Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Στο «όνομα» της Μακεδονίας


 του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία το Μάρτη του 2008


Στο «Μακεδονικό ζήτημα» που βρίσκεται ξανά στην ημερήσια διάταξη αναδείχνεται κατ’ αρχάς ένα ερώτημα. Στην τρέχουσα φιλολογία αντιμετωπίζεται και σαν ιστορικό, εθνολογικό, σαν ζήτημα διεθνούς δικαίου ή κατ’ άλλους αποκατάστασης ιστορικών αδικιών, ακόμη και σαν γεωγραφικό, κ.λπ. κ.λπ. Φυσικά και υπάρχουν και όλες αυτές οι πλευρές και έχουν και τη σημασία τους στο μέτρο της η κάθε μια.
Από τη μεριά μας έχουμε την άποψη πως πρόκειται -όπως παντού και πάντα για κάθε ανάλογο πρόβλημα- για πολιτικό ζήτημα και έτσι το αντιμετωπίζουμε. Ορίζοντάς το έτσι εννοούμε την συμπύκνωση και συνέκφραση όλων αυτών των δεδομένων και πλευρών ενός ζητήματος στο «απλούστερο» των ερωτημάτων. Τι κάνουμε. Πώς το απαντάμε. Ή μια και δεν είμαστε αυτοί που αποφασίζουν, ποια λύση θα υποστηρίζαμε και ποια θα απορρίπταμε. Τίποτε μα τίποτε άλλο. Οι διάφορες αναφορές σ’ αυτήν ή εκείνη την πλευρά του ζητήματος, έχουν τη σημασία τους αλλά ταυτόχρονα μια και μοναδική χρησιμότητα (ή σκοπιμότητα). Στο κατά πόσο φωτίζουν (ή συσκοτίζουν) τα πραγματικά δεδομένα στη βάση των οποίων οφείλεται να αναζητηθεί η απάντηση.



Οι «ιδιοκτήτες» του κόσμου

Ποιο είναι λοιπόν το πολιτικό ζήτημα που έχουμε μπροστά μας;
Το Μακεδονικό όπως τίθεται στις μέρες μας, έχει μια διάσταση αυτή καθ’ αυτή και ταυτόχρονα εκείνην που υφίσταται με βάση την ένταξή του στο συνολικό Βαλκανικό ζήτημα όπως αυτό διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1990 μέχρι τις μέρες μας. Ας αναφερθούμε, λοιπόν, όσο πιο σύντομα μπορούμε σ’ αυτό το γενικότερο πλαίσιο, πολύ περισσότερο που η «ανεξαρτητοποίηση» του Κοσσόβου ανεβάζει κατακόρυφα τον βαθμό επικινδυνότητας των εξελίξεων.
Αφετηρία τους υπήρξε η νίκη των ιμπεριαλιστών της Δύσης στον λεγόμενο «ψυχρό πόλεμο» (1989-1991). Αυτή αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της επιχείρησης επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από μεριάς τους. Έκφρασή της υπήρξε και η επιχείρηση κομματιάσματος της Γιουγκοσλαβίας και με στόχους: Την κατάκτηση συνολικά των Βαλκανίων. Το ξερίζωμα κάθε ρωσικού ερείσματος και επιρροής. Τη διαμόρφωση των Βαλκανίων σαν πλατφόρμα εξόρμησης σε Εύξεινο, Καύκασο και όσο πιο «ανατολικά» θα μπορούσαν να φτάσουν.
Ταυτόχρονα η δημιουργία μιας ακόμη μεγάλης αμερικανικής στρατιωτικής βάσης. Μιας βάσης που καθώς «έληγε» η «ιστορική εντολή» που είχαν οι ΗΠΑ από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανανέωνε και «νομιμοποιούσε» την παράταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Είναι συνεπώς φανερό πως δεν επρόκειτο για «ειρηνευτική επιχείρηση», για υπεράσπιση των δικαιωμάτων των λαών στην ελευθερία, τη δημοκρατία, την αυτοδιάθεση, την ανεξαρτησία αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Επρόκειτο (και συνεχίζει να είναι) για επιχείρηση εξανδραποδισμού των βαλκανικών λαών, κατάλυσης κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας και διεθνούς δικαίου, κατάργησης της δυνατότητας να καθορίζουν οι ίδιοι οι λαοί τις τύχες τους. Αυτό που επιχειρούνταν να κατοχυρωθεί με τη βία, τον τρόμο και τη δολοφονία χιλιάδων ανθρώπων, ήταν η δυνατότητα αυτών που αισθάνονται και λειτουργούν σαν «ιδιοκτήτες του κόσμου» να κόβουν και να ράβουν λαούς, έθνη και χώρες σαν να ‘ταν οικόπεδά τους.

Οι κίνδυνοι που μας απειλούν

Συνέχεια και έκφραση αυτής της εκστρατείας είναι σήμερα και η «ανεξαρτητοποίηση» του Κοσσόβου, η προσπάθεια κατοχύρωσης του κοσσοβάρικου προτεκτοράτου. Ωστόσο και με βάση τις σημερινές συνθήκες δημιουργούνται δυο ακόμη πιο επικίνδυνες περιπλοκές.
Ανεξάρτητα από το αν αυτό βρίσκεται στους συγκεκριμένους σχεδιασμούς των αμερικανονατοϊκών, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις και ενισχύονται οι τάσεις για τη δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας». Σε κάτι τέτοιο ωστόσο όχι απλώς αντιτίθενται αλλά το αντιμετωπίζουν εχθρικά το σύνολο των βαλκανικών χωρών. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η αντίθεση εκδηλώνεται άμεσα και ενεργά με βάση τις σημερινές συνθήκες και συσχετισμούς, το βέβαιο είναι ότι έτσι διαμορφώνονται όλες οι προϋποθέσεις για συνολική ανάφλεξη των Βαλκανίων και με εμπλοκή όλων σχεδόν των βαλκανικών χωρών.
Το δεύτερο και που εγκυμονεί κινδύνους ευρύτερων διαστάσεων είναι η «επιστροφή» της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Αν η Ρωσία του Γιέλτσιν παρακολούθησε παθητικά την κατάκτηση των Βαλκανίων από τη Δύση, η ανασυγκροτημένη ιμπεριαλιστική Ρωσία του Πούτιν επιχειρεί να επιστρέψει. Οχι μόνο μέσω και για τους αγωγούς όπως συνήθως αναφέρεται, αλλά στη βάση μιας συνολικότερης γεωστρατηγικής κατεύθυνσης. Μέσω Σερβίας, επιχειρώντας να ανασυστήσει τα ιστορικά ερείσματά της στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, ενώ κάνει ανοίγματα και σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία. Είναι μάλιστα το πιο πιθανό η αδημονία των Δυτικών που οδήγησε στην εσπευσμένη προώθηση της «ανεξαρτησίας» του Κοσσόβου να συνδέεται ακριβώς μ’ αυτό. Τη δημιουργία όρων φραγμού στη ρωσική «επιστροφή».
Μόνο που η Ρωσία του Πούτιν δεν είναι πια η Ρωσία του Γιέλτσιν. Γίνεται συνεπώς αντιληπτό ποιες επικίνδυνες προοπτικές διαμορφώνονται όχι μόνο για τα Βαλκάνια αλλά συνολικά για την παγκόσμια ειρήνη. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι η επικινδυνότητα της κατάστασης που όλοι πλέον την αντιλαμβάνονται μπορεί να επιβάλλει και μια ανάλογη «αυτοσυγκράτηση» (και για πόσο άραγε;). Το βέβαιο είναι ότι οι λαοί των Βαλκανίων δεν μπορούν να βασίζονται σ’ αυτό. Γιατί αν αυτός ο ανταγωνισμός πάρει το δρόμο της αναμέτρησης (όποια μορφή κι αν πάρει αυτή) αυτοί που πρώτοι θα αλεστούν στις ιμπεριαλιστικές μυλόπετρες θα ‘ναι οι βαλκανικοί λαοί.
Αυτά τα δεδομένα και εξελίξεις είναι που ορίζουν και τη δική μας θέση τόσο απέναντι στο συνολικό βαλκανικό ζήτημα όσο και τις μερικότερες εκφράσεις του. Έχουμε την αμετακίνητη άποψη πως οι βαλκανικοί λαοί οφείλουν να αντιμετωπίσουν ενιαία και από κοινού τους κινδύνους που τους απειλούν. Είναι παραπάνω από αναγκαία η οικοδόμηση ενός κοινού μετώπου των βαλκανικών λαών ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, την οποιασδήποτε μορφής ιμπεριαλιστική παρουσία στα Βαλκάνια, ενάντια συνολικά στους ιμπεριαλιστές και τα ντόπια ενεργούμενά τους. Ταυτόχρονα θεωρούμε πως στα πλαίσια μιας τέτοιας κατεύθυνσης διαμορφώνονται και οι προϋποθέσεις για ειρηνική επίλυση των όποιων διαφορών ανάμεσά τους σε βάση ισοτιμίας και αμοιβαίου σεβασμού.

Μια σύντομη ιστορική αναφορά

Στην ίδια ακριβώς πολιτική βάση αντιμετωπίζουμε και το Μακεδονικό ζήτημα.
Ας κάνουμε κατ’ αρχάς μια σύντομη αναφορά στη σύγχρονη διαδρομή του Μακεδονικού. Οχι για να εξετάσουμε συνολικά την ιστορία, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο σ’ αυτές τις γραμμές αλλά και αμφίβολο αν έχει να προσφέρει κάτι. Περισσότερο μας χρειάζεται για να γίνουν καλύτερα κατανοητές οι σημερινές μας απόψεις.
Ας πάρουμε σαν αφετηριακό σημείο την εξέγερση του Ιλιντεν (1903). Μια εξέγερση των κατοίκων της Μακεδονίας ενάντια στον οθωμανικό ζυγό που πνίγεται στο αίμα από τα τουρκικά στρατεύματα. Ετσι ματαιώνεται η πιο σημαντική απόπειρα που θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία ενιαίου ανεξάρτητου και πολυεθνικού μακεδονικού κράτους.
Στη συνέχεια με τους Βαλκανικούς Πολέμους, 1912-1913, αυτή η πολυεθνική ως τα τότε Μακεδονία χωρίζεται στα τρία. Στην Ελληνική, τη Σερβική και τη Βουλγαρική. Στην πορεία και βασικά στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι Σλαβομακεδόνες της Γιουγκοσλαβίας με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές συμμετέχουν στην Αντίσταση και διαμορφώνουν τους όρους για τη δημιουργία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας.
«Προσπερνούμε» για λόγους οικονομίας όλη την ενδιάμεση περίοδο για να φτάσουμε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τότε που με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας από τους ιμπεριαλιστές ανεξαρτητοποιείται και η (πρώην σοσιαλιστική) Δημοκρατία της Μακεδονίας. Τότε τέθηκε το ζήτημα από την ελληνική πλευρά που θέτοντας σαν κύριο το ζήτημα του ονόματος επιδίωξε το μπλοκάρισμα της αναγνώρισής της -και- από τις άλλες χώρες. Στην πραγματικότητα η ελληνική πλευρά αμφισβητούσε όχι μόνο το δικαίωμα χρήσης του ονόματος Μακεδονία (και των «παραγώγων» αυτού) αλλά το ίδιο το δικαίωμα της αυτόνομης ύπαρξης αυτού του λαού και της δυνατότητας συγκρότησής του σε ανεξάρτητο κράτος. (Εστω και αν το θεωρούσε ως «θνησιγενές κρατίδιο» όπως αναφέρονταν σ’ αυτό ο -και «σοσιαλιστής»- Α. Παπανδρέου).
Μια τέτοια στάση στηρίζονταν και προωθούνταν όχι μόνο από τους γνωστούς εθνικιστικούς κύκλους αλλά από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού φάσματος «πλην Λακεδαιμονίων». (Μόνο που «Λακεδαιμόνιοι» δεν ήταν αυτοί που εξυπονοεί η κ. Παπαρήγα). Να θυμίσουμε ότι στα περίφημα συλλαλητήρια συμμετείχαν εκτός από τη δεξιά και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ ενώ το ΚΚΕ (άσχετα αν το αποσιωπά) «απέσυρε» τη συμμετοχή του την ύστατη ώρα.
Στην πραγματικότητα η ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό δεν είχε καν αντιληφθεί τον χαρακτήρα των ανατροπών που είχαν συντελεστεί και των νέων δεδομένων που διαμορφώνονταν. Μέχρι τα τότε αποτελούσε βασικό έρεισμα των ιμπεριαλιστών της Δύσης απέναντι σε χώρες που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο βρίσκονταν πιο κοντά στην «άλλη πλευρά». Ετσι μόλις «χτύπησαν οι καμπάνες της λευτεριάς» όπως είπε τότε και ο ανεκδιήγητος υπουργός «μας» επί των εξωτερικών, φαντάστηκαν ότι θα τους ανατίθενταν ένας ρόλος γκαουλάιτερ των Βαλκανίων. Σ’ αυτή τη βάση θα μπορούσαν να επιβάλλουν όρους σ’ όποιους θέλουν στον βαλκανικό χώρο. Τους ήταν αδύνατο να αντιληφθούν ότι μαζί με τις «καμπάνες» σύντομα θα ηχούσαν και κάποια άλλα «καμπανάκια».
Οσο μας αφορά εναντιωθήκαμε με τον πιο αποφασιστικό τρόπο (και σε συνθήκες τότε μεγάλης «μοναξιάς») σ’ αυτή την πολιτική. Ως προς το ζήτημα του ονόματος που δεν το θεωρούσαμε καθόλου «ασήμαντο» υποστηρίζαμε -όπως και σήμερα- την άποψη του «συμβιβασμού» (Θα εξηγηθούμε περισσότερο παρακάτω). Ενας συμβιβασμός που, ας σημειωθεί, ήταν εφικτός μια και η τότε ηγεσία της FYROM με τον Γκλιγκόροφ (που τόσο «νοσταλγούν» σήμερα αυτοί που τόσο τον αναθεμάτιζαν τότε) πιο ρεαλιστική και στριμωγμένη ίσως από πολλές πλευρές ήταν έτοιμη να τον αποδεχτεί. Ηταν η ελληνική πλευρά που απέκλειε κατηγορηματικά κάθε συμβιβασμό απαιτώντας την πλήρη απάλειψη κάθε αναφοράς στον όρο Μακεδονία. (ακόμη και επιθετικούς προσδιορισμούς και παράγωγα της λέξης). Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να οδηγήσει και σε ανατροπή της κυβέρνησης του «ύποπτου για ενδοτισμούς» Μητσοτάκη (1993).

Για την «Μακεδονική ταυτότητα» και τα παρελκόμενά της

Είχε όμως ο καιρός γυρίσματα. Ο ρόλος του «αυτοκρατορικού απεσταλμένου» που φανταζόταν η ελληνική πλευρά βρισκόταν ακριβώς και μόνο στη φαντασία της. Αυτό έγινε σχετικά σύντομα φανερό καθώς οι ιμπεριαλιστές αναζητούσαν και διαμόρφωναν τα ερείσματά τους σε κάθε βαλκανική χώρα για να στηρίζουν πάνω τους την κυριαρχία τους.
Ετσι και στη γειτονική μας χώρα και μετά την αποχώρηση του Γκλιγκόροφ (ακόμα να διαλευκανθεί η απόπειρα δολοφονίας του) άρχισαν να αναδείχνονται νέες πολιτικές δυνάμεις όλο και πιο προσαρμόσιμες στη νέα πραγματικότητα της δυτικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Δυνάμεις που όχι μόνο απορρίπτανε πλέον την ιδέα του συμβιβασμού αλλά ενθαρρυμένες και από τις απανωτές αναγνωρίσεις (από Ρωσία, ΗΠΑ κ.ά.) με το συνταγματικό τους όνομα άρχισαν να αναπτύσσουν και άλλες βλέψεις. Αρχισε να γίνεται κυρίαρχη μια κατεύθυνση -υπαρκτή και προηγούμενα αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο- διαμόρφωσης μιας μακεδονικής ταυτότητας που οι αφετηρίες των ιστορικών της αναφορών θα βρίσκονται στην αρχαία Μακεδονία και θα φτάνουν μέχρι το σήμερα. Σε μια τέτοια βάση το όνομά της «δεν μπορεί» να είναι άλλο από το Μακεδονία. Το πιο επικίνδυνο ωστόσο είναι άλλο. Είναι ο αλυτρωτισμός, είναι οι εδαφικές βλέψεις που καλλιεργούνται και αναπτύσσονται στη βάση των προηγούμενων.
Ας δούμε μερικές πλευρές του ζητήματος έτσι όπως τίθεται σήμερα, με πλήρη την επίγνωση ότι δεν μπορούμε να τις καλύψουμε όλες σ’ αυτό το κείμενο. Τίθεται από τη μεριά των Σλαβομακεδόνων το ζήτημα του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού, και διαμόρφωσης της δικής τους εθνικής ταυτότητας. Βεβαίως και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού είναι αναφαίρετο για κάθε λαό. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι αν θέλουν να θεωρούν τους εαυτούς τους απευθείας απόγονους του Φιλίππου και του Αλέξανδρου με γειά τους με χαρά τους. Ακόμη και το ότι κάτι τέτοιο αντιφάσκει με όλα τα γνωστά ιστορικά δεδομένα, θα μπορούσαμε να το παρακάμψουμε και να το αφήσουμε στους ερευνητές της ιστορίας. Δεν μπορούμε ωστόσο να παρακάμψουμε το ότι συμπλέκονται με ορισμένες άλλες σημαντικές εκφράσεις του ζητήματος. Θα σταθούμε στην πιο σοβαρή απ’ αυτές. Στο γεγονός ότι μια τέτοιου είδους κατοχύρωση συνδέεται και όχι μόνο εξ’ αντικειμένου αλλά και με προώθηση αντίστοιχων αντιλήψεων για «κληρονομικό δικαίωμα» αυτού του «Μακεδονικού Εθνους» πάνω σ’ όλο το έδαφος της Ιστορικής Μακεδονίας. Αυτό είναι όχι μόνο απαράδεκτο, αλλά και επικίνδυνο και πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο τον σλαβομακεδονικό λαό.
Υποστηρίζεται ότι με την διανομή της Μακεδονίας που έγινε με τους Βαλκανικούς Πολέμους αδικήθηκαν οι Σλαβομακεδόνες, οι αυτόχθονες όπως αναφέρονται κάτοικοι της Μακεδονίας. Θα πρέπει κατ’ αρχάς να σημειώσουμε ότι υπήρχαν και πολλοί άλλοι αυτόχθονες στην πολυεθνική τότε Μακεδονία. Ελληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Εβραίοι, Αρμένηδες και πάρα πολλοί Τούρκοι. (Αυτοί που «ανταλλάχθηκαν» μετά το 1922 με τους Ελληνες πρόσφυγες της Μ. Ασίας). Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι η τελική διαρρύθμιση των συνόρων αδίκησε κάποιους, ποιος είναι αυτός που θα το καθορίσει αυτό; Γιατί παρόμοιους ισχυρισμούς κατά καιρούς έχουν προβάλλει όλες οι πλευρές. (Η Βουλγαρία μάλιστα επιχειρώντας τότε να «αποκαταστήσει» τις, όπως θεωρούσε, εις βάρος της αδικίες έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια). Το κύριο πάντως είναι πως πρόκειται για άκρως επικίνδυνη αντίληψη. Στο όνομά της (της «αποκατάστασης ιστορικών αδικιών») έχουν συντελεστεί πραγματικά εγκλήματα και με βάση το τι κυριαρχεί στον κόσμο μπορεί να γίνουν κι άλλα. Ενα παράδειγμα είναι αρκετό για την ώρα. Το έγκλημα που συντελέστηκε σε βάρος των Παλαιστινίων με τη δημιουργία του ισραηλινού κράτους. Εκείνο πάντως που ιδιαίτερα θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε είναι το εξής. Ας μην διαφεύγει κανενός ότι στον κόσμο που ζούμε, τα σύνορα των κρατών έχουν χαραχτεί με αίμα και μπορούν να επαναχαραχτούν μόνο με αίμα και πάλι. Αυτό για μας αποτελεί θεμελιώδες δεδομένο της οπτικής με την οποία αντιμετωπίζουμε αυτό -και όχι μόνο αυτό- το ζήτημα.
Αναφέρονται ακόμη στο γεγονός ότι οι Σλαβομακεδόνες στην Ελλάδα διώχτηκαν απηνώς από το ελληνικό κράτος. Πολλοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα ενώ ακόμα δεν επιτρέπεται να επιστρέψουν στα χωριά τους όσοι -υπερήλικες πλέον- Σλαβομακεδόνες μέλη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας κατέφυγαν μετά τον εμφύλιο στις τότε σοσιαλιστικές χώρες. Οτι ακόμη και σήμερα ασκούνται μορφές καταπίεσης στους Σλαβομακεδόνες της Ελληνικής Μακεδονίας, δεν αναγνωρίζονται τα δικαιώματά τους, η γλώσσα τους κα μήτε καν η ύπαρξή τους. Είναι αλήθεια. Εχουμε αναφερθεί και παλιότερα σ’ αυτό το ζήτημα και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμη για τα όσα υπόστηκε αυτός ο κόσμος από το Ελληνικό κράτος.
Ωστόσο ένα ζήτημα είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων αυτού του κόσμου από κάθε προοδευτικό άνθρωπο. Είναι ένα άλλο και εντελώς διαφορετικό η χρησιμοποίηση της ύπαρξής τους για να θεμελιωθούν εδαφικά «δικαιώματα». Ο διαχωρισμός είναι και πρέπει να είναι σαφής.

Χωρίς «νικητές» και «νικημένους»

Ας έρθουμε λοιπόν στο ζήτημα του ονόματος και της άποψής μας για συμβιβαστική λύση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εφόσον η ιστορική Μακεδονία είναι χωρισμένη στα τρία (ελληνική, γιουγκο-νοτιοσλαβική και βουλγαρική) φυσιολογικά μπορούν και πρέπει να ‘χουν τους αντίστοιχους προσδιορισμούς.
Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε πως όσο δικαίωμα έχουν να αποκαλούν τους εαυτούς τους Μακεδόνες οι κάτοικοι της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας άλλο τόσο το έχουν και αυτοί της Ελληνικής και της Βουλγαρικής.
Ομως στην άποψή μας οδηγηθήκαμε κύρια για λόγους που τους θεωρούμε ακόμη πιο σημαντικούς. Ο κύριος αφορά το ότι έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα στην -αποκλειστική- χρήση του ονόματος Μακεδονία συμπυκνώνονται όλες εκείνες οι αρνητικές πλευρές στις οποίες αναφερθήκαμε προηγούμενα. Στις βλέψεις του «Μακεδονικού Εθνους» επί όλου του εδάφους της ιστορικής Μακεδονίας κ.λπ. Το μόνο λοιπόν που δεν θα θέλαμε είναι η ενθάρρυνση τέτοιων τάσεων και βλέψεων.
Μα θα πει κανείς (λέγεται μάλιστα από ορισμένους), μπορεί μια μικρή και αδύναμη χώρα σαν την FYROM να απειλήσει την πανίσχυρη για τα μέτρα της Ελλάδα; Ετσι είναι κατ’ αρχάς. Θα προσθέταμε μάλιστα -και χωρίς καμία διάθεση ωραιοποιήσεων- πως θεωρούμε τους Σλαβομακεδόνες σαν έναν από τους πιο φιλειρηνικούς λαούς. Αλλά στ’ αλήθεια, μήπως ήταν φιλοπόλεμοι οι Κοσσοβάροι; Ή μήπως μπορούσε το Κόσσοβο (ακόμη και η Αλβανία) να απειλήσει την πανίσχυρη για τα δικά τους μέτρα Σερβία; Γιατί και στην FYROM, όπως και σε κάθε χώρα, υπάρχουν πάντα εκείνοι που ονειρεύονται «να ξαναπάρουν την πόλη». Πολύ περισσότερο όταν έχουν ή νομίζουν πως έχουν τη στήριξη αυτών που μπορούν να κομματιάζουν χώρες και να επαναχαράσσουν τα σύνορα. Φυσικά και αυταπατώνται οι ηγέτες της FYROM. Γι’ αυτό και είναι επικίνδυνοι πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο τον λαό και τη χώρα τους. Γιατί αν οξυνθούν τα πράγματα στα Βαλκάνια η πιθανότητα να ευνοηθούν είναι πολύ μικρή απέναντι στις πολύ περισσότερες να αντιμετωπιστούν ως αναλώσιμοι.
Υποστηρίζοντας λοιπόν το δρόμο του «συμβιβασμού» δεν έχουμε την αυταπάτη ότι αυτομάτως θα λυθούν όλες οι διαφορές και θα απαντηθούν όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί.
Εχουμε πλήρη επίγνωση τόσο των δυσκολιών όσο και των σημερινών συνθηκών που τις περιπλέκουν. Γνωρίζουμε ότι είναι μακρύς ο δρόμος μέχρις ότου οι δύο λαοί, εξαλείφοντας σε μια πορεία τις διαφορές τους, οικοδομήσουν σχέσεις και όρους συνεργασίας, φτάσουν σε επίπεδα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και φιλίας.
Εχουμε την πεποίθηση ότι αυτό είναι που θέλουν οι δυο λαοί στην πλειοψηφία τους μιας και αυτό είναι που ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους συμφέρονται και της προσδοκίες τους.
Οπως επίσης υπάρχουν δυνάμεις -και στις δυο πλευρές- που δεν το θέλουν. Δυνάμεις που πρόθυμα θα δέχονταν τη «στήριξη» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, στα πλαίσια του διαίρει και βασίλευε από μεριάς των τελευταίων.
Υποστηρίζαμε λοιπόν και υποστηρίζουμε αυτή την κατεύθυνση και σήμερα και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους.
Για μας είναι καθαρό ότι αν λ.χ. την περίοδο 1992-1993 η ελληνική πλευρά κατόρθωνε να επιβάλλει την τότε άποψή της (για πλήρη εξάλειψη του όρου Μακεδονία κ.λπ.) αυτό θα ενίσχυε τις αντιδραστικές σοβινιστικές δυνάμεις και στις δύο πλευρές.
Στην μεν από δω πλευρά, σε βάση θριαμβολογίας και «δικαίωσης» της σοβινιστικής, επιθετικής πολιτικής, στην δε από εκεί, σε βάση αναζήτησης ρεβάνς. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί (αλλά με αντίστροφο τρόπο) αν η πλευρά των Σκοπίων επιβάλλει (με την βοήθεια και των ΗΠΑ) τους δικούς της όρους. Και στις δυο αυτές περιπτώσεις οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που προσβλέπουν στην φιλία, τη συνεργασία και τη συνεννόηση των δυο λαών θα βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Ταυτόχρονα θα ενισχύονταν περισσότερο εκείνοι οι όροι που επιτρέπουν στους ιμπεριαλιστές να παρεμβαίνουν και να ποδηγετούν τις δυο χώρες. Ως προς αυτό ας μην υπάρχουν αυταπάτες.
Συνοψίζοντας. Οπως και στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου αναφέραμε, σοβαροί κίνδυνοι απειλούν σήμερα όλους τους βαλκανικούς λαούς. Απέναντι σ’ αυτούς του κινδύνους αυτό που οφείλουν ν’ αναζητήσουν δεν είναι εκείνα που τους χωρίζουν αλλά εκείνα που τους ενώνουν. Αυτό θα ‘ναι και η μόνη πραγματική, η μεγαλύτερή τους νίκη.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου