Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο. Αδιέξοδες θεωρητικές ακροβασίες σε μια ανύπαρκτη πραγματικότητα

του Παναγιώτη Σαπουνά
 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εναυσμα» το 1996



Τα τελευταία χρόνια ο χώρος της εκπαίδευσης βρίσκεται στο "μάτι του κυκλώνα" μιας συνολικότερης αντιδραστικής επίθεσης.
Η τρίτη βαθμίδα ειδικότερα, με την ιδιαίτερη βαρύτητά της, έχει δεχτεί και συνεχίζει να δέχεται ένα μεγάλο μέρος συνδυασμένων πυρών. Άλλοτε με τη μορφή νομοσχεδίων-σκούπα, που επιχειρούσαν με τη μέθοδο ενός ισχυρού ηλεκτροσόκ, βίαιη και συνολική ανατροπή. άλλοτε με μικρότερης -αλλά όχι αμελητέας- εμβέλειας Προεδρικά Διατάγματα. τέλος με την έμπρακτη εφαρμογή, με κάθε τρόπο, πολλών επιμέρους αλλαγών που κατοχύρωναν στην πράξη πλευρές της επίθεσης. Ο φοιτητικός πληθυσμός, παρά τα κατά καιρούς αγωνιστικά σκιρτήματα και εξάρσεις, παρά τις όποιες μικρές ή μεγαλύτερες νίκες, δεν κατόρθωσε να απαντήσει δυναμικά και μέσα από ένα σταθερό και συγκροτημένο κίνημα στην επίθεση στο μέτρο των αναγκαιοτητών που η ίδια η πραγματικότητα έβαζε.



Η παραπάνω κατάσταση εύλογα τροφοδότησε τον προβληματισμό στις "εκτός των τειχών" δυνάμεις της Αριστεράς που δρουν στο φοιτητικό χώρο. Επιχειρήθηκαν πολλές και από πολλές πλευρές ερμηνείες και αναλύσεις: τόσο για το χαρακτήρα και τη φύση των αλλαγών, όσο και για τα χαρακτηριστικά, τα μέτωπα πάλης, την ίδια την ουσία της ύπαρξης και δράσης του φοιτητικού κινήματος. Κάποιες μάλιστα απ' αυτές διεκδικούν για τον εαυτό τους τα εύσημα της επαναστατικής και πρωτοποριακής ανάλυσης. Οι εμπνευστές τους ισχυρίζονται ότι βρήκαν τα μαγικά κλειδιά της ερμηνείας της κατάστασης στην Γ’βάθμια (και όχι μόνο βέβαια) εκπαίδευση. ότι αποτελούν τη μοναδική σωστή και ολοκληρωμένη ανάγνωση και προσέγγιση των αλλαγών, που βάζει τα θεμέλια για την ορθή αντιμετώπισή τους από το "νέο φοιτητικό κίνημα" που θέλουν να οικοδομήσουν και να εκφράσουν. Ο λόγος για τη Νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση (Ν.Κ.Α.) και τις απόψεις της για το λεγόμενο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο (ε.π.) ή καλύτερα πανεπιστήμιο-επιχείρηση (π.ε.)
Βέβαια για να είμαστε εντάξει πρέπει να δηλώσουμε οτι ο όρος αυτός (ε.π.) χρησιμοποιείται και από άλλες αριστερές δυνάμεις με εντελώς διαφορετική έως και παραπλήσια σημασία. Μ’ έναν τρόπο η ορολογία αυτή έγινε και της μόδας. Ωστόσο, η ιδιαίτερη ερμηνεία -μ’ όλες τις συνεπαγωγές της- και βαρύτητα που δίνει η Ν.Κ.Α. στην ανάλυσή της εξηγεί και την ειδική αναφορά μας στις απόψεις της.

Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο. Η ουσία της ανάλυσης της Ν.Κ.Α.

Στη βάση της νέας αντίληψης για τις αλλαγές στο πανεπιστήμιο βρίσκονται οι εξελίξεις στο οικονομικό πεδίο και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού: Η ελληνική αστική τάξη (πάντα κατά τη Ν.Κ.Α.) κάνει τις απαραίτητες τομές, βάσει προγράμματος αναδιαρθρώνει την παραγωγή, αναβαθμίζεται ποιοτικά και εξορμά στην κατάκτηση νέων αγορών (Βαλκάνια, Ανατολικές χώρες) εκτοπίζοντας μερικές φορές από αυτές ακόμη και ιμπεριαλιστές πρώτης γραμμής. Ιδιαίτερα όσον αφορά στο πανεπιστήμιο: Για τη Ν.Κ.Α, ο τύπος του Κρατικού Πανεπιστήμιου αποτελεί πια παρελθόν και τη θέση του παίρνει το ε.π. Η Γ’βάθμια εκπαίδευση ξεφεύγει από την εποπτεία κα τον έλεγχο του κράτους και περνά άμεσα στις επιχειρήσεις. μ' αυτή την έννοια ήδη συντελείται η ιδιωτικοποίηση των ΑΕΙ, μια τάση που κατά τη Ν.Κ.Α, θα ενταθεί και στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα με την ίδρυση πολλών ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Το ελληνικό ιδιωτικό κεφάλαιο, οι επιχειρήσεις, αναδιαρθρώνονται με βασικό χαρακτηριστικό την άμεση -χωρίς προηγούμενο- παρέμβασή τους και εκμετάλλευση της επιστήμης και της έρευνας. Η παραγωγή στη χώρα μας επιστημονικοποιείται, η επιστήμη και η γνώση γίνεται άμεση παραγωγική δύναμη. Το πανεπιστήμιο, κέντρο ερευνητικής δραστηριότητας αλλάζει φύση και χαρακτήρα. Δεν εξυπηρετεί απλώς, όπως παλιότερα, την κεφαλαιοκρατική παραγωγή αλλά γίνεται (με βάση το νέο ρόλο της επιστήμης στην παραγωγή) συστατικό-οργανικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας.
Το πανεπιστήμιο μετατρέπεται το ίδιο σε επιχείρηση (Α.Ε.) με κυρίαρχο στοιχείο τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της δραστηριότητας του από την εκπαιδευτική διαδικασία στην παραγωγή έρευνας. Στο πλαίσιό του διαμορφώνεται ένα συνεχώς ογκούμενο σώμα εργατών, που αποτελείται τόσο από καθηγητές όσο και από φοιτητές οι οποίοι παράγουν έρευνα για το κεφάλαιο. Ως πρακτική απόδειξη όλων αυτών προβάλλεται η ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση των μεταπτυχιακών, η αθρόα συμμετοχή σε κάθε είδους προγράμματα, η τεράστια σε ερευνητική αξία εκπόνηση προπτυχιακών εργασιών. Μ' όλα αυτά ένα πολύ μεγάλο τμήμα, της φοιτητικής νεολαίας δεν αποτελεί πια ένα κοινωνικό στρώμα που εκπαιδεύεται για να επανδρώσει αργότερα την παραγωγή... αλλά εχει μετατραπεί σε τάξη, τάξη εργατική. βιώνει την εκμετάλλευση με τη μαρξιστική έννοια του όρου και συνεπώς ο ρόλος της στην οικοδόμηση του κομμουνιστικού κινήματος και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης γίνεται τόσο κυρίαρχος και καθοριστικός όσο και αυτός της παραδοσιακής εργατικής τάξης.
Αυτά αποτελούν τα βασικότερα σημεία των θέσεων της Ν.Κ.Α. για το πανεπιστήμιο. Γίνεται φανερό πως τα ζητήματα που (ξανα)ανοίγει αυτή η ανάλυση-άποψη είναι πολλά και μεγάλα. Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου δεν είναι δυνατόν να τα εξαντλήσουμε. Πρόθεσή μας είναι να εκθέσουμε τη δική μας άποψη (για να το πούμε καθαρά από την αρχή) τις διαφωνίες μας στις θέσεις-κλειδιά αυτής της άποψης.

Αναδιάρθρωση και ποιοτική αναβάθμιση της ελληνικής αστικής τάξης ή κρίση του εξαρτημένου ελληνικού καπιταλισμού;

Αρχικά, πριν από την αναφορά στο πανεπιστήμιο, θεωρούμε αναγκαίο να ειπωθούν οι βασικές σκέψεις μας για την κατ’ εξοχήν οικονομική πλευρά-πλαίσιο του ζητήματος. Αυτό που -με την πρώτη ματιά- διαπιστώνει κάποιος διαβάζοντας τις θέσεις της Ν.Κ.Α. είναι η υπερτίμηση των δυνατοτήτων του ελληνικού καπιταλισμού και η υποτίμηση -καλύτερα ολοκληρωτική αγνόηση- του εξαρτημένου χαρακτήρα του. Ο όρος αναδιάρθρωση, ιδιαίτερα μέσα στα συμφραζόμενά του, παραπέμπει (για τη Ν.Κ.Α.) στην ύπαρξη επιτελικού οικονομικού σχεδιασμού από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης. Όμως, ένα τέτοιο σχέδιο για να μην αποτελεί κενό γράμμα ή όνειρο καλοκαιρινής νύχτας -προϋποθέτει ανάμεσα σ' άλλα- υλικά, συγκεκριμένα δεδομένα στο επίπεδο της παραγωγικής βάσης. Γιατί, αν είναι αλήθεια πως και με την κρίση κάποιοι μεγαλώνουν ή ανασυντάσσονται, άλλο τόσο βέβαιο είναι πως κάτι τέτοιο δεν είναι ζήτημα ευχολογίου ή διάθεσης, αλλά συγκεκριμένων δυνατοτήτων. Και η ελληνική αστική τάξη απέχει πολύ από το να έχει αυτές τις δυνατότητες. Η όποια ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού (δεκαετία '60) συντελέστηκε με ξένα κυρίως κεφάλαια. Η μέχρι τότε υποδομή (ανύπαρκτη ουσιαστικά), αλλά και -κυρίως- η ιστορική διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης (ξενόδουλη και απόλυτα υποταγμένη στους ξένους "προστάτες") δεν της επέτρεψαν να αξιοποιήσει τα εισρέοντα κεφάλαια στην προοπτική αυτοδύναμης ανάπτυξης. (Μια τέτοια εξέλιξη λ.χ. είχαμε στην περίπτωση της Γερμανίας, για πολλούς λόγους). Ο ξένος παράγοντας καθόρισε τόσο την ποσότητα-έκταση όσο και την ποιότητα της όποιας ανάπτυξης στη χώρα μας. Το ελληνικό κεφάλαιο προσανατολίστηκε σε κλάδους που, οπωσδήποτε, απέφεραν κέρδη (οικοδομή, κλωστοϋφαντουργία, επισιτιστικές βιομηχανίες, τουρισμός), σε καμιά όμως περίπτωση αυτοί οι κλάδοι δεν μπορούν ν' αποτελέσουν τη στέρεα βάση μιας γενικότερης και αυτοδύναμης ανάπτυξης. Τομείς που στις αναπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες έχουν περίπου 2 αιώνες ζωής δεν υπάρχουν καν στην Ελλάδα του... 2000 (βαριά βιομηχανία, παραγωγή μηχανών που παράγουν μηχανές...). Για να μη μιλήσουμε για ανάπτυξη άλλων, σύγχρονων κλάδων (διαστημική τεχνολογία, αεροναυπηγική, πυρηνικά, μικροηλεκτρονική...) που αποτελούν προνομιακό πεδίο μιας "χούφτας χωρών". Η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, η πτώση των οικονομικών συνόρων, ενίσχυσαν στο έπακρο την παραρτημοποίηση της ελληνικής οικονομίας. Η ευρύτερη βάση του ελληνικού παραγωγικού ιστού αντιμετώπισε και θ' αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα ύπαρξης. Η μεγαλοαστική τάξη ολοκληρώνει τα μεταπρατικά της χαρακτηριστικά, δυναμώνει και βαθαίνει ο εμπορομεσιτικός της χαρακτήρας. Η πρόσφατη έκθεση ΟΟΣΑ δίνει ξεκάθαρα το στίγμα της ελληνικής οικονομίας: αγροτική παραγωγή, συμπληρωματική στο πλαίσιο της ΕΟΚ, απόλυτα καθορισμένη από τα ενδιαφέροντα και τις προτεραιότητες των ιμπεριαλιστών, που -έτσι κι αλλιώς- συνιστούν μείωσή της και -προπαντός- υπηρεσίες. Η ελληνική αστική τάξη, όχι μόνο έχει εγκαταλείψει οριστικά οποιαδήποτε προοπτική αυτοδύναμης ανάπτυξης, αλλά και αδυνατεί να προγραμματίσει και να σχεδιάσει, έστω άμεσα ή μεσοπρόθεσμα. Το Λαύριο, η Κοζάνη, η Εύβοια, ο Σκαραμαγκάς... δείχνουν πως η αποβιομηχάνιση της χώρας είναι υπαρκτή τόσο στη βάση της κρίσης όσο και του ανταγωνισμού Μ' όλα αυτά (και προς άρση κάθε παρεξήγησης) δε θέλουμε να δηλώσουμε πως θα καταστραφεί ολοκληρωτικά ο όποιος παραγωγικός ιστός, πως -για να το πούμε απλά- θα κλείσει κάθε εργοστάσιο, θέλουμε να τονίσουμε ότι οι όποιες "αλλαγές" στην παραγωγή καθορίζονται όχι στη βάση σχεδίου της μεγαλοαστικής τάξης, αλλά στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής επιβολής και εξάρτησης και των μεταβαλλόμενων προτεραιοτήτων των "υψηλών προστατών".
Άλλωστε, η χρησιμοποίηση της Ελλάδας από τις "μεγάλες δυνάμεις" ως γέφυρα προώθησης των συμφερόντων τους δεν είναι μόνο σύγχρονο γεγονός. Η «διείσδυση» του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια και τις πρώην Ανατολικές χώρες, πέρα από όλα τα άλλα (ποσότητα και ποιότητα των επενδύσεων), λειτουργεί περισσότερο ως προπομπός και μεσάζοντας της ιμπεριαλιστικής παρέμβασης, της οποίας τα πραγματικά μεγέθη και χαρακτηριστικά (σε σύγκριση μ' αυτά της Ελλάδας) θα φανούν, όταν και αν οι πολιτικές συνθήκες στις χώρες αυτές (πολιτική ρευστότητα), αλλά και οι διεθνείς σχέσεις (ανταγωνισμός) το "επιτρέψουν". Δεν είναι, επίσης, χωρίς σημασία το ότι πολύ συχνά η ελληνική διείσδυση συνεπάγεται ή προϋποθέτει το κλείσιμο των αντίστοιχων παραγωγικών μονάδων στο ελληνικό έδαφος (π.χ. κλωστοϋφαντουργία). Άλλωστε, οι παλιότερες "εξορμήσεις" της Ελλάδας υπό την καθοδήγηση των Αμερικάνων σε Β. Αφρική και Μ. Ανατολή και η κατάληξή τους, δίνουν το στίγμα και των σημερινών: εντάσσονται σε ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, δεν έχουν αυτοδύναμη βάση στήριξης, είναι ξεκάθαρο ποιος έχει το "πάνω χέρι", χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται και το γεγονός ότι οι Έλληνες μεγαλοαστοί αποκομίζουν κέρδη (το γνωστό "κόκκαλο" για τις εκδουλεύσεις που προσφέρουν οι "μικροί"). Τέλος, είναι κοινό μυστικό(;) ότι το "θαύμα" της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας επαφίεται στους ιμπεριαλιστές και στις "πολυπόθητες" επενδύσεις τους στην Ελλάδα. Θα μπορούσαν να εξεταστούν και πολλά άλλα μεγέθη και εξελίξεις (Δημόσια Έργα, πηγές χρηματοδότησής τους, εξαγορές ελληνικων επιχειρήσεων…), νομίζουμε όμως ότι έγινε φανερός ο τρόπος που εμείς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Για μας, η μεγαλοαστική τάξη είναι δεμένη με χίλιες εξαρτήσεις από τον ξένο παράγοντα. Μια τάξη που έχει υποθηκεύσει το μέλλον της χώρας στους "υψηλούς προστάτες" σαν αντάλλαγμα της στήριξής τους στη διαιώνιση της κυριαρχίας της στο λαό. Ο ιδιαίτερος χώρος δράσης που της αφήνεται από τους ιμπεριαλιστές, στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, στενεύει ολοένα και περισσότερο, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης και του λυσσαλέου ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστών. Οι τριβές και οι αντιθέσεις ανάμεσα στην ελληνική αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές είναι φυσικά υπαρκτές (δε βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή της αποικιοκρατίας) σε καμιά, όμως, περίπτωση δεν οδηγούν -από την πλευρά της Ελλάδας- σε αμφισβήτηση του πλαισίου εξάρτησης και του ρόλου σ’ αυτό.
Ας περάσουμε όμως τώρα στα σχετικά με το πανεπιστήμιο.

Αν οι αναλύσεις δε συμφωνούν με την πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα

Πραγματικά, πολλές φορές έχουμε την αίσθηση πως κάποιοι ζουν και προσπαθούν να καταγράψουν, ν' αναλύσουν και να ερμηνεύσουν μια άλλη, ανύπαρκτη πραγματικότητα.
Αρχικά, αυτή και μόνη η γεωγραφία των σχολών αποδεικνύει έμπρακτα ότι η άποψη περί επιχειρηματικών πανεπιστημίων ή πανεπιστήμιο-επιχείρηση βρίσκεται εντελώς στον αέρα. Φαίνεται πως δε λαμβάνονται υπόψη ούτε το πλήθος ούτε η μαζικότητα -παρά τις όποιες μειώσεις των εισακτέων- των θεωρητικών σχολών. Αλήθεια, πού συνίστατοη αλλαγή της φύσης και του χαρακτήρα αυτών των συγκροτημάτων και σχολών; Γιατί, μέσα στ' άλλα που ανακαλύψαμε ήταν και τούτο: πως το π.ε. αφορά τις θεωρητικές και τις κοινωνικές σπουδές (σε άρθρα του Αντ. Μαυροπουλου στο "Πριν" και τις "Αναιρέσεις") χωρίς, βέβαια, επιπλέον επαρκείς εξηγήσεις. Να υποθέσουμε ότι με την παραπάνω διαπίστωση γινόταν προσπάθεια να τονιστεί ο όλο και αντιδραστικότερος προσανατολισμός της όποιας ερευνητικής δραστηριότητας (πχ. Βιομηχανική Ψυχολογία;) Ομως, τότε μένει ν' απαντηθεί το γιατί και με ποια έννοια η δραστηριότητα αυτών των σχολών δεν ήταν σε αντιδραστική κατεύθυνση (ποια συμφέροντα εξυπηρετούσε;) στον προηγούμενο τύπο πανεπιστημίου, το κρατικό (η διάκριση, να θυμίσουμε, είναι της Ν.Κ.Α).
Αλλά και αναφορικά με τις υπόλοιπες σχολές (Οικονομικό, Φυσικό, Χημικό. Πολυτεχνείο, Πληροφορική, ΓΔΣ) αυτό που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι πρωτόγνωρες και βαθιές τομές, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά δεδομένα. Καταρχήν, είναι με γυμνό μάτι ορατή η πραγματικότητα που λέει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αποφοίτων αυτών των σχολών βλέπει τη "σύμφυση εκπαίδευσης-παραγωγής" (θέση της Ν.Κ.Α.) να μεταφράζεται σε ανεργία, υποαπασχόληση και, συχνότατο, σε ετεροαπασχόληση. Με ποια λογική το κεφάλαιο "εκμεταλλεύεται τόσες χιλιάδες φοιτητές στο πανεπιστήμιο" και την ίδια στιγμή, αφού αυτοί περάσουν το κατώφλι των σχολών, τα ποσοστά ανεργίας τους συνεχώς αυξάνονται αλματωδώς; Δε θα ήταν πιο λογικό και φυσικό αυτός ο "οργασμός έρευνας" να μεταφράζεται σε αντίστοιχη οικονομική ανάπτυξη και αυξημένες δυνατότητες απορρόφησης αυτού του δυναμικού (ή ενός μεγάλου τμήματος), που κατά τεκμήριο θα είχε όλα τα φόντα να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της παραγωγής; Να υποθέσουμε πάλι πως "αυτή η τεράστια μάζα των φοιτητών-εργατών" παράγει έρευνα για το κεφάλαιο, αυτό με τη σειρά του την εφαρμόζει πλατιά στην παραγωγή και -κατά συνέπεια- αυξάνεται η λεγόμενη τεχνολογική ανεργία (η ανεργία, δηλαδή, που οφείλεται στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών και μεθόδων οργάνωσης στην παραγωγή); Δεν πιστεύουμε ότι μπορεί στα σοβαρά να το ισχυριστεί κάποιος αυτό. Τη στιγμή μάλιστα που οι μέσοι ρυθμοί ανάπτυξης της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα από 6,9% που ήταν στα χρόνια 1970-'80 έχουν πέσει στο 1% την τελευταία δεκαετία. Ή -μήπως- εννοείται ότι το κεφάλαιο θεωρεί οικονομικά πιο συμφέρον να συνεχίζει να "εκμεταλλεύεται" το δυναμικό στο πανεπιστήμιο και όχι τους αποφοίτους, που το υποχρεώνουν σε μεγαλύτερα έξοδα (μισθός, ασφάλεια κ.λπ.). Αν αυτό υπαινίσσεται η ΝΚΑ, δεν αντιφάσκει με τη θέση της ότι, έτσι κι αλλιώς, το κόστος για τη λειτουργία των πανεπιστημίων το αναλαμβάνουν πια οι ιδιώτες, αφού -όπως υποστηρίζει- τα πανεπιστήμια λειτουργούν ως άμεσα παραρτήματα των επιχειρήσεων;
Παραπέρα. Με ποια στοιχεία δικαιολογείται η "έκρηξη της ερευνητικής δραστηριότητας"; Τα κονδύλια που δίνονται σε μια τέτοια κατεύθυνση ούτε στο ελάχιστο δεν παραπέμπουν σ' αυτήν την "πραγματικότητα". Οι πιστώσεις για έρευνα δεν ξεπερνούν το 0,37% του ΑΕΠ από το οποίο μόνο το 9,34% αφορά τη συμμετοχή του ιδιωτικού κεφαλαίου. Στη βάση αυτή και με δεδομένο το "μέγεθος" του ΑΕΠ, πώς βρισκόμαστε σε φάση βιομηχανοποίησης της έρευνας στην Ελλάδα; Εξάλλου, το ποσοστό των φοιτητών που απασχολούνται σε ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα είναι της τάξης του 2 τοις χιλίοις. Για ποιο στρώμα "φοιτητών - εργατών" μπορεί να γίνει λόγος;
Επιπλέον, πώς από τη συγκεκριμένη αναλογία προπτυχιακών-μεταπτυχιακών φοιτητών (οι αριθμοί συνηγορούν υπέρ της συντριπτικής αριθμητικής υπεροχής των πρώτων) συνάγεται το συμπέρασμα της ποσοτικής και ποιοτικής αναβάθμισης των μεταπτυχιακών σπουδών, του αυξημένου ειδικού βάρους τους στη σύγχρονη πραγματικότητα των ελληνικών πανεπιστημίων; Θεωρούμε, μάλιστα, εντελώς εξωπραγματική και άνευ περιεχομένου τη σύγκριση Ελλάδας-ΗΠΑ που κάνει ο Αντ. Μαυρόπουλος ("Πριν", 5/2/'95) σε σχέση με την αναλογία προπτυχιακών-μεταπτυχιακών φοιτητών. Λέγεται, συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο πως αυτή η αναλογία (1:2 στις ΗΠΑ, 1:1 σ' άλλες αναπτυγμένες χώρες) δίνουν την τάση που ακολουθούν τα πράγματα και στο ελληνικό πανεπιστήμιο (από αυτή τη "διαπίστωση" πιστεύουμε πως πηγάζει και η θέση για επιτακτική αναγκαιότητα συγκρότησης κινήματος μεταπτυχιακών ως το Α και το Ω της παρέμβασης της ριζοσπαστικής αριστεράς στο πανεπιστήμιο). Βέβαια, μόνο ως αστείο μπορούμε να εκλάβουμε την παραπάνω σύγκριση. Φαίνεται πως παραλείπεται να ειπωθεί ότι η παραγωγική βάση των ΗΠΑ (και κατ' επέκταση η ανάγκη δημιουργίας στελεχών μέσα από τις μεταπτυχιακές σπουδές) δεν αφορά μόνο το εσωτερικό τους, αλλά επεκτείνεται σε πολλές χώρες ολόκληρου του πλανήτη. Εκτός κι αν αφήνεται να εννοηθεί πως και ο ελληνικός καπιταλισμός, αν δεν έχει ακόμη φτάσει, τείνει να συγκριθεί σ' αυτό το επίπεδο με τον αμερικανικό!
Τέλος, είναι η σκληρή καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουν οι χιλιάδες φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια, που καταρρίπτει τη θέση για μετατόπιση του κέντρου βάρους από την εκπαιδευτική στην ερευνητική διαδικασία Αρκεί να σημειωθούν τα εξής: ήδη από το ν. 1268 του ΠΑΣΟΚ έγιναν πολλά βήματα και ρυθμίσεις (που φυσικά εντάθηκαν) σε σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία (Για να μη μιλήσουμε για τα ΤΕΙ.) Οι εσωτερικοί κανονισμοί, η ξέφρενη εντατικοποίηση, οι υποχρεωτικές παρακολουθήσεις (πολλές φορές παίρνονται παρουσίες και σε αμφιθέατρα), η απειλή απώλειας εξαμήνου (αν δεν συμπληρωθεί επαρκής αριθμός ωρών διδασκαλίας), τα γεμάτα -σε τελευταία ανάλυση- αμφιθέατρα (και απόλυτα και σε σχέση με το όχι μακρινό παρελθόν των χρόνων μετά τη μεταπολίτευση), ολ' αυτά κάθε άλλο παρά αποδεικνύουν την αδιαφορία όλων των παραγόντων για την εκπαιδευτική διαδικασία. Για μας, η σκλήρυνσή της δεν είναι καθόλου τυχαία και στοχεύει (όχι, βέβαια, μόνο αυτή) στην ένταση των ταξικών φραγμών στις σπουδές, αλλά και -ταυτόχρονα- στην αφαίρεση δημοκρατικών δικαιωμάτων (π.χ. τυπικά ή ουσιαστικά "απαγόρευση" συνελεύσεων).

Κρατική (με ενισχυμένα τα ταξικά χαρακτηριστικά) ή Ιδιωτική εκπαίδευση;

Εδώ και καιρό έχει φουντώσει η φιλολογία για την περιβόητη ιδιωτικοποίηση των ΑΕΙ. Με τον όρο αυτό δεν εννοείται μόνο η λειτουργία των κρατικών ΑΕΙ με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, με την οποία θα μπορούσε να συμφωνήσει κανείς, λαμβάνοντας υπόψη τις προσπάθειες περιορισμού και κατάργησης της όποιας δωρεάν εκπαίδευσης. Κυρίως, δίνεται έμφαση στην εκτεταμένη ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ και στη μετατροπή των σημερινών δημοσίων σε ιδιωτικά. Άλλωστε, σύμφωνα με αυτά που γράφονται και λέγονται από τη Ν.Κ.Α. υπάρχει σαφής διάκριση (ιστορική) ανάμεσα στον κρατικό τύπο πανεπιστημίου και τον επιχειρηματικό. Κριτήριο αυτής της διάκρισης είναι η απώλεια του ελέγχου και της οργάνωσης των ΑΕΙ από το κράτος και η μεταβίβασή τους σε ιδιώτες. Κατά τη γνώμη μας, ωστόσο, με την παραπάνω θέση, ολόκληρο το πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης δημόσιων επιχειρήσεων μεταφέρεται αυτούσιο μηχανιστικά στο χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Ο προσδιορισμός του ρόλου της εκπαίδευσης στο καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση-βάση για την απάντηση του παραπάνω ερωτήματος.
Δύο είναι, λοιπόν, οι λειτουργίες της εκπαίδευσης: η προετοιμασία ενός δυναμικού για να ενταχθεί αργότερα σε διαφορές θέσεις στην παραγωγή και τη διοίκηση και η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Οοον αφορά, ειδικότερα, την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ο ρόλος της είναι να προετοιμάζει, από τη μια, αυτούς που θα καταλάβουν μια θέση στο εποικοδόμημα (γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, εργαζόμενοι στη διοίκηση...) και, από την άλλη, αυτούς που θ' αναλάβουν καθήκοντα στην καθεαυτή παραγωγική διαδικασία (κατώτερο, συνήθως, και σε κάποιο βαθμό μεσαίο στελεχικό δυναμικό).
Μ' αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, είναι δυνατόν η συνολική λειτουργία της εκπαίδευσης ως μηχανισμού με τα παραπάνω χαρακτηριστικά να περάσει από τα χέρια του κράτους (συλλογικού καπιταλιστή) σε μεμονωμένες επιχειρήσεις, μονοπώλια; Η απάντηση μας είναι αρνητική. Κι αυτό δεν αφορά μόνο εκείνες τις σχολές που αναφέρονται στη συνολική (όχι μόνο οικονομική) αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας (θεωρητικές σχολές). Αφορά και τις σχολές που παράγουν στελέχη για την παραγωγική διαδικασία. Κάθε ξεχωριστός ιδιώτης, μια επιχείρηση, είναι αδύνατο ν' αναλάβει το κόστος (γη, κτίρια, γενικότερη υλικοτεχνική υποδομή, δαπάνες για διοικητικό προσωπικό) μιας επένδυσης που κάθε άλλο παρά παραπέμπει σε άμεσο κι εύκολο κέρδος.
Αν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη την ανεργία της καπιταλιστικής παραγωγής, τη μεταφορά κεφαλαίων από κλάδο σε κλάδο εξαιτίας της κρίσης και του ανταγωνισμού (ακόμα και το "κλείσιμο" επιχειρήσεων), τις εξαγορές και συγχωνεύσεις και τις παρεπόμενες αλλαγές προσανατολισμού, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί κάθε ιδιωτική επιχείρηση δεν αναλαμβάνει μια τέτοιου είδους επένδυση, που θα χρειαζόταν, μάλιστα, ν' αναπροσαρμόζεται στις όποιες αλλαγές. Αυτός είναι ο κανόνας και οι όποιες εξαιρέσεις απλά τον επιβεβαιώνουν. Μ' άλλα λόγια, τη συνολική εποπτεία και οργάνωση της εκπαίδευσης την αναλαμβάνει το αστικό κράτος για λογαριασμό του κεφαλαίου, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει πως σ' αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να λειτουργεί -ως ένα βαθμό πάντα- και ιδιωτική εκπαίδευση, ακόμα και τριτοβάθμια
Ο αριθμός, όμως, τέτοιων ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι πολύ μικρός και περιορισμένος σε σχέση με τη μαζικότητα και την καθολικότητα των κρατικών πανεπιστημίων. Άλλωστε, αυτή η σχέση πραγμάτων υπάρχει και στα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. Πουθενά στον κόσμο το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν αντικατέστησε το συλλογικό καπιταλιστή σ' αυτή του τη συνολική αρμοδιότητα, παρά μόνο μερικά και πολύ επιλεκτικά. Τα ποσοτικά δεδομένα που υπάρχουν δε συνιστούν σε καμιά περίπτωση ποιοτική μεταβολή αυτής της σχέσης.
Στο σημείο αυτό, είναι ανάγκη να γίνει μια μικρή αναφορά οε ιδιωτικά κέντρα που στήθηκαν με άμεση ευθύνη συγκεκριμένων μονοπωλίων. Αυτά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να ονομαστούν πανεπιστήμια αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για τις λεγόμενες σχολές μαθητείας ή κέντρα ειδικής κατάρτισης. Οι "σχολές" αυτές είναι αριθμητικά πολύ λίγες (αφορούν συγκεκριμένα μονοπωλιακά μεγαθήρια). Κι επιπλέον, το δυναμικό που εκπαιδεύεται σ' αυτά υπό την άμεση εποπτεία του μονοπωλίου και για την εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων αναγκών του σε ειδικά καταρτισμένο δυναμικό, οπωσδήποτε, έχει προηγουμένως ενταχθεί και περάσει από τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης, απ' όπου κι επιλέχτηκε βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών.
Έτσι κι αλλιώς, όμως, τα αμέσως προηγούμενα δεν αφορούν τα ελληνικά δεδομένα. Η γενική αδυναμία ανάληψης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης από το ιδιωτικό κεφάλαιο ενισχύεται και από την επιπλέον αδυναμία της ελληνικής αστικής τάξης (λόγω του εξαρτημένου της χαρακτήρα) να προγραμματίσει και να κάνει σχεδιασμό στο οικονομικό επίπεδο και -κατά συνέπεια- να κάνει εκτίμηση του δυναμικού που της χρειάζεται (προβλήματα ροής, κατάρτισης και -πάνω απ' όλα- προσανατολισμού). Φυσικά, μ' όλα αυτά δεν εκτιμούμε ότι θα κλείσουν τα ιδιωτικά ιδρύματα-παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων που -ήδη- λειτουργούν στη χώρα μας, από τη στιγμή που καλύπτουν κάποιες ανάγκες παραγωγής στελεχικού δυναμικού. Ούτε -πολύ περισσότερο- μπορούμε ν' αποκλείσουμε την ίδρυση κάποιων σχολών που και το κόστος ίδρυσής τους είναι σχετικά χαμηλό και έχουν αντίκρισμα στη "γοργά αναπτυσσόμενη οικονομία υπηρεσιών" (π.χ. οικονομικά). Αυτές, όμως, οι σχολές δεν είναι πανεπιστήμια! Από την άλλη, όμως, δεν μπορούμε ούτε καν να φανταστούμε πως είναι δυνατόν να λειτουργήσει ένα ιδιωτικό Φυσικό π.χ. ή ιδιωτικό Πολυτεχνείο ή ιδιωτική Γεωπονία η...
Άλλωστε, τα μέτρα που πάρθηκαν και παίρνονται για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στοχεύουν στην αναπροσαρμογή της ήδη υπάρχουσας κρατικής εκπαίδευσης και όχι στην εκτεταμένη ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ η το πέρασμα των κρατικών Πανεπιστήμιων σε ιδιώτες.

Ποσότητα, χαρακτηριστικά και στόχοι της χρηματοδότησης των ΑΕΙ από το ελληνικό ιδιωτικό κεφάλαιο

Τι νόημα και ποιες διαστάσεις έχει, λοιπόν, η υπαρκτή επιλεκτική χρηματοδότηση πανεπιστημιακών τμημάτων από το ιδιωτικό κεφάλαιο (συμμετοχή σε διάφορα προγράμματα, στήριξη μεταπτυχιακών...); Πριν από οτιδήποτε άλλο να τονίσουμε ξανά πως η χρηματοδότηση αυτή είναι πολύ μικρή και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να μυθοποιείται. Όπου και όσο γίνεται στοχεύει στη δημιουργία και άντληση στελεχών με κάποια παραπάνω ειδίκευση, ύστερα από το απαραίτητο φιλτράρισμα, προκειμένου να ενταχθούν αργότερα στο δυναμικό των επιχειρήσεων.
Η κινητικότητα που υπάρχει τελευταία σε κάποιους τομείς (δημόσια έργα- τεχνικές εταιρείες, τηλεπικοινωνίες, υπηρεσίες...) εξηγεί και τη ροή της χρηματοδότησης προς τμήματα του Πολυτεχνείου, την Πληροφορική, τις οικονομικές σχολές, το μάνατζμεντ.
Η ανάληψη του κόστους της οποίας επιπλέον ειδίκευσης δεν είναι άλλωστε, πρόβλημα σημερινό. Το κράτος, αδυνατώντας να σχεδιάσει και να προγραμματίσει τις ανάγκες του -γι' αυτό άλλωστε τα μεταπτυχιακά στην Ελλάδα δε γίνεται να αποτελούν ιδιαίτερη βαθμίδα εκπαίδευσης- ζητά απ' τους ιδιώτες να ενδιαφέρονται "να βάλουν το χέρι στην τσέπη", για να στηρίζουν τέτοιου είδους προγράμματα. Την τροφοδότησή τους με στελεχικό δυναμικό μέσω της εκπαίδευσης καλούνται οι επιχειρήσεις να την ανταποδώσουν συνδράμοντας σε υποτροφίες, θέσεις πρακτικής άσκησης, εργαστήρια…
Αυτή είναι για μας η ουσία του ζητήματος. Και από αυτό μέχρι την περιβόητη ιδιωτικοποίηση των ΑΕΙ -όπως υποστηρίζεται και από την Ν.Κ.Α.- υπάρχει τεράστια απόσταση.

ΝΑΤΟϊκή και ΕΟΚική χρηματοδότηση

Είναι γνωστό πως το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων που δίνονται για ερευνητική δραστηριότητα που στο σύνολό τους είναι λίγα, έχουν ΝΑΤΟϊκή και ΕΟΚική προέλευση.
Εδώ και πολλά χρονιά στα ελληνικά πανεπιστήμια γίνονται έρευνες για το ΝΑΤΟ. έρευνες που το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η μερικότητα και η αποσπασματικότητα, η ενασχόληση ντόπιων επιστημόνων μ' ένα πολύ μικρό -απειροελάχιστο- τμήμα ερευνητικής δραστηριότητας που στο σύνολό της ελέγχουν και γνωρίζουν μόνο οι Αμερικανοί, κύρια, ιμπεριαλιστές. Παράλληλα και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η όποια ερευνητική δραστηριότητα συνδέθηκε και με την εξυπηρέτηση ΕΟΚικών συμφερόντων. Ο ρόλος της Ελλάδας σε τέτοιου είδους προγράμματα είναι και πάλι εξαρτημένος και συμπληρωματικός, στην περίπτωση που θέλουν και όσο θέλουν οι Ευρωπαίοι (έρευνα- κονσέρβα). Η ενίσχυση της εξάρτησης σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο αντανακλάται και στο βάθεμα της εξάρτησης στο τεχνολογικό. Βασικοί στόχοι της παρέμβασης της ΕΟΚ στα ΑΕΙ συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως είναι:
α) Η δημιουργία επιπλέον διόδων διείσδυσης του ξένου παράγοντα και κατοχύρωσης της κυριαρχίας του. Η ενίσχυση δηλαδή των δεσμών εξάρτησης όχι μόνο σε εκπαιδευτικό επίπεδο (υπαγόρευση εκπαιδευτικής πολιτικής) αλλά και σε οικονομικό και πολιτικό.
β) Η στρατολόγηση ανώτερων και η παραγωγή μεσαίων στελεχών που αργότερα θα επανδρώσουν θέσεις σε μονοπωλιακά συγκροτήματα και τις αντιπροσωπείες τους στη χώρα μας ( η διαβάθμιση αυτή -ανώτερα και μεσαία στελέχη- σχετίζεται άμεσα με το είδος και την ποιότητα των προγραμμάτων, στα οποία συμμετέχουν κάθε φορά εκπαιδευόμενοι).
γ) Η διαμόρφωση των λεγόμενων ΕΟΚανθρώπων, ζωντανών και ραφιναρισμένων προπαγανδιστών της "ευρωπαϊκής ιδέας" (ιδεολογική παρέμβαση).

Επιστήμη, έρευνα και παραγωγική διαδικασία

Αν αυτή είναι η κύρια πλευρά των όποιων ερευνητικών προγραμμάτων που γίνονται στα ελληνικά πανεπιστήμια, είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε και κάποια άλλα επιμέρους ζητήματα. Καταρχήν δε θεωρούμε πως η εκπόνηση μιας εργασίας (προπτυχιακής ή μεταπτυχιακής) ή η συμμετοχή σε προγράμματα ταυτίζεται αυτόματα με την παραγωγή επιστήμης ή έρευνας. Οι περισσότερες απ' αυτές τις εργασίες στην καλύτερη των περιπτώσεων επεξεργάζονται ήδη παραγμένη γνώση και δεν τις χαρακτηρίζει το στοιχείο της πρωτοτυπίας και της νεοτερικότητας. Το γνωστικό επίπεδο των προπτυχιακών αλλά και των μεταπτυχιακών φοιτητών δε νομίζουμε ότι επαρκεί για κάτι τέτοιο. Η συμμετοχή σε τέτοιου είδους δραστηριότητες σχετίζεται με την παραπέρα εκπαίδευση και κατάρτιση. με τη διαμόρφωση, δηλαδή, και επιλογή μεσαίων στελεχών τόσο στο επίπεδο των γνώσεων όσο και σ' αυτό της "καλλιέργειας" ύφους και νοοτροπίας που να αντιστοιχεί στην μετέπειτα θέση του στην παραγωγή. Μέσα από τέτοια κανάλια ο εκπαιδευόμενος έρχεται σ' επαφή και τριβή με τα σχετικά της επιχείρησης (όταν πρόκειται για συγκεκριμένη ιδιωτική χρηματοδότηση) τις μεθόδους δουλειάς, τις συγκεκριμένες προδιαγραφές της και φυσικά δοκιμάζεται και ο βαθμός υποτακτικότητάς του.
Αντίθετα, αν δεχτούμε την άποψη πως κάθε είδους τέτοια δραστηριότητα παράγει έρευνα (πρωτότυπη και εφαρμοσμένη), η οποία μάλιστα εφαρμόζεται στην παραγωγική διαδικασία προωθώντας τις καινοτομίες, μεγιστοποιώντας τα κέρδη και συμβάλλοντας στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το εξής: πως, δηλαδή, μια τόσο σημαντική δραστηριότητα αποτελεί "κοινό αγαθό"; Πως, όταν ξέρουμε ότι για τόσο σημαντικά ζητήματα διεξάγεται κατασκοπεία (βιομηχανική, ερευνητική) όλες αυτές οι εργασίες δεν καλύπτονται από άκρα μυστικότητα αλλά απεναντίας είναι στη διάθεση σχεδόν του καθένα;
Φυσικά, αν και όσο γίνεται στα ελληνικά πανεπιστήμια (με τα χαρακτηριστικά που ήδη αναφέραμε) μια τέτοιας σημασίας ερευνητική δραστηριότητα, γίνεται εν κρύπτω, αφορά συγκεκριμένα και δοκιμασμένα ανώτατα στελέχη και σε καμιά περίπτωση εργασίες προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών φοιτητών.
Επιπλέον θεωρούμε λανθασμένη και την άποψη εκείνη που υποστηρίζει πως αυτόματα και άμεσα εφαρμόζεται στην παραγωγική διαδικασία το "προϊόν" μιας επιστημονικής ή ερευνητικής δραστηριότητας. Όλοι οι καρποί της έρευνας (που συντελείται όχι μόνο σε Πανεπιστήμια αλλά και σε ειδικά ερευνητικά κέντρα σε παγκόσμιο επίπεδο) δε σημαίνει ότι μπορούν να ενσωματωθούν στην παραγωγή. Ιδιαίτερα όσον αφορά τη μαζική βιομηχανική παραγωγή υπάρχουν όρια και όροι που καθορίζουν αν τελικά και το πιο τέλειο επιστημονικά προϊόν, π.χ. μια εφεύρεση, συμφέρει ή όχι στο κεφάλαιο να αναπαραχθεί και να ενταχθεί στην παραγωγή.
Μ' αυτήν την έννοια δεν μας βρίσκει σύμφωνους η άποψη πως η γνώση, η επιστήμη αποτελεί άμεση παραγωγική δύναμη. παραγωγική δύναμη αποτελεί η τεχνολογική εφαρμογή της έρευνας και μόνο από τη στιγμή που θα πάρει συγκεκριμένη μορφή (π.χ. μια καινούρια μηχανή...) και ενταχθεί στην παραγωγή για να αυξήσει το χρόνο υπερεργασίας και άρα την ποσότητα υπεραξίας που καρπώνεται ο κεφαλαιοκράτης.
Τα προηγούμενα εξηγούν και (το επιφανειακά παράδοξο) γεγονός πως πάρα πολλά επιστημονικά επιτεύγματα σε θεωρητικό επίπεδο δε βρήκαν ποτέ εφαρμογή στην παραγωγική διαδικασία.

Επιστημονικοτεχνικά εργαζόμενοι και εργατική τάξη

Ας έρθουμε τώρα σ' αυτό που αποτελεί την πιο κεντρική θέση, την πεμπτουσία της άποψης της Ν.Κ.Α.. σ' αυτό που, κατά τη γνώμη μας, καταλήγει -ήθελε να καταλήξει- παραθέτοντας την ανάλυσή της για τις αλλαγές στο Πανεπιστήμιο. Στην άποψη, δηλαδή, ότι αυτοί που παράγουν έρευνα για το κεφάλαιο ανήκουν στην εργατική τάξη. Επιπλέον είναι πολύ διαφωτιστικό να συσχετίσουμε την παραπάνω θέση με μια άλλη (και οι δυο αποτελούν πλευρές της ίδιας λογικής και θεώρησης): ότι και αυτοί που στην παραγωγική διαδικασία έχουν το ρόλο της διεύθυνσης, επίβλεψης, επιτήρησης των άμεσων παραγωγών, δηλαδή το στελεχικό δυναμικό μιας επιχείρησης στις διαβαθμίσεις του, αποτελούν τμήμα της εργατικής τάξης (θέση για τη λεγόμενη προλεταριοποίηση των διανοούμενων, συνδιάσκεψη Ο.Σ.Θ. της ΚΝΕ-ΝΑΡ). Για την ευκολότερη διερεύνηση του ζητήματος προσπερνούμε και το αν, σε ποιο βαθμό, με ποια χαρακτηριστικά συντελείται ερευνητική δραστηριότητα στα ελληνικά Πανεπιστήμια (ήδη εκθέσαμε την άποψη μας) και το πρόβλημα της εφαρμογής της έρευνας στην παραγωγική διαδικασία. ας κάνουμε, λοιπόν, την παραδοχή πως ένα τέτοιο ερευνητικό προϊόν βρίσκει εφαρμογή στην παραγωγή. Ανήκουν στην εργατική τάξη αυτοί που εργάστηκαν για τη θεωρητική του σύλληψη;
Κατά τη γνώμη μας, όχι. Και αυτό γιατί η παραπάνω θέση δε λαμβάνει υπόψη της είτε αποσιωπά ή δε δέχεται πια μια από τις πιο χαρακτηριστικές, σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα, αντιθέσεις: την αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και τη χειρωνακτική εργασία. Ο άμεσος παραγωγός, ο εργάτης είναι ολοκληρωτικά αποκομμένος από την εργασία σύλληψης μιας καινούριας τεχνικής. μ' αυτό το καθήκον είναι επιφορτισμένοι τεχνικοί με ανώτερη ειδίκευση (που πλαισιώνονται από "τεχνικο-επιστημονικά" εργαζόμενους) οι οποίοι δε συμμετέχουν στην άμεση παραγωγή αλλά βρίσκονται σε απόσταση από τους εργάτες. οι τελευταίοι (εργάτες) χειρίζονται "απλώς" τις καινούριες μηχανές που σχεδιάζονται και έρχονται από "τα πάνω".
Ακόμη, ο χαρακτήρας της εργασίας αυτών που παράγουν τεχνική για το κεφάλαιο -αλλά και όλων αυτών που συμμετέχουν στην παραγωγή, όχι όμως από τη θέση του άμεσου παραγωγού- είναι διπλός.
Από τη μια η εργασία αυτή γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από το κεφάλαιο, από την άλλη όμως (και αυτό είναι το σημείο- κλειδί) είναι και εργασία εκμεταλλευτική με την έννοια πως συμβάλλει στην, απόσπαση υπεραξίας από τους εργάτες. Διαβάζουμε από τον Μαρξ: "Η λειτουργία αυτής της διεύθυνσης, της επίβλεψης και της μεσολάβησης γίνεται λειτουργία του κεφαλαίου… αποκτά ειδικά χαρακτηριστικά... δεν είναι μόνο λειτουργία που πηγάζει από τη φύση του κοινωνικού προτσές της εργασίας και που ανήκει σ' αυτό. είναι ταυτόχρονα και λειτουργία της εκμετάλλευσης ενός κοινωνικού προτσές εργασίας γι' αυτό καθορίζεται από τον αναπόφευκτο ανταγωνισμό ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και στην πρώτη ύλη της εκμετάλλευσής του " (Μόρφωση, σελ. 344). Θεωρούμε δεδομένο ότι αυτή η διαπίστωση ισχύει και γι' αυτούς που παράγουν έρευνα και τεχνική, οι οποίες είναι υποταγμένες στο κεφάλαιο, φέρνουν σημάδια του συστήματος μέσα στο οποίο παράχθηκαν και χρησιμοποιούνται (όταν και αν) για να μεγιστοποιήσουν την απόσπαση υπεραξίας.
Αυτός λοιπόν ο διπλός χαρακτήρας της εργασίας των παραπάνω (παραγωγική από τη μια, εκμεταλλευτική από την άλλη) της δίνει τα χαρακτηριστικά αστικής υπηρεσίας και όχι προλεταριακής εργασίας. Το γεγονός ότι και αυτοί που ανήκουν σ' αυτή την κοινωνική κατηγορία είναι μισθωτοί υπηρέτες του κεφαλαίου δεν αλλάζει σε τίποτα την παραπάνω θέση. Εργατική τάξη λοιπόν και το σύνολο αυτών των "μισθωτών εργατών" αποτελούν δυο διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες.

Είναι η νεολαία τάξη;

Άμεση απόρροια όλων αυτών αποτελεί και η σωστή για μας θέση ότι η νεολαία δεν αποτελεί τάξη. Οι διαχωρισμοί που υπάρχουν σε ό,τι αφορά τη νεολαία κάνουν απαγορευτική την αντιμετώπισή της ως μια ενιαία κοινωνική κατηγορία (ταξική καταγωγή και προέλευση, προοπτική, ρόλος της στην παραγωγή). Είναι από ταξική άποψη πολύ διαφορετική η θέση ενός νέου εργάτη από αυτή ενός σπουδαστή, ενός φοιτητή ή κάποιου που συνεχίζει το "ελεύθερο" οικογενειακό επάγγελμα... Φυσικά ανάλογοι διαχωρισμοί υφίστανται και μέσα στο πλαίσιο της σπουδάζουσας νεολαίας, ώστε να μην μπορούμε να μιλάμε για ενιαία κοινωνική θέση. άλλωστε η θέση αυτού του κομματιού της νεολαίας (φοιτητές, σπουδαστές) δεν είναι καν συγκεκριμένη, αποτελούν τον λεγόμενο "υπό ένταξη" πληθυσμό. Κατά συνέπεια ενοποίηση της φοιτητικής νεολαίας δεν μπορεί να είναι κοινωνική (όπως αντίθετα ισχύει για την εργατική τάξη) αλλά πολιτική (αναλυτικότερη προσέγγιση πάνω σ' αυτό περιλαμβάνεται σε άλλο άρθρο του περιοδικού).
Το γεγονός ότι το σύστημα για ένα μεγάλο τμήμα της φοιτητικής νεολαίας (όχι ολόκληρη) επιφυλάσσει -μ' ένα γενικό και πολλές διαβαθμίσεις τρόπο- ένα μέλλον αβέβαιο αλλά και αντιδραστικό δε σημαίνει ότι την καθιστά τάξη και πολύ περισσότερο εργατική. δίνεται όμως η δυνατότητα περισσότερων -πέρα δηλαδή από την εκπαιδευτική πραγματικότητα που βιώνει ο φοιτητής- καναλιών αμφισβήτησης, ριζοσπαστικοποίησης, πολιτικής επαφής με τις αριστερές ιδέες και ένταξης στο φοιτητικό και ευρύτερα στο λαϊκό κίνημα. Και αυτή η πορεία βέβαια, που σχηματικά περιγράψαμε, καθορίζεται από μια σειρά παράγοντες (συσχετισμός δυνάμεων στο κοινωνικό επίπεδο, ιδεολογική ατμόσφαιρα, συγκρότηση και δυνατότητες αριστερών φοιτητικών παρατάξεων, ιδιαίτερη φάση που διανύει το φοιτητικό κίνημα...).
Άλλωστε οι τελευταίες φοιτητικές κινητοποιήσεις απέδειξαν έμπρακτα πως η ανάλυση για το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο μ' όλα όσα τη συνοδεύουν δε βρήκαν συγκεκριμένη πολιτική έκφραση. Σε καμιά περίπτωση δεν αναδείχτηκε ο "εργατικός χαρακτήρας" του όποιου φοιτητικού κινήματος, η κοινωνική του ενιαιοποίηση ή η "βαρύνουσα ερευνητική διάσταση" της εκπαιδευτικής ζωής. Όπου αρθρώθηκε από συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις και φορείς ένας τέτοιου είδους λόγος, χωρίς να παραβλέπει κανείς τη γενικά θετική συμμετοχή και προσφορά τους, δεν μπορεί να μη διαπιστωθεί πως όχι λίγες φορές κατέληγαν σ' ένα "νέου" τύπου ρεφορμισμό (θέση για φοιτητικό έλεγχο, πανεπιστήμιο για τις κοινωνικές ανάγκες...).

"Νέες" θεωρίες από το ...παρελθόν

Η αντίληψη που βάζει στην ίδια μοίρα και τάξη διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες (εργατική τάξη από τη μια, παραγωγοί έρευνας και τεχνικής από την άλλη...) δεν είναι πρωτότυπη και νεόκοπη αλλά έχει 30 περίπου χρόνια ζωής. Στη βάση τέτοιων αντιλήψεων βρίσκεται η παλιά "θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων" και μια επιφανειακή -για μας- θεώρηση (ουσιαστικά απόκλιση) της λεγόμενης επιστημονικοτεχνικής επανάστασης. Δεν είναι φυσικά στην πρόθεσή μας, στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, να εξετάσουμε περισσότερο τη θεωρία αυτή. Ήδη, μ' όσα αναφέραμε σε αρκετά σημεία προηγούμενα, προσπαθήσαμε να τονίσουμε κάποιες βασικές και σχετικές με τα ζητήματα αυτά απόψεις μας (αντίθεση της πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, τονισμός του ρόλου ενός κοινωνικού στρώματος στην παραγωγή ως καθοριστικού στοιχείου της ταξικής του θέσης). Για την ιστορία να θυμίσουμε πως η "θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων" διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση του παλινορθωμένου καπιταλισμού τη δεκαετία του '60. Λίγο αργότερα το τότε Γαλλικό "κομμουνιστικό" κόμμα και οι θεωρητικοί του την επεξεργάστηκαν παραπέρα, ενώ εισηγητής της στην Ελλάδα υπήρξε ο μέχρι πρότινος "ορθόδοξος κομμουνιστής" Γρ. Φαράκος. Τη θεωρία αυτή που ουσιαστικά "ξεχειλώνει" την εργατική τάξη μέχρι το σημείο να συμπεριλαμβάνονται στα πλαίσιά της μεσοστρώματα ως και παρυφές της αστικής τάξης, την ασπάστηκε το "Κ"ΚΕ, το "Κ"ΚΕ εσωτερικού και ο χώρος της αυτονομίας μ’ όλες βέβαια τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις.

Για τους αγώνες του αύριο


Το νέο κύμα της επίθεσης σε φοιτητικά δικαιώματα και κατακτήσεις θα το δούμε σύντομα να ορθώνεται απειλητικά μπροστά μας. Η οικοδόμηση μαζικού μετώπου αντίστασης θα 'ναι καθοριστική για το φοιτητικό κίνημα και προϋπόθεση για μια νέα ελπιδοφόρα πορεία. Και οι πρόσφατες κινητοποιήσεις για μια ακόμη φορά το απέδειξαν: το ξεκαθάρισμα αιτημάτων, στόχων, μετώπων πάλης και συμμαχιών έχει μεγάλη σημασία για την πορεία, τη συνέχεια και την αποτελεσματικότητα της φοιτητικής αντίστασης. Η συμβολή των αγωνιστών φοιτητών, των αριστερών δυνάμεων στον προβληματισμό, την κοινή δράση αλλά και την αντιπαράθεση ιδεών και απόψεων είναι το οξυγόνο μιας τέτοιας πορείας. Εμείς σ' αυτήν την κατεύθυνση επιχειρήσαμε να συμβάλλουμε. Έτσι κι αλλιώς όμως ο διάλογος και η αγωνιστική δράση δεν σταματούν εδώ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου