια στα χέρια των βιομηχάνων, αν μέσα από τη διαφοροποίηση των ασφαλιστικών παροχών προσπάθησε να φτιάξει «μίνι εργατικές αριστοκρατίες» για να ηρεμεί μερίδες εργαζομένων και να καλλιεργεί την πολυδιάσπαση, όλα αυτά και άλλα τόσα που θα μπορούσε κανείς να της προσάψει δεν αφορούν την εργατική τάξη. Δεν είναι η εργατική τάξη η ηγέτιδα δύναμη της ελληνικής κοινωνίας αλλά μια εξαρτημένη αστική τάξη που ακριβώς εξαιτίας αυτής της φύσης της διαχειρίζεται τον κοινωνικό πλούτο με πιο χαοτικό απρογραμμάτιστο και αναξιόπιστο τρόπο σε σύγκριση με τις ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις στις οποίες δίνει λόγο. Αυτό όμως δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την εργατική τάξη και τις υποτιθέμενες ευθύνες της στη λύση του «προβλήματος». Και φυσικά η εργατική τάξη δεν έχει να δώσει σε κανένα λόγο αλλά ακριβώς το αντίθετο!
στ) Σε μια άλλη κοινωνία προσανατολιζόμενη στις συνεχώς διευρυνόμενες ανάγκες του ανθρώπου το κοινωνικό πλεόνασμα θα χρησιμοποιούνταν για να οικοδομηθεί ένα πραγματικό σύστημα καθολικής πρόνοιας για τον εργαζόμενο. Αν μιλάμε για ασφάλιση στον καπιταλισμό αυτό αποτελεί δείκτη της πραγματικής ανασφάλειας που νιώθει ο εργαζόμενος όταν χάσει το μοναδικό ατού που διαθέτει στην εκμεταλλευτική κοινωνία, την εργατική του δύναμη.
Δεν θα τίθονταν τότε ζήτημα ασφάλισης αλλά μιας καθολικής γενικευμένης πρόνοιας από τη στιγμή που γεννιέται ο άνθρωπος μέχρι που εγκαταλείπει τα εγκόσμια (γιατί ακόμα κι αυτό το τελευταίο έχει γίνει πανάκριβο σε βαθμό που όχι μόνο δεν μπόρεσε να ζήσει αλλά και να …πεθάνει).
Για τους παραπάνω λόγους θεωρούμε ονειροπόλημα τη θέση για δημόσιο κοινωνικό σύστημα ασφάλισης μέσα στο σημερινό σύστημα.
Μόνο η ανατροπή της σημερινής κοινωνίας μπορεί να κάνει εφικτή και εκπληρωμένη αυτή τη ρεφορμιστική «ευχή».
Είναι διαφορετικό ζήτημα να υπερασπίζουμε τον κοινωνικό χαρακτήρα των ασφαλιστικών κατακτήσεων που σήμερα απειλούνται αλλά και να ζητούμε την παραπέρα διεύρυνσή τους. Κάτι τέτοιο είναι συνέπεια των ταξικών συσχετισμών, είναι αποτέλεσμα του βαθμού ανάπτυξης της ταξικής πάλης.

Η σημερινή επίθεση

Αφού λοιπόν
1)Το «ασφαλιστικό ζήτημα» δεν είναι ζήτημα πόρων ή εξεύρεσης πόρων (υπάρχουν και με το παραπάνω)
2)…Δεν είναι ζήτημα ενός άλλου συστήματος ασφάλισης, που πρέπει να προτείνουμε ή έστω να αγωνιζόμαστε γι’ αυτό (γιατί έτσι δεν πρόκειται να ησυχάσουμε από την ενοχλητική επίθεση της αστικής τάξης)
3)…Είναι συνεπώς ζήτημα ταξικών συσχετισμών! Και μέσα απ’ αυτή τη σκοπιά οφείλουμε να δούμε την τεράστια λαίλαπα που έχει σήμερα εξαπολυθεί στις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Ένα κομμάτι της γενικότερης επίθεσης που σαν χιονοστιβάδα δυναμώνει τις δυο τελευταίες δεκαετίες.
Η επίθεση αυτή έχει στρατηγικό χαρακτήρα, και στοχεύει στο να αποσυγκροτήσει την εργατική τάξη σαν τάξη για τον εαυτό της, σαν τάξη που έχει τη δική της υπόσταση, κοινωνικές κατακτήσεις, επίπεδο οργάνωσης, ενότητα στόχων.
Συγκεκριμένα κι όσο αφορά την επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα έχει σα στόχο να οδηγήσει την εργατική τάξη στο επίπεδο της στοιχειώδους, απλής παραγωγής της εργατικής δύναμης.

α) Ισοπέδωση και κατάργηση του κοινωνικού χαρακτήρα της ασφάλισης. Την εμπέδωση σ’ όλη την κοινωνία μας κατάστασης πραγμάτων όπου η ασφάλιση θα θεωρείται ατομική υπόθεση (κατ’ επέκταση των ατομικών συμβάσεων κ.λπ.). Δεν είναι τυχαίο πως η έκθεση Σπράου μιλούσε για ατομικούς λογαριασμούς για κάθε σημερινό εργαζόμενο και αυριανό συνταξιούχο που θα πιστώνονται μόνο από τις ασφαλιστικές κρατήσεις αλλά και από τα όποια συμβόλαια που αυτός υπογράφει με διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες!
β) Όπως προαναφέραμε επιδιώκεται η μείωση του πραγματικού μισθού, η αφαίρεση πρόσθετης υπεραξίας σε συνδυασμό με την παραχώρηση του ασφαλιστικού τομέα στις ορέξεις και στο πεδίο δράσης του κεφαλαίου.
γ) Σταδιακή απαλλαγή του συλλογικού καπιταλιστή (κράτος) αλλά και των ιδιωτών καπιταλιστών (εργοδότες) από τις ασφαλιστικές εισφορές και τις όποιες υποχρεώσεις απέναντι στα …υποζύγια τα οποία εκμεταλλεύονται.
Τα αντιασφαλιστικά μέτρα της κυβέρνησης που συνάντησαν την καθολική αντίθεση και τον πανεργατικό ξεσηκωμό βρίσκονται στην παραπάνω κατεύθυνση, όπως ορίζεται από τους τρεις βασικούς στόχους.
Οπωσδήποτε δεν θεσμοθέτησαν το τριαξονικό σύστημα, των τριών πυλώνων κ.λπ. και τυπικά διατηρούν τη δομή του σημερινού ασφαλιστικού συστήματος. Στην πραγματικότητα της υπονομεύουν και την ανατρέπουν.
Διευρύνοντας την αντιδραστική τομή των νόμων της κυβέρνησης Μητσοτάκη εκμηδενίζουν τα λεγόμενα «ώριμα ασφαλιστικά δικαιώματα» (όρια ηλικίας, ύψος συντάξεων, χρόνοι θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις για μητέρες κ.λπ., αποχαρακτηρισμός βαρέων και ανθυγιεινών κ.λπ.)
Αποτελούν υλοποίηση της Έκθεσης Σπράου που ζητούσε να ισοπεδωθούν τα ώριμα δικαιώματα προκειμένου να εφαρμοστεί η δεύτερη φάση της επίθεσης πάνω σε καμένο έδαφος. Πολύ …ώριμα λοιπόν το σύνολο των εργαζομένων είδε σ’ αυτές τις «δέσμες σκέψεων» τα …δεσμά ενός μεσαίωνα χωρίς κοινωνικά δικαιώματα.
Βέβαια στην πρόταση Γιαννίτση υπάρχουν και τυπικά τα στοιχεία εκείνα που δείχνουν πού θέλουν να οδηγήσουν το ασφαλιστικό σύστημα (θεσμοθετείται το δικαίωμα να εισάγεται 20% των επικουρικών ταμείων στο χρηματιστήριο, ισοπεδώνονται προς τα κάτω τα ταμεία, καταργείται ουσιαστικά η κατώτατη σύνταξη).
Η αύξηση των ορίων ηλικίας δεν έχει από μόνη της τη σημασία που της αποδίδεται παρά μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας γενικότερης ασφαλιστικής ανατροπής όπου τα όρια ηλικίας χρησιμοποιούνται διπλά: τόσο για να εκβιάσουν τους φυσικούς φορείς της παλιάς κατάστασης πραγμάτων ν’ αποχωρήσουν (ειδικά στο δημόσιο) όσο και να οδηγήσουν τις νέες γενιές στα καινούρια ασφαλιστικά συστήματα. Γιατί εξάλλου οι καπιταλιστές να κρατάνε υπερήλικες εργαζόμενους;

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ – ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΙΕΞΟΔΟΥ
ΚΑΜΙΑ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ

Πάνω σ’ αυτή την τριπλή αντίθεση είναι ανάγκη να οικοδομηθεί ένα πλατύ κίνημα και μέτωπο αντίστασης των εργαζομένων.
Αν αυτή τη στιγμή η εργατική γραφειοκρατία, οι εργατοπατέρες του συνδικαλισμού μέσα από τις θέσεις τους διαμορφώνουν (και θα διαμορφώσουν παρά πέρα) ένα σώμα υποχώρησης και εφικτών τάχα συμβιβασμών, το εργατικό κίνημα οφείλει να τους αντιπαραθέσει τον ανυποχώρητο αγώνα του.
Είναι αναγκαίο να απαγκιστρωθεί η εργατική τάξη από κάθε μορφή συζήτησης και προβληματισμού που αφορά τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος. Είτε πρόκειται για την «εξεύρεση πόρων» (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, ΔΗΚΚΙ κ.λπ.) είτε για τη θέση «να πληρώσει η ολιγαρχία» που διατυπώνει το «Κ»ΚΕ. Το ζήτημα δεν είναι ποιος θα πληρώσει, αφού ο πλούτος που παρήγαγε η εργατική τάξη υπάρχει και της ανήκει.
Προφανώς και δεν υπάρχει για την εργατική τάξη μηδενική βάση διαλόγου, αφού τα ήδη κοντά στο μηδέν κοινωνικά και ασφαλιστικά δικαιώματα δε χωράνε άλλη συρρίκνωση.
Είναι χωρίς νόημα ο προβληματισμός αν θα ‘ναι «αμυντική» ή «επιθετική» η στάση του συνδικαλιστικού κινήματος, αφού η ανατροπή των αντιασφαλιστικών μέτρων είναι το πιο επιθετικό που μπορεί -με το δοσμένο ταξικό συσχετισμό- να κάνει η εργατική τάξη. Κι αν το πετύχει είναι σίγουρο πως θα επηρεάσει υπέρ των συμφερόντων της και το γενικότερο ταξικό συσχετισμό.
Ο προβληματισμός για «επιθετικά» ή «αμυντικά» αιτήματα, για «προτάσεις» κ.λπ. κρύβει την έλλειψη πολιτικής βούλησης για σύγκρουση με τους αντιασφαλιστικούς νόμους.

ΑΓΩΝΑΣ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΗ ΠΑΛΗ για
àΝα μην περάσουν οι αντιασφαλιστικές ρυθμίσεις της κυβέρνησης
àΝα καταργηθούν οι αντιασφαλιστικοί νόμοι του ’92 (κυβέρνησης Μητσοτάκη)
àΚαμιά αύξηση ορίων ηλικίας, καμιά αύξηση ασφαλιστικών εισφορών
àΑυξήσεις στις συντάξεις και τους μισθούς σύμφωνα με το κόστος ζωής
àΌχι στο τζογάρισμα των αποθεματικών στο Χρηματιστήριο
àΌχι στην ισοπέδωση και ψεύτικη ενοποίηση των Ταμείων
àΌχι στο διαχωρισμό περίθαλψης - υγείας - ασφάλισης
àΕνιαία ασφαλιστικά δικαιώματα. Ίση πλήρη και δωρεάν περίθαλψη για όλους
àΚατώτατη ενιαία σύνταξη στο 80% του τελευταίου μισθού με εισφορές του κράτους και των εργοδοτών
àΤαμεία Ανεργίας χωρίς προϋποθέσεις για τους άνεργους
àΝα ασφαλιστούν και να νομιμοποιηθούν όλοι οι ξένοι εργάτες και οι εργαζόμενοι μετανάστες



2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου