Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Με αφορμή ένα βιβλίο. ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ή Η ΑΡΧΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΚΥΚΛΟΥ (Μέρος Α’)


του Δημήτρη Μάνου

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Έναυσμα» την άνοιξη του 1997


Εδώ και ένα χρόνο περίπου έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο του Jeremy Rifkin "Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της". Η "προαναγγελία" του βιβλίου αυτού είχε ξεκινήσει λίγο πιο πριν από τον ελληνικό τύπο όλων των αποχρώσεων, έτσι ώστε να μας είναι σε γενικές γραμμές γνωστό το περιεχόμενο του.
Η τοποθέτηση που ακολουθεί, δεν αποτελεί μια βιβλιοκριτική τόσο, όσο περισσότερο -της ευκαιρίας δοθείσης- αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια να απαντηθούν απόψεις και αντιλήψεις που αναπτύσσονται το τελευταίο διάστημα δεξιά και αριστερά (ή "αριστερά") σχετικά με το ζήτημα των "νέων τεχνολογιών", της "τεχνολογικής ανεργίας", του "ελεύθερου χρόνου", της "εργατικής ευελιξίας" και πάει λέγοντας.



Έχουν σημασία τα ζητήματα αυτά ιδιαίτερα για τη νεολαία, αφού αποτελεί τον πιο ενεργό αποδέκτη όλων των μηνυμάτων και για έναν επιπλέον (αυταπόδεικτο) λόγο, ότι είναι το άμεσο, το πρώτο "υλικό" όπου θα εφαρμοστούν οι πολιτικές της "μεταμοντέρνας" εποχής που απαντούν, υποτίθεται, στα παραπάνω ζητήματα. Είναι η νεολαία επίσης, και το πρώτο, άμεσο "υλικό" επαναστατικής και ριζοσπαστικής απεύθυνσης από τις δυνάμεις εκείνες που υποτίθεται, ή που εν δυνάμει θέλουν να αντιπαλέψουν και να αναιρέσουν τις αντεργατικές - αντινεολαιίστικες πολιτικές του κυρίαρχου συστήματος.

Θα θέλαμε να επιμείνουμε ακόμη στη διαπίστωση μας ότι σ' αυτά τα ζητήματα οι απόψεις και οι κατευθύνσεις πάλης που μπαίνουν σε εφαρμογή από τις διάφορες συναγωνιστικές με τον πολιτικό χώρο του περιοδικού "Έναυσμα" δυνάμεις (μερικές φορές και από τον ίδιο αυτό το χώρο), δίνουν την εντύπωση πως χορεύουν στο ρυθμό που χτυπάνε οι κυρίαρχες δυνάμεις.
Αυτό, ενώ είναι από άποψη συσχετισμών αναπόφευκτο μέχρι ένα βαθμό, όμως από ιδεολογική και πολιτική άποψη είναι αναγκαίο κάθε φορά να διαχωρίζεται η ιδεολογικοποίηση και η ανάδειξη διάφορων ζητημάτων από μεριάς του κυρίαρχου συστήματος, σε σχέση με τους πραγματικούς και βαθύτερους στόχους που επιδιώκονται. Μιλάνε π.χ. για "τεχνολογική ανεργία", "αποκρατικοποίηση" κ.λπ. και η αντιπαράθεση στις κυρίαρχες απόψεις ξεκινάει από το ίδιο έδαφος πάνω στο οποίο έχει πριν "καλλιεργήσει" το κεφάλαιο και οι υποτακτικοί του ενώ ίσως μεγαλύτερη βοήθεια θα προσφερόταν αν επιχειρούνταν η αποϊδεολογικοποίηση των όρων αυτών και η πολιτική τους αποκάλυψη.

Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα των παρεξηγήσεων, οι θέσεις για το σχολείο - επιχείρηση που διατρέχουν χωρίς "βασάνισμα" τις αναλύσεις μιας σειράς πολιτικών δυνάμεων του ριζοσπαστικού - αριστερού - αγωνιστικού χώρου. Μήπως όμως οι "παρεξηγήσεις" πατούν και σε ιδεολογικές - πολιτικές αντιλήψεις που προϋπήρχαν στις δυνάμεις αυτές (π.χ. η άκριτη υιοθέτηση της λογικής της λεγόμενης Επιστημονικής Τεχνικής Επανάστασης παλιότερα); Πιθανότατα.
Για να μη "φοβίσουμε" βέβαια τον αναγνώστη, θα συνιστούσαμε το εν λόγω βιβλίο μ' όλες βέβαια τις επιφυλάξεις και τις παρατηρήσεις μας. Είναι, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρον...

Δύο λόγια συνοπτικά για το βιβλίο "Το Τέλος της Εργασίας".
Κατά τον Rifkin "έχουμε ειsέλθει οε μια νέα εποχή παγκόσμιων αγορών και αυτοματοποιημένης παραγωγής" και αντιμετωπίζουμε "μια νέα περίοδο της ιστορίας, όπου οι μηχανές θ' αντικαθιστούν όλο και περισσότερο την ανθρώπινη εργασία στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών". Και προσθέτει ότι "ακολουθούμε μια σταθερή πορεία προς ένα αυτοματοποιημένο μέλλον και θα φτάσουμε κατά πάσα πιθανότητα σε μια εποχή με σχεδόν καθόλου εργαζόμενους, τουλάχιστον στη βιομηχανία, τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα".
Συνεχίζει εκτιμώντας ότι "ο τομέας παροχής υπηρεσιών αν και οι διεργασίες αυτοματοποίησης σ' αυτόν είναι βραδύτερες, θα έχει αυτοματοποιηθεί πιθανότατα στα μέσα του επόμενου αιώνα ενώ ο νεοεμφανιζόμενος τομέας των γνώσεων θα μπορέσει ν' απορροφήσει ένα μικρό ποσοστό ανέργων".

Εν καταλήξει ο Rifkin δηλώνει πως η αυτοματοποίηση θα έχει σαν αποτέλεσμα το "προλεταριάτο του μέλλοντος να' ναι οι μηχανές" (sic).
Δεν είναι αντιδραστική η αρχική προσέγγιση του Rifkin: Ξεκινάει με τον Μαρξ και την ανάλυσή του για το πώς το κεφάλαιο, αυτοματοποιώντας την εργασία και τις κινήσεις του εργάτη, ανοίγει το δρόμο για την αντικατάσταση του τελευταίου από τις αυτόματες μηχανές (μόνο που ο Μαρξ δεν είπε μόνο αυτά αλλά αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρο το μνημειώδες έργο του "Κεφάλαιο" για ν' αποδείξει τις αντινομίες μιας τέτοιας διαδικασίας, τα όρια της "αντικατάστασης"). Διατρέχει την ιστορική περίοδο από τις αρχές του αιώνα μέχρι τη δεκαετία του ΄70 και μιλάει για τον τρόπο που η αυτοματοποίηση σε γεωργία-βιομηχανία χτύπησε βασικά τη μαύρη εργατική τάξη και τους αγρότες.
Προχωρά μετά την δεκαετία του ΄70, στην εποχή της "επανάστασης των νέων τεχνολογιών" και δίνει τα εφιαλτικά νούμερα της ρηγκανικής και μεταρηγκανικής εποχής, όπου με την πολιτική του "επανασχεδιασμού" χιλιάδες εργαζόμενοι πετιούνται στο δρόμο.
(Εκεί βλέπετε η αστική τάξη έχει τους όρους να δίνει στον εκσυγχρονισμό της ένα πιο τεχνοκρατικό -"υλικό" σχήμα.)

Παράλληλα διαγράφει και περιγράφει το πλαίσιο των νέων ευέλικτων σχέσεων εργασίας ιαπωνικού στυλ, οριζόντιας και δήθεν δημοκρατικής οργάνωσης της εργασίας (που σύμφωνα με τον Rifkin θα αντικαταστήσει σιγά-σιγά τη βιομηχανία σειράς). Στον τομέα αυτόν το μέλλον δεν είναι λιγότερο εφιαλτικό: καμιά εξασφάλιση, συνεχής παρακολούθηση του εργαζόμενου, εξοντωτικοί ρυθμοί, συστήματα που καθιστούν τον εργαζόμενο φορέα ενός αυτοτροφοδοτούμενου άγχους για την παραγωγή κ.λπ.
Δε θα διαφωνούσαμε (με μερικές ίσως επιφυλάξεις) στις διαπιστώσεις του Rifkin. Εκεί όμως που ο συγγραφέας αναγκαστικά παραδίνεται στο συρμό είναι οι προτάσεις του για την αντιμετώπιση της κατάστασης που δημιουργεί η τεχνολογική ανεργία. Πρόκειται για ένα προσωπικής σύλληψης "New Deal" που, εκτός από την εισοδηματική ανακατανομή, περιέχει μειώσεις χρόνου εργασίας, πιο συστηματικές και λιγότερο "άδικες" μορφές μερικής απασχόλησης, ανάπτυξη του εθελοντισμού (της ενασχόλησης των νέων με κοινωνικές δραστηριότητες που δεν έχουν το χαρακτήρα επαγγέλματος) κ.λπ.

Έτσι "πέφτει" κι ο Rifkin στους όρους που έχει δημιουργήσει ο δοσμένος συσχετισμός δυνάμεων, αποδεικνύοντας πως ο δρόμος για την κόλαση είναι πολλές φορές στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις (στο βαθμό που δεχόμαστε ή υποθέτουμε ότι υπάρχουν).
Από την άποψη αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία η αξιοποίηση της θέσης για το "τέλος της εργασίας". "Η εργατική τάξη πάει σπίτι της" έγραφε η Καθημερινή όταν πριν δύο περίπου χρόνια "προλόγιζε" το βιβλίο του Rifkin στους αναγνώστες της.
Και φυσικά εξαλείφοντας την εργατική τάξη, εξαλείφουμε και την ταξική πάλη, ή καλύτερα την ξορκίζουμε. Την ίδια περίοδο κυκλοφορούσε στις Ε.Π.Α. και το βιβλίο του William Bridges "Μελέτη για τη μετατροπή της εργασίας: πώς να επιτύχετε σ' έναν εργασιακό χώρο χωρίς δουλειές", που επαγγέλλεται μια εποχή όπου "η πληροφορική θα γυρίσει τα ρολόγια στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης. Τότε οι άνθρωποι έκαναν δουλειές, δεν είχαν ένα συγκεκριμένο επάγγελμα που να τους αποφέρει μισθό". Αναφέρει μάλιστα τα παραδείγματα επιχειρήσεων από την Microsoft ως το -εκδοτικό συγκρότημα Conde Nost, όπου οι "υπάλληλοι δεν έχουν πλέον συγκεκριμένη εργασία, καθορισμένες αρμοδιότητες ή δεδομένο ωράριο". Στον Bridges ανήκει η ρήση για τον νέο τύπο εργαζόμενου - χταπόδι που το ανέσυρε από την Δανία στην οποία πολλοί εργαζόμενοι κάνουν οκτώ δουλειές ταυτόχρονα και είναι απαλλαγμένοι από την ιδέα ότι "θα κάνουν μια δουλειά για πάντα".

Αναφέρεται ακόμη το παράδειγμα, μιας εταιρείας που προσπαθούσε να κρύψει τον νέο "οχταπώδους" μορφής κανονισμό εργασίας από τους φοιτητές που έκαναν πρακτική και αναζητούσαν εργασία σ' αυτήν, γιατί οι τελευταίοι, προφανώς από το μεγάλο τους ενθουσιασμό, θα έψαχναν για δουλειά σε άλλη ανταγωνιστική εταιρεία!
Αν ο Bridges εκφράζει με πιο απροκάλυπτο τρόπο την πιο αντεργατική, δεξιά άποψη του συστήματος για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, καθόλου δε σημαίνει πως η πιο "κοινωνική", "αριστερή" τοποθέτηση σαν αυτή του Rifkin, είναι ανταγωνιστική και όχι συμπληρωματική στο όλο σκηνικό.
Πολλές φωνές αυτοσυγκράτησης ακούγονται τελευταία (μέχρι και ο Πάπας τάχθηκε εναντίον του άγριου καπιταλισμού!) έτσι ή αλλιώς.
Το δυστύχημα για τον Rifkin και για τους διάφορους κοινωνιολογούντες και αριστερίζοντες ειδικούς κ.λπ., (για τον Πάπα δεν τίθεται θέμα αφού έχει κλίσει θέση στην επουράνια βασιλεία!) βρίσκεται στο ότι ο τόνος δίνεται από τους σκληροπυρηνικούς του συστήματος, που έχουν και τη σαφέστατη υπεροχή
Έτσι, τοποθετήσεις του στυλ του "Τέλους της εργασίας" αξιοποιούνται κατάλληλα...

Οι αντινομίες μιας λογικής
Μιλάνε, λοιπόν, για το τέλος της εργασίας, όμως στη Βρετανία όπου συντελέστηκε η "διαμόρφωση των δυσμενέστερων στην Ευρώπη εργασιακών συνθηκών" (κατά την "Καθημερινή" πάντα), έχει παρατηρηθεί αύξηση της εργασίας τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα σχεδόν στο μισό! Πώς εξηγούν και αξιολογούν την αντίφαση αυτή όσοι προδικάζουν έναν καπιταλισμό που δε θα στηρίζεται στους εργάτες αλλά στις μηχανές (έστω και με... ανθρώπινο προσωπείο); Δεν είναι μήπως οι ίδιοι άνθρωποι που πιθανότατα είχαν χάσει τη μόνιμη απασχόληση τους σε μια επιχείρηση (ή κινδυνεύουν να τη χάσουν) που εξαναγκάζονται σ’ αυτή την απόλυτη αύξηση του χρόνου παραγωγής υπεραξίας; Και πραγματικά μας γυρίζουν πίσω στην εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, τότε που ο καπιταλισμός δεν είχε ακόμα αξιοποιήσει επαρκώς τις επιστημονικές ανακαλύψεις και η εντατικοποίηση της εργασίας δεν είχε μπει ακόμα σε επιστημονική βάση.

Η αντίθεσή μας σε λογικές σαν του Rifkin εδράζεται στην αυθυπαρξία που αναγνωρίζει στις τεχνολογικές και επιστημονικές εφαρμογές και στο προσαρμοστικό, θετικιστικό και ευθύγραμμο σχήμα μέσα από το οποίο τις αντιλαμβάνεται. Οι μηχανές διώξανε τους μαύρους απ τους αγρούς, οι μηχανές συντρίβουν πρώτα τα "μπλε" και ύστερα τα "λευκά κολάρα" (εργάτες και μεσαία στελέχη), οι μηχανές εγκαθιδρύουν έναν εργατικό μεσαίωνα)...
Είναι βέβαια και το κεφάλαιο που χρησιμοποιεί και αξιοποιεί αυτές τις τεχνολογικές υπεροχές, εξ' άλλου το προέβλεψε και ο Μαρξ.
Το γραμμικό και θετικιστικό σχήμα του Rifkin δεν εξηγεί την πραγματικότητα. (Και ας του αναγνωρίζουμε πως, για Αμερικάνος, κάνει μια σημαντική προσπάθεια να δει από "προοδευτική σκοπιά" το ζήτημα.)
Με τον ίδιο τρόπο θεωρούσαν οι ρεβιζιονιστές τού, άλλοτε κραταιού, ψευτοσοσιαλιστικού στρατοπέδου τη λεγόμενη Επιστημονική Τεχνική Επανάσταση που συντελούνταν, δήθεν ειρηνικά και ουδέτερα τόσο στο δυτικό όσο και στον ανατολικό κόσμο. Απλά οι κεφαλαιοκράτες τη χρησιμοποιούσαν για "κακούς" σκοπούς ενώ οι "υπαρκτοί σοσιαλιστές" για καλούς. Η ίδια η Ε.Τ.Ε. έμενε "ουδέτερη" καθαυτή.

Το… κατά Μαρξ…
"Η μηχανή δεν παράγει, μεταβιβάζει αξία" είχε πει ο Μαρξ και αυτό είναι το σημαντικό. Φυσικά η τυποποίηση των κινήσεων του εργάτη ανοίγει το δρόμο για την αντικατάστασή του από τις μηχανές, αυτό όμως δεν είναι μια διαδικασία μονόδρομος, αλλά αντίθετα μια διαδικασία με διπλές και τριπλές εξόδους σε περιοχές που δεν μπορεί να φανταστεί η μονοδιάστατη εμμονή σ' αυτή την τάση του κεφαλαίου.
Κατά "μη ευθύγραμμο" τρόπο το Κεφάλαιο είναι αυστηρά επιλεκτικό στην ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών και ας ήταν (σύμφωνο με τον Μαρξ που δεν είχε γνωρίσει φυσικά τ' αποτελέσματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) ο τρόπος παραγωγής που μέχρι τότε είχε επαναστατικοποιήσει και θα επαναστατικοποιούσε συνεχώς τα εργαλεία παραγωγής, σε σύγκριση με τα κοινωνικά συστήματα που προϋπήρξαν, σε πρωτοφανέρωτη κλίμακα!
Η ανάλυση των ορίων αυτών αποτέλεσε έργο ζωής για τον Μαρξ. Να τα δούμε όσο πιο συνοπτικά γίνεται σε σημεία:

Πρώτο σημείο: Διάκριση ανάμεσα στη ζωντανή εργασία, δηλαδή την εργατική τάξη και τη νεκρή εργασία που ενσωματώνεται βασικά στις μηχανές, στα μέσα παραγωγής.
Δεν είναι η εργασία γενικά που παράγει αξία, αλλά η χρησιμοποίηση της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο με τέτοιο τρόπο που παράγει "πλεονάζουσα" αξία, υπεραξία που καρπώνεται φυσικά ο καπιταλιστής. Άρα δεν είναι οι μηχανές το στοιχείο εκείνο που παράγει "πλούτο" μέσα στην παραγωγή, δεν είναι το νεκρό στοιχείο της παραγωγής ο παραγωγός υπεραξίας αλλά είναι η εργατική δύναμη που προσωποποιείται στην εργατική τάξη, στο ζωντανό υποκείμενο της παραγωγής. Άλλο ζήτημα αν οι μηχανές: α) ενσωματώνουν αξία (γιατί κάπου έχουν παραχτεί κι αυτές) και β) χρησιμοποιούνται για την παραπέρα παραγωγή υπεραξίας μέσα από την επιστημονική οργάνωση της παραγωγής.
Μ' αυτή την έννοια δεν τη "συμφέρει" την αστική τάξη η εξάλειψη της εργατικής τάξης, γιατί, για να το πούμε λίγο θυμοσοφικά, ποιον θα εκμεταλλεύεται, από ποιον θα κλέβει την πλεονάζουσα αξία; Αλλά και στον κύκλο της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δεν είναι "συμφερτική" η εξάλειψη της εργατικής τάξης. Μια κοινωνία, όπως η καπιταλιστική, που δημιούργησε τη μαζική παραγωγή και τις τεράστιες (να το πούμε κι εμείς!) παγκοσμιοποιημένες αγορές, δε "ζει" παράγοντας μόνο προϊόντα πολυτελείας για τους κηφήνες της, ή χρηματιστηριακά μπουμ και "αϋλές" αξίες, θέλει και μαζικούς καταναλωτές μέσων συντήρησης. Άρα και στο επίπεδο της παραγωγής (σαν παραγωγός υπεραξίας) και στο επίπεδο της κυκλοφορίας (σαν καταναλωτής μέσων συντήρησης) η εργατική τάξη, ναι, είναι αναγκαία για την αστική τάξη. Για την κοινωνική σχέση που ονομάζεται "κεφάλαιο" είναι απαραίτητοι και οι δύο πόλοι, τόσο ο κεφαλαιοκράτης όσο και ο εργάτης.

Πάλι, τελείως άλλο ζήτημα είναι αν η αστική τάξη επιδιώκει την διάλυση και αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της (στον κύκλο της παραγωγής) και την υποβάθμιση της ζωής της στα όρια της επιβίωσης, της απλής συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (στον κύκλο της κυκλοφορίας εμπορευμάτων).
Τέτοιοι πολιτικοί στόχοι υπάρχουν, έχουν τεθεί (γι' αυτό ούτε λόγος για στρατηγικής σημασίας επίθεση) και δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας που μπήκαν σε κίνηση.
Ούτε η περιθωριοποίηση κομματιών της εργατικής τάξης, ούτε ο "επιβιωτικός θάνατος" είναι η πρώτη φορά που χτυπά την πόρτα της. Υπήρξαν (στο παρελθόν) και υπάρχουν και τώρα (π.χ. τρίτος κόσμος) πιο άγριες και αποτρόπαιες εποχές και καταστάσεις). Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή εποχή είναι δύο πράγματα:

α) Η επίθεση αυτή ταυτίστηκε με τη μαζική εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στο επίπεδο της παραγωγής - υπηρεσιών - διοίκησης κ.λπ.

β) Συνέπεσε (φυσικά, δεν "συνέπεσε" απλώς) με την τεράστια ιδεολογική αντεπίθεση ύστερα από την κατάρρευση του ρεβιζιονιστικού κόσμου και την αντιδραστική ρεβάνς απέναντι στο κομμουνιστικό όραμα που επακολούθησε.

Θα προσθέταμε κι έναν τρίτο παράγοντα.
γ) Τη συνεπακόλουθη όλα αυτά τα χρόνια διάλυση του εργατικού κινήματος και την αδυναμία συγκρότησης και άρθρωσης ενός πραγματικά αριστερού προλεταριακού λόγου.

Όσο κι αν ο τόνος φαίνεται να δίνεται επιφανειακά στον πρώτο παράγοντα, θεωρούμε ότι οι αποφασιστικές συνεισφορές βρίσκονται στους δύο τελευταίους παράγοντες. Αυτοί καθόρισαν την ποιότητα, το βάθος και την έκταση της επίθεσης. Την "ιδιαιτερότητα" της.

Δεύτερο Σημείο: Ο διαχωρισμός, με βάση την αντίληψη που εξετάσαμε, του κεφαλαίου σε δυο μέρη.
Στο μεταβλητό - κυκλοφοριακό (αυτό που μίσθωνε, αναπαρήγαγε, συντηρούσε και εκμεταλλευόταν) το ζωντανό στοιχείο της παραγωγής) και στο πάγιο - σταθερό κεφάλαιο, δηλαδή σε γενικές γραμμές στα μέσα παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας (υπογραμμίζουμε το "οργάνωση", γιατί ο Μαρξ θεωρούσε πως η επιστημονική οργάνωση της παραγωγής συμμετείχε στη συλλογική προσπάθεια άντλησης υπεραξίας).

Τρίτο Σημείο: Η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.
Δηλαδή η αύξηση του πάγιου-σταθερού κεφαλαίου σε βάρος του κυκλοφοριακού - μεταβλητού η οποία βέβαια συνοδεύεται, παρά την αρχική άνοδο της κερδοφορίας και της εκμετάλλευσης, από κρισιακά φαινόμενα (τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει κ.λπ.).
Η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (υποχωρεί το λειτουργικό μέρος της παραγωγής υπέρ του "οργάνου", του "εργαλείου" παραγωγής) είναι κάτι παραδεκτό στη μαρξιστική άποψη. Μάλιστα ο Μαρξ είχε πει ότι αύξηση των πάγιων στοιχείων δείχνει το πόσο πραγματικά έχει υπαχθεί η παραγωγή εμπορευμάτων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και το βαθμό που η ίδια η επιστήμη έχει γίνει η ίδιο άμεση παραγωγική δύναμη. Απομονωμένη η θέση αυτή από το γενικό πλαίσιο της μαρξιστικής ανάλυσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί "προς πάσαν χρήσιν και κατεύθυνσιν".
Μπορεί να την πάρει ο Rifkin και να εσχατολογήσει περί του "Τέλους της Εργασίας". Μπορεί ειδικά αυτό το "άμεση παραγωγική δύναμη" να το πάρει κάποιος άλλος και να υποθέσει την επιχειρηματοποίηση της εκπαίδευσης. Έτσι φαίνονται τα πράγματα να εξηγούνται απλά, ευθύγραμμα, "τεχνοκρατικά". Υπάρχει και ο αριστερός τεχνοκρατισμός π.χ. που μας καλεί να παράγουμε εδώ και τώρα την άλλη γνώση, την αντιγνώση που θα εξυπηρετεί τις ανθρώπινες ανάγκες κ.λπ. ,κ.λπ. Προς το συμφέρον του λαού βεβαίως, βεβαίως...
Αν δε μας απατά η μνήμη μας αυτό παλιότερα, η ρεφορμιστική αριστερά το ονόμαζε "εκδημοκρατισμό" κι αν δεν μας απατά και η όραση μας, θέσεις για "εκδημοκρατισμένη" και "λαϊκή, ανοιχτή στην κοινωνία" παιδεία τις είδαμε να επιβιώνουν σε περιοδικά του ριζοσπαστικού χώρου (εκπαιδευτικά και μη).

Τέταρτο Σημείο: Οι δύο όροι εφαρμογής της τεχνολογίας.
Το κεφάλαιο ούτε όλες τις τεχνολογικές ανακαλύψεις (ακόμη και τις πιο προχωρημένης έρευνας) τις ενσωματώνει, ούτε τις αφήνει ατροποποίητες (σε βαθμό που η αρχική "ανακάλυψη" μέσα οπό τα στάδια προσαρμογής ελάχιστα πολλές φορές να μοιάζει με το αρχικό σχέδιο). Ποιοι είναι αυτοί οι όροι;

α) Η χρησιμοποίηση μηχανών και τεχνολογίας (νεκρή εργασία) να επιτρέπει μεγαλύτερη αρπαγή υπεραξίας και να μειώνεται το μέρος του εργάσιμου χρόνου που ο εργάτης παράγει για τον εαυτό του. Αν μια τεχνολογική ανακάλυψη δε συμβάλλει, να το πούμε χοντρά-χοντρά, στη φτήνια και στο κατέβασμα του εργασιακού μεροκάματου είναι μη συμβατή με την καπιταλιστική παραγωγή. Μένει στα αζήτητα εκτός κι αν βρεθεί τρόπος (εκεί κολλάει η τροποποίηση) να συμβάλλει.

β) Η εφαρμογή καινοτομιών να επιτρέπει όλο και πιο ανεμπόδιστη κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη σε ολόκληρη την παραγωγική εξέλιξη (συνθήκες δουλειάς, ένταση, συνεργασία, νεκροί χρόνοι, χρόνοι ξεκούρασης κ.λπ.).

Μια παρακολούθηση των συστημάτων οργάνωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από τον Τεϊλορισμό - Φορντισμό - πολεμική βιομηχανία - μαζική μεταπολεμική παραγωγή, μέχρι τα "ευέλικτα" συστήματα της νέας "μεταμοντέρνας" εποχής το αποδεικνύει (δεν είναι όμως της ώρας και του χώρου).

Έτσι, όπως έλεγε ο Μαρξ, "ακόμα κι αν το σύστημα των μηχανών είναι η πιο επαρκής αξία χρήσης του κεφαλαίου δεν συνάγεται καθόλου πως η υποταγή στις καπιταλιστικές σχέσεις αντιπροσωπεύει τον καλύτερο τρόπο χρησιμοποίησής του". Η θέση είναι σαφής.

Πέμπτο Σημείο: το όριο στη χρησιμοποίηση μηχανών
Αν και το παραπάνω σημείο της μαρξιστικής άποψης δεν είναι και τόσο άγνωστο (απλά "αποσιωπάται" επιμελώς) αυτό που κυριολεκτικά βρίσκεται θαμμένο (όπως οι Ινδιάνοι έκρυβαν τα πιο πολύτιμα όπλα τους), είναι το σημείο εκείνο όπου ο Μαρξ θέτει ένα όριο στην ανάπτυξη και χρησιμοποίηση των μηχανών. "Θεωρούμενη αποκλειστικά από την άποψη τού να γίνει φτηνότερο το προϊόν η χρησιμοποίηση των μηχανών συναντάει ένα όριο. Η εργασία που δαπανάται στην παραγωγή τους πρέπει να 'ναι μικρότερη από την εργασία που αντικαθιστά". Δηλαδή το σταθερό κεφαλαίο πρέπει να κοστίζει λιγότερο από το μεταβλητό που αντικαθιστά. Και προσθέτει: "Σ' όλες τις χώρες του παλιού πολιτισμού η χρησιμοποίηση των μηχανών σε μερικούς βιομηχανικούς κλάδους παράγει σε άλλους μια τέτοια υπεραφθονία εργασίας, που η πτώση του μισθού κάτω από την εργατική δύναμη δημιουργεί εδώ εμπόδιο στη χρησιμοποίησή τους και την κάνει περιττή και συχνά ακόμα και αδύνατη από τη σκοπιά του κεφαλαίου, που το κέρδος του προέρχεται στην πραγματικότητα από τη μείωση, όχι της εργασίας που χρησιμοποιεί, αλλά της εργασίας που πληρώνει" (υπογράμμιση δικιά μας) και συνεχίζει εξηγώντας έτσι το φαινόμενο του ότι "Σήμερα βλέπουμε μηχανές που εφευρέθηκαν στην Αγγλία δε χρησιμοποιούνται στην Αγγλία αλλά στη Βόρεια Αμερική".
Στη Βόρεια Αμερική, τότε, τα μεροκάματα ήταν πιο ακριβά, άρα συνέφερε η αντικατάσταση των εργατών από τις μηχανές, όχι όμως και στην Αγγλία που τα εργατικά χέρια ήταν φτηνότερα.
Η μαρξιστική αυτή θέση αξιοποιήθηκε κατάλληλα στο βασικό ιδεολογικό οπλοστάσιο που χρησιμοποιούσε το σοσιαλιστικό στρατόπεδο του Λένιν - Στάλιν (κι όχι το στάσιμο "σοσιαλιστικό" τύπου Μπρέζνιεφ) στις αντιπαραθέσεις του, στο χώρο της πολιτικής οικονομίας με τους αστούς οικονομολόγους.

Η θέση για τον "παρασιτικό" χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής και επιστημονικής έρευνας-εφαρμογής ήταν απότοκος, τόσο της μαρξιστικής ανάλυσης για το "όριο", όσο και των τότε σημαντικών επιτυχιών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Και σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε αναρίθμητα τέτοια παραδείγματα παρασιτισμού. Στον "ευαίσθητο" π.χ. χώρο της φαρμακοβιομηχανίας πόσα φάρμακα προχωρημένης δράσης δεν μπαίνουν σε κυκλοφορία γιατί υπάρχει στοκ αδιαθέτων προηγούμενης γενιάς, άρα και σημαντικές ενδύσεις που δεν γίνεται να διακυβευτούν; Ή, το αντίθετο, πολλά φάρμακα παλιότερης γενιάς μπαίνουν στην κυκλοφορία με νέες συσκευασίες και "οδηγίες" και χρυσοπληρώνονται σαν καινούρια (όπως π.χ. η νέα "Σημίτιος" ασπιρίνη που θα ξεπαραδιάσει τους ασθενείς, οι οποίοι έβρισκαν το ίδιο φάρμακο σε ασύγκριτα χαμηλότερη τιμή. Ίσως όμως να 'ναι αποτελεσματική κατά των πονοκεφάλων που γεννά ο "εκσυγχρονισμός", οπότε χαλάλι…)

Έκτο Σημείο: Η βασική αντινομία της χρησιμοποίησης των μηχανών στον καπιταλισμό.
"Στη χρησιμοποίηση των μηχανών για την παραγωγή υπεραξίας ενυπάρχει μια εσωτερική αντίθεση, επειδή ένας από τους δύο παράγοντες της υπεραξίας που παράγει ένα κεφάλαιο δοσμένου μεγέθους, οι μηχανές, δε μεγαλώνουν τον ένα παράγοντα, το ποσοστό υπεραξίας, παρά μόνο μικραίνοντας τον άλλο παράγοντα, τον αριθμό των εργατών". Πατώντας δηλαδή στη μία βάρκα βυθίζεται η άλλη.
Επιπλέον ο παραλογισμός της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος περιγράφεται με τον εξής τρόπο:
"Το κεφάλαιο είναι αυτό καθαυτό μια αντίθεση σε προτσές: από το ένα μέρος ωθεί την μείωση του χρόνου εργασίας σ' ένα μίνιμουμ και από το άλλο μέρος θέτει το χρόνο εργασίας σαν τη μοναδική πηγή και το μοναδικό μέτρο του πλούτου. Επομένως, μειώνει το χρόνο εργασίας κάτω από την αναγκαία του μορφή για να τον αυξάνει κάτω από τη μορφή της υπερεργασίας".
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε πως η μαρξιστική άποψη δεν παραγνωρίζει τον ρόλο των μηχανών-τεχνολογίας, ούτε την πορεία αντικατάστασης της "ζωντανής εργασίας" από τη "νεκρή εργασία".
Θεωρεί όμως πως αυτό πραγματοποιείται μόνο στο βαθμό που εξασφαλίζεται η αύξηση της απόλυτης υπεραξίας (παράταση της εργάσιμης μέρας), είτε της σχετικής υπεραξίας (εντατικοποίηση της παραγωγής), είτε ο συνδυασμός και των δύο μαζί.
Το όριο και η βασική αντινομία του συστήματος αυτού υπενθυμίζει στην κοινωνία πως έφτασε το "πλήρωμα" του χρόνου για το πέρασμα σε μια κοινωνική οργάνωση που δε θα θέτει την εργασία σαν μέτρο του πλούτου. Κι αυτό προκύπτει μέσα από τις ανακυκλωμένες κρίσεις.

Τέλος, η άποψή του για "πλεονάζουσα εργατική δύναμη", που είναι αναγκαία να υπάρχει κατά την εφαρμογή κάθε τεχνολογικής καινοτομίας σε μαζική κλίμακα, περιγράφει τα φαινόμενα περιθωριοποίησης και μαζικής ανεργίας που συνοδεύουν κάθε εισαγωγή νέας τεχνολογίας στην παραγωγή (άρα και στην πληροφορική-ρομποτοποίηση).
Μάλιστα σε μια εποχή που όλα παρουσιάζονται "ορθολογικά" να οδηγούν στην αντικατάσταση του ανθρώπου από τις μηχανές, των εθνικών στρατών από τους επαγγελματικούς, της εκπαίδευσης από το κομπιούτερ, μέχρι και την παραγωγή πανομοιότυπων κλωνικών ατόμων, έρχεται ο "ξεχασμένος" μαρξισμός να ξαναθέσει στο επίκεντρο του προβληματισμού τον άνθρωπο, τις ανάγκες του, τις αντιφάσεις της ανθρώπινης κοινωνίας.

Κι ενώ αρκετές φωνές προσπαθούν να μας πείσουν πως ολόκληρο το κοινωνικό σώμα περνάει σε μια οργουελική κατάσταση (κοινωνίες δύο τρίτων κ.λπ.) ολοκληρωτικής ευθυγράμμισης (μετά το τέλος της ιστορίας, ήρθε τώρα και το τέλος της εργασίας) έρχεται ο μαρξισμός να εξηγήσει γιατί η ζωή έχει τελικά τη δικιά της διαλεκτική λογική. Όχι, δεν εφευρέθηκε ακόμα το ΥΠΕΡ ή ΜΕΤΑ σύστημα που θα εξαλείψει τις κοινωνικές αντιθέσεις. Ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτή την κατάσταση δεν παύει να είναι το "πολυτιμότερο αγαθό». Ο αποφασιστικός παράγοντας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου