Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Ναρκωτικά και κοινωνικός έλεγχος

της Κατερίνας Μάτσα (επιστημονική υπεύθυνη της μονάδας απεξάρτησης 18 ΑΝΩ)
 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Έναυσμα" το 2000


Σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης σαν τη σημερινή, οι τοξικομανείς πυκνώνουν τις τάξεις των στιγματισμένων, των περιθωριοποιημένων, των αποκλεισμένων, των κοινωνικά «επικίνδυνων».
Η περιθωριοποίηση, η ένταξη σε μια κλειστή ομάδα που λειτουργεί με τους δικούς της κώδικες, υπήρξε αρχικά μια «επιλογή» του τοξικομανή, η επιλογή αυτή έγινε σε μια συγκεκριμένη κοινωνικό-πολιτιστική στιγμή, όταν συναντήθηκε με την ουσία μια προσωπικότητα ευάλωτη, ελλειμματική, με εσωτερικά κενά, που αναζητούσε ένα δρόμο φυγής απ' την αφόρητη γι' αυτήν πραγματικότητα. Η επιλογή δεν ήταν ελεύθερη. Υπήρξε προϊόν της συνάντησης της κοινωνικής κρίσης με μια προσωπική κρίση, διαμεσοποιημένη από την κρίση της οικογένειας.


Πραγματοποιήθηκε μέσα σε συνθήκες οικονομικής και πολιτιστικής φτώχειας, απώλειας των συλλογικών μύθων και των κοινωνικών αναφορών, απόλυτης εξατομίκευσης και ακραίας ευαλωτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, που παίζει το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος.
Γιατί είναι σε καιρούς οξύτατης κοινωνικής κρίσης που λειτουργεί σε κοινωνικό επίπεδο ο μηχανισμός δημιουργίας εξιλαστήριων θυμάτων, που πρέπει να φορτωθούν την ευθύνη της κοινωνικής κρίσης και να εξοστρακισθούν απ' το κοινωνικό σύνολο για να μην το «μολύνουν». Αυτός ο μηχανισμός πολώνεται σταθερά στους τοξικομανείς, τους πάσχοντες από AIDS, τους «διαφορετικούς».
Με την καταστολή το σύστημα επιδιώκει την εξόντωση του τοξικομανή ως πρόσωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι με το ισχύον νομικό πλαίσιο (2331/95) δεν γίνεται καμιά διάκριση ανάμεσα στον τοξικομανή και τον έμπορο ναρκωτικών. Οι ποινές φυλάκισης για τον τοξικομανή, που γίνεται «βαποράκι» για να εξασφαλίσει τη δόση του, είναι μεγάλες ακόμα και για απεξαρτημένους που έχουν ολοκληρώσει θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης, ενώ ο έμπορος μπορεί πολύ εύκολα - ανάλογα με τις προσβάσεις του στον κρατικό μηχανισμό - να διαφύγει.
Μέσα σε συνθήκες ακραίας κρίσης ο ευάλωτος έφηβος, αποξενωμένος, χωρίς ταυτότητα, χωρίς κοινωνικούς δεσμούς, χωρίς κοινωνική αναγνώριση, χωρίς κοινωνικό ρόλο, με βιώματα διαδοχικών αποτυχιών χωρίς δυνατότητα πρόσβασης στη διανοητική, τη συναισθηματική, την ψυχολογική ωριμότητα, κλεισμένος στο «γκέτο της εφηβείας», στερείται τη δυνατότητα ένταξης στον κοινωνικό ιστό, σε επίπεδο επαγγελματικό, οικονομικό, κουλτούρας, και ωθείται τελικά στην ατομική εξέγερση και στην αναζήτηση παντός τύπου αναισθητικών. Βιώνει πολύ πρώιμα και πολύ τραυματικά τον αποκλεισμό του και ωθείται στην περιθωριοποίηση και την εμπλοκή στον κόσμο των ουσιών. Διαμορφώνει μια άλλη σχέση με τον εαυτό του και με τον κόσμο, μέσα από μια τυραννική εμπειρία, που τον αλλοτριώνει σε τέτοιο βαθμό, που να τον εκμηδενίζει ως σκεπτόμενο και δρών κοινωνικό άτομο. Έτσι αναπτύσσεται μια δυναμική που τροφοδοτεί την περιθωριακότητα και τροφοδοτείται απ' αυτήν, η τροχιά που διαγράφεται είναι σπειροειδής. Ο αρχικός αποκλεισμός αυτού του νέου ανθρώπου αναπτύσσεται σε πολλά επίπεδα και παίρνει τελικά την μορφή της απόταξης του απ' το κοινωνικό σώμα. Η απόταξη αυτή επικυρώνεται και από τις σχετικές νομικές ρυθμίσεις, ένα κατασταλτικό νομικό πλαίσιο. Πρόκειται για μια διαδικασία ενεργητική, με αμφίδρομα συγκρουσιακό χαρακτήρα, με έντονη τη σφραγίδα της βίας, ανοιχτής και καλυμμένης, και από τις δύο πλευρές.
Μέσα από τις προβαλλόμενες ως ριζοσπαστικές πολιτικές της συντήρησης (ελεύθερη χορήγηση μεθαδόνης Ή ηρωίνης και μάλιστα από κρατικά νοσοκομεία, όπως πρότεινε πρόσφατα ο υπουργός Υγείας Θ. Κατσώνης) το σύστημα επιδιώκει τον ίδιο στόχο: την «ομαλοποίηση» της συμπεριφοράς, μέσα από την νομιμοποίηση της περιθωριοποίησης. Συντηρεί την εξάρτηση ως τρόπο ζωής, βάζοντας απλά στη θέση της παράνομης μια νόμιμη ουσία -πράγμα βέβαια που λίγες φορές εφαρμόζεται, αφού στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο τοξικομανής συνδυάζει νόμιμες και παράνομες ουσίες, προκειμένου να γεμίσει το κεφάλι του.
Η πολιτική του «περιορισμού της βλάβης» (Harm reduction) που προβάλλεται ως η μόνη ρεαλιστική σήμερα βασίζεται στη θέση ότι το πρόβλημα της εξάρτησης είναι μη αντιμετωπίσιμο, επιτρέποντας μόνο την επωφελέστερη δυνατή διαχείρισή του, στην αντίληψη ότι δεν πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τα ναρκωτικά όπως με τους σεισμούς, συγκαλύπτοντας τη βασική αλήθεια ότι η τοξικομανία είναι ένα κοινωνικό κατά βάση και όχι ένα φυσικό φαινόμενο όπως ο σεισμός.
Τα ναρκωτικά παρουσιάζονται σαν ένα περίπου άλυτο πρόβλημα που με το οικονομικό του μέγεθος απειλεί τις ισορροπίες της παγκοσμιοποιημένης αγοράς σε μια περίοδο σοβαρής κρίσης. Με τους όρους του νεοφιλελευθερισμού εκείνο που προέχει είναι η οικονομική και πολιτική πλευρά του, που επιβάλλουν μια ορθολογιστική για το σύστημα «διαχείρισή» του, αφού θεωρείται αδύνατη μία άλλου τύπου αντιμετώπιση. Η «διαχείριση» βασίζεται στη λογική των μηχανισμών και των νόμων της αγοράς. Η έμφαση δίνεται στο εμπόριο των ουσιών, στους εμπόρους, στα τεράστια κέρδη τους, την τεράστια εξουσία τους. Το «κόστος», μια έννοια θεοποιημένη στον κόσμο του νεοφιλελευθερισμού, γίνεται η βάση της διαμόρφωσης της πολιτικής τους, μια πολιτική που ενδιαφέρεται βασικά για τη μια πλευρά, την οικονομική, τη «διαχειρίσιμη», βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την άλλη, την κοινωνική, την πολιτική, την πολιτιστική, την ανθρώπινη, ισχυρίζονται ότι ο τοξικομανής είναι κατά κύριο λόγο εξαρτημένος από τον έμπορο κι όχι απ' την ουσία αποσιωπώντας τη μεγάλη αλήθεια ότι κανείς δεν γίνεται τοξικομανής απλά και μόνο επειδή υπάρχουν διαθέσιμα ναρκωτικά, ούτε επειδή είναι απαγορευμένα. Γίνεται τοξικομανής επειδή υπάρχουν λόγοι μέσα του και γύρω του που τον προδιαθέτουν, τον κάνουν ευάλωτο, αναπτύσσοντας τους όρους εγκατάστασης της εξάρτησης, όταν αυτός ο άνθρωπος, τη στιγμή που βιώνει με μεγάλη οδύνη την κρίση του, συναντηθεί με την ουσία, παράνομη ή και νόμιμη (όπως το αλκοόλ, τα χάπια, οι κόλλες κ.ά.).
Το πνεύμα της εποχής όμως είναι «διαχειριστικό» και θεωρεί όλα αυτά ασήμαντες λεπτομέρειες. Γιατί το διαχειριστικό πνεύμα δίνει έμφαση στις ποσότητες και όχι στις ποιότητες, στις ανταλλακτικές αξίες και όχι στις αξίες χρήσης, στο χρήμα και όχι στον άνθρωπο. Και το χρήμα, το κεφάλαιο αναπαράγεται, αυγαταίνει, εξασφαλίζοντας πρώτα και κύρια τον κοινωνικό έλεγχο, αφού το ίδιο αντιπροσωπεύει στον ψηλότερο βαθμό τη λειτουργία του ελέγχου του κοινωνικού σώματος. «Το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά έλεγχος. Αντιπροσωπεύει την αντικειμενοποίηση της λειτουργίας του ελέγχου ως πραγμοποιημένο σώμα, ξέχωρο από και αντιτιθέμενο στο κοινωνικό σώμα».

Και οι δύο πολιτικές, τόσο της καταστολής όσο και της υποκατάστασης, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, της άσκησης κοινωνικού έλεγχου. Η μια όψη αντιπροσωπεύει την «καταπίεση της ανοχής» για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Ι. Meszaros, την καταστολή, ενώ η άλλη την «καταπιεστική ανοχή», τη φιλελεύθερη πολιτική της υποκατάστασης. Και τα δύο μαζί σηματοδοτούν τα όρια του κοινωνικού συστήματος, που είναι ανίκανο να απαντήσει στην ανάγκη της κοινωνικής αλλαγής, σ' αυτή την περίοδο της έκρηξης των κοινωνικών αντιφάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου