Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

«ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ» Βιβλίο-ντοκουμέντο για την Αντίσταση στην κατοχική Θεσσαλονίκη. ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΤΑΣΟ ΚΑΤΣΑΡΟ

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 806, στις 22/7/2017
Την συνέντευξη πήρε η Φωτεινή Σαλονικίδου


Για πρώτη φορά οι εικόνες και οι φωνές των ηρώων του Ε.Λ.Α.Σ. και της Ο.Π.Λ.Α. της κατεχόμενης Θεσσαλονίκης ξαναζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες του νέου βιβλίου του Τάσου Κατσαρού «ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ, Μάχες του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη (1941-1944)» που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο από τις εκδόσεις Διάδοση. Μέχρι σήμερα δεν είχε υπάρξει ξανά ανάλογη εργασία που να συγκεντρώνει στοιχεία από όλη την περιοχή και να τα συνθέτει σε ένα παζλ ιστορικής μνήμης. Από το Χορτιάτη, το Ωραιόκαστρο, το Παλαιόκαστρο, την Πυλαία, το Καλοχώρι, τη Νέα Ευκαρπία και τους Αμπελόκηπους, μέχρι το κέντρο την Καλαμαριά, αλλά και το Κιλκίς, η αντιστασιακή δράση αποκτά όνομα και επώνυμο, μηχανεύεται τακτική, οργανώνει σαμποτάζ, εκτελείται, βασανίζεται, δραπετεύει. 

Από την «Ελευθερία» την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση και την ένταξή της στο ΕΑΜ, τη δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ, μέχρι την αντιφασιστική δράση Γερμανών στρατιωτών, κάθε σελίδα του βιβλίου είναι ένας φόρος τιμής στους νεκρούς, αλλά και κάτι πολύ περισσότερο. Είναι, όπως λέει ο συγγραφέας, η συνέχεια στον «αγώνα της Μνήμης ενάντια στη Λήθη». Μέσα από προσωπική έρευνα ετών ο Τάσος Κατσαρός φωτίζει τα πιο σημαντικά γεγονότα του αντιστασιακού κινήματος της Θεσσαλονίκης. Καταλύτης σε αυτή την προσπάθεια είναι οι μαρτυρίες των ζωντανών πρωταγωνιστών της εποχής. Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα βιβλίο «ουδέτερο» που αρκείται στην παράθεση στοιχείων. Κάθε του κεφάλαιο είναι γροθιά στην αστική προπαγάνδα για τα γεγονότα. Ένας επίλογος φωτιά που κατακεραυνώνει τη θεωρία των «ίσων αποστάσεων» και το δοσιλογισμό, μας υπενθυμίζει ότι «οι μελλούμενες γενιές μέσα από τους αγώνες τους θα δώσουν τις απαντήσεις για τα λάθη του παρελθόντος, δημιουργώντας ταυτόχρονα τον κόσμο του μέλλοντος». Υπογραμμίζοντας αυτά τα λόγια, δίνουμε το λόγο στο συγγραφέα.

Π.Σ: Ποια ήταν τα βήματα της έρευνας που έχεις κάνει μέχρι τώρα ώστε να φτάσεις στην έκδοση του τελευταίου βιβλίου;

Τ. Κατσαρός: Πριν πολλά χρόνια, το 1997, είχαν πέσει στα χέρια μου κάποια ντοκουμέντα, φωτογραφίες, έγγραφα για μια χαμένη υπόθεση. Ήταν για την πρώτη περίοδο του εμφυλίου πολέμου στη χώρα μας 1946-47. Επρόκειτο για την υπόθεση κάποιων νέων παιδιών, ανταρτών, που ονομάστηκαν Στενή Αυτοάμυνα που κλήθηκαν να απαντήσουν στα χτυπήματα του μοναρχοφασιστικού τότε καθεστώτος. Άρχισα μανιωδώς να ψάχνω για τους ίδιους και τους συγγενείς τους. Ένα χρόνο αργότερα, ένας φίλος μου έδωσε την ιδέα, είτε να δώσω τα στοιχεία σε κάποιον ιστορικό να τα κάνει βιβλίο, είτε να το κάνω μόνος μου. Αν και δεν είχε περάσει μέχρι τότε από το μυαλό μου ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο, το ανέλαβα. (…) Με ανθρώπους που πολέμησαν στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, που ζουν ακόμη και σήμερα, είχα τη δυνατότητα να έχω μια άμεση επαφή. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ζωντανή ιστορία. Έτσι ξεκίνησε μια έρευνα περίπου 7 χρόνων που ολοκληρώθηκε στο πρώτο βιβλίο με τίτλο: «Μια απόφαση μάχομαι μέχρι το τέλος» το 2003. Αργότερα εκδόθηκε ένα λεύκωμα, γύρω στο 2006-2007 που μου είχαν προτείνει κάποιοι αντιστασιακοί από την ΠΕΑΕΑ Αμπελοκήπων για να μοιράζεται στα σχολεία της περιοχής. Κάναμε τότε μια δουλειά για την Εθνική Αντίσταση στους Αμπελόκηπους και στις Δυτικές Συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Αυτό για το οποίο μιλάμε σήμερα είναι το δεύτερο βιβλίο, «Οι Αντάρτες δεν Προσκυνούν», που έχει να κάνει με όσα στοιχεία βρήκα για την κατεχόμενη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1941-1944. Ήταν πιο εύκολο για μένα γιατί είχα την εμπειρία του πρώτου βιβλίου. Μέσα σε 4 χρόνια διάβασα βιβλία, βρήκα στοιχεία που αφορούσαν την κατοχική Θεσσαλονίκη, πήρα συνεντεύξεις, κοίταξα έντυπα, είδα ντοκιμαντέρ όπως αυτό για το Χορτιάτη όπου μιλούσαν αγωνιστές όπως ο Γιώργος ο Φαρσακίδης και γενικά κινήθηκα πιο άμεσα. Πάλι δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ότι θα μπορούσα να κάνω βιβλίο, αλλά από τη στιγμή που μεσουρανούσε η κρίση κι άρχισε να ανεβαίνει ο φασισμός είπα ότι κάτι πρέπει να κάνω γι’ αυτή την υπόθεση, δηλαδή για τη μάχη της ιστορικής μνήμης απέναντι στη λήθη. Και έτσι το τράβηξα ως το τέλος. (…)

Π.Σ: Ήταν εύκολο να συγκεντρώσεις τα στοιχεία μέσα από τη ζωντανή επαφή με τους ανθρώπους; Να τους κάνεις να μιλήσουν για τα γεγονότα;

Τ. Κατσαρός: Σχετικά ναι. Για μένα δεν ήταν και πολύ δύσκολο για να πω την αλήθεια. Έχει σημασία πώς μπορείς να ξεκλειδώσεις τους ανθρώπους, να δείξεις μια αυθεντικότητα τουλάχιστον σ’ αυτούς τους αγωνιστές που δεν μιλάνε και πολύ συνήθως. Υπάρχει η πικρία της ήττας. Από εκεί και πέρα, όταν βλέπουν ότι έχουν να κάνουν με αυθεντική διάθεση ανοίγονται και είναι χαρούμενοι που αναφέρεσαι στην ιστορία του τόπου συμπεριλαμβανομένης και της ζωής τους.

Π.Σ: Είναι φανερό ότι ένα ολόκληρο σύμπλεγμα ακαδημαϊκών, καθηγητών, ιστορικών δεν έχει προσανατολίσει την έρευνά του για να κάνει κάτι αντίστοιχο για την κατοχική Θεσσαλονίκη. Σε όλο αυτό ήσουν μόνος;

Τ. Κατσαρός: Ναι. Όλο το ψάξιμο, το πού θα πάω, να βρεθώ πίσω από την πόρτα να ρωτήσω τους συγγενείς αν θέλουν να μιλήσουν, να ψάξω στη βιβλιοθήκη να βρω στοιχεία… Μπορεί να με συνόδευαν κάποιες φορές φίλοι και νέα παιδιά που είχαν περιέργεια, και αυτός ο κόσμος ψυχολογικά με στήριξε πολύ, αλλά τη δουλειά την έκανα μόνος.

Π.Σ: Μπορεί να δει κανείς τη διαφορά από τα συνήθη ακαδημαϊκά βιβλία. Δεν είναι ένα βιβλίο «ουδέτερο». Παίρνει θέση.

Τ. Κατσαρός: Ήμουν ελεύθερος να γράψω. Είναι ένα βιβλίο τοποθετημένο ξεκάθαρα, αλλά από την άλλη αυτό δε σημαίνει ότι προσπαθώ να αποκρύψω ή να διαστρεβλώσω τα δεδομένα. Το «ξεκάθαρα» είναι κι αυτό σχετικό. Ξεκάθαρη άποψη είναι για κάποιον ότι σκοτώνανε και οι αντάρτες και οι ταγματασφαλίτες, άρα συμπεραίνει ότι η βία από όπου κι έρχεται είναι κακή. Είναι κι αυτό μια καθαρή θέση για έναν ιστορικό που μπορεί να καταγράφει τα γεγονότα. Είναι όμως έτσι απλά τα πράγματα; Δηλαδή θα μπορούσε ο Κολοκοτρώνης να θεωρηθεί ίδιος με τον Νενέκο και τους συνεργάτες του επειδή σκότωνε κι αυτός; Αυτοί που πολεμούσαν όσους οδηγούσαν το λαό στην πείνα και το θάνατο είναι ίδιοι με τον κατακτητή; Δεν μπορούμε να τα εξισώνουμε. Η ιστοριογραφία είναι στρατευμένη. Πιστεύω ότι οτιδήποτε γράφει κάποιος, εκ των πραγμάτων είναι στρατευμένο κι από τη μία και από την άλλη πλευρά. Κι όταν η μία πλευρά λέει ότι δεν κάνει πολιτική και αφαιρεί ή «ξεχνάει» στοιχεία, δείχνει κι αυτό τη στράτευση και το ρόλο της στην κοινωνία. Κι εγώ που δεν είμαι ιστορικός, θα μπορούσες να με πεις ιστορικό ερευνητή, θέλω να κάνω τους ανθρώπους να θυμούνται την ουσία. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή.

Π.Σ: Σκοπεύεις να συνεχίσεις την εργασία γύρω από το θέμα;

Τ. Κατσαρός: Όσον αφορά την πόλη και την ιστορική μνήμη για την κατοχική Θεσσαλονίκη για εμένα μάλλον έχει τελειώσει εδώ η εργασία μου. Τα σημαντικότερα γεγονότα έχουν συγκεντρωθεί σε αυτή τη δουλειά. Οι σημαντικότερες περίοδοι για ‘μένα, η κατοχή και ο εμφύλιος είναι που έχουν παίξει κρίσιμο ρόλο στο πώς φτάσαμε εδώ, με την Ελλάδα να παραμένει μια χώρα εξαρτημένη και πώς το ξένο κεφάλαιο επιβάλλεται ανοιχτά κι απροκάλυπτα στην ελληνική κοινωνία, σε συνεργασία βέβαια με τον ελληνικό καπιταλισμό που αυτός ήταν ο ρόλος του πάντα. Από εκεί και πέρα δε θεωρώ ότι υπάρχει κάτι άλλο που θα μπορούσα να προσφέρω. Για τις άλλες εποχές, πιο μετά, έχουν γραφτεί κάποια πράγματα και υπάρχουν. 

Το θέμα με την κατοχική Θεσσαλονίκη, όπως συνειδητοποίησα μετά τον πρώτο, δεύτερο χρόνο της έρευνας, είναι ότι δεν υπήρχε άλλη δουλειά τόσα χρόνια από κάποιον ιστορικό ή από κάποιους άλλους, πέρα από μαρτυρίες αγωνιστών ανταρτών που κατέγραψαν -και πολύ καλά έκαναν γιατί τα αξιοποίησα- τα βιωματικά τους στοιχεία για τα γεγονότα που έζησαν. Και αυτό μου δίνει μια χαρά, ότι πλέον υπάρχει κάτι για όλες αυτές τις περιοχές της πόλης. (…)

Π.Σ: Τι αποκόμισες από όλη αυτή την έρευνα; Ποια είναι η δική σου άποψη για τη διέξοδο σήμερα;

Τ. Κατσαρός: Δεν υπάρχει ένας δρόμος ή μια συνταγή που λες ότι θα βαδίσεις ευθεία ή λίγο αριστερά και θα βγεις στη γη της επαγγελίας. Αυτό που μπορώ να πω κάνοντας αυτή την έρευνα για την αντίσταση στην κατοχική Θεσσαλονίκη είναι ότι χωρίς οργάνωση οι άνθρωποι δεν μπορούνε να πάνε μακριά. Απομονωμένοι και εξατομικευμένοι θα συντριβούν από κάποιους που είναι οργανωμένοι και δυνατοί και κατέχουν το χρήμα και την εξουσία. Αυτό το έδειξαν οι Θεσσαλονικείς αντιστασιακοί που οργανωμένα αντιμετώπισαν και την πείνα, την εξαθλίωση, τους θανάτους, τις αρρώστιες. Οργανωμένα αντιμετώπισαν και τη Βουλγαρική κάθοδο στη Μακεδονία. Οργανωμένα απέσπασαν κι αυτοί με τη σειρά τους, όπως και άλλοι λαοί, τους Έλληνες εργάτες από το να πάνε να δουλέψουν τσάμπα στα Γερμανικά εργοστάσια για να αποτραβήξει ο Χίτλερ και ο Γκέμπελς τους δικούς τους εργάτες Γερμανούς και να τους στείλουν στο μέτωπο. Δείξανε ότι η οργανωμένη αντίσταση των ανταρτών του ΕΛΑΣ, με πρωτοπόρο το ΚΚΕ βέβαια, έφτασε σε ένα σημείο που κράτησε εδώ δέκα με δώδεκα Γερμανικές μεραρχίες που ήταν κέρδος για τον παγκόσμιο αντιφασιστικό αγώνα. Δηλαδή αν δεν υπήρχε αυτή η αντίσταση, που λένε κάποιοι σήμερα ότι ίσως δεν έπρεπε να γίνει λόγω των πολλών θυμάτων, ή και με άλλες αιτιολογήσεις, θα είχαν τραβηχτεί αυτές οι δυνάμεις και μάλλον ο φασισμός θα είχε κερδίσει πανευρωπαϊκά ή και παγκόσμια. Άρα, αυτή είναι και η μεγάλη συνεισφορά του αντιστασιακού κινήματος. Από τη μία πλευρά είναι επομένως η οργάνωση απαραίτητη. Η άλλη πλευρά είναι η στρατηγική του κινήματος. Εδώ βλέπουμε ότι στη Θεσσαλονίκη, σε σχέση με την Αθήνα, έγινε κάτι πολύ ποιοτικότερο. Οι αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ δεν περίμεναν να τηρηθούν οι συμφωνίες Λιβάνου και Καζέρτας και να μπουν μέσα οι Άγγλοι, όπως έγινε λίγους μήνες μετά στην Αθήνα και οδήγησαν στα λεγόμενα Δεκεμβριανά του ’44. Εκεί, μετά την επέμβαση τους οι Άγγλοι αρχίσανε τη σύγκρουση με τις αντάρτικες δυνάμεις απελευθερώνοντας συνεργάτες των Γερμανών και όλοι μαζί χτυπούσαν το ΕΑΜικό κίνημα. Στη Θεσσαλονίκη, η ηγεσία των αντάρτικων δυνάμεων ξεπέρασε τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας και πήρε την απόφαση, με τον Μάρκο το Βαφειάδη, τον Ευριπίδη το Μπακιρτζή και σε συνεργασία και συνεννόηση με όλους τους διοικητές των αντάρτικων τμημάτων της Μακεδονίας μπήκανε μέσα και μαζί με τους πολίτες, τους πολιτοφύλακες, γιόρτασαν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς. Είναι ζητήματα πολύ σημαντικά, που πρέπει να τα πάρουν υπόψη τους οι επόμενες γενιές όταν θελήσουν να αλλάξουν την κοινωνία.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου