Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Οι βαθιές ρίζες του οπορτουνισμού (Β Μέρος)


 του Βασίλη Σαμαρά

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντίθεση» Νο 9, τον Οκτώβρη του 2012



Κεφάλαιο Ε


Το ευρωπαϊκό σύνδρομο (προσδοκίες και πραγματικότητα)

Ένα βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει το σύνολο των παρεμβάσεων είναι ο ιδιαίτερος τρόπος θεώρησης της «Ευρώπης» αλλά και της ΕΕ καθώς αυτές οι δύο έννοιες αντιμετωπίζονται σχεδόν ως ταυτόσημες. (Που βεβαίως δεν είναι). Η επίδραση που ασκείται σε όλους απ’ αυτά έχει την αφετηρία της σε μια συγκεκριμένη θεώρηση της πραγματικότητας. Στο ότι αυτή η «Ευρώπη» αντιμετωπίζεται σαν ο κατεξοχήν χώρος (και με μια έννοια ο βασικός φορέας) όπου άνθισε μεταπολεμικά η δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος και εν γένει αυτό που χαρακτηρίστηκε σαν «νεωτερικός καπιταλισμός». Στο ότι αυτές οι εξελίξεις στον ευρωπαϊκό (και όχι μόνο) χώρο αντιμετωπίστηκαν (και αντιμετωπίζονται) έξω από τους πραγματικούς όρους στη βάση των οποίων συντελέστηκαν αλλά σαν μια «αυτοφυής» εξέλιξη του καπιταλισμού βασισμένη στις δικές του «εσωτερικές» δυνάμεις και δυνατότητες. Γι’ αυτό και η απογοήτευση. Ο θυμός, η αγανάκτηση που αυτή η Ευρώπη «ξεστράτισε» και δεν ανταποκρίνεται πλέον στις προσδοκίες τους.



Για τους ίδιους πάντα λόγους επιμένουν να αναζητούν τις απαντήσεις στο ίδιο πεδίο. Να κάνουν προτάσεις για το πώς η Ευρώπη θα επανέλθει στον δρόμο της αρετής. Γι’ αυτό στριφογυρίζουν γύρω από τις ίδιες αυταπάτες. Επειδή, όπως έχω κιόλας αναφέρει, επιμένουν να αρνούνται να δουν τον κόσμο όπως αυτός πραγματικά έχει. Επειδή επιμένουν να μην βλέπουν την καπιταλιστική πραγματικότητα και τα όσα αυτή συνεπάγεται. Την πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού και το πού οδηγεί τον κόσμο η κυριαρχία του.
Επειδή επιμένουν να μην βλέπουν τον ρόλο της ταξικής πάλης στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας είτε σε θετική είτε σε αρνητική κατεύθυνση ανάλογα με την έκβασή της. Το αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι στις ίδιες «διεξόδους» καταλήγουν ακόμη και εκείνες οι παρεμβάσεις που οι κριτικές τους επισημάνσεις είναι σε σημαντικό βαθμό εύστοχες και καίριες. Μόνο που αντί να φθάσουν στα συμπεράσματα που οδηγούν αυτές οι επισημάνσεις «φρενάρουν» και επιστρέφουν στις ίδιες αυταπάτες.
Αν επιχειρούσα να συνοψίσω τις βασικές ιδέες γύρω από τις οποίες περιστρέφονται οι διάφορες απόψεις σ’ αυτό το θέμα θα τις προσδιόριζα ως εξής.
Ως προς τις αιτίες αυτές τις ανάγουν στην κυριάρχηση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων στα προβλήματα -που σε συνδυασμό με το προηγούμενο- γέννησε η «παγκοσμιοποίηση» και στην ανεπάρκεια των πολιτικών ηγεσιών. Στα ζητήματα αυτά έχω κιόλας αναφερθεί και δεν θα επανέλθω παρά σε σημεία που κριθεί απαραίτητο.
Περισσότερο θα σταθώ σ’ αυτό το κεφάλαιο στις προτάσεις απάντησης στα προβλήματα που έχουν αναδειχτεί και για την διέξοδο από την κρίση και την εν γένει αρνητική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην Ευρώπη.
Όσον αφορά το οικονομικό πεδίο στο σύνολό τους σχεδόν πρότειναν την απόρριψη των νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων και επιστροφή σε πολιτικές που γενικά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν κεϊνσιανής κατεύθυνσης-απόκλισης. Οι περισσότεροι υποστηρίζουν την έκδοση ευρωομολόγων, την αλλαγή ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μια διαφορετική ρύθμιση του ζητήματος του χρέους και κριτικάρουν την -όπως θεωρούν- απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης. Κάποιοι ονειρεύονται ένα ευρώ στην υπηρεσία των λαών και όχι των τραπεζών. Τώρα πώς συνδυάζεται αυτό με την εμμονή στις «μεταρρυθμίσεις» (δηλαδή αντιμεταρρυθμίσεις) αυτό ας το αφήσουμε για την ώρα.
Κλειδί για έναν τέτοιο αναπροσανατολισμό της «Ευρώπης» θεωρούν την αλλαγή πολιτικής μέσα από την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών στο κυβερνητικό επίπεδο και την επιβολή δημοκρατικών όρων διαχείρισης-διακυβέρνησης των ευρωπαϊκών ζητημάτων. Έτσι θα βαδίσουμε σε μια Ευρώπη πραγματικής ισοτιμίας με σύγκλιση οικονομιών, άρση των ανισοτιμιών, μια «επανίδρυση» της Ευρώπης.
Ορισμένοι προχωρούν περισσότερο. Βλέπουν σαν αναγκαιότητα την πολιτική ολοκλήρωση της ΕΕ, την συγκρότηση μιας πραγματικής ευρωπαϊκής κυβέρνησης, την ανάδειξη της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν αρνητικά τις τάσεις «εθνικής αναδίπλωσης» που παρατηρούνται με βάση την όξυνση των προβλημάτων στην ΕΕ. Αναφέρομαι σ’ εκείνες τις τάσεις οι οποίες εκφράζονται και σε παρεμβάσεις (βασικά Ελλήνων) οι οποίες φθάνουν και σε προτάσεις αποδέσμευσης από Ευρώ-ΟΝΕ ή και ΕΕ. Αλλά αυτές θα μας απασχολήσουν σε ιδιαίτερο κεφάλαιο.
Προχωρώντας σ’ ένα απάνθισμα των απόψεων που διατυπώθηκαν θα ξεκινήσω από αυτές του Γιάννη Δραγασάκη, πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτον επειδή στην παρέμβασή του εμπεριέχονται σχεδόν όλα τα στοιχεία της λογικής στην οποία προαναφέρθηκα. Καθόλου τυχαία.
Ο Γιάννης Δραγασάκης είναι εκπρόσωπος της πολιτικής κατεύθυνσης που στις σημερινές συνθήκες αποτελεί την έκφραση του πάλαι ποτέ «ευρωκομουνισμού». Δηλαδή εκείνου του ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος που αποτέλεσε την μήτρα αυτών των αντιλήψεων στον ευρωπαϊκό χώρο. Σ’ αυτό στηρίχτηκαν και γύρω απ’ αυτό περιστράφηκαν σειρά τάσεων και ρευμάτων που διαμορφώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια αναπαράγοντας και «ανανεώνοντας τις ίδιες στην ουσία τους απόψεις. Ακόμη επειδή συνοψίζει σε τρεις όλες κι όλες λέξεις την ουσία όλων αυτών των απόψεων στον τίτλο που ο ίδιος δίνει στην παρέμβασή του «Ρήξη χωρίς αποκοπή»! Τώρα τι είδους ρήξη είναι αυτή, ο Γιάννης Δραγασάκης ξέρει κι ο αναγνώστης κρίνει. Γράφει λοιπόν: «Είναι επομένως η συναίνεση ευρωπαϊκής δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας ο βασικός υπεύθυνος. Και είναι η ανεπάρκεια της αριστεράς και η αδυναμία των κινημάτων να σπάσουν την εν λόγω συναίνεση ένας δεύτερος συντελεστής. Διότι παρά τα ιδρυτικά του προβλήματα, πολλά μπορούσαν να διορθωθούν ή να αλλάξουν στην πορεία. Αν έγκαιρα εξόπλιζαν το ευρώ με έναν κοινό μηχανισμό δανεισμού, μέσω ευρωομολόγων, αν έστω και τώρα έδιναν στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να λειτουργεί ως δανειστής ύστατης ανάγκης, αν τολμούσαν να επιβάλλουν κοινούς ευρωπαϊκούς φόρους στον πλούτο, για να χρηματοδοτήσουν πολιτικές απασχόλησης και πραγματικής σύγκλισης, τότε, ακόμη και τώρα, η κρίση θα μπορούσε να έχει τεθεί υπό έλεγχο.
Διότι, όπως έχει πλέον καταφανεί, όχι μόνο η Ελλάδα αλλά όλη η Ευρώπη κάθεται πάνω σε ένα σωρό από χρέη, κρατικά, τραπεζικά, ιδιωτικά. Ούτε η Γερμανία είναι έξω απ' αυτό. Άρα, μόνο μια κοινή πανευρωπαϊκή πολιτική ακύρωσης ή απόσβεσης του παλιού χρέους -οι τεχνικές λύσεις έχουν προταθεί- θα μπορούσε να βγάλει την Ευρώπη από το φαύλο κύκλο των χρεών της λιτότητας και της ύφεσης.
Για τον κόσμο της εργασίας και τους λαούς της Ευρώπης το θέμα δεν είναι η εθνική αναδίπλωση, δεν είναι πώς να στραφεί η μία χώρα ενάντια στην άλλη, με νομισματικούς και άλλους οικονομικούς πολέμους, που εύσχημα λέγονται «ανταγωνισμός», αλλά η επανίδρυση της Ευρώπης στη βάση της αλληλεγγύης.
Το μέλλον της Ευρώπης είναι συνυφασμένο λοιπόν με το μέλλον των κοινωνικών και των πολιτικών αγώνων για την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην Ευρώπη και στην κάθε χώρα ξεχωριστά. Για να σωθεί το ευρώ πρέπει να σπάσουν τα ταξικά και νεοφιλελεύθερα δεσμά του, να γίνει ένα πραγματικά κοινό νόμισμα στην υπηρεσία των λαών, και όχι των τραπεζιτών και των πολυεθνικών της Ευρώπης.
Αυτό θα καθορίσει και τη δική μας πορεία.
Το θέμα δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα σε ένα ευρώ της κοινωνικής δυστυχίας και σε μια δραχμή της κοινωνικής συμφοράς, αλλά να δημιουργήσουμε τους όρους για την ανασύνταξη της κοινωνίας και την ουσιαστική επανένταξη στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, από τις οποίες επί της ουσίας έχουμε αποκοπεί, με όρους ουσιαστικής δημοκρατίας, πλήρους απασχόλησης, κοινωνικής δικαιοσύνης, εθνικής αξιοπρέπειας και ισότιμης συνεργασίας. […] Μια οργανωμένη ρήξη με τις κυρίαρχες πολιτικές, χωρίς αποκοπή από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, μαζί με τους λαούς της Ευρώπης, είναι η μόνη ορατή προοπτική, και θα περίμενε κανείς να είναι ήδη κοινός στόχος όλης της αριστεράς, σε Ελλάδα και Ευρώπη».
Αυτά λοιπόν ο Γιάννης Δραγασάκης. Αλλά ας συνεχίσω.
Ο Νίκος Παρασκευόπουλος αναρωτιέται. «Πόση δύναμη έχει το ευρωκοινοβούλιο ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και των πανίσχυρων αγορών»; Ως γνωστόν καμία, αλλά το θέμα είναι πώς αντιμετωπίζεται αυτό.
Ας συνεχίσουμε όμως με τον Γιώργο Χ. Σωτηρέλη. «Πολιτική, όμως, σημαίνει ταυτόχρονα και ριζική αναμόρφωση των εθνικών και υπερεθνικών θεσμών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο «φονταμενταλισμός των αγορών», με πρώτη προτεραιότητα τον δραστικό περιορισμό της στυγνής κερδοσκοπίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Στο σημείο αυτό ανακύπτει ο ιδιαίτερος ρόλος που καλείται να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. […] να αποκαταστήσει, στις δύσκολες και περίπλοκες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, μια νέα ισορροπία με τις οικονομικές δυνάμεις και τις ιδιωτικές εξουσίες, μέσω ισχυρών υπερεθνικών θεσμών δημοκρατικού και κοινωνικού ελέγχου. […] Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας παρασύρει σε έναν στείρο αντιευρωπαϊσμό. […] Το μεγάλο λοιπόν ζητούμενο είναι η ανάδειξη μιας ουσιαστικής και ισχυρής ευρωπαϊκής κυριαρχίας, με όρους δημοκρατίας, ελευθερίας και ισοτιμίας, δηλαδή κατοχύρωσης όλων των βασικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού».
Και συμπληρώνει ο Stefan Collignon: «Αυτό που απαιτείται είναι μια πραγματική ευρωπαϊκή κυβέρνηση που θα εκλέγεται από όλους του ευρωπαίους πολίτες. Μια τέτοια κυβέρνηση θα έχει την πολιτική εξουσία να παρεμβαίνει στην εθνική πολιτική προκειμένου να διατηρηθούν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα των πολιτών».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του James K. Galbraith. «Αρχικά η λύση σε όλη την Ευρωζώνη θα μπορούσε να δοθεί με μια κίνηση από την ΕΚΤ αγοράζοντας ομόλογα από τις αδύναμες χώρες και αναχρηματοδοτώντας τα στη συνέχεια. […] Δράσεις όπως αυτές που έλαβε η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ -εθνικοποιώντας όλη την αγορά χαρτονομισμάτων για παράδειγμα- θα ήταν αποκρουστικές για την ΕΚΤ αν και αγοράζει κρατικά ομόλογα όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι». Ακριβώς. Όλοι αυτοί οι αναλυτές που επικαλούνται «διαφορές» ανάμεσα σε ΕΚΤ και FED, ανάμεσα σε ΕΕ και ΗΠΑ «ξεχνούν» κάποια πραγματάκια. Δεύτερο, ότι οι «πολιτείες» των ΗΠΑ αντιμετωπίζονταi κατά βάσιν «ισότιμα» από την Κεντρική κυβέρνηση. Αντίθετα στην ΕΕ είναι όρος ύπαρξής της η ανισοτιμία. Τρίτον αυτή η ενοποίηση των ΕΠΑ πραγματοποιήθηκε περνώντας μέσα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Τέταρτο, δεν θέλουν και δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι στην ουσία στις επιδιώξεις και τις κατευθύνσεις τους οι αντίστοιχες πολιτικές δεν είναι και τόσο διαφορετικές.
Λύσεις προτείνει ο Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου. «Πρώτον ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διάσωσης από την ΕΚΤ η οποία θα μετατραπεί σε απεριόριστο δανειστή έσχατης ανάγκης με έναν τρόπο ανάλογων ενεργειών που ελήφθησαν από την ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ αγοράζοντας ουσιαστικά το σύνολο του χρέους των κρατών-μελών σε τιμή που θα διασφάλιζε το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους κάτω από 3%».
Την δική του λύση προβάλλει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. «[…]το ευρωπαϊκό χρέος θέλει ευρωπαϊκή λύση, η ΕΚΤ πρέπει να μετασχηματιστεί σε κανονική κεντρική τράπεζα που θα παίζει τον ρόλο του έσχατου δανειστή, η δημοσιονομική και η νομισματική πολιτική της ευρωζώνης πρέπει να συντονίζεται σε σχέση με τις οικονομικές συνθήκες όλης της νομισματικής ένωσης[…]»
Σε σχετικά διαφορετικό μήκος κύματος κινείται η Benedicta Marzinotto. «Η τελική λύση δεν χρειάζεται να είναι η πολιτική ένωση, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Η βιωσιμότητα του χρέους μπορεί να είναι αρκετή. […] Ο δρόμος προς τα εκεί είναι βασικά εθνικός και περιλαμβάνει δομικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. στο συνταξιοδοτικό) και οικονομική ανάπτυξη, όταν αυτή μπορεί να παραχθεί μέσω μιας πιο αποτελεσματικής και έξυπνης χρήσης των ταμείων συνοχής της Ε.Ε. […] Είναι ευπρόσδεκτη εξέλιξη ότι οι νέοι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας τιμωρούν την παράκαμψη από τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους και τη μείωση του χρέους. […] Θέτοντας ελέγχους στην κινητικότητα των κεφαλαίων δεν θα καταφέρουμε να σταματήσουμε τις πτήσεις ασφάλειας, κάτι που θα επηρεάσει σοβαρά την οικονομική ανάπτυξη[…]».
Αυτή κινείται κατά βάσιν στην τροχιά της κρατούσας πολιτικής. Των «μεταρρυθμίσεων» στο συνταξιοδοτικό κ.ά. δηλαδή της περικοπής δικαιωμάτων. Της «τιμωρίας» -όλα κι όλα- των «παραβατών» των «δημοσιονομικών» στόχων. Ταυτόχρονα εναντιώνεται απροκάλυπτα στον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων -ήτοι της κερδοσκοπίας. Θα έβλαπτε, λέει, την οικονομική ανάπτυξη. Αυτός τάχα ο καημός της.
Την αντιπρότασή της προβάλει η Gesine Letzsh, πρόεδρος του Γερμανικού Αριστερού Κόμματος. «Το Ευρώ έχει πιθανότητα να ζήσει μόνο αν αφαιρεθεί η δύναμη από τις αγορές. Χρειαζόμαστε έναν τραπεζικό τομέα με δημόσιο χαρακτήρα ο οποίος θα υπηρετεί την πλειοψηφία των πολιτών». Μόλις τον βρει είναι βέβαιο ότι θα μας ειδοποιήσει.
Την δική του εξήγηση σε φαινόμενα που παρατηρούνται δίνει ο Ξενοφών Κοντιάδης. «Οι διευρυνόμενες ανισότητες τόσο μεταξύ κρατών-μελών όσο και στο εσωτερικό των κοινωνιών τους υπονομεύουν το δημοκρατικό πρόταγμα και καθιστούν τις αγορές κυρίαρχες». Το ότι είναι η κυριαρχία των αγορών, δηλαδή του κεφαλαίου και των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων που δημιουργεί, έχει ως βάση της τις ανισότητες και όχι αντίστροφα μάλλον του «διαφεύγει».
Την αδυναμία αυτή σπεύδει να θεραπεύσει η Rebeka Harms, συμπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Πρασίνων. «Ο στόχος της οργής μας πρέπει να είναι η διόρθωση αυτής της πορείας, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κριτικάρουμε τον τρόπο λήψης των αποφάσεων του Συμβουλίου, ο οποίος έχει ακολουθήσει το πλαίσιο του «τόσο λίγο, τόσο αργά» από την αρχή της κρίσης, κάνοντας δύσκολη τη ζωή των Ελλήνων. Παλεύουμε για ισορροπημένη οικονομική διακυβέρνηση, υπό διαφανή και δημοκρατικό έλεγχο».
Ο Giovanni Perelli ωστόσο βρίσκει τόσο τις αιτίες όσο και την -προωθημένη απάντηση στο ζήτημα. «Γι’ αυτά ευθύνεται κυρίως η μη ολοκλήρωση της Ευρώπης η οποία έχει αυξήσει υπέρμετρα τις διαστάσεις της αλλά μέσα σε τόσα χρόνια δεν έχει βρει ακόμη τη συνοχή της».

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Ας έρθω ωστόσο σ’ εκείνες τις τοποθετήσεις που κατά την άποψη του γράφοντος εμπεριέχουν ορισμένες καίριες επισημάνσεις. Θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί ότι αποτελούν -ως ένα βαθμό και μ’ έναν τρόπο- και ένα είδος απάντησης σε ζητήματα που τίθενται από άλλες πλευρές, αν στο δια ταύτα δεν κατέληγαν σε μια από τα ίδια.
Κατ’ αρχάς ο Jean-Paul Fitoussi, ο οποίος γράφει. «Τα πολύ αυστηρά προγράμματα λιτότητας περιορίζουν τις προοπτικές αυξημένων εσόδων, ενώ τα υψηλά επιτόκια ανεβάζουν στα ύψη τους τόκους που πρέπει να πληρωθούν. Με αυτόν τον τρόπο, η κερδοσκοπία αυτοεπιβεβαιώνεται […] Στην πραγματικότητα, όσο δεν υιοθετείται μια «αναδιανεμητική» λύση, η μολυσματική διάδοση της κερδοσκοπίας κινδυνεύει να προκαλέσει μιαν αυξανόμενη αφερεγγυότητα στις χώρες της ευρωζώνης. Και όχι μόνον αυτό. Οι τράπεζες που κατέχουν κρατικά ομόλογα θα ζητούσαν ξανά τη βοήθεια των κρατών, τη στιγμή που τα τελευταία δεν θα ήταν πλέον σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό το αίτημα. Οι υπεύθυνοι της ευρωζώνης παίζουν λοιπόν με τη φωτιά και κινδυνεύουν να σπρώξουν την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο σε μια νέα μεγάλη κρίση […] Θα δούμε αν η ευρωπαϊκή ηγεσία θα δεσμευτεί σε έναν πιο ομοσπονδιακό δρόμο -έκδοση ευρωομολόγων, χορήγηση στο ευρωπαϊκό Ταμείο της εξουσιοδότησης για χρηματοοικονομική σταθεροποίηση […] ή αν αντίθετα θα συνεχίσει να αναζητάει απίθανες τεχνικές λύσεις, φοβούμενη να επιβεβαιώσει καθαρά μιαν ευρωπαϊκή αλληλεγγύη».
Ο Marcello de Cecco θέτει το δάχτυλο επί τον τύπο των ήλων σε ορισμένα ζητήματα για να το αποτραβήξει όμως αμέσως μετά (ίσως επειδή γνωρίζει ότι η αλήθεια καίει) και να το στρέψει στην κατεύθυνση της …ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
«Εδώ και πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, το νόμισμα είναι ένα από τα κυριότερα εργαλεία της εθνικής κυριαρχίας […] και χρησιμοποιείται από αυτές για να χρηματοδοτεί τις δαπάνες τους, με μια μορφή «φορολόγησης χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση». […] Το νόμισμα χρησιμοποιήθηκε επομένως για μια δόλια φορολογική καταπίεση ελάχιστα υποκείμενη σε πολιτικό έλεγχο, επειδή δεν έπληττε επιμέρους ομάδες πολιτών αλλά τον πληθυσμό. […] Το ευρώ είναι το πρώτο πείραμα στην ιστορία ενός νομίσματος στον εκδότη του οποίου, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, απαγορεύεται από το καταστατικό η αγορά ομολογιακών τίτλων που εκδίδουν τα ίδια τα κράτη». Το ευρώ λοιπόν είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Υπήρξε όμως και η εξαίρεση της εξαίρεσης που επιβλήθηκε για «ειδικούς λόγους» για ένα διάστημα (δηλαδή τα συμφέροντα Γερμανίας, Γαλλίας) πριν οι ίδιες δυνάμεις επιβάλλουν την επιστροφή στον «ενάρετο» δρόμο.
«Η Γερμανία, χρειαζόταν επί μακρόν μιαν επεκτατική νομισματική πολιτική, για να αντιμετωπίσει την αύξηση των δημόσιων δαπανών που προκλήθηκε από την ένωση με την Ανατολική Γερμανία. Οι γερμανικές ανάγκες, μαζί με τις γαλλικές, θα οδηγήσουν το 2003 ως το σημείο να ζητηθεί μια χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας, […] Η έλευση στην Ευρώπη της τρομερής αμερικανικής οικονομικής κρίσης, το 2008-09, υποχρέωσε τα κράτη της ευρωζώνης να διασώσουν εκείνες τις ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν μετάσχει στην αμερικανική χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία ή είχαν προκαλέσει με εύκολα δάνεια κερδοσκοπικές φούσκες στις χώρες τους.
Το κόστος αυτών των διασώσεων επιβάρυνε εξ ολοκλήρου τα δημόσια οικονομικά κάθε χώρας. […] Και επειδή ακόμη και οι πιο ισχυρές και δημοσιονομικά σχετικά πιο ενάρετες χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, έχουν δημόσια χρέη μεγάλα και πολύ διασκορπισμένα στις διεθνείς αγορές, άρχισε ένας αγώνας δρόμου για να κρατήσουν ψηλά τη δική τους οικονομική φερεγγυότητα, ακόμα και προσπαθώντας να χαμηλώσουν τη φερεγγυότητα των άλλων. […] Πιθανόν οι ισχυρές αντιστάσεις που εκδηλώνονται από τη γερμανική κυβέρνηση (την οποία ακολουθεί και η γαλλική κυβέρνηση) στο να προσφέρει βοήθεια στην Ελλάδα θα μετριαστούν από τη συνειδητοποίηση της πιθανότητας ότι, αν παρατεντώσουν το σκοινί εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης, μπορεί να διαλύσουν πρώτα το ευρώ και έπειτα ακόμη και την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά των εμπορευμάτων, στην οποία οι γερμανικές επιχειρήσεις πουλούν μεγάλο μέρος της παραγωγής τους».
Παρ’ όλες ωστόσο τις εύστοχες επισημάνσεις του Marcello de Cecco, η λύση στην οποία οδηγείται δεν συνιστά τίποτε άλλο από αναπαραγωγή των όρων (σε «αναβαθμισμένο μάλιστα επίπεδο) στη βάση των οποίων δημιουργούνται τα προβλήματα που επισημαίνει.
«Παραμένει ωστόσο το αρχικό πρόβλημα του ενιαίου νομίσματος, το ότι είναι δηλαδή ένα νόμισμα χωρίς ένα κράτος, επειδή αυτή ήταν η βούληση των συνιδρυτών του. Μόνον προωθώντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δηλαδή δημιουργώντας ένα ομοσπονδιακό ή συνομοσπονδιακό κράτος και συνδέοντάς το με το χωρίς ιθαγένεια νόμισμά μας, μπορούμε να βγούμε θετικά από το αδιέξοδο στο οποίο ο δογματικός μονεταρισμός, που ενέπνεε τους πιο ισχυρούς από τους δημιουργούς του ευρώ, έχει ρίξει ολόκληρη την Ευρώπη».

Το ευρωπαϊκόν «ενιαίον»

Το ζήτημα κλειδί σε σχέση με όλα αυτά είναι η θεώρηση της «Ευρώπης» και ταυτόχρονα της ΕΕ. Ως προς αυτό υπάρχουν δύο βασικά και διαμετρικά αντίθετοι τρόποι θεώρησης. Ως προς το πρώτο η συλλογιστική του αρχίζει και τελειώνει με μια αντίληψη περί του ενιαίου της Ευρώπης όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και ιστορικά, οικονομικά, πολιτικά, πολιτιστικά. Και όσον αφορά την ΕΕ σαν του σχήματος που ιστορική του αποστολή είναι να εκφράσει αυτό το «ενιαίον».
Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται παρά για προσεγγίσεις που αναπαράγουν αυτούσια ή σε παραλλαγές, τις αντιλήψεις που προωθεί το σύστημα, για να συγκαλύψει, να εξωραΐσει τον αληθινό χαρακτήρα της ΕΕ. Σύμφωνα με αυτές λοιπόν η δημιουργία της ΕΟΚ αρχικά και της ΕΕ στην συνέχεια, πρόκειται για μια ισότιμη σύμβαση ανάμεσα σε κράτη, χώρες, λαούς με στόχο την οικονομική συνεργασία κατ’ αρχάς, την ανάπτυξη την ευημερία των λαών τους. Στην πορεία και με το πέρασμα στην ΕΕ έχουμε την αναβάθμιση αυτής της συνεργασίας όχι μόνο στο οικονομικό αλλά και στο πολιτικό πεδίο. Την προώθηση, εμπέδωση της δημοκρατίας, της ειρήνης και της ασφάλειας των πολιτών της, της κοινωνικής σύγκλισης, την διαμόρφωση κοινής αμυντικής πολιτικής. Την προώθηση της συμμετοχής των πολιτών στα συντελούμενα με τις ευρωεκλογές, την Ευρωβουλή κ.λπ. Τις πολιτιστικές ανταλλαγές (με τις πολιτιστικές πρωτεύουσες και τα συναφή), τις προσπάθειες διαμόρφωσης ευρωπαϊκής συνείδησης, ευρωπαϊκής «ταυτότητας». Η συνεργασία στο νομισματικό πεδίο και η δημιουργία του ευρώ (έστω από μια ομάδα χωρών αρχικά) υπήρξε ένα βήμα που όχι μόνο αναβάθμισε ποιοτικά την οικονομική συνεργασία αλλά και αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα ώθησης στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτή η ολοκλήρωση άλλωστε αποτελεί και τον ορίζοντα προς τον οποίο τείνουν όλες οι προσπάθειες στα πλαίσια αυτού του λαμπρού εγχειρήματος.
Όταν αυτές οι αντιλήψεις συγκροτούν την βάση θεώρησης του ζητήματος ανάλογη είναι και η αντιμετώπιση αυτών που αναδεικνύουν οι εξελίξεις.
Έτσι τα προβλήματα που ανακύπτουν αποδίδονται είτε σε «αντικειμενικές» αιτίες (σαν τέτοια λίγο πολύ θεωρείται η οικονομική κρίση) είτε σε «λάθος συνταγές» αντιμετώπισής τους.
Οι δυσκολίες, σε «αστοχίες» της ακολουθούμενης πολιτικής που καθορίστηκε από την «ολέθρια» επίδραση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων.
Οι στρεβλώσεις στην επίδραση παραγόντων «ξένων» προς το ευρωπαϊκό ιδεώδες.
Οι διαστάσεις που παίρνουν συνδέονται με την «εκτροπή» της «παγκοσμιοποίησης» και τις αντίστοιχες επιδράσεις. Η επικινδυνότητα των καταστάσεων που δημιουργούνται οφείλεται στην ανεπάρκεια, την ανικανότητα των πολιτικών ηγεσιών.
Η ύπαρξη τέτοιων ηγεσιών, κατώτερων των περιστάσεων και των απαιτήσεων που αυτές θέτουν οφείλεται στο έλλειμμα δημοκρατίας, την απουσία δημοκρατικού ελέγχου.
Με ανάλογο τρόπο προσδιορίζονται και οι όροι αντιμετώπισης των ζητημάτων.
Το βασικό και εκεί που καταλήγουν όλοι τους είναι η αναβάθμιση των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών.
Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών έτσι ώστε να οδηγηθούμε στην ανάδειξη πολιτικών ηγεσιών αντάξιων των απαιτήσεων που θέτουν οι εξελίξεις.
Σε μια τέτοια λογική δεν είναι παράδοξο το ότι αποδίδονται από ορισμένους εύσημα στην Γ. Παπανδρέου και την πρότασή του για δημοψήφισμα.
Γράφει λ.χ. ο Erik O. Erikson: «Το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και ένα πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα είναι τα πλέον κατάλληλα όργανα για την διαχείριση της κρίσης στην ευρωζώνη. […] Με την πρωτοβουλία του ο Παπανδρέου έβαλε την δημοκρατία στην ημερήσια διάταξη και έδειξε τι είναι αυτό που διακυβεύεται».
Να συμπεράνουμε λοιπόν ότι ο Γ. Παπανδρέου αποτελεί το πρότυπο ηγεσίας που χρειάζεται η Ευρώπη για να πορευτεί στο πεπρωμένο της και μόνο εμείς οι αθεράπευτα βαλκάνιοι Έλληνες δεν το ‘χουμε αντιληφθεί. Απ’ εκεί και πέρα λοιπόν και μόλις με βάση την αναβάθμιση της δημοκρατίας αναδείξουμε τέτοιας αξίας πολιτικές ηγεσίες τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους. Θα αλλάξουν οι ακολουθούμενες πολιτικές, θα αναιρεθούν οι στρεβλώσεις, θα διορθωθούν τα λάθη, θα αντιμετωπιστούν τα προβλήματα. Θα ελεγχθεί η κερδοσκοπία του τραπεζοχρηματιστικού κεφαλαίου, θα περιοριστεί ο ρόλος των «αγορών» θα προωθηθεί μια αναπτυξιακή πολιτική. Θα βρει η Ευρώπη τον βηματισμό της.

Ένας αντιδραστικός ιμπεριαλιστικός συνασπισμός

Υπάρχει βέβαια και η άλλη, η διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων. Και πάνω απ’ όλα υπάρχει η πραγματικότητα που ως γνωστόν είναι πολύ επίμονη.
Πολύ περισσότερο στις μέρες μας που κάτω από την πίεση των οξύτατων προβλημάτων που έχουν τεθεί κατορθώνει να «τρυπώνει» ανάμεσα στις τοποθετήσεις πολλών, έστω και αν αυτοί επιμένουν να «μην την βλέπουν» στο σύνολο και την ουσία της.
Στη βάση λοιπόν αυτού του άλλου τρόπου θεώρησης, ο οποίος θέλει να βλέπει την πραγματικότητα χωρίς αυταπάτες και ωραιοποιήσεις, η ΕΕ δεν αποτελεί παρά έναν συνασπισμό των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών μητροπόλεων στη βάση των συγκεκριμένων στόχων και επιδιώξεων. Την διαμόρφωση ενός ευρύτερου πεδίου κίνησης και κερδοσκοπικής δράσης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
Η διεύρυνσή της με σειρά χωρών δεύτερης και τρίτης κατηγορίας έχει σα στόχο την διεύρυνση αυτού του πεδίου και σε βάση σχέσεων ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Είναι πολύ καθαρό ότι οι όροι και οι σχέσεις που συνδέουν τον μητροπολιτικό πυρήνα με αυτές τις χώρες δίνουν σημαντικά πλεονεκτήματα στον πρώτο σε βάρος των δεύτερων.
Ταυτόχρονα το «όχημα» ΕΕ προσφέρει μια υπόσταση και ένα ειδικό βάρος που δεν θα μπορούσε να έχει από μόνη της καμιά ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική δύναμη. Έτσι, με βάση αυτό αυξάνουν τις δυνατότητες παρέμβασης και δράσης σε παγκόσμια κλίμακα τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικό πεδίο.
Με βάση αυτές τις δυνατότητες και στα πλαίσια γενικότερων εξελίξεων και διαμόρφωσης συσχετισμών αποτέλεσε βασικό πόλο (μαζί με τις ΗΠΑ) της εκστρατείας επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου. Στα πλαίσια αυτής της εκστρατείας συμμετείχε ενεργά, πολιτικά και στρατιωτικά σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που ρήμαξαν χώρες και ματοκύλησαν λαούς.
Η δημιουργία του ευρώ διεύρυνε (τις οικονομικές κατ’ αρχάς) δυνατότητές της παρά τα «ελαττώματα» που το χαρακτηρίζουν και που σωστά (αν και κάπως όψιμα) επισημαίνονται από ορισμένους.
Σαν βασικός πυλώνας του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος αποτελεί μια από τις κυριότερες δυνάμεις που προωθούν την επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Στο στρατηγικό πεδίο το πυρηνικό οπλοστάσιο της Γαλλίας και μιας Αγγλίας που βρίσκεται με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω δεν βρίσκονται στο επίπεδο που να μπορούν να δώσουν πλήρη κάλυψη. Ο κυριότερος λόγος δεν βρίσκεται ούτε στο τεχνοεπιστημονικό πεδίο ούτε στο οικονομικό αλλά στο πολιτικό. Στην συνεχιζόμενη ιδιότυπη στρατηγική «ομηρία» της Γερμανίας και βασικά στο ότι η συμμαχία των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων δεν έχει φθάσει σ’ αυτό το επίπεδο. Έτσι στο πεδίο αυτό συνεχίζει να λειτουργεί κάτω από την στρατηγική κάλυψη των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ.
Όσον αφορά την κρίση, δεν είναι μόνο οικονομική, ούτε «ήρθε από τις ΗΠΑ» όπως διατυπώνεται σε ορισμένες παρεμβάσεις. Είναι συνολική, έχει την αφετηρία της στην φύση και την λειτουργία του όλου καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Σ’ αυτή τη βάση έχει αναδείξει όλες τις αντιφάσεις και αντιθέσεις του συστήματος τόσο συνολικά όσο και ειδικά στα πλαίσια της ΕΕ και τις οξύνει συνεχώς ανακυκλώνοντας τα αδιέξοδά του.
Με βάση τα πραγματικά δεδομένα, η ΕΕ δεν πάει ούτε για ολοκλήρωση αλλά ούτε και για διάλυση.
Εδώ είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση. Η εκτίμηση αυτή διατυπώνεται στη βάση των δεδομένων και διαθέσεων που σήμερα υπάρχουν και καθορίζουν τις τέτοιες ή αλλιώτικες επιλογές. Με δεδομένη ωστόσο την ύπαρξη μιας διαδικασίας αναδιάταξης δυνάμεων, η οποία μάλιστα συντελείται σε συνθήκες κρίσης και ενός όλο και πιο άγριου ανταγωνισμού, δεν μπορούν να αποκλειστούν απροσδόκητες εξελίξεις. Ως προς το τι θα δώσει τελικά αυτή η διαδικασία και σε ποιες στρατηγικές επιλογές θα οδηγήσει-υποχρεώσει την κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη, δεν μπορούν να γίνουν προβλέψεις από κανέναν.
Με βάση λοιπόν τα συγκεκριμένα υπαρκτά σημερινά δεδομένα, η ΕΕ δεν πάει για διάλυση. Και δεν πάει επειδή κάτι τέτοιο δεν το θέλουν καθόλου οι βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που την συγκροτούν και καθορίζουν την πορεία της. Και δεν το θέλουν επειδή το «όχημα» ΕΕ παρά τις δυσκολίες, τα προβλήματα, τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις συνεχίζει να τους προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα σε όλα τα πεδία.
Ταυτόχρονα δεν βαδίζει προς την ολοκλήρωση, επειδή απλούστατα κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Και δεν μπορεί όχι επειδή θα το εμπόδιζε λ.χ. η Ελλάδα ή η Σλοβενία, ή οι αριστερές δυνάμεις που αντιτίθενται στην ύπαρξή της, μια και κάτι τέτοιο βρίσκεται ακόμα μακριά από το επίπεδο των σημερινών δυνατοτήτων τους. Δεν μπορεί επειδή οι χώρες-κράτη (και πρώτα απ’ όλα οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις είναι συγκροτημένες ιστορικά και ολόπλευρα σε εθνική-κρατική βάση. Αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να ξεπεραστεί ούτε και υπόκειται στις διαθέσεις και αποφάσεις των εκάστοτε κυβερνώντων. Σ’ αυτή τη βάση οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις που κάθε τόσο προβάλουν δεν μπορούν να ερμηνεύονται σαν επιλογές ή «ιδιοτροπίες» της τάδε ή δείνα κυβέρνησης. Έχουν την βάση, την αφετηρία της σ’ αυτή την πραγματικότητα.
Με αυτούς τους όρους οι προτάσεις, οι προτροπές, οι ευχές για προώθηση της διαδικασίας ολοκλήρωσης της ΕΕ για ευρωπαϊκή κυβέρνηση κ.λπ. βρίσκονται απλώς εν κενώ. Ταυτόχρονα δείχνουν και κάποια πράγματα.
Κατ’ αρχάς το ότι συνεχίζουν να κινούνται στον αστερισμό και την λογική των ολοκληρώσεων και της παγκοσμιοποίησης. Από την άλλη την αμηχανία τους μπροστά στις εξελίξεις όταν την ίδια στιγμή εκφράζουν την δυσαρέσκειά τους για την «υποχώρηση της πολιτικής και του κράτους απέναντι στις αγορές». Θα πρέπει λοιπόν να αποφασίσουν τι είναι αυτό που προκρίνουν.
Τα πραγματικά δεδομένα του ζητήματος δίνουν την απάντηση τόσο στις προτάσεις αναδιανομής των πόρων στην κοινωνία, όσο και σ’ εκείνες που θέλουν την σύγκληση οικονομιών-χωρών στην ΕΕ.
Το καπιταλιστικό σύστημα δεν υπάρχει για να αναδιανέμει -και μάλιστα δίκαια- το εθνικό (ή ευρωπαϊκό, αν θέλετε) εισόδημα, αλλά για να περιορίζει και διασφαλίζει κέρδη για την κεφαλαιοκρατική αστική τάξη. Παρέχει όσα θεωρεί απαραίτητα για την λειτουργία του και όσα (εάν και όταν) τον υποχρεώνουν οι συσχετισμοί που διαμορφώνονται στο πεδίο της ταξικής πάλης. Ο ιμπεριαλισμός δεν υπάρχει για να προωθεί την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση των χωρών αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Να διευρύνει και να διασφαλίζει (και μάλιστα με την ένοπλη βία όταν το κρίνει αναγκαίο) αυτή την ανισότητα που του προσφέρει τόσα πλεονεκτήματα.
Η ίδια η δημιουργία της ΕΕ αυτό ακριβώς έχει σαν βάση της. Την διασφάλιση ενός ευρύτατου πεδίου προνομιακής εκμετάλλευσης από την μεριά των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων.
Το να προτείνουν κάποιοι αναδιανομές και συγκλήσεις είναι σαν να ζητάν απ’ αυτές τις δυνάμεις να αναιρέσουν τον εαυτό τους. Το αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι έχουν τα δεδομένα που δίνουν τις απαντήσεις ορισμένοι μάλιστα τα επισημαίνουν. Αναφέρθηκα ήδη στην επισήμανση του Κ. Δουζίνα για «τις ελίτ της Ευρώπης που ετοιμάζονται για νέα αναδιανομή» σε βάρος όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και άλλων χωρών. Τις ανάλογες του Marcello de Ceccco που αναφέρεται στην έγνοια της Γερμανίας (και όχι μόνο) να κρατήσει αυτή την «ενιαία αγορά εμπορευμάτων (την ΕΕ) στην οποία πουλάει μεγάλο μέρος της παραγωγής της».
Πολύ πιο συγκεκριμένα είναι τα στοιχεία που παραθέτει ο Μίκαελ Σλεντ, βουλευτής και υπεύθυνος για τα ζητήματα οικονομίας του γερμανικού κόμματος της αριστεράς («Ελευθεροτυπία», 19-11-11).
Σύμφωνα με αυτά η Γερμανία από το 2000 καταγράφει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πάνω από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ. Όσο περίπου κατέγραψαν ως έλλειμμα στο αντίστοιχο ισοζύγιό τους Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία.
Το 2000-2008 το γερμανικό πλεόνασμα από τις εξαγωγές προς τις χώρες της ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 265%. Στο ίδιο διάστημα η ελληνική βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 22%. Όσον αφορά το εμπορικό της έλλειμμα απέναντι στις χώρες της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά εφτά περίπου δις.
Στον ίδιο καμβά ο Σήφης Πολυμίλης στο «Βήμα» της 4-12-11 αναφέρει:
«Το ισοζύγιο πληρωμών της Γερμανίας από πλεόνασμα 50 δις την δεκαετία προ του ευρώ έφθασε σε πλεόνασμα 1,2 τρις την δεκαετία με το ευρώ […] Αντίστοιχα η Ολλανδία από πλεόνασμα 141 δις έφθασε τα 380 δις. Για να μην μιλήσουμε για την προβληματική Ελλάδα, η Ιταλία αντιθέτως από πλεόνασμα 20 δις έφθασε σε έλλειμμα 330 δις, ενώ η Ισπανία από έλλειμμα 92 δις έφθασε τα 720 δις». Ανάλογες επισημάνσεις και πληροφορίες βλέπουμε πλήθος πλέον -και- στον αστικό τύπο. Τα πραγματικά δεδομένα του ζητήματος και τα αναγκαία στοιχεία δεν τους έλειπαν ποτέ. Μάλιστα ήταν πάντα πολύ περισσότερα και πληρέστερα από εκείνα στα οποία θα μπορούσαμε να ‘χουμε πρόσβαση εμείς. Τώρα το γιατί σήμερα προχωρούν σε ορισμένες αποκαλύψεις, έχει άμεση σχέση με την πίεση που αισθάνονται και οι ίδιοι από τις εξελίξεις. (Όσο το γιατί παλιότερα το αποσιωπούσαν μπορεί να το συμπεράνει ο καθένας).

Άλλο να κοιτάς κι άλλο να «βλέπεις»

Αυτό λοιπόν που βλέπουμε είναι ότι δεν τους λείπουν ούτε τα πραγματικά δεδομένα ούτε η δυνατότητα να τα «δουν» και να τα χαρακτηρίσουν αλλά η διάθεση να κάνουν τις απαραίτητες αναγωγές και να βγάλουν τα αντίστοιχα συμπεράσματα. Έτσι δεν τους μένει παρά να συνεχίσουν να στροβιλίζονται στον αδιέξοδο κύκλο των αυταπατών τους. Να ονειρεύονται «επανίδρυση» της Ευρώπης και μάλιστα σε δημοκρατική ισότιμη και φιλολαϊκή βάση. Τους είναι ανυπόφορο να αποδεχτούν ότι η μόνη βάση επανίδρυσης της ΕΕ είναι η ήδη υπάρχουσα. Ότι οι πολιτικές που προκρίνονται, τα μέτρα που προωθούνται αυτό έχουν σαν στόχο. Την διατήρηση αυτής της βάσης. Ότι αν και όσο την αλλάζουν είναι προς το πιο αντιδημοκρατικό, ανισότιμο, αντιλαϊκό. Όχι επειδή οι ιθύνοντες ιμπεριαλιστικοί ευρωπαϊκοί κύκλοι κάνουν «λάθος». Αλλά επειδή αυτό ακριβώς θέλουν και αυτό υλοποιούν. Ότι αν με βάση τυχόν περιπλοκές στις γενικότερες διεθνείς εξελίξεις και ανακατατάξεις υποχρεωθούν σε άλλες επιλογές το μόνο που δεν πρόκειται να κάνουν, θα ‘ναι να κινηθούν με βάση τέτοιες φαντασιώσεις. Θα αναζητήσουν άλλες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, άλλα σχήματα στρατηγικής στην ίδια ιμπεριαλιστική λογική και με τις ίδιες επιδιώξεις. Αλλά ας γίνω κάπως πιο συγκεκριμένος.
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΕΕ δεν είναι άλλα από αυτά που ταλανίζουν το παγκόσμιο καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα. Την γενικευμένη την συνολική του κρίση. Αναφέρθηκα ήδη σ’ αυτό σε προηγούμενο κεφάλαιο και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Και -εννοείται- το πώς αυτά συνδέονται-εκφράζονται ειδικότερα στα πλαίσια της ΕΕ.
Τις σχέσεις με τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και πρώτα απ’ όλα με τις ΗΠΑ. Το κατά πόσο τις αντιμετωπίζει με ενιαίο τρόπο (ως ΕΕ) και το κατά πόσο η κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη κινείται και με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Τι θα κάνουν (και πώς προετοιμάζονται απέναντι σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο) στην περίπτωση που η παρόξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών θέσει άλλου είδους ζητήματα.
Αντιμετωπίζει ακόμη τις αντιθέσεις στα πλαίσια της ΕΕ. Πρώτα και κύρια ανάμεσα στις βασικές της δυνάμεις. Ήδη και εξαρχής η Αγγλία τραβούσε τον δικό της «ιδιόρρυθμο» δρόμο. Με το ένα πόδι στην ΕΕ και το άλλο στην αγγλοσαξονική συμμαχία (με ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία κ.ά.). Εξ ου και οι κατά καιρούς διαστάσεις στα πλαίσια της αγγλικής ελίτ. Αλλά και η σύμπραξη Γαλλίας, Γερμανίας που αποτελεί και το βάθρο της ΕΕ δεν είναι ότι πορεύεται χωρίς κλυδωνισμούς και αντιθέσεις. Το αν και μέχρι πότε αυτή η σύμπραξη θα αντέξει την πίεση των πραγμάτων μένει να το δούμε.
Το γεγονός είναι ότι ήδη ανοίγουν και άλλα παράθυρα. Η κατασκευή του ρωσογερμανικού αγωγού είναι μια κίνηση στρατηγικού χαρακτήρα. Από κοντά και η αύξηση των γερμανορωσικών συναλλαγών. Ταυτόχρονα η Γερμανία διαμορφώνει ιδιαίτερους όρους επιρροής σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης και για κάθε ενδεχόμενο.
Από την άλλη μεριά η Γαλλία προχώρησε σε στρατηγική συνεργασία με την Αγγλία στο πυρηνικό πεδίο. Από κοινού με την Αγγλία και πάλι προχώρησαν στην επέμβαση στην Λιβύη ερήμην της Γερμανίας. Μια επέμβαση καθόλου άσχετη με τις πάντα υπαρκτές βλέψεις της Γαλλίας για την περιοχή του Μαγκρέμπ, ενώ στο «συρτάρι» υπάρχουν πάντα οι σχεδιασμοί για «Μεσογειακό» σχήμα.
Από κει και πέρα και η κάθε χώρα με τους δικούς της σχεδιασμούς. Δεν έχουν βέβαια όλες τις ίδιες δυνατότητες. Αλλά στα πλαίσια των αναδιατάξεων που συντελούνται οι κινήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να βάλουν σε πειρασμό και άλλες χώρες να «δοκιμάσουν την τύχη τους». (Δεν πάει πολύς καιρός που οι αμερικανοί «πειραματίστηκαν»-εκβίασαν με το σχήμα της «παλιάς» και «νέας» Ευρώπης).
Ας επιστρέψουμε ωστόσο στα άμεσα σημερινά δεδομένα. Με βάση αυτά είναι αναμφισβήτητο ότι Γερμανία και Γαλλία είναι που σέρνουν τον χορό. Με την Αγγλία πάντα στον ειδικό της ρόλο. Με ορισμένες χώρες (όπως Ιταλία κατά πρώτο, αλλά και ορισμένες ακόμα) να ‘χουν αυξημένο «δικαίωμα λόγου». Αυτά συγκροτούν και την βάση αντιμετώπισης των ζητημάτων που θέτουν οι εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας, της κρίσης χρέους, του ευρώ.
Οι λογικές και οι τρόποι αντιμετώπισης δεν είναι άλλες από αυτές που αναφέρθηκαν σε προηγούμενα κεφάλαια. Τόσο αυτές που αφορούν την επίθεση ενάντια σε εργαζόμενους και λαούς όσο και εκείνες που συνδέονται με τον συνολικότερο ανταγωνισμό ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Έναν ανταγωνισμό που τον αντιμετωπίζουν ως ένα βαθμό ως σύμμαχες (ΕΕ) δυνάμεις και σ’ έναν άλλο η κάθε μια για λογαριασμό της.
Έχοντας αναφερθεί στους γενικότερους όρους στη βάση των οποίων αναπτύσσονται τόσο η επίθεση στους λαούς όσο και ο ανταγωνισμός, θα περιοριστώ εδώ σε ορισμένες «ευρωπαϊκές» εκφράσεις του ζητήματος. Εκείνο μάλιστα που θα έλεγα απαντώντας στις κριτικές για «έλλειψη συνολικού σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης» θα έλεγα ότι έχουν «σχέδιο». Το δικό τους. Ή αλλιώς κινούνται με τις δικές τους επιλογές και ιεραρχήσεις και στη βάση του πώς οι ίδιοι οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές εκτιμούν τα δεδομένα.
Από κει και πέρα και στη βάση τέτοιου «σχεδίου» οι αποφάσεις της τελευταίας συνόδου (για «δημοσιονομική πειθαρχία» και τα συναφή) αποτυπώνουν σε σημαντικό βαθμό τις στοχεύσεις και επιθυμίες τους. Πολύ σύντομα εδώ μια και ήδη έχω αναφερθεί αναλυτικά σ’ αυτές. (βλέπε «Προλεταριακή Σημαία» Νο 682, Γενάρης 2012).
Προωθούν σε μεγαλύτερο βάθος και έκταση την επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Επιβάλουν όρους που διασφαλίζουν την απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου, με τον περιορισμό ή και την κατάργηση βασικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων.
Με τους «ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς» και την «δημοσιονομική πειθαρχία» καταργούν στην ουσία την δυνατότητα των αδύναμων χωρών της ΕΕ να ασκούν την δική τους (και με βάση τα συμφέροντά τους) οικονομική -και όχι μόνο- πολιτική. Στόχοι, πρώτον η διασφάλιση της ροής αξιών προς τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, αναδείχνοντας σαν «θεμελιώδη νόμο»της ΕΕ την εξυπηρέτηση, πριν από οτιδήποτε άλλο, του ανύπαρκτου «χρέους» των εξαρτημένων χωρών προς αυτές.
Δεύτερον, την δημιουργία τέτοιων ασφυκτικών συνθηκών γι’ αυτές τις χώρες, ώστε να διευκολύνεται η πλήρης άλωση των οικονομιών τους και η ιδιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών από τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια.
Σε σχέση με το ζήτημα της «κρίσης χρέους» και στη βάση και της δικής τους πλέον εμπλοκής. Όπως ήδη αναφέρθηκα σε προηγούμενο κεφάλαιο, πρόκειται εδώ για το ζήτημα του «πολέμου κεφαλαίων» και στα πλαίσια του συνολικότερου ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Ως προς αυτό, το «μήνυμα» που στέλνεται στις «αγορές» (δηλαδή στις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και κυρίως σε ΗΠΑ και Αγγλία) είναι διπλό.
Η μια πλευρά του αφορά τις προθέσεις των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών να συνεχίσουν να στηρίζουν το πλέγμα των «αγορών». Όχι τυχαία βέβαια. Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές αποτελούν βασικούς «μετόχους» αυτού του πλέγματος που ο ρόλος του είναι να διασφαλίζει σε παγκόσμια κλίμακα την ροή αξιών «εκ των κάτω προς τα άνω».
Η άλλη πλευρά του «μηνύματος» αφορά τις προειδοποιήσεις προς τις άλλες πλευρές ότι τα «χτυπήματα κάτω από τη μέση» δεν θα μείνουν αναπάντητα. Αναφέρομαι στην «υποβάθμιση» της Γαλλίας από τους (αγγλοαμερικανικού ελέγχου) «οίκους αξιολόγησης» και τις απειλές υποβάθμισης συνολικά της ΟΝΕ. Η πιο ηχηρή έκφραση αυτού του μηνύματος ήταν ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν οι διαφωνίες της Αγγλίας σ’ αυτή τη Σύνοδο, ενώ την δική τους σημασία έχουν οι προθέσεις για μέτρα ελέγχου των χρηματιστικών συναλλαγών και οι «σκέψεις» για δημιουργία ευρωπαϊκών «οίκων αξιολόγησης» κ.λπ.
Ας διευκρινιστεί εδώ λίγο περισσότερο αυτή η πλευρά και η σημασία της. Το πλέγμα των «αγορών» τροφοδοτείται από το σύνολο των χωρών και από την ύπαρξη και λειτουργία του ωφελούνται, υποτίθεται, ισότιμα όλες. Φυσικά και δεν είναι καθόλου έτσι. Όταν με βάση τις «αξιολογήσεις» οι ιμπεριαλιστικές χώρες μπορούν να δανείζονται με πολύ χαμηλά έως μηδαμινά επιτόκια ενώ οι εξαρτημένες με μεγάλα έως και διψήφια, αυτό ολοφάνερα σημαίνει ένα πράγμα. Την διαμόρφωση συνθηκών μιας συνεχούς ροής κεφαλαίων από τις εξαρτημένες χώρες στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.
Σε σχέση μ’ αυτό, Γαλλία, Γερμανία αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι ούτε Ονδούρα ούτε Αιθιοπία. Αποτελούν βασικό πυλώνα όχι μόνο του πλέγματος των «αγορών» αλλά συνολικά του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Δεν διατίθενται συνεπώς επ’ ουδενί να αποδεχτούν μείωση των «τραβηχτικών» τους δικαιωμάτων με «αξιολογήσεις» των οποίων γνωρίζουν την προέλευση ούτε την υποβάθμιση γενικότερα της θέσης και του ρόλου τους στο παγκόσμιο ταμπλό. Πολύ περισσότερο που τα συντελούμενα σ’ αυτό το πεδίο αφορούν και το ευρώ. Βασικό τους «εργαλείο» σήμερα αλλά και πρόβλημά τους. Ας περάσω λοιπόν σ’ αυτό.

Ποιος ο «αδύνατος κρίκος»

Για τον ρόλο του νομίσματος από γενική άποψη μια χαρά τα λέει νομίζω ο Marcello de Ceccco (βλέπε τα σχετικά αποσπάσματα που παρατίθενται) και δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε εδώ. Όπως επίσης για την εν γένει χρησιμότητά του, το ποιους ωφέλησε στην Ευρώπη και ποιους όχι, καθώς και για τα μειονεκτήματά του (με βάση του ότι δεν αποτελεί το νόμισμα ενός ενιαίου κράτους) όπως επισημαίνονται και σε άλλες παρεμβάσεις. Από την μεριά μου εδώ θα σταθώ σε ορισμένες πλευρές και εκφράσεις του προβλήματος που συνδέονται πιο άμεσα με τα ζητήματα που εδώ μας απασχολούν.
Το πρώτο που θα ‘θελα να επισημάνω είναι πως κατά την άποψή μου ο αδύνατος κρίκος του ευρωπαϊκού προβλήματος δεν είναι η Ελλάδα λ.χ. αλλά το …ευρώ. Αν το όλο ζήτημα περιοριζόταν στην Ελλάδα, εύκολα ή δύσκολα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Θεωρώ μάλιστα ότι αν αυτό δεν γίνει κατορθωτό, μικρότερη σχέση έχει με το κατά πόσο θα «νοικοκυρευτεί» η Ελλάδα και περισσότερο με τις γενικότερες εξελίξεις. Με τις αδυναμίες λ.χ. και τα μειονεκτήματα που χαρακτηρίζουν την ύπαρξη του ευρώ αλλά και τις επιθέσεις που δέχεται και οι οποίες αξιοποιούν αυτές τις αδυναμίες.
Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω παρακάτω θα ‘θελα να διευκρινίσω ένα ζήτημα που και καίριας σημασίας είναι αλλά και αρκετές παρανοήσεις εκδηλώνονται ως προς αυτό.
Η βάση ύπαρξης και στήριξης του ευρώ δεν είναι (και χωρίς να αγνοώ ή να παρακάμπτω το ειδικό τους βάρος) Γαλλία και Γερμανία (ή είναι «γερμανικό», όπως αναφέρεται σε διάφορα δημοσιεύματα). Ούτε καν μόνο η ΟΝΕ. Είναι συνολικά η ΕΕ, οι χώρες που συνολικά την απαρτίζουν. Αυτή η μεγάλη «κοινή αγορά» είναι που αποτελεί την οικονομική -και όχι μόνο- βάση στήριξης του ευρώ και που του προσδίδει την υπόσταση που έχει παρά τα μειονεκτήματά του ως νόμισμα ειδικού τύπου.
Αυτή η σχέση πραγμάτων απαντάει και σε ένα άλλο επίσης σημαντικό ζήτημα. Στο γιατί οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν θα ‘θελαν καμιά συρρίκνωση ούτε της ΕΕ ούτε της ΟΝΕ. Και γιατί θα στένευε την αγορά στην οποία απευθύνονται και λειτουργούν και γιατί θα περιόριζε την βάση στήριξης του ευρώ. Ταυτόχρονα υπολογίζουν και τον γενικότερο αντίκτυπο αλλά και τον πιθανό κίνδυνο αλυσιδωτών αντιδράσεων σε μια τέτοια εξέλιξη.
Αυτή η ευρεία βάση στήριξης του ευρώ, αποτέλεσε και τον παράγοντα στην βάση του οποίου αναπτύχθηκε και λειτουργεί το άλλο μεγάλο πλεονέκτημα του ευρώ. Η καθιέρωσή του σαν διεθνούς αποθεματικού και η αφαίρεση ενός σημαντικού μέρους της πίτας που νεμόταν μέχρι τα τότε το δολάριο (κυρίως αυτό) και σ’ ένα βαθμό η λίρα Αγγλίας. Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια. Αμερικάνοι, Ευρωπαίοι και Άγγλοι ιμπεριαλιστές (και κατά το μερτικό του ο καθένας) μπορούν να εκδίδουν και να «πουλάν» πλεονασματικά στην ουσία δολάρια, ευρώ και λίρες. Να «πουλάν» δηλαδή τον «αέρα» της υπεροχής τους και να εισπράττουν πραγματικές αξίες.
Εδώ -και εδώ- βρίσκονται οι λόγοι που ο γενικότερος ανταγωνισμός έχει περάσει από τον «πόλεμο των κεφαλαίων» και στο νομισματικό πεδίο, με όλα τα σχετικά «χτυπήματα». Είναι στα πλαίσια αυτού του «πολέμου» που οι BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική) προσπαθούν να πλασάρουν το δικό τους «καλάθι νομισμάτων» άσχετα με τα ως τώρα αποτελέσματα του εγχειρήματος. Την ίδια βάση έχει και η πρόσφατη συμφωνία Κίνας-Ιαπωνίας (για άμεσες συναλλαγές με τα δικά τους νομίσματα χωρίς διαμεσολάβηση άλλων) που η σημασία της ίσως αποδειχτεί πως βρίσκεται και πέρα από το νομισματικό πεδίο.
Το μεγάλο ωστόσο πρόβλημα βρίσκεται πέρα από αυτές τις κινήσεις. Δεν αφορά μόνο το ευρώ αλλά και το δολάριο καθώς και τα νομίσματα των άλλων χωρών. Την σχέση του νομισματικού με την κρίση χρέους, το άνοιγμα της ψαλίδας εικονικού-πραγματικού, τον ανταγωνισμό, την συνολική κρίση του συστήματος. Ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να απαντηθεί ολοκληρωμένα με τις κινήσεις των διάφορων πλευρών και οι οποίες απλώς το «μεταθέτουν». Ας γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος.
Με την διεύρυνση της κυκλοφορίας, χρεογράφων, ομολόγων κ.λπ. εγγυημένων από κράτη και διεθνείς οργανισμούς, με την ενίσχυση των τραπεζών, αυτό που επιχειρούν είναι να δώσουν υπόσταση στα κυκλοφορούντα «χαρτιά», να καλύψουν όσο γίνεται το άνοιγμα της «ψαλίδας». Με την εκτατική νομισματική πολιτική (την έκδοση δηλαδή πληθωριστικού νομίσματος) κατά πρώτο λόγο από τις ΗΠΑ και σε απόσταση αλλά στην ίδια ρότα ευρωπαίοι κ.ά. επιχειρούν να αντισταθμίσουν το «άνοιγμα» που δημιουργούν οι «εγγυήσεις» τους. Στον όγκο νομισμάτων ωστόσο που θέτουν σε κυκλοφορία τι θα του προσφέρουν ως αντίκρισμα;
Αυτό που επιλέγεται είναι το παραπέρα ξεζούμισμα των λαϊκών μαζών και των εξαρτημένων χωρών. Μόνο που αυτό δεν αποτελεί απάντηση και όχι μόνο επειδή υπάρχουν ορισμένα αντικειμενικά όρια (ουκ αν λάβεις παρά του μην έχοντος). Ούτε φυσικά αποτελούν απάντηση οι κινήσεις υφαρπαγής ανάμεσά τους, οι προσπάθειες υπεραξίωσης των «χαρτιών» του ενός και απαξίωσης των άλλων καθώς δεν διαφοροποιούν στο ελάχιστο την συνολική διάσταση του προβλήματος.
Κυρίως επειδή αυτή η υπερ-συσσώρευση δεν έχει αποτέλεσμα χωρίς να βρει το «δεύτερο μισό της». Την έκφρασή της στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας. Τόσο στο γιατί απαιτείται κάτι τέτοιο όσο και στο γιατί δεν προχωράει αναφέρθηκα ήδη σε προηγούμενο κεφάλαιο. Όπως και στο ότι όλες οι κινήσεις τους δημιουργούν και αναπαράγουν ένα αδιέξοδο, έναν φαύλο κύκλο. Δεν είναι λοιπόν μόνο οι ευρωπαίοι ηγέτες που «παίζουν με την φωτιά», όπως αναφέρει ο Jean Paul Fitoussi, αλλά συνολικά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Όχι επειδή δεν αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που συνεπάγονται όλα αυτά για το ίδιο το σύστημα συνολικά και την κάθε δύναμη ξεχωριστά, αλλά επειδή και για λόγους στους οποίους επίσης έχω αναφερθεί προηγούμενα, ούτε θέλουν ούτε μπορούν να κινηθούν διαφορετικά.
Με τους υπάρχοντες όρους, δεδομένα και συσχετισμούς, δεν έχω παρά να επαναλάβω αυτό που ήδη ανάφερα σαν ένα από τα κύρια συμπεράσματα που θα οφείλαμε να βγάλουμε από τις εξελίξεις. Το ότι δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να αναπτυχθούν δυνάμεις στα πλαίσια και με τους όρους του συστήματος που να θέλουν και να μπορούν να επιβάλουν μια αναστροφή πορείας.
Το «δυστύχημα» είναι ότι τέτοιου είδους δυνάμεις επιμένουν να αναζητούν η «αριστερά μας» και η «προοδευτική μας διανόηση». Γύρω από αυτή την αυταπάτη συνεχίζουν να στριφογυρίζουν. Σ’ αυτό το κενό εξακολουθούν να στροβιλίζονται.


Κεφάλαιο ΣΤ

Το ελληνικό «χρέος» και οι σχέσεις με ΟΝΕ και ΕΕ

Σε σχέση με το ζήτημα του ελληνικού χρέους προβλήθηκαν στην εν λόγω συζήτηση δύο -κατ’ αρχάς- διαφορετικές απόψεις. Απόψεις που συνδέονται και με το ζήτημα παραμονής στην ΟΝΕ ή επιστροφής στη δραχμή (έξοδος από ΟΝΕ). «Καταστροφή» θεωρούν την επιστροφή στη δραχμή όσοι εκτιμούν ότι η έξοδος από την ΟΝΕ θα μας γυρίσει δεκαετίες πίσω. Άλλο τόσο καταστροφική θεωρούν την παραμονή στην ΟΝΕ όσοι με αυτή τη σχέση συνδέουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο λαός και η χώρα. Το «παράδοξο» είναι ότι κατά κάποιο τρόπο έχουν και οι δύο πλευρές τα «δίκια τους» (και εννοείται, και τα «άδικά» τους).
Έχουν δίκιο όσοι θεωρούν ότι η σύνδεση με την ΟΝΕ αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα για την δημιουργία και συσσώρευση προβλημάτων και ανεπαρκειών στην παραγωγική, οικονομική υποδομή, την διάρθρωση και λειτουργία της ελληνικής οικονομίας. Ότι με αυτά συνδέεται η διόγκωση του χρέους κ.ά. Ότι η παραμονή στην ΟΝΕ θα επιδεινώσει τα προβλήματα.
Έχουν όμως και τα δικά τους «δίκια» όσοι εκτιμούν ότι μια στάση πληρωμών, μια ανοιχτή χρεοκοπία και έξοδος από την ΟΝΕ θα προκαλέσει σοβαρά (και ανυπέρβλητα κατά την άποψή τους) προβλήματα. Προβλήματα που με τους υπάρχοντες όρους συνθήκες και δυνατότητες (διεθνώς και εσωτερικά) θα φέρουν σε δύσκολη θέση την χώρα και τον λαό. Προβλήματα τέλος που το μόνο που δεν δικαιούται κανείς, οποιαδήποτε άποψη κι αν έχει, είναι να τα παρακάμπτει ή να τα υποτιμάει.
Υπάρχει όμως και μια άλλη άποψη και κατά την οποία έχουν και οι δύο «άδικο». Ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζεται το ζήτημα βασίζεται (λιγότερο ή περισσότερο ανά περίπτωση) στα δεδομένα όπως αυτά είναι «σερβιρισμένα» ή σε διανοητικές κατασκευές που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα και που οδηγούν σε αυθαίρετα συμπεράσματα και αντίστοιχες προτάσεις.
Δεν είναι η πρώτη φορά που το ζήτημα αυτό θα απασχολήσει τον υπογραφόμενο. Ήδη και με αφορμή τότε την εμφάνιση των «αριστερών οικονομολόγων» και των προτάσεών τους για «διαγραφή του χρέους» είχα τοποθετηθεί αρκετά αναλυτικά στην «Προλεταριακή Σημαία» της 26-06 2010 σε άρθρο με τίτλο «Το ζήτημα του χρέους και το χρέος του κινήματος». Όπως και να ‘χει πάντως χρειάζονται και οι «σημερινές» απαντήσεις ώστε να γίνει κατανοητή η άποψη που διατυπώθηκε μόλις προηγούμενα έστω κι αν χρειαστεί να επαναληφθούν ορισμένα πράγματα.
Πριν ωστόσο διατυπώσω τις δικές μου απόψεις, θεωρώ χρήσιμο να παρατεθούν οι απόψεις στις οποίες αναφέρομαι, ξεκινώντας από εκείνων που υποστηρίζουν την παραμονή στην ΟΝΕ και εναντιώνονται στην αποχώρηση και επιστροφή στην δραχμή.

Παραμονή στο ευρώ με κάθε θυσία (των άλλων)

Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης αφού κάνει την κριτική του στην ακολουθούμενη «ευρωπαϊκή» πολιτική και τις προτάσεις του «αναμόρφωσης των θεσμών» κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι «αυτό δεν πρέπει να μας παρασύρει σε έναν στείρο αντιευρωπαϊσμό. Η αναγκαία σήμερα υπεράσπιση του συνταγματικού πατριωτισμού απέναντι σε ενδοτικές λογικές που ευνοούν την υπέρμετρη αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας και της κοινωνικής συνοχής, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις οιμωγές ενός διάχυτου συνταγματικού λαϊκισμού που βαφτίζει αντισυνταγματικό κάθε τι το μη πολιτικά αρεστό και ανακαλύπτει παντού «εθνική μειοδοσία»».
Ο Παναγιώτης Πετράκης αντιτίθεται στην έξοδο από την ΟΝΕ επειδή, ανάμεσα στα άλλα, θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο ορισμένοι «θέλουν να προκαλέσουν την δημιουργία ενός νέου «υποτιμημένου» νομίσματος και συνεπώς ο πλούτος που διαχειρίζονται στο εξωτερικό (είτε διότι έβγαλαν τα χρήματά τους έξω είτε διότι τα είχαν έξω) να έχει πολλαπλάσια αγοραστική δύναμη στο εσωτερικό». Αυτά για όσους «κακόπιστα» κατά την εκτίμησή του υποστηρίζουν την επιστροφή στη δραχμή. Όσο για εκείνους που θεωρεί πως «καλόπιστα» υποστηρίζούν το ίδιο πράγμα (με βάση το ότι έτσι θα ανασυγκροτηθεί η εσωτερική αγορά, οι εξαγωγές κ.λπ.) σημειώνει ότι «Στην μεταπολεμική Ελλάδα έχουν γίνει τέσσερις σημαντικές υποτιμήσεις. Κατόρθωσε καμία απ’ αυτές παρά ενός μικρού διαστήματος να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας; Όχι βέβαια. Η χώρα δεν βοηθήθηκε. Αλλά έγιναν αρκετοί πολύ πλούσιοι».
Από τις πιο ενδιαφέρουσες στο κεφάλαιο αυτό παρεμβάσεις είναι αυτή του Γιάννη Βαρουφάκη. Τόσο για την «δραματική» διάσταση που δίνει στο ενδεχόμενο εξόδου από το Ευρώ όσο και την …αντιφατικότητά της. Ας εξηγηθώ. Ο Γιάννης Βαρουφάκης ξεκινάει την τοποθέτησή του λέγοντας ότι «το ευρώ πεθαίνει. Φυσιολογικά οι φωνές όσων μας καλούν να επιστρέψουμε στην δραχμή ενισχύονται. Μήπως πράγματι ήρθε η ώρα επιστροφής στη δραχμή; Στο φλέγον αυτό ερώτημα απαντώ αρνητικά». Μέχρις εδώ έχουμε μια άποψη όπως πολλές παρόμοιες. Εκεί ωστόσο που «πρωτοτυπεί» είναι στο ότι ταυτόχρονα δηλώνει πως «Από τον Ιανουάριου του 2010 επιχειρηματολογώ ότι η στάση πληρωμών ήταν αναπόφευκτη και έπρεπε να γίνει χωρίς καθυστέρηση». Τώρα γιατί αυτή η στάση πληρωμών δεν θα είχε ως συνέπεια και την έξοδο από την ΟΝΕ που ο ίδιος θεωρεί καταστροφική, δεν μας το εξηγεί. Στη συνέχεια εξηγεί γιατί θεωρεί διαφορετική την περίπτωση της Αργεντινής με βάση το ότι αυτή είχε ήδη το δικό της νόμισμα ενώ η Ελλάδα όχι. Έτσι θεωρεί ότι στην Αργεντινή το σπάσιμο της ισοτιμίας με το δολάριο ήταν «απλή υπόθεση» (τόσο απλή που συνοδεύτηκε από μια παλλαϊκή εξέγερση). Αλλά ας δούμε γιατί θεωρεί καταστροφική την επιστροφή στη δραχμή.
«Η δημιουργία νέου εθνικού νομίσματος (όσο το ευρώ εξακολουθεί να υπάρχει), σε αυτή την περίπτωση, θα είναι καταστροφική. Γιατί;
Επειδή η έκδοση νέου νομίσματος θα δημιουργήσει μια διττή, διαιρεμένη οικονομία. Από τη μία θα έχουμε το στοκ των αποταμιεύσεων σε ευρώ (είτε στα σεντούκια είτε στο εξωτερικό). Από την άλλη θα έχουμε τους μισθούς και τις συντάξεις να βγαίνουν από τα ΑΤΜ των τραπεζών σε δραχμές. Με το που θα εισπράττονται τα εισοδήματα σε δραχμές, οι πολίτες θα προσπαθούν να τις ανταλλάσσουν με τα αποταμιευμένα ευρώ, γνωρίζοντας ότι σε μερικές ώρες οι δραχμές τους θα υποτιμηθούν. Έτσι, θα έχουμε δύο Ελλάδες. Την Ελλάδα των μισθωτών χωρίς αποταμιεύσεις (που δεν θα έχουν πρόσβαση σε ευρώ) και την Ελλάδα των ραντιέρηδων (που θα έχουν)».
Στη συνέχεια και δεδομένης της άποψής του ότι το «Το ευρώ πεθαίνει», «βλέπει»την δημιουργία από την Γερμανία της «δικής της νομισματικής ένωσης» τον «Γαλλογερμανικό άξονα να πεθαίνει», το «Βέλγιο να διαλύεται» και άλλα τέτοια δραματικά. Λίγη «αυτοσυγκράτηση» δεν θα έβλαπτε. Σενάρια κυκλοφορούν πολλά. Κάτι τέτοια κα αλλιώτικα. Μόνο που μπροστά σ’ αυτά που μπορούν να συμβούν εάν και εφόσον τα πράγματα πάρουν τέτοια ανεξέλεγκτη τροπή, το πιο πιθανό είναι να αποδειχτούν του αέρος.
Εν πάση περιπτώσει και με βάση όλα αυτά προτείνει: «Πρώτον δεν συζητάμε την επιστροφή στη δραχμή όσο το ευρώ υφίσταται αλλά ξεκινάμε συζητήσεις με την Ιταλία και την Ισπανία για μια πιθανή νομισματική ενοποίηση μαζί τους στην περίπτωση αποχώρησης των πλεονασματικών χωρών από την ευρωζώνη. (Αν το ευρώ πεθαίνει και η συνεργασία με τις άλλες χώρες αποτύχει τότε η δημιουργία εθνικού νομίσματος θα είναι εύκολη υπόθεση)». Τώρα γιατί θα είναι «εύκολη» και όχι «καταστροφική», όπως υποστηρίζει αλλού, ας το αφήσουμε. Τέλος προτείνει: «Απορρίπτουμε τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου (που αποτελεί βασικό λόγο που το ευρώ πεθαίνει) και προτείνουμε λογικές εναλλακτικές λύσεις».
Συγνώμη, αλλά πότε και σε ποιον θα τις προτείνουμε; Όταν θα ‘μαστε μέσα στην ΟΝΕ ή όταν βγούμε; Όταν και εάν προχωρήσει η νομισματική ενοποίηση με Ισπανία, Ιταλία ή όταν προχωρήσουμε στη δραχμή; Τις προτείνουμε στην ελληνική κυβέρνηση, την γερμανική, την ΟΝΕ ή την ΕΕ; Διαλέγετε και παίρνετε.
«Η έξοδος της Ελλάδας δεν αποτελεί λύση», υποστηρίζει ο Ansgar Belke. Αντίθετα και αφού παραθέσει τις συνέπειες που θεωρεί ότι θα υπάρξουν σε μια τέτοια περίπτωση όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά συνολικά για την ευρωζώνη θεωρεί πως υπάρχουν άλλες διέξοδοι. «Κάποιες άλλες χώρες την δεκαετία του 80 βρέθηκαν σε κατάσταση ακόμη χειρότερη από την αντίστοιχη της Ελλάδας. Παρόλα αυτά εφάρμοσαν μέτρα προσαρμογής και μέσα σε μερικά χρόνια κέρδισαν την εμπιστοσύνη των αγορών». Το ζητούμενο συνεπώς κατά τον αξιότιμο Ansgar Belke είναι η «εμπιστοσύνη των αγορών». Στον ίδιο καμβά συνεχίζει: «Η Ιρλανδία με ένα σκληρό νόμισμα και ακολουθώντας την πορεία του αποπληθωρισμού απέδειξε ότι μια χώρα με μια ρεαλιστική υποτίμηση μέσα σε μια νομισματική ένωση μπορεί να ανανήψει και να μειώσει τα ελλείμματά της παράλληλα με σκληρές περικοπές του προϋπολογισμού της. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Λετονία που παρά ή εξαιτίας μιας σκληρής σύνδεσης με τη συναλλαγματική ισοτιμία και με χαμηλότερους μισθούς απ’ ότι η Ελλάδα απεδείχθη ότι ήταν ικανή να πετύχει στις μεταρρυθμίσεις της. Επίσης η έρευνα αποδεικνύει ότι ακόμη και χώρες που δεν έχουν την δυνατότητα να υποτιμήσουν το νόμισμά τους σημειώνουν μεγαλύτερη επιτυχία στις μεταρρυθμίσεις απ’ αυτές που μπορούν να προχωρήσουν στην υποτίμηση. Γιατί οι αγορές πιστεύουν ότι οι χώρες αυτές έχουν μεγαλύτερη θέληση να λύσουν τα δομικά προβλήματα της οικονομίας τους». Το ότι ο αξιότιμος Ansgar Belke μιλάει σαν εκπρόσωπος των «αγορών» είναι ολοφάνερο. Άλλο τόσο φανερό είναι ότι αυτό που τον απασχολεί είναι η προώθηση των «μεταρρυθμίσεων». Δηλαδή των αντιμεταρρυθμίσεων. Των μέτρων περιορισμού έως κατάργησης των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των λαών. Αυτό θεωρεί «επιτυχία» της Ιρλανδίας, της Λετονίας,, την ίδια «επιτυχία» υπόσχεται στον ελληνικό λαό. Αλλά αν ο κ. Ansgar Belke ως εκπρόσωπος των «αγορών» υποστηρίζει αυτά που υποστηρίζει, το ερώτημα είναι τι ακριβώς υποστηρίζουν άλλοι που υποτίθεται βρίσκονται στην αντίθετη πλευρά.

Προτάσεις και παραλλαγές εξόδου

Ας προχωρήσουμε ωστόσο στις απόψεις της άλλης πλευράς. Από τις πιο χαρακτηριστικές αλλά και αντιπροσωπευτικές των αντιλήψεων που κινούνται σ’ αυτή την πλευρά, είναι οι απόψεις που διατυπώνει ο Στάθης Κουβελάκης. Ο οποίος αφού θέτει το «παλιό» ερώτημα «ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο» δίνει ταυτόχρονα και την δική του απάντηση.
«Ένα τρίγωνο νέου τύπου που οι πλευρές του αποτελούνται από τις ονομαζόμενες «αγορές» δηλαδή το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, την ΕΕ και πιο συγκεκριμένα το γαλλογερμανικό διευθυντήριο και το εγχώριο μνημονιακό μπλοκ δηλαδή την συμμαχία οικονομικών συμφερόντων και πολιτικής ελίτ που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ένα αδιανόητο μέχρι πρότινος έργο κοινωνικής κατεδάφισης και νεοαποικιακής υποδούλωσης της χώρας». Αξιοσημείωτο εδώ ότι ο Στάθης Κουβελάκης είναι ο μόνος που προσδιορίζει τόσο συγκεκριμένα το ποιοι αποτελούν τις λεγόμενες «αγορές». Οι περισσότεροι -και καθόλου αθώα- αναφέρονται σ’ αυτές σαν να πρόκειται για κάτι αφηρημένο, απροσδιόριστο και σχεδόν έξω κόσμο.
Αξιοσημείωτες επίσης οι παρατηρήσεις του για την «μετάλλαξη προς ένα «μεταδημοκρατικό» καθεστώς» αλλά αυτό το ζήτημα θα μας απασχολήσει στο επόμενο κεφάλαιο. Ας συνεχίσουμε με αυτά που αναφέρει στο ζήτημα που τίθεται εδώ. «Το κρίσιμο ερώτημα βέβαια είναι τι μπορούν να κάνουν άμεσα οι δυνάμεις που αντιστέκονται σ' αυτή την εξέλιξη, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Ας μην το κρύβουμε, ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Όλες οι κουβέντες για περιορισμό της ισχύος των αγορών και έλεγχο της οικονομίας από την πολιτική θα παραμένουν κενές περιεχομένου όσο δεν προτείνουν συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των πολιτικών μορφών με τις οποίες εκφράζεται. Σε ό,τι μας αφορά πιο άμεσα, αυτό σημαίνει κατ' αρχάς αμφισβήτηση του δημόσιου χρέους και ρήξη με την ευρωζώνη και, εντέλει, με την ίδια την Ε.Ε. Για να το πούμε διαφορετικά, καμιά δημοκρατική και κοινωνικά βιώσιμη λύση δεν είναι ρεαλιστική εντός των σημερινών πλαισίων. Καμιά δημοκρατική τομή δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν δεν φύγει η θηλιά του δημόσιου χρέους και της συμμετοχής στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του δανειζόμενου, που αλλάζει το συσχετισμό και επιτρέπει την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με στόχο τη διαγραφή του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους του, και όχι επιφανειακά κουρέματα που διαιωνίζουν τη μνημονιακή λεηλασία όπως αυτά που προβλέπουν οι καταστροφικές συμφωνίες της 27ης Οκτωβρίου. Αυτό σημαίνει επίσης ανάκτηση της δυνατότητας εθνικής νομισματικής πολιτικής, σε κοινωνική κατεύθυνση, και έξοδο από το ευρώ, που δεν είναι παρά μια παγίδα φτιαγμένη στα μέτρα των μεγάλων επιχειρήσεων και των τραπεζών και ειδικότερα των γερμανικών. Το τελευταίο όπλο που έχει μείνει σήμερα στο κλονιζόμενο σύστημα είναι ο φόβος που δημιουργεί σε ευρεία λαϊκά στρώματα η έξοδος από το ευρώ, η οποία παρουσιάζεται ως συντέλεια του κόσμου. Αυτό που παραλείπεται όμως είναι ότι ούτως ή άλλως η ελληνική κοινωνία καλείται να αποχαιρετήσει το φρούδο όνειρο μιας ισότιμης συμμετοχής στο κλαμπ των ισχυρών και των πλούσιων δήθεν «εταίρων». Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, τη στιγμή που το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κλονίζεται συθέμελα, μπορεί αντίθετα να αποτελέσει την αρχή μιας διαφορετικής και απελευθερωτικής πορείας για τη χώρα, αλλά και για όλη την Ευρώπη, στους αντίποδες του αντιδημοκρατικού και αντικοινωνικού τερατουργήματος που ακούει στο όνομα «Ευρωπαϊκή Ένωση»».
Τείνω να συμφωνήσω με αρκετές από τις επισημάνσεις του Στάθη Κουβελάκη. Έχω όμως και τις ενστάσεις μου. Τόσο σε σχέση με ορισμένα που λέει όσο και με άλλα που «δεν λέει». Μου γεννάει λ.χ. απορίες η διάσταση που δίνει στην πρόταση του Γ. Παπανδρέου για δημοψήφισμα. Όχι γιατί έχει άδικο όταν υποστηρίζει ότι η αντίδραση των γαλλογερμανών κ.ά. και η ταπείνωση του ΓΑΠ οδήγησε στην πραξικοπηματική όπως την χαρακτηρίζει επιβολή μιας κυβέρνησης των «μνημονιακών δυνάμεων». Ένα ζήτημα όμως είναι αυτό και ένα άλλο το πώς κινήθηκε και πού στόχευε ο ΓΑΠ. Έτσι αφήνεται να αιωρείται η αίσθηση πως μπορεί να επρόκειτο για μια κίνηση σε θετική κατεύθυνση. Πολύ περισσότερο που υπάρχουν τοποθετήσεις (στις οποίες αναφέρθηκα σε προηγούμενο κεφάλαιο) που είδαν σ’ αυτήν μια κίνηση υπεράσπισης της δημοκρατίας και ανεξαρτησίας. Και τι σημαίνει αλήθεια η άποψη περί αναδιαπραγμάτευσης του χρέους και πώς εναρμονίζεται με απόψεις ρήξης με ευρωζώνη και εν τέλει με την ΕΕ. Ποιοι θα κάνουν αυτή την επαναδιαπραγμάτευση, σε ποια βάση και πότε. Όταν θα ‘μαστε εντός της ΟΝΕ ή της ΕΕ, όταν θα ‘μαστε εκτός ή μήπως μπορούμε να ‘μαστε εντός εκτός και επί τα αυτά;
Πράγματι και καθώς ο ίδιος αναφέρει, ο πήχης είναι ψηλά. Αυτό όμως σημαίνει και μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Σημαίνει κατ’ αρχάς ότι χρειάζονται ακόμα πιο ακριβείς προσδιορισμοί. Λ.χ. «ακούγεται καλά» ο προσδιορισμός της ΕΕ σαν «τερατούργημα». Εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπει κανείς. Επειδή αυτό το τερατούργημα σαγήνευσε στα χρόνια που πέρασαν σαν ένα μεγάλο μέρος του «προοδευτικού κόσμου». Και ήταν αυτό ένας ακόμη παράγοντας που αυτό το τερατούργημα λειτούργησε «αριστουργηματικά» όσον αφορά την προώθηση των συμφερόντων και επιδιώξεων του ευρω-ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαών. Εκεί βρίσκεται ο πήχης. Και οφείλουμε να τον αντικρίσουμε.
«Να αποχωρήσουν άμεσα οι χώρες του Νότου», υποστηρίζει ο Jacqes Sapir ο οποίος χαρακτηρίζει «τρομακτικό και κοινωνικό κόστος της παραμονής της χώρας μας στο ευρώ». Λέει ότι «κατά την δημιουργία της ΟΝΕ υπήρχε η ελπίδα ότι θα ενώσει διαφορετικές και αποκλίνουσες οικονομίες». Ταυτόχρονα συμπληρώνει. «Γνωρίζουμε πολύ καλά πως όταν σε μια νομισματική ένωση έχουμε ευρέως ετερογενείς καταστάσεις, η ανταλλακτική αξία αυτής της ένωσης είναι να ανταποκριθεί στην ανταλλακτική αξία της ασθενέστερης χώρας. Αντιθέτως, η ΕΚΤ άφησε το ευρώ να ανατιμηθεί απότομα μετά το 2002». Ερώτημα ένα. Πούθε στήριζε αυτή την «ελπίδα» με δεδομένα τα (ιμπεριαλιστικά) χαρακτηριστικά των χωρών που καθόριζαν το πώς θα λειτουργεί αυτή η «ένωση». Ερώτημα δεύτερο. Ποια νομίζει πως μπορεί να είναι η βάση «ενότητας των χωρών του νότου με δεδομένο ότι τις χαρακτηρίζει η ίδια ανισομετρία αλλά και αντίστοιχα χαρακτηριστικά.
Με την σειρά του ο Στέργιος Σκαπέρδας υποστηρίζει την έξοδο από την ΟΝΕ καθώς λέει: «Επομένως, το σενάριο της επικύρωσης της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου οδηγεί σε οικονομική, δημογραφική, κοινωνική και εθνική καταστροφή. […] Μια αθέτηση πληρωμών με ελληνική πρωτοβουλία θα κάνει τη χώρα ενεργό συμμέτοχο στις διαπραγματεύσεις για το χρέος, αντί να είναι υπόθεση ιδιωτικών συζητήσεων ανάμεσα στη γερμανίδα καγκελάριο και τον γάλλο πρόεδρο. Μια τέτοια αθέτηση πληρωμών θα οδηγήσει σε ένα πιο βιώσιμο χρέος αλλά επίσης και σε πιθανή έξοδο από την ευρωζώνη». Τελικά ο στόχος αυτής της αθέτησης πληρωμών ποιος είναι; Ένα πιο βάσιμο χρέος (με «τη χώρα ενεργό συμμέτοχο της διαπραγμάτευσης») ή η «πιθανή» έξοδος από την ευρωζώνη; Και αν όπως διαφαίνεται στον τρόπο που διατυπώνεται το «δίλημμα» από τον Στέργιο Σκαπέρδα ο στόχος είναι η αναδιαπραγμάτευση-βιωσιμότητα του χρέους, ποιο νόημα έχουν τα υπόλοιπα; Το ότι δηλαδή «η έξοδος θα επιτρέψει να εναρμονιστεί η νομισματική πολιτική στις ανάγκες της χώρας», ή ότι «η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα βελτιώσει σημαντικά την διεθνή ανταγωνιστικότητα». Εκτός κι αν δεχτούμε την κατακλείδα της σχετικής επιχειρηματολογίας ότι «επιπλέον η ευρωζώνη πιθανότητα θα συρρικνωθεί και η Ελλάδα μάλλον θα φύγει έτσι κι αλλιώς αργότερα με χειρότερους όρους». Δηλαδή καθώς λέγεται, μια ψυχή θα βγει που θα βγει.
Αντιπροσωπευτική της τάσης και με ορισμένες σοβαρές επισημάνσεις είναι επίσης και η τοποθέτηση του Κώστα Λαπαβίτσα. Ο Κώστας Λαπαβίτσας θεωρεί «ζήτημα εβδομάδων την διάλυση της ευρωζώνης και προτείνει ως μόνη εναλλακτική λύση την αθέτηση πληρωμών και έξοδο από την ΟΝΕ». Ας προσπεράσουμε το γεγονός ότι από τις 20-11-11 που δημοσιοποιήθηκαν οι απόψεις του έχουν περάσει κιόλας αρκετές εβδομάδες, και ας σταθούμε στις απόψεις που διατυπώνει. Ο Κώστας Λαπαβίτσας διαπιστώνει -και όχι αβάσιμα- ότι «Η ΟΝΕ πάσχει από τεράστιες ανισορροπίες, όπου τα πλεονάσματα του κέντρου, κυρίως της Γερμανίας, αντιστοιχούν με ελλείμματα της περιφέρειας. Το χρέος που πνίγει την περιφέρεια είναι απόρροια αυτών των ανισορροπιών. Η λιτότητα κάνει τα πράγματα χειρότερα γιατί φέρνει ύφεση. Ακόμη και τα κράτη του κέντρου θα έχουν πλέον μεγάλα προβλήματα στην εξυπηρέτηση του χρέους τους. […] Οσο ανεβαίνουν τα σπρεντ, τόσο ευνοείται η κερδοσκοπία και στην ουσία καταρρέει η αγορά κρατικών ομολόγων της Ευρώπης». Με βάση λοιπόν αυτές τις εκτιμήσεις οδηγείται στο συμπέρασμα πως «αν συνεχιστεί αυτή η πορεία η διάλυση είναι θέμα εβδομάδων». Ακόμη στο ερώτημα για το αν υπάρχει τρόπος παρέμβασης-διάσωσης απαντάει: «Ο μόνος διαθέσιμος μηχανισμός είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που ήδη παρεμβαίνει αγοράζοντας ιταλικά και ισπανικά ομόλογα. Πιέζεται να γιγαντώσει τις αγορές τις διαθέτοντας ίσως και πάνω από 2 τρις και υπερδιπλασιάζοντας τον ισολογισμό της». Ταυτόχρονα θεωρεί πως η «παρέμβαση της ΕΚΤ θα ήταν απλώς παράταση χρόνου που από μόνη της δεν θα μπορούσε να λύσει τις βασικές ανισορροπίες της ΟΝΕ». Ακόμη υποστηρίζει πως η «κεϊνσιανή λύση είναι εξαιρετικά δύσκολη διότι το ευρώ φτιάχτηκε για να προωθήσει τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών, των μεγάλων επιχειρήσεων και των χωρών του κέντρου». Το μόνο που θα ‘χα να προσθέσω σ’ αυτή την σωστή παρατήρηση είναι πως όχι μόνο το ευρώ αλλά και η ίδια η ΕΕ φτιάχτηκε για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Με βάση λοιπόν τις εκτιμήσεις του ο Κώστας Λαπαβίτσας θεωρεί πως «Η Ελλάδα θα έπρεπε να είχε κάνει αθέτηση πληρωμών στο δημόσιο χρέος και έξοδο από την ΟΝΕ με δικιά της πρωτοβουλία και συντεταγμένα ήδη από τις αρχές του 2010. Θα είχαμε αποφύγει την τραγική καταστροφή που ζούμε από το μνημόνιο και μετά, με συρρίκνωση του ΑΕΠ ίσως και 7% μόνο το 2011, επίσημη ανεργία πάνω από 18%, απόλυτη κατάρρευση των επενδύσεων και δημόσιο χρέος εκτός ελέγχου. […] Πρόκειται για κοινωνική και εθνική αυτοχειρία. Η Ελλάδα θα φτάσει και πάλι στην αθέτηση πληρωμών (και την έξοδο από την ΟΝΕ), αλλά με γονατισμένη οικονομία και διαλυμένη κοινωνία». Υποστηρίζοντας μια τέτοια κίνηση ο Κώστας Λαπαβίτσας δεν αγνοεί τους κινδύνους που συνεπάγεται. Πιστεύει ωστόσο ότι μπορεί να αντιμετωπιστούν και ότι τελικά το κόστος θα είναι μικρότερο από αυτό της παραμονής στο ευρώ. Πιο συγκεκριμένα. Σαν πρώτο μεγάλο κίνδυνο θεωρεί την «εμφάνιση τραπεζικής κρίσης κυρίως λόγω της αθέτησης πληρωμών. […] Η λύση είναι να περάσουν σε δημόσια ιδιοκτησία. Η τελική κατάληξη πρέπει να είναι μικρότερες τράπεζες, εστιασμένες στην εγχώρια οικονομία, που θα στηρίζουν την παραγωγή και την απασχόληση. Δεύτερον, κρίση νομισματικής κυκλοφορίας λόγω της αλλαγής νομίσματος. Παρά τα όσα έχουν ακουστεί, πρόκειται για το μικρότερο από τα προβλήματα. Η αλλαγή πρέπει να γίνει ξαφνικά και γρήγορα, με δημόσια εγγύηση των καταθέσεων». Δηλαδή ίσαμε πόσο «ξαφνικά» όταν ήδη εκατοντάδες δις ευρώ έχουν «ξενιτευτεί» σε τράπεζες του εξωτερικού. Αλλά ας συνεχίσουμε. «Τρίτον, συναλλαγματική κρίση διότι η νέα δραχμή θα υποτιμηθεί. Βραχυπρόθεσμα θα υπάρξουν δυσκολίες στα καύσιμα, στα τρόφιμα, στα φάρμακα. […] Μεσοπρόθεσμα το αποτέλεσμα θα είναι θετικό διότι θα πάρει ανάσα η εγχώρια παραγωγή και θα τονωθούν οι εξαγωγές». Όσον αφορά το ερώτημα για το «αν η Ελλάδα θα είναι απομονωμένη και αδύναμη εκτός ευρώ» ο Κώστας Λαπαβίτσας υποστηρίζει: «Κάθε άλλο. Η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει ανοιχτή χώρα, με λιγότερη ανισότητα και βελτίωση του εισοδήματος, χωρίς τον χυδαίο νεοπλουτισμό της εποχής του ευρώ. Τα λαϊκά και εργατικά στρώματα μπορούν να προστατεύσουν την εθνική κυριαρχία και να ξαναδώσουν αξιοπρέπεια στον ελληνικό λαό. Πάνω απ' όλα, μπορούν να υπερασπιστούν τη δημοκρατία που πλέον καταρρακώνεται μέσα στην ΟΝΕ». Προς το παρόν μια και μόνη παρατήρηση. Πουθενά δεν διευκρινίζεται αν η έξοδος από ΟΝΕ σημαίνει και αποχώρηση από ΕΕ ή παραμονή σε αυτήν. Το να πρόκειται για απλή παράλειψη δεν φαίνεται και τόσο πιθανό μια και δεν πρόκειται για ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας. Πολύ περισσότερο που σε απόψεις ανάλογες με αυτές του Κώστα Λαπαβίτσα υποστηρίζεται μεν η αποχώρηση από την ΟΝΕ αλλά όχι κι από ΕΕ.

Εκλεκτικές «αμνησίες»

Το ότι η ελληνική οικονομία, συνολικά η χώρα αλλά και ο λαός θα αντιμετωπίσουν μεγάλα και σοβαρά προβλήματα εφόσον -με τους υπάρχοντες όρους- αποχωρήσει (ή την «αποχωρήσουν») από την ΟΝΕ είναι αναμφισβήτητο. (Άλλωστε αυτό δεν το αρνούνται ακόμη και εκείνοι που υποστηρίζουν την αποχώρηση). Το ότι θα υπάρξουν συνέπειες σαν αυτές που αναφέρονται και άλλες είναι επίσης γεγονός. Εκείνο στο οποίο οι υποστηρικτές της παραμονής δεν δίνουν το βάρος που έχει (στην ουσία το προσπερνούν) είναι το ποιες συνέπειες έχει η παραμονή σε ΟΝΕ-ΕΕ. Και δεν εννοώ μόνο αυτές που με δραματικό τρόπο ήδη βιώνει ο ελληνικός λαός.
Μεγάλη σημασία έχει και το ποιες προοπτικές διαγράφονται για την ελληνική οικονομία, την χώρα και τον λαό με βάση αυτή την επιλογή. Προοπτικές που κάθε άλλο παρά ευοίωνες είναι. Άλλωστε και οι υποστηρικτές αυτής της άποψης επισημαίνουν, και μάλιστα με δραματικούς τόνους, πολλές από αυτές τις συνέπειες. Μόνο που τις αντιμετωπίζουν σαν εκφράσεις λαθεμένων επιλογών και πολιτικών που ακολουθήθηκαν από ελληνικές και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Σαν συνέπειες που μπορούν να αναιρεθούν με αλλαγή πολιτικής και μ’ αυτή την λογική προχωρούν και σε αντίστοιχες προτάσεις.
Στα προηγούμενα κεφάλαια επιχειρηματολόγησα αναλυτικά γιατί τέτοιου είδους προτάσεις δεν έχουν στην πραγματικότητα αποδέκτες, γιατί σε τελευταία ανάλυση είναι ανεδαφικές και αδιέξοδες. (Έχω μάλιστα την «υποψία» πως μήτε και αυτοί που τις κάνουν πιστεύουν σ’ αυτές). Δεν χρειάζεται συνεπώς να τα επαναλάβω.
Εκεί που θα ‘θελα να σταθώ εδώ είναι σε ορισμένες ιδιαίτερες εκφράσεις του ζητήματος. Όλοι σχεδόν οι παρεμβαίνοντες καταφέρονται με πάθος ενάντια στις πολιτικές ηγεσίες που διακυβέρνησαν την χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Αρκετοί προχωρούν σε δριμύτατη κριτική στην «ηγέτιδα» αστική τάξη, την οικονομική επιχειρηματική ελίτ για τις επιλογές τους, το οικονομικό μοντέλο που διαμόρφωσαν από κοινού με τους πολιτικούς. Ορισμένοι θέτουν στο στόχαστρο της κριτικής τους και την αριστερά για τον ρόλο που έπαιξε και κυρίως γι’ αυτόν που «δεν έπαιξε» απέναντι σ’ αυτά που διαμορφώνονταν.
Και είναι και εκείνοι που επιχειρούν (άλλοι ανοιχτά και πολύ περισσότερο υποδορίως) να καταλογίσουν ευθύνες και στον «δήμο». Δηλαδή στον λαό, τον κόσμο που υπέστηκε και υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών που κάνουν οι προαναφερόμενοι. Αν οι περισσότερες των αναφορών έχουν την δόση τους της υποκρισίας, στην τελευταία περισσεύει το θράσος. Ας εξηγηθώ.
Δεν θα κομίσω καμία γλαύκα αν πω ότι αυτή την χώρα είχαμε, αυτή την αστική τάξη, αυτή την πολιτική. Αυτή την αριστερά αλλά και αυτή την διανόηση που τώρα εμφανίζεται ως άσπιλος και αμόλυντος τιμητής των πάντων.
Και όλα όσα βιώνουμε σήμερα συντελέστηκαν με βάση τις επιλογές, τη συμμετοχή, τη στήριξη, την ανοχή και την αδράνεια, τον αποπροσανατολιστικό ρόλο όλων των προηγούμενων, και μάλιστα ανεξάρτητα από ποια άποψη υποστηρίζουν σήμερα.
Στις σελίδες που προηγήθηκαν αναφέρθηκα αρκετά σε ορισμένες εκφράσεις του ζητήματος αλλά δεν βλάπτει να ξαναθυμίσω έστω επί τροχάδην ορισμένα πράγματα. Πολύ περισσότερο επειδή έντονα διακρίνονται συμπτώματα «αμνησίας» σε πολύ κόσμο.
Επειδή πολλοί προσπαθούν να «ξεχάσουν» το ότι αυτή η πολιτική ελίτ που με τόσο πάθος σήμερα απαξιώνουν διαμορφώθηκε και με τη δική τους συνδρομή. «Θυμούνται» άραγε πόσοι πολλοί και με πόσο «ενθουσιασμό» συσστρατεύτηκαν (1981) στο «τρένο της αλλαγής» του Α. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ που οδήγησε στην άνοδο και διαμόρφωση ενός μεγάλου μέρους της σημερινής πολιτικής ελίτ;
Πόσοι αγκάλιασαν -και πόσοι επωφελήθηκαν- από τα «ανοίγματα» του Λαλιώτη στην «αριστερή διανόηση»;
Ή μήπως πρέπει να «ξεχάσουμε» την στήριξη που πρόσφερε η αριστερά μας και η διανόησή μας στην «κάθαρση» -δηλαδή την άνοδο- του Μητσοτάκη (1989); Ή να ‘ρθω στα πιο πρόσφατα και τις «χαρές» που κάνανε πολλοί για το «νέο» που έφερνε στην πολιτική σκηνή ο Γ. Παπανδρέου;
Αλλά για να ‘ρθουμε και στο άλλο μεγάλο θέμα. Καταφέρονται σήμερα ενάντια στο σαθρό και ανισόρροπο οικονομικό μοντέλο που διαμορφώθηκε. Αναλογίζονται άραγε πόση σχέση έχει με την ένταξη της χώρας στην -τότε- ΕΟΚ; «Θυμούνται» άραγε με πόσες προσδοκίες υποδέχτηκαν αυτή την ένταξη; Πόσο συνήργησαν στην καλλιέργεια αυταπατών; Με πόσο μένος καταφέρονταν ενάντια σε όσους προειδοποιούσαν για τις συνέπειες της ένταξης; Αλλά μήπως με τον ίδιο τρόπο, τις ίδιες μεγάλες προσδοκίες δεν υποδέχτηκαν την ένταξη στην ΟΝΕ; Αλλά «ξέχασα». Τότε τους συνείχε άλλος οίστρος. Χιλιάδες σελίδες, εκατοντάδες ώρες στα διάφορα πάνελ να «εξηγούν» την σημασία που έχει στον «σύγχρονο κόσμο» ο τριτογενής τομέας. Οι υπηρεσίες. Το να μετατραπεί η χώρα σε ένα είδος «Βηρυτού» της Ευρώπης. Την περιφρόνηση, τον χλευασμό απέναντι σε όσους επισήμαιναν ότι έτσι βαδίζουμε στον αέρα. Ή μήπως πρέπει να ξεχάσουμε ότι αυτός ο οίστρος τροφοδοτούνταν και με άλλους «παράπλευρους» τρόπους. Με χορηγίες. Με αναθέσεις. Με προβολή και προώθηση της ακαδημαϊκής ή όποιας άλλης καριέρας εκάστου.
Το ακόμη χειρότερο. Την αρωγή που πρόσφεραν στην προώθηση της επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους στο όνομα της ανάπτυξης αυτού του οικονομικού μοντέλου. Την μελάνη που ξόδεψαν ενάντια στα «ρετιρέ» που στέκονταν εμπόδιο στον «εκσυγχρονισμό». (Όπου ρετιρέ δεν ήταν γι’ αυτούς αυτοί που τσέπωναν τις δεκάδες χιλιάδες ευρώ αλλά οι μισθωτοί των 1500-2000). Το μένος τους ενάντια στις «συντεχνίες» που δεν άφηναν να προχωρήσουν οι «μεταρρυθμίσεις». (Αρκεί βέβαια να έμενε στο απυρόβλητο η δική τους συντεχνία. Αμ, δε!). Την ζέση με την οποία «επιτιμούσαν» την «εγωιστική στάση» των εργαζομένων (!) που έβαζε, λέει, εμπόδια στην ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας «μας». Το «ιερό τους πάθος» ενάντια στον «λαϊκισμό», όπου σαν λαϊκισμός αντιμετωπιζόταν κάθε μορφή υπεράσπισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Αλλά ας δώσουμε τον λόγο στον Γιώργο Σταθάκη, ο οποίος στην παρέμβασή του κάνει ορισμένες καίριες επισημάνσεις. «Το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας εδράζεται σε δύο απλούς παράγοντες. Πρώτον, αναφορικά με τα δημόσια έσοδα, αυτοί που κερδίζουν χρήματα δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος. Δεύτερον, αναφορικά με τις δαπάνες, αυτοί που διαχειρίζονται δημόσιους πόρους, τους χρησιμοποιούν και ως πηγή ατομικού πλουτισμού». «Η ενοχοποίηση των φτωχών και αδυνάμων ήταν μόνιμη, τη στιγμή που η σύγκριση ελληνικών και ευρωπαϊκών στατιστικών δεικτών έδειχνε ότι η μόνη απόκλιση της Ελλάδας και η αποκλειστική αιτία του μόνιμου ελλείμματος στον προϋπολογισμό (5% του ΑΕΠ ή περίπου 7 δισ.), ήταν ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων».
Δεν γνωρίζω τις απόψεις του Γιώργο Σταθάκη πέραν αυτών που εκφράζονται στην παρέμβασή του στην «Ε». Γνωρίζω όμως πολύ καλά ότι απόψεις σαν αυτές που διατυπώνονται στο παραπάνω απόσπασμα θα απορρίπτονταν μετά βδελυγμίας και θα αφορίζονταν σαν εκφράσεις του επάρατου «λαϊκισμού».
Στον ίδιο δρόμο και με την ίδια λογική πορεύονται και σήμερα. Η «Ευρώπη» στην σκέψη τους είναι μονόδρομος ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό για τον λαό και τη χώρα. Το όχι στον «στείρο αντιευρωπαϊσμό» και τον «εθνικισμό», το διαρκές μέτωπό τους ενάντια στον «λαϊκισμό» είναι η άλλη όψη του ναι στα μνημόνια, τους «εκσυγχρονισμούς» και τις «μεταρρυθμίσεις». Είναι ενταγμένα στην κατεύθυνση ιδεολογικής οχύρωσης της «Ευρωπαϊκής» επιλογής. Αντιλαμβάνονται ωστόσο ότι με βάση την τροπή που έχουν πάρει οι εξελίξεις, ότι οι απόψεις τους δεν έχουν πια και τόση πέραση όσο παλιότερα.
Έτσι, επιστρατεύουν προτάσεις «εξορθολογισμού» και «νοικοκυρέματος» της οικονομίας. Από ποιους και σε ποια βάση. Πού θα τους βρούνε τους «νοικοκυραίους» που έχουν ήδη μεταφέρει το έχει τους στις τράπεζες της Ελβετίας, της Αγγλίας και άλλα τέτοια «νοικοκυρεμένα» από καιρό «σπίτια». Στην ίδια λογική προτείνουν αλλαγή πολιτικής και ανανέωση πολιτικού προσωπικού. Με «νέους» και «άφθαρτους» λέει. Τώρα μάλιστα! Λες και δεν είναι γνωστό ότι αυτοί οι «νέοι» από τα ίδια «σχολεία» με τους «παλιούς» έχουν βγει. (Και όχι μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά). Ότι οι φερόμενοι ως «άφθαρτοι» στα ίδια «ιδανικά» έχουν γαλουχηθεί.
Ταυτόχρονα στρέφονται και στον «Δήμο». Αναζητούν την λαϊκή στήριξη. Αναφέρονται ακόμη και στην ανατροπή των συσχετισμών. Μόνο που την -πραγματική- αλλαγή συσχετισμών ούτε την θέλουν ούτε την μπορούν. Αποτελεί άλλη και αλλονών υπόθεση. Αυτό που επιχειρούν είναι να μανουβράρουν για άλλη μια φορά τον λαό. Να υποκλέψουν την λαϊκή αποδοχή. Να «νομιμοποιήσουν» αντιλαϊκές επιλογές. Ούτε αυτό τους είναι πλέον εύκολο. Επιστρατεύεται έτσι το τελευταίο χαρτί. Ο εκβιασμός της «καταστροφής» που μας απειλεί αν δεν προσφέρουν στους Μολώχ της Ευρώπης τα σφάγια που απαιτούν ευελπιστώντας ότι έτσι θα διασωθούν οι ίδιοι.
Μάταια πράγματα. Για την ώρα δεν έχω παρά να αντιπαραθέσω ένα απόσπασμα από τις απόψεις του Στάθη Κουβελάκη. «Αυτό που παραλείπεται όμως είναι ότι ούτως ή άλλως η ελληνική κοινωνία καλείται να αποχαιρετήσει το φρούδο όνειρο μιας ισότιμης συμμετοχής στο κλαμπ των ισχυρών δήθεν «εταίρων»». Απλώς το προσυπογράφω.

Έξοδος αλλά όχι ακριβώς

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η άποψη περί «διαγραφής του χρέους» τέθηκε αρχικά από την κίνηση των «αριστερών οικονομολόγων» το 2010 και λίγο αργότερα διαφοροποιημένα από την κίνηση δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ). Με μια έννοια σ’ αυτή την γενική τάση ανήκουν και οι ανάλογες απόψεις που αναπτύχθηκαν στις παρεμβάσεις που προαναφέρθηκαν. Αιχμή της συλλογιστικής που αναπτύχθηκε είναι η άποψη πως δεν χρωστάμε άρα δεν πληρώνουμε, ενώ όσον αφορά την ΕΛΕ να πληρώσουμε μόνο (αφού το προσδιορίσουμε λογιστικά) το πραγματικό χρέος και όχι το «φουσκωμένο» μέρος του λογαριασμού. (Μια παραλλαγή της τελευταίας άποψης αποτελεί και η αντίστοιχη του Γ. Δραγασάκη για διαχωρισμό του «παλιού» με το «νέο» χρέος. Τώρα τίνι τρόπο και με ποια κριτήρια θα γίνουν αυτοί οι διαχωρισμοί, τρέχα γύρευε).
Με πολλές από τις επισημάνσεις για το τι σημαίνουν τα μνημόνια, η παραμονή στην ΟΝΕ κ.λπ. δεν έχω παρά να συμφωνήσω. Καθώς και με άλλες (παλιότερες και σημερινές) που αφορούν την γέννηση, διαμόρφωση, αναπαραγωγή του «χρέους». Τόσο παλιότερα όσο και στις προηγούμενες σελίδες έχω αναφερθεί αναλυτικά στο ότι ο ελληνικός λαός δεν χρωστάει σε κανέναν, αντίθετα του χρωστάν. Όχι βέβαια πως «καινοτομώ» λέγοντας κάτι τέτοιο. Το ζήτημα έχει αναλυθεί και απαντηθεί εδώ και πολλά-πολλά χρόνια από το κομμουνιστικό κίνημα άσχετα αν πολλοί φροντίζουν να το «ξεχνάν». Όπως και να ‘χει αυτή μπορεί να είναι η μοναδική βάση θεώρησης του ζητήματος.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Ποια πολιτική κατεύθυνση υπαγορεύουν τα συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, τόσο γενικά, όσο και σε αναφορά με το συγκεκριμένο ζήτημα.
Το σχήμα πολιτικής κατεύθυνσης που διαμορφώνεται με τέτοιες και παραπλήσιες απόψεις, κινούμενο στη λογική της άμεσης και συνολικής απάντησης λέει σε γενικές γραμμές τα εξής.
Άρνηση χρέους, στάση πληρωμών. Άμεση αποχώρηση από ΟΝΕ (όχι όμως κι από ΕΕ) και επιστροφή στη δραχμή. Εθνικοποίηση τραπεζών και επιχειρήσεων στρατηγικού χαρακτήρα. Κατάργηση μνημονίων και ανάλογων συμφωνιών. Προώθηση πολιτικής ανασυγκρότησης της οικονομίας σε εθνική βάση. Προώθηση μέτρων αναδιανομής του εθνικού εισοδήματος υπέρ των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων και πέραν των «γνωστών» και δεδομένων. Ταυτόχρονα αναγνωρίζεται πως μια τέτοια κίνηση θα βρει μπροστά της σημαντικά προβλήματα αλλά -και εδώ βρίσκεται ένα πολύ σοβαρό ζήτημα- εκτιμάται ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν σε σχετικά σύντομο διάστημα. Να προσθέσω εδώ ότι ανάλογες προτάσεις άμεσης και συνολικής απάντησης με τις ίδιες πάνω-κάτω προβλέψεις, διατυπώνονται από το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων, τάσεων και ρευμάτων που αναφέρονται στην αριστερά (κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών και από «ευρωπαϊστές» μέχρι αντικαπιταλιστές και τροτσκιστές).
Οφείλω να ομολογήσω ότι αισθάνομαι κάπως «περίεργα». Η λογική που δείχνει να χαρακτηρίζει αυτές τις προτάσεις και τα στοιχεία που τις συγκροτούν θυμίζουν έντονα το πρόγραμμα του ΕΑΜ. Ή ακόμη και αυτό που αποτέλεσε τη βάση του, το πρόγραμμα που υιοθέτησε το ΚΚΕ το 1934 με εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη. Το ένα ζήτημα λοιπόν είναι ότι οι περισσότεροι εξ αυτών που σήμερα διατυπώνουν ανάλογες προτάσεις επί δεκαετίες καταφέρονταν με τον πιο απαξιωτικό, περιφρονητικό τρόπο στο πρόγραμμα ΚΚΕ-ΕΑΜ θεωρώντας το μάλιστα σαν πηγή όλων των δεινών του κινήματος και του λαού. Η ιστορία είναι φαίνεται και λίγο «παιχνιδιάρα». Έτσι με μια απροσδόκητη αντιστροφή ρόλων, βάζει όσους υπερασπίζαμε εκείνες τις απόψεις (των ΚΚΕ-ΕΑΜ) απέναντι στους χτεσινούς επικριτές και όψιμους υπερασπιστές τους. Αλλά για να ξαναβάλουμε τα πράγματα στη θέση τους και τον καθένα στον ρόλο του. Σε αυτές τις προτάσεις λείπουν κάποιες «λεπτομέρειες» στη συσχέτισή τους με τις παλιότερες. Το πρόγραμμα του ΚΚΕ έμπαινε σε συνάρτηση με το ζήτημα της εξουσίας. Και βεβαίως σαν δύναμη στήριξης, προώθησής του υπήρχε ένα επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα, μια εργατική τάξη συγκροτημένη σε τάξη για τον εαυτό της και ένα λαϊκό κίνημα που δεν προερχόταν από μια πορεία «εσωτερικής» αποσύνθεσης αλλά το ακριβώς αντίθετο. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να τα βάλουμε σε μια σειρά.
Πέρα από ρητορικές διακηρύξεις και προγράμματα τίθενται ορισμένα συγκεκριμένα-πραγματικά προβλήματα. Πρώτο, ποια δύναμη θα υλοποιήσει αυτές τις κατευθύνσεις. Πώς θα προκύψει, πού θα στηριχτεί, πώς θα κινηθεί, πώς θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θα τεθούν, πώς θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θα τεθούν, πώς θα ανταπεξέλθει στις αναπόφευκτες πιέσεις. Η απάντηση που αναδείχνεται στο πρώτο ερώτημα, αναφέρεται σε μια «άλλη» κυβέρνηση. Τι είδους και πόσο «άλλη», σ’ αυτό υπάρχουν διάφορες παραλλαγές αλλά όχι διαφορετικές στην ουσία τους. Είναι εδώ και πολύ καιρό (πολύ πριν τα μνημόνια) που έχει τεθεί από διάφορες πλευρές, στο πολιτικό προσκήνιο η πρόταση για μια κυβέρνηση της «κεντροαριστεράς» ή και «αριστεράς» από ορισμένους. Όπου σ’ αυτή την αριστερά περιλαμβάνονται από την «αριστερά»του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. (Με εξαίρεση το ΚΚΕ που απέχει από τέτοιου είδους διεργασίες). Ενός νέου «συνασπισμού εξουσίας» όπως διατυπώνεται πλέον από τον Τσίπρα.
Το πρώτο που οφείλεται να ξεκαθαριστεί εδώ είναι μια σύγχυση που καλλιεργείται και καθόλου αθώα. Αναφέρομαι στην διάκριση ανάμεσα στο τι σημαίνει ζήτημα εξουσίας και τι ζήτημα διακυβέρνησης. Πολύ σύντομα απλά και καθαρά. Εξουσία σημαίνει…εξουσία. Δηλαδή ανατροπή της κυριαρχίας της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης της χώρας μας και της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας μέσα από μια λαϊκή επανάσταση. Δεν έχει «ανακαλυφθεί» ακόμη άλλος τρόπος. Δεύτερο, απαράγραπτη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η ολόπλευρη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων και στο επίπεδο εκείνο που να κάνει εφικτή την πραγματοποίηση αυτής της κορυφαίας έκφρασης της ταξικής πάλης. Τρίτο, και όπως επανειλημμένα έχω αναφερθεί, το ζήτημα της εξουσίας δεν είναι από εκείνα που τίθενται «ολίγον». Ή τίθεται ή δεν τίθεται. Αν λοιπόν ο οποιοσδήποτε έχει την άποψη ότι συντρέχουν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για να τεθεί (όχι σαν ζήτημα προοπτικής αλλά ημερήσιας διάταξης) δεν έχει παρά να το θέσει. Ανοιχτά, καθαρά και παστρικά. Όταν λοιπόν κάποιοι καμώνονται ότι -«ίσως»- θέτουν και θέμα εξουσίας την ίδια στιγμή που την πολιτική τους πρόταση την βλέπουν να υλοποιείται εκτός ΟΝΕ αλλά εντός ΕΕ αυτό δεν είναι πολιτική άποψη. Είναι ανέκδοτο.
Αντιλαμβανόμενοι -όσοι και όσο- ότι το πράγμα μπάζει αλλά ποντάροντας πάντα στην ίδια σύγχυση το διαφοροποιούν κατά περίπτωση. (Ανάλογα και με το τι διατίθεται να «ψωνίσει» το εκάστοτε ακροατήριο). Μιλάν λοιπόν για προοπτική εξουσίας, για μέτωπα πάλης που θα διαμορφώσουν όρους και προϋποθέσεις ώστε να τεθεί το ζήτημα σε μια πορεία κ.λπ., κ.λπ. Καμιά αντίρρηση. Αλλά συγνώμη. Όταν από τη μεριά μας υποστηρίζουμε ότι μόνο σε μια τέτοια βάση και λογική μπορεί να τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα γιατί μας καταλογίζουν τα μύρια όσα. Και πώς τα «καταφέρνουν» ορισμένοι από τη μια να λεν αυτό κι από την άλλη να κραδαίνουν τη σημαία της επιτακτικής αναγκαιότητας για άμεσες και συνολικές λύσεις; Τι είδους «συρτάρια» διαθέτουν ώστε να μπορούν να μπάζουν και να βγάζουν «απόψεις» ανά περίπτωση;
Αυτό λοιπόν που στην πραγματικότητα θέτουν είναι το ζήτημα μιας «άλλης» κυβέρνησης, εντός του δεδομένου πλαισίου αλλά η οποία θα ασκεί μια «άλλη» πολιτική. Σε τελευταία ανάλυση και με βάση τους πραγματικούς όρους και συσχετισμούς μια κυβέρνηση αστική που θα ‘ναι όμως «πατριωτική» και με «αριστερό» πρόσημο. Το ερώτημα είναι το τι φόντα μπορεί να έχει μια τέτοια κυβέρνηση να κινηθεί όπως φαντασιώνονται κάποιοι με δεδομένο το διεθνές, ευρωπαϊκό και εσωτερικό πλαίσιο. Τι περιθώρια νομίζουν πως έχει να ασκήσει «εθνική» δημοσιονομική, οικονομική, αναπτυξιακή πολιτική βγαίνοντας από ΟΝΕ αλλά παραμένοντας εντός ΕΕ. Και τι είδους «επαναπροσδιορισμό των σχέσεων με ΕΕ» νομίζουν ότι μπορούν να προωθήσουν όταν σε πολύ ευνοϊκότερες διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες (1981) και χωρίς τα σημερινά προβλήματα και πιέσεις ο Α. Παπανδρέου αναγκάστηκε να «καταπιεί» την αντίστοιχη δική του προεκλογική διακήρυξη;
Στην πραγματικότητα ένας τέτοιος «συνασπισμός εξουσίας» (ακόμη κι αν υποθέταμε ότι μπορεί να υπάρξει και να γίνει κυβέρνηση πράγμα πολύ λίγο πιθανό) θα σκόρπιζε στους τέσσερις ανέμους αμέσως μόλις βρισκόταν αντιμέτωπος με τα προβλήματα που αναπόφευκτα θα τεθούν. Αντιλαμβανόμενοι λοιπόν (όσοι) ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά αρχίζουν τις εκπτώσεις.
Η κάθετη άρνηση πληρωμής του χρέους αρχίζει και «διολισθαίνει» στη λογική της επαναδιαπραγμάτευσης. Σε άποψη αποπληρωμής του «πραγματικού» χρέους (ΕΛΕ) από το επιπρόσθετο. Στον διαχωρισμό του «παλιού» με το «καινούριο» χρέος. Αλλά αλήθεια, τι νομίζουν ότι γίνεται όλο αυτό το διάστημα και όχι μόνο σε σχέση με το ελληνικό «χρέος»; Επαναδιαπραγματεύσεις επί επαναδιαπραγματεύσεων γίνονται συνεχώς. Εννοείται στη βάση των όρων που υπαγορεύουν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και του συσχετισμού ανάμεσά τους. Από την άποψη αυτή και όσο με αφορά δεν έχω να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτε στα όσα υποστήριζα στο κείμενο που προανέφερα της 26-06-10: «Σε σχέση ειδικότερα με το χρέος και τη συμφωνία κυβέρνησης ΕΕ-ΔΝΤ. Αυτό που επιχειρείται δεν είναι η διαμόρφωση όρων συνολικής εξόφλησης. Κάτι τέτοιο ούτε μπορεί ούτε επιδιώκεται να γίνει, ούτε σε σχέση με το ελλαδικό ούτε με το παγκόσμιο χρέος. Αυτό που επιχειρείται είναι η διασφάλιση της ροής πραγματικών αξιών «εξ των κάτω προς τα άνω»… αυτό που επιδιώκεται δεν είναι η «εξόφληση» του χρέους αλλά η αναπαραγωγή του στο διηνεκές. Αυτό ακριβώς επιχειρούν να υλοποιήσουν, διασφαλίσουν τα μέτρα που προωθούνται […] Όσον αφορά την ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό, ευνόητο είναι ότι θα προτιμούσαν μια διατήρηση ή και αναβάθμιση της θέσης τους […] Αποδέχονται ωστόσο αυτές τις ρυθμίσεις […] προσφέροντας αντιπαροχή τον λαό και τη χώρα. […] Ανεξάρτητα από τα προηγούμενα ένα πράγμα είναι βέβαιο. Η επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά στο λαό θα συνεχιστεί σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις.».
Τι ουσιαστικά διαφορετικό νομίζουν ότι γίνεται και με τις επόμενες συμφωνίες μέχρι και την πρόσφατη, και τι πραγματικά «άλλο» θα έκανε μια «άλλη» κυβέρνηση;
Κάπου εδώ επιστρατεύεται και η λογική μιας πολυδιάστατης πολιτικής στηρίξεων και συνεργασιών. Παραμένοντας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο (εντός ΕΕ) μπορούμε λέει να αναζητήσουμε συνεργασίες και στηρίξεις σε Ρωσία, Κίνα κ.ά. δυνάμεις. (Όπως ας πούμε με τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη ή έχουν υπόψη τους τίποτα καλύτερο;).
Ορισμένοι προχωρούν και σε άλλες εναλλακτικές προτάσεις. Να προχωρήσουμε, λέει, στην δημιουργία νομισματικής ένωσης των χωρών του ευρωπαϊκού νότου (ή και της Μεσογείου κατ’ ορισμένους). Με Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, ίσως και Γαλλία έτσι ώστε να μπορεί να αντιπαρατεθεί στο γερμανοτευτονικό μπλοκ. Ερώτημα πρώτο. Την Ιταλία, την Ισπανία κ.λπ. τις ρωτήσανε; Ερώτημα δεύτερο. Αποτελεί και δική τους εκτίμηση (τουλάχιστον ορισμένων) ότι οι άδικες σχέσεις στα πλαίσια της ΟΝΕ βασίζονται καθοριστικά στο δεδομένο της ύπαρξης χωρών με μεγάλη διαφορά ισχύος (οικονομικής, και όχι μόνο) ανάμεσά τους. Γιατί νομίζουν ότι ο συνασπισμός που προτείνουν θα λειτουργήσει διαφορετικά μιας και αυτή η ανισομετρία θα υπάρχει και στα δικά του πλαίσια;

Τα «έξοδα» της εξόδου

Αλλά ας προχωρήσουμε σε ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που τίθενται με βάση αυτές τις προτάσεις αλλά που έχει και τις δικές του ευρύτερες διαστάσεις.
Το ζήτημα των δυσκολιών και των προβλημάτων που θα συναντούσε ένα τέτοιο εγχείρημα. (Πάντα υποθέτοντάς το ). Ας σημειωθεί ότι αυτές δεν διαφεύγουν εντελώς από τους υποστηριχτές αυτών των απόψεων. Αναφέρεται λ.χ. ο Κ. Λαπαβίτσας στην τραπεζική κρίση, την νομισματική, τη συναλλαγματική. Τις δυσκολίες που θα προκαλέσουν αυτές ή και άλλες που αναφέρονται και από άλλους. Οι οποίες ωστόσο θεωρούν ότι μπορούν να αντιμετωπισθούν. Η αισιοδοξία είναι πάντοτε καλοδεχούμενη και ιδιαίτερα σε τέτοιους δύσκολους καιρούς. Εκείνο ωστόσο που δεν μπορεί να γίνει με κανέναν τρόπο αποδεκτό είναι ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν -σχετικά- σύντομα. Κι ακόμη χειρότερα να καλλιεργούνται σ’ έναν κόσμο αυταπάτες, ότι αρκεί να έρθει μια «άλλη» κυβέρνηση που θα προωθήσει τα ανάλογα μέτρα και ρυθμίσεις για να απαντηθούν τα προβλήματά του. Να τον στρατεύουν στον «στόχο» των εκλογών και στην προοπτική νέων απογοητεύσεων.
Αλλά εδώ χρειάζεται να σταθούμε σε ένα άλλο ζήτημα που οι υποστηρικτές τέτοιων απόψεων το προσπερνούν και όχι επειδή το αγνοούν. Θα έλεγα μάλιστα το πιο σημαντικό στην περίπτωση μετά το ζήτημα της εξουσίας.
Το ζήτημα της παραγωγικής, οικονομικής διάρθρωσης και λειτουργίας της χώρας αλλά και της αντίστοιχης κοινωνικής που έχει διαμορφωθεί πάνω σ’ αυτή τη βάση. Η οποία είναι διαμορφωμένη και προσαρμοσμένη στα στάνταρ που καθόρισαν-διαμόρφωσαν η πορεία και οι προσδέσεις της των τελευταίων δεκαετιών. (Για να μην πάμε πιο πίσω). Μια πραγματικότητα που δεν διαφεύγει ούτε της δικιάς τους προσοχής καθώς και οι ίδιοι αναφέρονται σε πλευρές και εκφράσεις του προβλήματος. Την αποβιομηχάνιση, την απορύθμιση της αγροτικής παραγωγής, το χτύπημα της βιοτεχνίας, τον υδροκεφαλισμό. Τον μονόπλευρο προσανατολισμό σε τουρισμό και υπηρεσίες, την εν γένει προσαρμογή της οικονομίας στις ευρωπαϊκές υπαγορεύσεις, την παραρτημοποίησή της.
Το ολοφάνερο εδώ είναι ότι ένας «άλλος δρόμος» προϋποθέτει μια συνολική αναδιάρθρωση της υφιστάμενης δομής και των όρων που την συγκροτούν. Ένα πρόβλημα που θα δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες και θα απαιτούσε τον αντίστοιχο «χρόνο» ακόμη κι αν υποθέταμε ότι ο λαός έπαιρνε πραγματικά -και όχι επί χάρτου- την εξουσία.
Το να μην αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς τι είδους προβλήματα θέτει και ποιες απαιτήσεις εγείρει μια τέτοια κατεύθυνση σημαίνει ότι είναι απλά ανόητος.
Το να τις αντιλαμβάνεται (όσο και όπως) και να ευελπιστεί ότι «θα τα βολέψουμε» εντός του δοσμένου πλαισίου με τις κατάλληλες «διαπραγματευτικές» κινήσεις στην σκακιέρα, σημαίνει ότι είναι απλά ανεύθυνος και καιροσκόπος.
Το να αντιλαμβάνεται τόσο τις δυσκολίες όσο και τις συνέπειές τους και να τις «προσπερνά» στο όνομα πολιτικών υπολογισμών, φιλοδοξιών και σκοπιμοτήτων σημαίνει ότι εκτός από καιροσκοπισμό τον χαρακτηρίζουν και ισχυρές δόσεις τυχοδιωκτισμού.
Τα προβλήματα του λαού δεν μπορούν ούτε πρόκειται να απαντηθούν με φαεινές. Η λαϊκή υπόθεση δεν χρειάζεται ούτε συνταγές ευκολίας ούτε «ευφυείς» πολιτικές ούτε αλεξιπτωτιστές οποιουδήποτε είδους και χαρακτήρα. Ήταν πάντα και παραμένει υπόθεση αγώνα. Λέει λ.χ. ο Στάθης Κουβελάκης: «Όλες οι κουβέντες για περιορισμό των αγορών και έλεγχο της πολιτικής θα παραμένουν κενές περιεχομένου όσο δεν προτείνουν συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των πολιτικών μορφών με τις οποίες εκφράζεται». Εδώ ο Στάθης Κουβελάκης «πλησιάζει» την ουσία του προβλήματος χωρίς ωστόσο και να «φτάνει» σ’ αυτήν. Το πρώτο ερώτημα εδώ αφορά το ποιοι θα «κάνουν προτάσεις» σε ποιους. Το δεύτερο (αλλά όχι δεύτερο σε σημασία) συνδέεται με το ότι ο ρόλος που παίζει σήμερα το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν προέκυψε τυχαία και από το πουθενά. Τόσο αυτός ο ρόλος όσο και «οι πολιτικές μορφές με τις οποίες εκφράζεται» συνδέονται άμεσα με την κυριαρχία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Με τις τάσεις, ροπές και δυναμικές που αναπτύχθηκαν, τις δυνάμεις που αναδείχτηκαν, τους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν. Στα προηγούμενα κεφάλαια αναφέρθηκα αρκετά σ’ αυτό το ζήτημα ώστε να μην χρειάζεται να τα επαναλάβω. Θα σταθώ μόνο στο κύριο που συνάγεται από αυτές τις εκτιμήσεις. Στο ότι η απάντηση στα προβλήματα του λαού δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο μέσα από την αναμέτρηση με αυτές τις δυνάμεις. Την σύγκρουση συνολικά με το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα. Την ανατροπή του. Πράγματι ο «πήχης είναι ψηλά» και η λύση δεν είναι βέβαια να περάσουμε «από κάτω». Μόνο που μια τέτοια κατεύθυνση θέτει άλλες προδιαγραφές. Θεωρητικές, ιδεολογικές, πολιτικές, οργανωτικές. Προϋποθέτει την ολόπλευρη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων και στο επίπεδο των απαιτήσεων που θέτει μια τέτοια προοπτική.
Οι ίδιες απαιτήσεις αναδείχνονται και με το άλλο ζήτημα που εδώ μας απασχόλησε. Των δυσκολιών, των προβλημάτων που θα αντιμετωπίσει ο λαός σε μια τέτοια περίπτωση. Δεν είναι ανυπέρβλητα. Οι λαοί έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν αστείρευτες δυνάμεις και ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν και τέτοιες και αλλιώτικες δυσκολίες. Υπό ορισμένους όρους. Πρώτος και κυριότερος ότι θα αγωνίζονται, θα προσπαθούν, θα δουλεύουν για «δικό τους λογαριασμό». Ότι το αντίτιμο για τους κόπους και τις θυσίες τους θα ‘ναι η οικοδόμηση της δικιάς τους ζωής. Ή πιο απλά ότι θα διαφεντεύουν το έχει και το είναι τους, ότι θα ‘χουν την εξουσία. Δεύτερο ότι θα ‘ναι προετοιμασμένοι γι’ αυτές τις δυσκολίες. Ότι θα γνωρίζουν από τα πριν τι πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Ότι θα ‘ναι προετοιμασμένοι και συγκροτημένοι σε μια τέτοια βάση. Επίγνωσης της πραγματικότητας και των απαιτήσεων που αυτή θέτει. Όλα τα άλλα είναι του αέρος. Ή και για να ‘μαι πιο ακριβής ανήκουν σε μια άλλη λογική. Ας περάσω λοιπόν σε μια άλλη, βασική διάσταση του όλου ζητήματος.


Κεφάλαιο Ζ

Προβλήματα της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας και αγωνίες του πολιτικού της προσωπικού

Μια κρίσιμη επιλογή και οι εξαρτήσεις της

Υπάρχει ένα ζήτημα καθοριστικής σημασίας. Ένα ζήτημα που συνδέεται αλλά και υπερβαίνει τους σαλτιμπαγκισμούς του Γ. Παπανδρέου. Τις πόζες του Α. Σαμαρά. Τις κωλοτούμπες του Καρατζαφέρη. Τις «χρήσιμες διαφωνίες» του «εφεδρικού» Κουβέλη. Τα «κρατάτε με θα μαλώσω» του Τσίπρα. Τον «αναχωρητισμό» του ΚΚΕ. Τα χάπενινγκ της «άκρας» Αριστεράς.
Αναφέρομαι στο «βαθύ φόντο» που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά και επιδρά στην διαμόρφωση πολιτικών τάσεων, στάσεων και επιλογών.
Στο γεγονός ότι η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας βρέθηκε-βρίσκεται μπροστά σε επιλογές καθοριστικής σημασίας. Αυτό αποτελεί την βάση της ρευστότητας, των ανακατατάξεων που παρατηρούνται στους αστικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Εξελίξεις που επιδρούν στην διαμόρφωση τάσεων και κατευθύνσεων και σ’ όλο το φάσμα πολιτικών δυνάμεων που εκτείνεται πέραν των αστικών.
Σε σχέση μ’ αυτά είναι πολλοί που αναφέρονται σε μια νέα μεταπολίτευση περιορίζοντας ωστόσο το ζήτημα στην αναδιαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Όπως και να ‘χει, αυτό που έχει σημασία είναι η βάση, η ουσία του ζητήματος που έχει τεθεί.
Από την άποψη αυτή βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια κατάσταση ανάλογη με αυτήν του 1974 και στο «τέλος της μεταπολίτευσης» όπως αναφέρεται από διάφορες πλευρές; Η απάντηση δεν βρίσκεται σ’ ένα απλό ναι ή ένα όχι. Χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις.
Το 1974, το ζήτημα απαντήθηκε στη βάση του συμβιβασμού Αμερικάνων και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών που αποτέλεσε και το έδαφος του αντίστοιχου συμβιβασμού ανάμεσα στις μερίδες της αστικής τάξης και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας μας.
Στις σημερινές συνθήκες είναι οι ίδιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που συνεχίζουν να έχουν τον καθοριστικό ρόλο και λόγο στη διαμόρφωση των δεδομένων της χώρας μας. Αντίστοιχα το βασικό δυναμικό της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης (ΚΑΤ) της χώρας μας και το πολιτικό της προσωπικό κινούνται με βάση αυτό το δεδομένο και ανάλογα διαμορφώνουν επιλογές και ιεραρχήσεις.
Από την άποψη αυτή θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το στάτους πάνω στο οποίο εδραιώθηκε και πορεύτηκε η «μεταπολίτευση» δεν έχει ανατραπεί. Σ’ αυτό άλλωστε οφείλεται ο ευρωκεντρισμός (ή και ευρωατλαντισμός) και το εν γένει «δυτικότροπον» όλων, ακόμη και των πιο «ριζοσπαστικών» προτάσεων.
Οι επιφυλάξεις συνδέονται κατ’ αρχάς -και κυρίως- με τα συντελούμενα στο διεθνές πεδίο. Στο γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο συνολικών ανακατατάξεων. Στο οικονομικό, το πολιτικό, το στρατηγικό πεδίο. Σε σχέση μ’ αυτό είναι πρώτα απ’ όλα οι ίδιες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που κάνουν τους λογαριασμούς τους, τις επιλογές τους, τις προβλέψεις τους, την προετοιμασία εναλλακτικών λύσεων και προωθούν τα αντίστοιχα μέτρα. Ας αναφερθώ σε μια και μόνο -αλλά κρίσιμη- έκφραση του πράγματος από την εξέλιξη της οποίας θα κριθούν με αποφασιστικό τρόπο τα πράγματα στη χώρα μας. Αναφέρομαι στις αντιθέσεις Αμερικάνων-Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών ή ακόμη ανάμεσα στους ίδιους τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Δεν αγνοώ ούτε παρακάμπτω τα κοινά στρατηγικά και άλλα συμφέροντα που τους ενώνουν και που συνεχίζουν να αποτελούν ένα βασικό δεδομένο, αλλά στο ταραγμένο και διαρκώς μεταλλασσόμενο διεθνές περιβάλλον κανείς δεν μπορεί να στοιχηματίσει για τίποτα.
Με αυτές τις εξελίξεις βρίσκονται αντιμέτωπες και οι αστικές τάξεις των εξαρτημένων χωρών και σε σχέση με αυτές είναι αναγκασμένες να διαμορφώσουν τις επιλογές τους. Και εδώ χρειάζεται να διευκρινιστεί μια ορισμένη διάσταση του πράγματος και η οποία σχετίζεται άμεσα με τις δυνατότητες και τα όρια της «δικής μας» αστικής τάξης. Αναφερόμενος σε επιλογές δεν εννοώ εκείνες που θα μπορούσαν να πάρουν στη βάση λ.χ. του τι τις συμφέρει, τι θα μπορούσε να είναι το καλύτερο γι’ αυτές. Με βάση την θέση και τις εξαρτήσεις τους δεν έχουν περιθώρια τέτοιων «πρωτοβουλιών». Αναφέρομαι κυρίως σε επιλογές που θα αναγκάζονταν να κάνουν κάτω από το βάρος, την πίεση, την αγωνία για το «τι τους ξημερώνει» με βάση τα όσα συντελούνται.

Το «ψαλίδισμα» των φιλοδοξιών

Την πίεση αυτή την αισθάνονται ιδιαίτερα έντονα η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας καθώς όλα αυτά τα χρόνια είδε να ψαλιδίζονται άγρια οι φιλοδοξίες που τόλμησε να εκδηλώσει. Σε συντομία: αποτελούν κατ’ αρχάς ένα μόνιμο βάρος στην θέση, τον ρόλο και την υπόστασή της οι συνέπειες της στρατιωτικοπολιτικής ήττας του 1974. Μια ήττα στην οποία δεν ήταν «αμέτοχες» οι «προστάτιδες» ΗΠΑ.
Αναφέρομαι ακόμη στο στραπάτσο που τελικά υπόστηκαν οι φιλοδοξίες της όταν μετά τις ανατροπές του 1989-1991 φαντασιώθηκε ότι θα της αναθέσουν οι ιμπεριαλιστές τον ρόλο του γκαουλάιτερ των Βαλκανίων.
Αναφέρθηκα ήδη στην ωμή παρέμβαση που οδήγησε στην ματαίωση του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, την διαγραφόμενη παράκαμψή της από τους υπό κατασκευήν αγωγούς που ακυρώνουν την φιλοδοξία μετατροπής της χώρας σε ενεργειακό κόμβο. Την πίεση για περιορισμό των συναλλαγών που φιλοδοξούσε να αναπτύξει με Ρωσία, τις «αυστηρές προειδοποιήσεις» για το πόσο μπορεί να κοστίσουν τέτοιου είδους ανοίγματα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το χτύπημα που στην ουσία υφίσταται η δραστηριοποίηση του ελληνικού κεφαλαίου (επιχειρήσεις-τράπεζες) στα Βαλκάνια και την παρευξείνια περιοχή, με τα μέτρα και τα μνημόνια που προωθούνται. Όπως και άλλες φορές έχω αναφερθεί, οι «πρόσκοποι» του κεφαλαίου είναι χρήσιμοι στο να παίρνονται τα ρίσκα (αλλά και τα όποια οφέλη) για να ανοίξουν τον δρόμο σε «επισφαλείς» περιοχές. Από την ώρα ωστόσο που αυτός ο δρόμος ανοίξει οφείλουν να παραμερίσουν για να προελάσουν οι μεραρχίες του μεγάλου ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου. Τέλος η απειλή δραστικής υποβάθμισής της με «αποβολή» από την ΟΝΕ. Δεν βρισκόταν ποτέ στην πρώτη γραμμή της σχετικής ιεραρχίας. Ήδη με τα πλήγματα που δέχτηκε και δέχεται υποβαθμίζεται σε σημαντικό βαθμό. Δεν έχει ωστόσο ακόμη «αποβληθεί», δεν έχει βρεθεί εκτός κύκλου (ούτε υπάρχουν τέτοιες προθέσεις εκτός και αν τα δεδομένα αλλάξουν). Γενικότερα τίθεται υπό έλεγχο και περιορισμούς η δραστηριότητά της (και συνεπώς τα κέρδη της), τα ανοίγματα και το εύρος των διεθνών συνεργασιών της, υποβαθμίζεται η θέση και ο ρόλος της. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι υποχρεώνεται να καταβάλλει με διάφορες μορφές και τρόπους-και μάλιστα επαυξημένο, τον «φόρο υποτέλειας» που οφείλει στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στήριξης και εξάρτησή της.
Το ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτού του «φόρου» τον μετακυλά στις λαϊκές μάζες, δεν αναιρεί την ουσία της σχέσης αλλά την υπογραμμίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Οροι και εκκρεμότητες του νέου «συμβολαίου»

Αυτοί οι όροι, η πίεση υπό την οποία λειτουργούσε, προκαθόριζε λίγο πολύ και τις επιλογές της άρχουσας τάξης της χώρας μας. Ετσι -πρώτον- επέλεξε ΕΕ και ΔΝΤ ή για να ‘μαστε πιο ακριβείς, την συνέχιση της πρόσδεσης στον αμερικανικό και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό.
Δεύτερο, τα μέτρα που απαιτήθηκε να πάρει ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες καθόλου δεν της «χαλάσαν» την διάθεση. Ίσα-ίσα. Πρόκειται για μέτρα που χρόνια τώρα προωθούσε και η ίδια και που η συγκυρία τής προσφέρει την δυνατότητα να τα ολοκληρώσει. Ταυτόχρονα για μέτρα που της επιτρέπουν να μετακυλήσει όπως προαναφέρθηκε το μεγαλύτερο βάρος του «φόρου υποτελείας» στον λαό. Ακόμη και πέρα από τα προβλήματα που δημιουργούνται στην εσωτερική αγορά-συσσώρευση, να αποκομίσει και τα δικά της κέρδη.
Τρίτο, οι ρυθμίσεις και αναρυθμίσεις του «χρέους», οι αναχρηματοδοτήσεις και τα συναφή έχουν δύο πλευρές. Από τη μια εκφράζουν τους όρους στη βάση των οποίων την δεσμεύουν, ελέγχουν, προσδιορίζουν τα όριά της οι ιμπεριαλιστές. Από την άλλη την «ανάσα» που της προσφέρουν -μέχρι νεοτέρας- καθώς η ουσία τους συνίσταται -όπως όλων των αντίστοιχων ρυθμίσεων παντού και πάντα- στην επιμήκυνση και όχι αναίρεση ή πραγματική μείωση της υποχρέωσης αποπληρωμής. (Καθώς, όπως θα μπορούσε να ειπωθεί, κανείς συνετός τσομπάνης δεν σκοτώνει τα πρόβατα που κουρεύει). Η «δυστοκία» που έχει παρατηρηθεί δεν αφορά το ποιος ή πότε θα πληρώσει (αυτός είναι δεδομένος) αλλά το ποιοι από τους «δανειστές» θα ωφεληθούν περισσότερο ή λιγότερο από τις τέτοιες ή αλλιώτικες ρυθμίσεις. Ανάλογη και μεγαλύτερη «δυστοκία» εμφανίζεται και σε σχέση με το επόμενο ζήτημα και όπου πιθανότατα θα έχουμε ακόμη μεγαλύτερες εντάσεις.
Τέταρτο, λοιπόν το φαγοπότι που επίκειται με τις ιδιωτικοποιήσεις και την εν γένει εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και από το οποίο η ελληνική κεφαλαιοκρατική αστική τάξη δεν σκοπεύει να μείνει «απ’ έξω».
Εκατοντάδες δις (που πιθανότατα ξεπερνάνε το τρις) βρίσκονται κατατεθειμένα σε ελβετικές, αγγλικές και τράπεζες άλλων χωρών και σε λοιπούς φορολογικούς παραδείσους. Αυτό το προϊόν της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και της ιδιοποίησης του πλούτου της χώρας δεν σκοπεύει να το αφήσει «αναξιοποίητο». Βεβαίως σε βάση «συνεταιρισμού» με ιμπεριαλιστικά μονοπώλια και όχι τόσο «ισότιμου». Δεν είναι κάτι το νέο γι’ αυτήν. Έτσι λειτουργεί από υπάρξεώς της. Το ζήτημα είναι ότι με βάση τους όρους που της έχουν επιβληθεί λειτουργεί υπό καθεστώς ασφυκτικής πλέον κηδεμονίας. Η επιλογή που έκανε, πέραν όλων των άλλων καθορίζει και με ποιους οφείλει να «συνεταιριστεί» και με ποιους όρους. Ποιες σχέσεις (και με ποιους) πρέπει να περιορίσει ή και να αποκλείσει εντελώς. Αυτό είναι που γεννά δυσαρέσκειες, τάσεις και «δεύτερες σκέψεις» σε ορισμένους κύκλους. Πολύ περισσότερο που μερίδες της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας έχουν ήδη αναπτύξει σχέσεις αμοιβαίων οικονομικών συμφερόντων με αυτές τις «άλλες» πλευρές. Οπωσδήποτε αυτό που είναι δεδομένο και καθορίζει το πεδίο και τα όρια των κινήσεών της είναι οι όροι του νέου «συμβολαίου».

Συμφωνίες και χτυπήματα

Πέρα απ’ αυτό ωστόσο υπάρχουν και ορισμένοι άλλοι ακόμη και αστάθμητοι παράγοντες. Αναφέρθηκα ήδη στην ρευστότητα που υπάρχει με βάση τις συνεχιζόμενες ανακατατάξεις στο διεθνές ταμπλό. Ανακατατάξεις που συντελούνται σε συνθήκες κρίσης και όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών. Στις αντιθέσεις Αμερικανών και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. (Ακόμη και ανάμεσα στους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές). Τόσο εκείνες που τις αντιπαραθέτουν σε μια σειρά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος όσο και αυτές που αφορούν τα τεκταινόμενα στη χώρα μας. Αντιθέσεις που δεν αφορούν μόνο την μοιρασιά της περί ης ο λόγος πίτας, αλλά έχουν και μια ευρύτερη διάσταση. Το ότι Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές συνεργάστηκαν για να προσδέσουν σφιχτότερα την Ελλάδα στο ευρωατλαντικό άρμα, δεν σημαίνει κιόλας ότι λύσανε και το ζήτημα των ορίων της συνολικότερης (πολιτικής) αρμοδιότητας του καθενός στη χώρα μας. Το ζήτημα έχει τεθεί από καιρό. Όχι σε βάση ανοιχτής ρήξης αλλά με εκατέρωθεν «χτυπήματα» αξιοσημείωτης έντασης και σημασίας. Αναφέρομαι επί τροχάδην. Στην άνοδο Σημίτη με στήριξη των «τεσσάρων». Στην υποχρέωσή του σε παραίτηση και αναρρίχηση στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου. Στην άνοδο Καραμανλή αλλά και την στήριξη που παρασχέθηκε στον Γ. Παπανδρέου να επιβιώσει -μετά την εκλογική του συντριβή- στην αντιπαράθεσή του με τον Ε. Βενιζέλο. Στην ανοιχτή στην συνέχεια υπονόμευση του Καραμανλή. Την «απάντηση» από την άλλη με το φράξιμο του δρόμου για την αρχηγία της ΝΔ της Ν. Μπακογιάννη και την «απροσδόκητη» ανάδειξη του Α. Σαμαρά. Την ολόπλευρη στη συνέχεια προώθηση-στήριξη του Γ. Παπανδρέου για να μας «οδηγήσει» εκεί που μας οδήγησε. Τέλος και κάτω από την πίεση των εξελίξεων το «δίδυμο» Ε. Βενιζέλου, Α. Σαμαρά υπό την ομπρέλα του «κοινής αποδοχής» Λ. Παπαδήμου. Μια «λύση» που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα είδος ανανέωσης στις σημερινές συνθήκες του συμβιβασμού τόσο ανάμεσα στις «εσωτερικές» όσο και ανάμεσα στις επικυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Μια λύση ωστόσο προσωρινή. Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Πολύ περισσότερο που το διαταραγμένο γενικότερα πλαίσιο μπορεί να πυροδοτήσει απροσδόκητες αντιδράσεις και εξελίξεις σε οποιοδήποτε πεδίο και οποιαδήποτε πλευρά.

Το πραγματικό ανάστημα μιας «ηγεσίας»

Αυτά βρίσκονται στη βάση της αναστάτωσης που παρατηρείται στις τάξεις του αστικού πολιτικού προσωπικού των ανακατατάξεων και αναδιαμορφώσεων που με τις μορφές που παίρνουν αγγίζουν πλέον τα όρια του τραγέλαφου. Με βάση αυτή την εικόνα οι περισσότεροι των δημοσιολογούντων αναφέρονται στην έλλειψη έρματος, την απουσία πολιτικού αναστήματος, την ανικανότητα εν τέλει του «πολιτικού μας κόσμου». Είναι κι αυτό. Μόνο που κάπως όψιμα το ανακάλυψαν οι τιμητές.
Το σύστημα αυτούς τους πολιτικούς ήθελε, αυτούς προωθούσε, αυτούς λιβάνιζαν επί χρόνια οι σημερινοί επικριτές. Με δεδομένη λοιπόν την ανεπάρκειά τους οι πολιτικοί μας «ηγέτες» βρίσκονται αντιμέτωποι με εξελίξεις και διλλήματα που τους υπερβαίνουν. Παραζαλισμένοι περιδινίζονται, διαφωνούν συμφωνώντας και συμφωνούν διαφωνώντας, αποσκιρτούν για να επιστρέψουν, υψώνουν σημαίες για να τις υποστείλουν την άλλη μέρα, καθώς πανικόβλητοι παραδέρνουν μέσα στο άγχος της πολιτικής τους επιβίωσης.
Το «δυστύχημα» ωστόσο δεν είναι αυτό. Το δυστύχημα είναι ότι μπορεί και να επιβιώσουν. Όχι απαραίτητα σαν συγκεκριμένα πρόσωπα ή και αντίστοιχες πολιτικές μορφοποιήσεις αλλά σαν πολιτικό σύστημα. Βεβαίως πολύ λίγο θα εξαρτηθεί αυτό από τους ίδιους. Στο τι θα γίνει και στο πεδίο αυτό, τον πρώτο και καθοριστικό λόγο και ρόλο θα τον έχουν οι επικυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και σε συνάρτηση πάντα με την πορεία των μεταξύ τους σχέσεων-αντιθέσεων.
Δεύτερο, οι δυνατότητες που έχει η ελληνική κεφαλαιοκρατία να κινηθεί έστω με τους όρους και το πλαίσιο που της έχει προσδιοριστεί.
Τρίτο από την ανεπάρκεια της αριστεράς να αμφισβητήσει έμπρακτα και ουσιαστικά τις «λύσεις» που προωθεί το σύστημα και να δώσει διέξοδο στις λαϊκές διαθέσεις και προσδοκίες.
Τέταρτο από το ότι το επίπεδο συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων δεν βρίσκεται στο σημείο του να μπορεί να υπερβεί αυτές τις ανεπάρκειες και να θέσει το ζήτημα με τους δικούς του όρους και απαιτήσεις.
Τα λαϊκά ξεσπάσματα που με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα θα εκδηλώνονται, προκαλούν τραντάγματα, δημιουργούν ρήγματα, υποχρεώνουν σε αναπροσαρμογές. Πάνω απ’ όλα φέρνουν νέες δυνάμεις στο πεδίο της πάλης, ανοίγουν δρόμους, διαμορφώνουν όρους και προϋποθέσεις. Δεν μπορούν ωστόσο να δώσουν ολοκληρωμένη απάντηση-διέξοδο ενόσω δεν αντιμετωπισθούν ορισμένα κρίσιμα ζητήματα του κινήματος.

Έλλειμμα ευθύνης

Αν αυτή είναι η ποιότητα και το επίπεδο αντιμετώπισης του ζητήματος από την μεριά των αστικών πολιτικών δυνάμεων, δεν είναι ουσιαστικά διαφορετική, από άποψη σοβαρότητας και υπευθυνότητας, η αντιμετώπισή του από τις δυνάμεις της εν γένει αριστεράς. Αυτές οι αναταράξεις, αυτή η διαγραφόμενη αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, αντιμετωπίζεται -για άλλη μια φορά- σαν «ευκαιρία» να εμπλακούν σ’ αυτήν, να πλασαριστούν, έτσι ώστε να αποκτήσουν θέση και ρόλο στο αστικό πολιτικό ταμπλό.
Δεν είναι η πρώτη φορά που μπαίνουν σ’ έναν τέτοιο «πειρασμό» και δεν εννοώ μόνο εκείνες τις δυνάμεις που εμφανώς και ανοιχτά επιχειρούν κάτι τέτοιο. Εννοώ το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά χωρίς να εξαιρώ ούτε τις εξωκοινοβουλευτικές, ούτε την διανόηση που όψιμα θυμήθηκε ότι οφείλει να έχει «λόγο» και ρόλο ούτε τους «αλεξιπτωτιστές» που πέσαν ουρανοκατέβατοι στις «πλατείες».
Σ’ αυτό βρίσκεται η ουσία και το περιεχόμενο των διαφόρων παρεμβάσεων και πολιτικών προτάσεων και οι οποίες χαρακτηρίζονται ως συνήθως από το στοιχείο της αντιστροφής στη σχέση πραγματικού ζητήματος και της πολιτικής πρότασης που -υποτίθεται- έρχεται να το απαντήσει.

Οι κοινοί τόποι «διαφορετικών» απόψεων

Αυτές οι παράλληλες πολιτικές στοχεύσεις δεν είναι συμπτωματικές. Έχουν πίσω τους πολλούς «κοινούς τόπους» στους οποίους συναντώνται οι αντιλήψεις τους. (χωρίς να ‘χουν πάντα μεγάλες αποστάσεις από αντίστοιχες αστικές). Ο πρώτος κοινός τόπος (και τόπος «βάσης») βρίσκεται στον τρόπο θεώρησης της πραγματικότητας, τις αυταπάτες που χαρακτηρίζουν την αντιμετώπιση του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Αναφέρθηκα ήδη αρκετά σ’ αυτό και δεν θα τα επαναλάβω. Περιορίζομαι να θυμίσω ένα βασικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να αναπτυχθούν στα πλαίσια του συστήματος δυνάμεις που να θέλουν και να μπορούν να επιβάλλουν μια αναστροφή πορείας. Ακόμη αυτό που θα ‘χα να προσθέσω, αφορά την σχέση ορισμένων απόψεων και προτάσεων για το «χρέος», με τάσεις και απόψεις που αναπτύσσονται διεθνώς. Πιο συγκεκριμένα υπάρχει και διευρύνεται ένας κύκλος οικονομολόγων και αναλυτών που εκτιμούν ότι η μορφή και οι διαστάσεις που έχει πάρει το παγκόσμιο «χρέος» έχει «πιάσει από το λαιμό» την παγκόσμια οικονομία και δεν την αφήνει να ανασάνει, να λειτουργήσει, να αναπτυχθεί. Σ’ αυτή τη βάση προτείνουν το δραστικό «κούρεμά» του, ενώ ορισμένοι φθάνουν έως και την πρόταση συνολικής διαγραφής. Το ζήτημα δεν βρίσκεται στο αν μια τέτοια άποψη είναι «θεωρητικά σωστή». Το πρόβλημα και όπως έχω ήδη αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο βρίσκεται στο πώς πραγματικά αντιμετωπίζεται το ζήτημα από τις δυνάμεις που μπορούν και δίνουν τις «πρακτικές» πολιτικές απαντήσεις στις σημερινές συνθήκες.
Στην επίδραση τέτοιων απόψεων οφείλεται κατ’ αρχάς και η «εγχώρια» έκδοση του πράγματος με αντίστοιχες απόψεις-προτάσεις διαφόρων οικονομολόγων και άλλων παραγόντων και δυνάμεων. Αυτό που τους «διαφεύγει» είναι ότι αυτές οι απόψεις των επιφανών διεθνών οικονομολόγων, δεν έχουν ούτε το βάρος ούτε την επίδραση στα τεκταινόμενα που ευελπιστούν -αυταπατώμενοι ότι μπορεί να έχει.
Ο δεύτερος κοινός τόπος είναι ο ευρωκεντρισμός και πάλι όλου σχεδόν του φάσματος δυνάμεων και παραγόντων. Και δεν εννοώ μόνον εκείνους που εκδηλώνουν ανοιχτά τις προτιμήσεις τους, ούτε εκείνους που καταφέρνουν να «συνδυάσουν» την έξοδο από την ΟΝΕ με την παραμονή στην ΕΕ. Εννοώ και εκείνους που βγάζουν από το μανίκι «άλλες» προτάσεις, για σχήματα «Νότου», «Μεσογείου» κ.λπ. ή και με «ανοίγματα» και σε άλλες δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα, κ.ά.). Όλες τους έχουν την «Ευρώπη» σαν σταθερό πεδίο αναφοράς. Όχι βέβαια τυχαία. Η «Ευρωπαϊκή ιδέα» είναι αυτή στην οποία έχουν γαλουχηθεί επί δεκαετίες. Η «Ευρώπη» και γενικότερα η «αναπτυγμένη Δύση» παραμένει ο κοινός και αμετακίνητος τόπος αναφοράς. Σ’ αυτή τη βάση είναι απόλυτα φυσιολογικό το ότι με όλες αυτές τις προτάσεις για σχήματα και ενώσεις τέτοιες και αλλιώτικες, δεν του πέρασε κανενός η ιδέα για σχήματα συνεργασίας των βαλκανικών χωρών λ.χ. (λέμε τώρα). Στο κάτω-κάτω και δίπλα μας είναι ενώ και το ελληνικό κεφάλαιο έχει ήδη ανοίξει ένα σωρό «δουλείες» στην περιοχή. Ακόμη, δεν υπάρχουν δυνάμεις του μεγέθους μιας Γαλλίας ή Ιταλίας λ.χ. που να μπορούν στην βάση διαφοράς ισχύος να επιβάλλουν (όπως σε ΕΕ-ΟΝΕ) άδικους δηλαδή εκμεταλλευτικούς όρους. Μα εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημά-τους. Έχουν μια «δυσκολία» να φανταστούν, έστω, ένα τέτοιο σχήμα χωρίς την ύπαρξη «εγγυητριών» (διάβαζε ιμπεριαλιστικών) δυνάμεων. Είπαμε να «ανεξαρτητοποιηθούμε», όχι να γίνουμε και …Βαλκάνιοι!
Ο τρίτος κοινός τόπος βρίσκεται στο πώς αντιμετωπίζεται η ύπαρξη, ο ρόλος και οι δυνατότητες της ελληνικής κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης. Παρ’ όλες τις κριτικές, τις απαξιωτικές αναφορές, τα ανάθεμα που απευθύνουν τόσο σ’ αυτήν όσο -και πολύ πιο έντονα- στο πολιτικό της προσωπικό, στην πραγματικότητα κινούνται στον αστερισμό των δικών της επιλογών. Αυτών που κάνει ή αυτών που «θα μπορούσε» να κάνει. Όλες οι προτάσεις, οι τέτοιες και αλλιώτικες, αυτήν έχουν ως πραγματική αναφορά με τις δικές της δυνατότητες και επιλογές συνδέονται. Σ’ αυτήν απευθύνονται, από αυτήν περιμένουν να κινηθεί, αυτήν «παροτρύνουν» ή αν θέλετε «πιέζουν» να κάνει αυτές ή εκείνες τις κινήσεις. Ακριβώς επειδή σ’ αυτήν αναγνωρίζουν την αρμοδιότητα πρωτοβουλίας κινήσεων τέτοιου εύρους και σημασίας όπως λ.χ. η έξοδος από ΟΝΕ ή άλλου είδους εγχειρήματα.
Δεν είναι έτσι; «Αδικώ» μήπως τις απόψεις, τις προτάσεις, την πολιτική τους; Δεν έχουν λοιπόν παρά να θέσουν θέμα ανατροπής. Ο μόνος τρόπος για να αφαιρεθεί η πρωτοβουλία κινήσεων από την κεφαλαιοκρατική αστική τάξη είναι να ανατραπεί η κυριαρχία της. Ας τεθεί λοιπόν το ζήτημα. Και μάλιστα να τεθεί πραγματικά, ουσιαστικά, έμπρακτα και σε μια τέτοια βάση να διαμορφωθούν και να προωθηθούν πολιτικές κατευθύνσεις και κινηματικές πρακτικές. (Εντάξει μια κουβέντα είπα).
Σ’ αυτόν λοιπόν τον κοινό τόπο συναντάται το σύνολο σχεδόν των πολιτικών που προωθούνται από πολιτικές δυνάμεις και μορφώματα κάθε είδους. Και δεν εξαιρείται απ’ αυτό ούτε το ΚΚΕ (που υποτίθεται θέτει ζήτημα λαϊκής εξουσίας). Με τον ιδιότυπο αναχωρητισμό του. Την συνειδητή περιχαράκωσή του απέναντι στους αγώνες που αναπτύσσονται. Μια πολιτική που στην πραγματικότητα δεν αποτελεί πάρα έκφραση της αμοιβαίας «κατανόησης» που χαρακτηρίζει τις σχέσεις του με την αστική τάξη. Αυτήν που «επιτρέπει» στις δυνάμεις του συστήματος να κινούνται χωρίς τα εμπόδια που θα μπορούσε να παρεμβάλει η ισχυρότερη δύναμη στον χώρο της Αριστεράς. Που «επιτρέπει» στην ηγεσία του ΚΚΕ να ρητορεύει «ταξικά» και «κομμουνιστικά» και να «σωρεύει» -υποτίθεται- δυνάμεις για τον «μεγάλο σκοπό». Δυο λόγια μόνο εδώ για το τελευταίο.
Το είδος και ο χαρακτήρας μιας συσσώρευσης προσδιορίζει και τον τρόπο, την μορφή και τα όρια χρησιμοποίησής της. Στο μόνο που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια τέτοιου είδους «συσσώρευση δυνάμεων» είναι στο να τεθεί -πραγματικά- ζήτημα εξουσίας, αν υπέθετε κανείς ότι κάτι τέτοιο έχει κατά νου η ηγεσία του ΚΚΕ. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν όργανο παρεμβολής στην διαμόρφωση του αστικού πολιτικού ταμπλό όταν κριθεί ότι οι συνθήκες προσφέρονται για κάτι τέτοιο. Μόνο που μέχρι τα «τότε», η πολιτική της «αυτοσυντήρησης» δύσκολα να αντέξει τις πιέσεις μιας όλο και εντεινόμενης ταξικής πάλης.

Ετεροκαθορισμοί και αυτοακύρωση

Κινούμενες σε μια τέτοια λογική, πολιτικές δυνάμεις (και παράγοντες) της εν γένει Αριστεράς, στην ουσία αυτοακυρώνονται. Απαλλοτριώνουν τον ρόλο τους σαν δυνάμεις που διατείνονται ή και που μπορεί να θέλουν ορισμένες, να υπηρετήσουν τον λαό, να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα του, να προωθήσουν την λαϊκή υπόθεση.
Η Αριστερά, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε εμείς (ή πολύ περισσότερο το κομμουνιστικό κίνημα), δεν μπορεί να υφίσταται ως ετεροπροσδιοριζόμενη. Δεν μπορεί δηλαδή να βασίζει την πολιτική και τον ρόλο της σε διεργασίες, διαμορφώσεις, τάσεις και επιλογές δυνάμεων του συστήματος. Όσο για τις φαιδρότητες περί «αξιοποίησης» τάχα των ενδοαστικών ή και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ούτε που αξίζει να ασχοληθεί κανείς. Επειδή πρωταρχική προϋπόθεση για να κάνει οποιοσδήποτε οτιδήποτε είναι να …υπάρχει. Να υφίσταται ως πολιτικό υποκείμενο, με δική του υπόσταση και πολιτική γραμμή που να μην εξαρτά την προώθησή της από το αν θα …βρέξει την άλλη μέρα.
Η Αριστερά μπορεί να υφίσταται πραγματικά μόνον αυτοπροσδιοριζόμενη. Μπορεί να αποκτά υπόσταση και ρόλο μόνο σε συνάρτηση με την πορεία συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων. Μια συγκρότηση που μπορεί να πραγματοποιείται μόνο στο πεδίο της αντίστασης και της πάλης. Μιας πάλης που μπορεί να αναπτύσσεται μόνο στη βάση των πραγματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες και η νεολαία και των στόχων που αυτά αναδεικνύουν. Για όσο διάστημα δεν μπαίνουμε ενεργά, μαζικά, αποφασιστικά σε μια τέτοια τροχιά, θα ανακυκλώνουμε απλώς τα αδιέξοδα του κινήματος.


Κεφάλαιο Η

Για το ζήτημα της δημοκρατίας

Στο σύνολό τους οι παρεμβαίνοντες στην συζήτηση θέτουν -και ο καθένας με τον δικό του τρόπο- ζήτημα δημοκρατίας. Στο «έλλειμμά» της αποδίδουν την επικράτηση των πολιτικών που προωθούνται, την κυριαρχία των «αγορών» κ.λπ. αλλά και εντελώς αντίστροφα για κάποιους άλλους, είναι που στην κυριαρχία «των αγορών» αποδίδεται η δημιουργία αυτού του «ελλείμματος». Γενικότερα με αυτές τις εξελίξεις συνδέουν την υποχώρηση της πολιτικής και του κράτους απέναντι στις «αγορές» κ.λπ.
Συνακόλουθα στην κάλυψη αυτού του ελλείμματος αναζητούν κατά κύριο λόγο την απάντηση στο πρόβλημα που έχει τεθεί, την δυνατότητα αλλαγής των πολιτικών που προωθούνται. Στην ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, την εν γένει αποκατάσταση των δημοσιονομικών λειτουργιών σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Στις διάφορες τοποθετήσεις υπάρχουν δύο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εκφράζουν τα δύο «άκρα» ανάμεσα στα οποία κινούνται όλες οι άλλες. Η μία είναι αυτή που θέτει ως ζητούμενο-«πρόκληση» την «συμφιλίωση της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό». Η άλλη που φθάνει στην διατύπωση της άποψης για το «ασυμβίβαστο της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό».

«Συμφιλιώνοντας» τον καπιταλισμό με την δημοκρατία

Ας δούμε κατ’ αρχάς την πρώτη, όπως διατυπώνεται από τον Erik O. Eriksen.
«Η κρίση […] υπενθύμιση για το πόσο μεγάλη πρόκληση είναι η συμφιλίωση της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό». Έχω την άποψη ότι αυτή η αντίληψη βρίσκεται στον πυρήνα της σκέψης όλων σχεδόν όσοι παρεμβαίνουν στην συζήτηση αλλά για την ώρα ας συνεχίσω με τον Erik O. Eriksen. «Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ένα πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα είναι τα πλέον κατάλληλα όργανα για τη διαχείριση της κρίσης στην ευρωζώνη».
«Με την πρωτοβουλία του ο Παπανδρέου έβαλε την δημοκρατία στην ημερήσια διάταξη».
Η λογική που διαπνέει αυτή την άποψη είναι σαφής και οι αυταπάτες που την χαρακτηρίζουν ολοφάνερες. Το κυρίως πρόβλημα ωστόσο δεν βρίσκεται τόσο σε απόψεις που είναι τόσο ολοφάνερα εκτός πραγματικότητας και συνεπώς εύκολο να αναιρεθούν. Το κύριο βρίσκεται στο ότι στο σύνολό τους κινούνται -επί της ουσίας και παρά τις διαφοροποιήσεις- στα μήκη κύματος αυτής της άποψης.
Είναι άλλο ζήτημα το ότι τα οξύτατα προβλήματα που δημιουργούν οι προωθούμενες πολιτικές προκαλούν έντονες αντιθέσεις, ασκούν πιέσεις και σ’ αυτόν τον κόσμο. Σ’ αυτή τη βάση οδηγούνται σε μια κριτική στάση, οξύτατη πολλές φορές ενώ δεν λείπουν οι εκτιμήσεις, επισημάνσεις που θέτουν σοβαρά ζητήματα. Τόσο μάλιστα ώστε να φθάνουν σε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως θέσεις «άρνησης» του συστήματος. Μόνο που στο σύνολό τους σχεδόν οδηγούνται τελικά σε προτάσεις «διόρθωσης» της κατάστασης με όργανο την δημοκρατία και -εννοείται- στα πλαίσια πάντα του υπάρχοντος -καπιταλιστικού- συστήματος.
Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της λογικής αλλά και της αντιφατικότητάς της βρίσκεται ακριβώς στις απόψεις εκείνου που διατυπώνει την «ακραία» άποψη περί ασυμβίβαστου του καπιταλισμού με την δημοκρατία. Αναφέρθηκα σ’ αυτές ήδη στο πρώτο κεφάλαιο, αλλά αξίζει να τις επαναλάβω.
Γράφει λοιπόν ο Bili Meyer: «Η απόφαση του Παπανδρέου να πάρει πίσω το δημοψήφισμα, κάτω από τις απαράδεκτες πιέσεις και τη σαφέστατη επέμβαση της Μέρκελ και του Σαρκοζί […] είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ότι δημοκρατία και καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστα». «Δεν είναι τυχαίο ότι αποφεύγουν να προχωρήσουμε σε αυτή τη δημοκρατική διαχείριση, γιατί αυτό θα σήμαινε κάτι που οι αγορές απορρίπτουν: να θέσουν σε εφαρμογή μια πολιτική αρχιτεκτονική, ώστε να ανακτηθούν υπέρ των πολιτών στρατηγικοί τομείς, ανάμεσά τους και ο χρηματοπιστωτικός, και να καθορίσουν έναν οικονομικό προσανατολισμό σχεδιασμένο από και για τους ευρωπαίους πολίτες».
Τώρα το πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί και να εφαρμοστεί μια δημοκρατική αρχιτεκτονική σ’ ένα σύστημα «ασυμβίβαστο με την δημοκρατία» αυτό δεν μας το εξηγεί. Ίσως τόσο αυτός όσο κι εμείς να πρέπει να περιμένουμε την επόμενη φαεινή του Παπανδρέου.
Σ’ όλο το φάσμα απόψεων που στην ουσία συντάσσονται με το «δημοκρατικό» καπιταλιστικό σύστημα, διατυπώνονται αντίστοιχες προτάσεις. Επαναφοράς της πολιτικής, ενεργοποίησης του κράτους, ελέγχου των αγορών, ανάδειξης νέων ηγεσιών, αποκατάστασης των δημοκρατικών θεσμών. Ας δώσουμε κατ’ αρχάς ένα μικρό απάνθισμα τέτοιων και παρόμοιων απόψεων-προτάσεων.
Λέει λ.χ. ο Luke Martell: «Αγορά και δημοκρατία δεν μπορούν πλέον να διαχωρισθούν, αλλά η πρώτη έχει υπονομεύσει τη δεύτερη. Όπως και να 'χει, τα κράτη μπορούν να αντισταθούν, ειδικά εάν συνεργασθούν». Τώρα μάλιστα!
Γράφει ο John Keane: «Κρίσιμες στιγμές σαν αυτές ζητούν απελπισμένα έξυπνους δημοκρατικούς ηγέτες. […] Αντ' αυτού, οι σημερινοί ηγέτες είναι […] ηγέτες δεύτερης κατηγορίας ανίκανοι να κοιτάξουν την κρίση κατάματα, να τιμωρήσουν τους υπευθύνους και στη συνέχεια να δώσουν λύση. […] Ποτέ από το 2007, όταν ξέσπασε η κρίση του καπιταλισμού, δεν έχουν συζητηθεί ανοικτά, δημοκρατικά, με τη συγκατάθεση μιας πλειοψηφίας των πολιτών, οι κύριες αποφάσεις που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης».
Ο Κώστας Δουζίνας παρά τις εύστοχες επισημάνσεις που κάνει για το πού οφείλεται λ.χ. το πλεονασματικό γερμανικό ισοζύγιο (αναφέρθηκα προηγούμενα) δείχνει να αδυνατεί να ξεφύγει από την τρέχουσα λογική. «Αλλά οι Κάνες έδειξαν και το κενό στην καρδιά της Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές ελίτ φοβούνται τα δημοψηφίσματα όπως ο διάβολος το λιβάνι».
Jean Paul Fitoussi: «Για να επιλύσουμε αυτό το πρόβλημα χρειάζεται να περιορίσουμε τη δύναμη των αγορών και ο μοναδικός τρόπος για να το κάνουμε είναι να επιβάλλουμε καθορισμένους κανόνες. Αυτό θα αυξήσει τη δύναμη των δημοκρατιών, αποδίδοντας στους πολίτες την επιλογή ανάμεσα σε διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης […]».
Rebeka Harms: «Ο στόχος της οργής μας πρέπει να είναι η διόρθωση αυτής της πορείας σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κριτικάρουμε τον τρόπο λήψης των αποφάσεων του Συμβουλίου […] Παλεύουμε για ισορροπημένη διακυβέρνηση υπό διαφανή και δημοκρατικό έλεγχο».
Judith Butler: «Η διάλυση του νεοφιλευθερισμού είναι επιτακτική ανάγκη για την ανανέωση της ριζοσπαστικής δημοκρατίας».
Μιχάλης Σπουδραλάκης: «Η αφορμή αυτής της κατάστασης είναι η δημοσιονομική και οικονομική κρίση, που έχουν μετατρέψει τις «αγορές» σε αποκλειστική πηγή εξουσίας […] Οι παρατηρήσεις αυτές δεν μπορεί να οδηγούν στον αφελή ρομαντισμό ότι στο παρελθόν οι αναγκαιότητες της καπιταλιστικής οικονομίας υποτάσσονταν στη δύναμη της πολιτικής εξουσίας, όπως αυτή οριζόταν από τη δημοκρατική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Όμως πρέπει να παραδεχθούμε ότι το δημοκρατικό πολίτευμα, όπως το γνωρίζαμε, πάντα έβρισκε τον τρόπο να εξασφαλίζει -μέσα από σειρά πολιτικών και διοικητικών πρωτοβουλιών και συμβιβασμών- τους όρους κεφαλαιακής συσσώρευσης και κοινωνικής ευημερίας. […] Κατά συνέπεια, το ζήτημα της δημοκρατίας αναδεικνύεται σε μείζον επίδικο».
Το σχήμα που διαμορφώνεται με αυτές (και άλλες) τοποθετήσεις χαρακτηρίζεται από ορισμένες βασικές ιδέες. Το «δημοκρατικό πολίτευμα πάντα έβρισκε τον τρόπο…» να δίνει απαντήσεις. «Αγορά και δημοκρατία δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν». Επί της ουσίας αυτό που έχουμε εδώ είναι η ταύτιση του καπιταλιστικού συστήματος με την δημοκρατία. Ταυτόχρονα τον ορισμό του πεδίου εντός του οποίου μπορούν και οφείλεται να αναζητηθούν οι απαντήσεις. Όσο για τις αιτίες αυτές βρίσκονται στην δημοσιονομική και οικονομική κρίση, στον νεοφιλελευθερισμό, στις αρνητικές πτυχές της «παγκοσμιοποίησης», την υποχώρηση της πολιτικής και την αποχώρηση του κράτους στις ανίκανες ηγεσίες, στο ότι δεν συζητήθηκαν δημοκρατικά τα προβλήματα και οι αποφάσεις κ.λπ. κ.λπ.
Εφόσον όμως το δημοκρατικό πολίτευμα «πάντα έβρισκε τρόπους» άρα μπορεί και σήμερα. Μπορεί λοιπόν να προωθηθεί μια άλλη αρχιτεκτονική, να ανακτηθούν υπέρ των πολιτικών στρατηγικοί τομείς, να περιοριστεί η δύναμη των «αγορών», να συνεργαστούν τα κράτη μεταξύ τους και να «διαλυθεί» ο νεοφιλελευθερισμός. Να πετύχουμε ισορροπημένη οικονομική διακυβέρνηση υπό διαφανή και δημοκρατικό έλεγχο και να ανανεώσουμε την ριζοσπαστική δημοκρατία, να διορθώσουμε την πορεία των πραγμάτων σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Τόσο απλά!
Αυτά που χρειάζονται για όλα αυτά είναι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να κριτικάρουμε τον τρόπο λήψης των αποφάσεων. Να μπουν συγκεκριμένοι κανόνες, να αυξήσουμε την δύναμη των δημοκρατικών θεσμών ώστε να δοθεί στους πολίτες η δυνατότητα επιλογών ανάμεσα σε διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ένα πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα είναι τα πιο κατάλληλα εργαλεία γι’ αυτό. Να συζητηθούν δημοκρατικά τόσο οι αιτίες όσο και τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και -επί τέλους- να βρεθούν εκείνοι οι ηγέτες που τόσο «απελπισμένα» αναζητούν οι περιστάσεις. Και τι να απαντήσει κανείς σ’ όλα αυτά. Ας περιοριστώ σ’ αυτό που στην ουσία τους εκφράζουν. Την ζητούμενη αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης πραγμάτων μέσα από την «συμφιλίωση του καπιταλισμού με την δημοκρατία» μια και δημοκρατία και καπιταλισμός δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν. Ή όπως λέμε, εδώ ήρθαμε.

Η δημοκρατία ως έννοια και ως κοινωνική σχέση

Για την φύση και τον χαρακτήρα του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος έχω σχετικά αναφερθεί σε προηγούμενα κεφάλαια. Για την λειτουργία του καθώς και για το πώς εκφράζεται σήμερα σε διάφορα πεδία και σχέσεις.
Εδώ θα μας απασχολήσει περισσότερο η σχέση του με το ζήτημα της δημοκρατίας. Ένα ζήτημα που χρειάζεται να ειδωθεί και στις δύο του πλευρές και εκφράσεις. Τόσο στο πώς έχει ως έννοια, ως αντίληψη, όσο και στο πώς εκφράζεται στις πραγματικές «υλικές» σχέσεις των ανθρώπων και ειδικότερα στα πλαίσια του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Ως προς το πρώτο, ως έννοια και άποψη που χαρακτηρίζει (και πρέπει να χαρακτηρίζει) τις αντιλήψεις των ανθρώπων για τη σχέση τους με τα κοινά. Σαν τέτοια αποτελεί κατάκτηση της ανθρώπινης εξέλιξης, του ανθρώπινου πολιτισμού. Συνδέεται άμεσα με τις έννοιες της ισότητας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, του δικαιώματος των ανθρώπων (όλων των ανθρώπων) να διαμορφώνουν ισότιμα τους όρους της ζωής τους.
Ακούγεται σαν κάτι το αυτονόητο, χρειάζεται ωστόσο να υπενθυμίσουμε ότι δεν ήταν πάντα έτσι και εξακολουθεί -από άποψη ουσίας- να μην είναι. Ιστορικά έπρεπε να «περάσει» (μαζί με πολλά άλλα) από την διάκριση σε ελεύθερους και δούλους. Σε ευγενείς και δουλοπάροικους. Να φθάσει και σε άλλου τύπου διακρίσεις. Αυτή η διάκριση, αυτός ο διαχωρισμός σε «εκλεκτούς» και «κατώτερους» χαρακτήρισε τις ανθρώπινες κοινωνίες για χιλιετίες. Η βάση της ήταν πάντα ο ταξικός διαχωρισμός σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους και πάνω σ’ αυτήν αναπτύσσονταν, διαμορφώνονταν οι αντίστοιχες αντιλήψεις. Αυτή η διάκριση συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και στις μέρες μας σε ανάλογη βάση και για παραπλήσιους λόγους. Και δεν εννοώ μόνο κοινωνίες με φεουδαρχικές επιβιώσεις ή οποιουδήποτε τύπου αυταρχικά καθεστώτα αλλά και τις αναπτυγμένες, δημοκρατικές, όπως χαρακτηρίζονται, κοινωνίες. Και όχι μόνο από άποψη πραγματικών σχέσεων (θα αναφερθώ παρακάτω) αλλά και σε επίπεδο αντιλήψεων. Η αντίληψη ότι στον κόσμο τούτο υπάρχουν από τη μια οι εκλεκτοί και από την άλλη ο «χύμα κόσμος» διαποτίζει την σκέψη του συνόλου σχεδόν όσων ανήκουν στην «ελίτ» όλων των κατηγοριών και βαθμίδων. Και δεν εννοώ μόνο εκείνους που θεωρούν ότι είναι πλούσιοι, όχι επειδή ανήκουν στην τάξη των εκμεταλλευτών αλλά επειδή είναι «ικανοί». Ούτε εκείνους που πιστεύουν ότι ανήκουν στα ανώτερα πολιτικά κρατικά κλιμάκια επειδή είναι «άξιοι».
Εννοώ και την λεγόμενη ελίτ του πνεύματος, όλους εκείνους που αντιμετωπίζουν με «συγκατάβαση» τον «δήμο» (αρκεί αυτός να μην «λαϊκίζει») ή και την «προοδευτική» διάθεση να «διδάξουν», να «νουθετήσουν» την «αμαθή και καθυστερημένη» πλέμπα. Όπως και να ‘χει πάντως και για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, αυτές τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, το δικαίωμα στην ισότητα, την δικαιοσύνη, την ελευθερία, την δημοκρατία, δεν τα «χαρίζουμε» σε κανέναν. Και πρώτα απ’ όλα στους φορείς του συστήματος που απλώς τα καπηλεύονται με τον πιο θρασύ και ξεδιάντροπο τρόπο. Ούτε όμως και σε άλλους που είτε αφελώς είτε εκ του πονηρού γαντζώνονται στο ζήτημα της δημοκρατίας για να αποφύγουν τις απαντήσεις στα ζητήματα έτσι όπως αυτά πραγματικά τίθενται, ανάμεσα στα οποία και το ζήτημα της …δημοκρατίας.
Ας προχωρήσουμε όμως στο πώς τίθεται το ζήτημα στη βάση των πραγματικών σχέσεων που καθορίζουν το πώς υφίσταται και λειτουργεί το κάθε τι. Ανέφερα σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι το ζήτημα της δημοκρατίας είναι λιγότερο σύστημα θεσμών και κανόνων που την κατοχυρώνουν, υπό την εγγύηση μάλιστα ενός οργανισμού όπως το κράτος. Είναι πολύ περισσότερο ζήτημα σχέσεων. Σχέσεων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ταξικών. Ταυτόχρονα και μέσα στο πλαίσιο που διαμορφώνουν αυτές οι σχέσεις, ζήτημα συσχετισμών ανάμεσα σε κοινωνικές, ταξικές πολιτικές δυνάμεις. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Ας αναφερθούμε κατ’ αρχάς στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και στο πώς ορίζει τη σχέση του με το ζήτημα ο Δημήτρης Χριστόπουλος λ.χ. «Ο καπιταλισμός ενώ γέννησε την φιλελεύθερη ιδεολογία πολύ συχνά την απαξίωσε και την ακύρωσε εν μέσω αυταρχικών στρατηγικών έως και πραξικοπημάτων».
Σε σχέση λοιπόν με αυτές τις δύο διαστάσεις που εμφάνισε ο καπιταλισμός στην ιστορία, μπορούμε σε συντομία να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις. Η αστική τάξη απέναντι στη φεουδαρχία που την κατέπνιγε ήταν αρκετά φυσικό να υιοθετήσει αντιλήψεις ισότητας, ελευθερίας, δημοκρατίας, έτσι ώστε να απαντά στο «εκ Θεού» «δικαίωμα» της φεουδαρχίας να την καταπιέζει και να την εκμεταλλεύεται. Ταυτόχρονα οι αντιλήψεις αυτές της έδιναν την δυνατότητα να συνδεθεί με τις πολύ περισσότερο καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες λαϊκές μάζες και να αποκτήσει έτσι ισχύ ανατροπής. Liberte, egalite, fraternite (ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα) τα συνθήματα της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης (1789). Ανεξάρτητα από το πώς εφαρμόστηκαν αυτά τόσο από το επαναστατικό καθεστώς όσο και στη συνέχεια, δεν παύουν να αποτελούν κατακτήσεις της κοινωνικής εξέλιξης και παρακαταθήκες του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ωστόσο αυτό το δεδομένο δεν αναιρεί το γεγονός ότι το καπιταλιστικό σύστημα που ορθώθηκε στα ερείπια της φεουδαρχίας ήταν ένα εκμεταλλευτικό σύστημα και πως η αστική τάξη που διαδέχτηκε την φεουδαρχική ήταν μια τάξη που εκμεταλλεύονταν και καταπίεζε τις άλλες τάξεις. Αυτό ήταν που καθόριζε και τις πραγματικές σχέσεις και στο πεδίο της δημοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι και αυτό το δικαίωμα ψήφου, για πάρα πολλά χρόνια το στερούνταν όσοι δεν είχαν οικονομικά μέσα (δηλαδή η μεγάλη πλειοψηφία του λαού) και στο σύνολό τους οι γυναίκες. Ή και για να αναφερθούμε σε πιο «υλικές» εκφράσεις του ζητήματος, την απαλλοτρίωση των φεουδαρχών από τα χτήματά τους (σε διάφορες φάσεις και με διάφορες μορφές ανά χώρα) μια εξέλιξη σε εντελώς αντίστροφη κατεύθυνση. Η απαλλοτρίωση των παραγωγών (αγροτών-τεχνιτών κ.λπ.) από τα παραγωγικά τους μέσα, στα πλαίσια της διαδικασίας πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Μια απαλλοτρίωση που πραγματοποιήθηκε με τους πιο βίαιους και απάνθρωπους τρόπους, αλλά «νομότυπα» ή και «δημοκρατικά» με διατάγματα και νόμους που ψηφίστηκαν σε κοινοβούλια. (Τηρουμένων των αναλογιών κάτι ανάλογο συντελείται και στις μέρες μας).
Με άλλα λόγια η άνοδος της αστικής τάξης μπορεί να αναβίωσε τις έννοιες της δημοκρατίας κ.λπ. αλλά το καπιταλιστικό σύστημα σαν εκμεταλλευτικό δεν μπορεί να θεωρείται πως ταυτίζεται, πως συνδέεται αναπόσπαστα με αυτές τις έννοιες, τόσο σε σχέση με την τυπική έκφραση του πράγματος όσο και πολύ περισσότερο την ουσιαστική. Σ’ αυτή τη βάση μόνο τυχαίο δεν είναι ότι «συχνά την απαξίωσε (την φιλελεύθερη ιδεολογία) όπως αναφέρει ο Δημήτρης Χριστόπουλος στο απόσπασμα που λίγο προηγούμενα παρέθεσα. Μόνο που θα ‘θελα να «υπενθυμίσω» ότι αυτή η «απαξίωση μέσω αυταρχικών στρατηγικών» ή και «πραξικοπημάτων» χαρακτηρίζει συνολικά την πορεία του καπιταλιστικού συστήματος. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πραξικοπήματα στις τριτοκοσμικές χώρες οι οποίες στην σχετική φιλολογία ερμηνεύονται σαν έκφραση της καθυστέρησης αυτών των χωρών. Μεγαλύτερο βάρος έχει λ.χ. η άνοδος του φασισμού στη διάρκεια του μεσοπολέμου και η οποία στη βασική της πλευρά εκδηλώθηκε σαν «απάντηση του συστήματος εκμετάλλευσης στην άνοδο του διεκδικητικού, επαναστατικού εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό και εκδηλώθηκε στο σύνολο των αναπτυγμένων καπιταλιστικά «δημοκρατιών» και έγινε καθεστώς σε σειρά χωρών με πιο σημαντικές τις Γερμανία, Ιταλία. Η ουσία του πράγματος: Το καπιταλιστικό σύστημα όποτε χρειαστεί να υπερασπιστεί το έχει του απέναντι στις λαϊκές μάζες ή, αν θέλετε, όποτε το ζήτημα της δημοκρατίας τεθεί στην καθολική του διάσταση, τότε απλώς την …καταργεί.
Όσο για το πώς λειτουργεί σήμερα, ή σε εν γένει «δημοκρατικά ομαλές» περιόδους αξίζει να σταθούμε σ’ αυτά που αναφέρει ο Κώστας Γ. Χρυσόγονος «Στις καπιταλιστικές κοινωνίες η συναίνεση αποτελεί τη θεμελιώδη οργανωτική μορφή της κοινωνικής συμβίωσης, σε αντίθεση με τους προκαπιταλιστικούς (φεουδαρχικούς, δουλοκτητικούς κ.λπ.) σχηματισμούς, όπου προείχε ο καταναγκασμός. Η συναίνεση αυτή όμως, […] είναι περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική. Όπως ο εργαζόμενος μπορεί να μη διαθέτει πρακτικά άλλη επιλογή από το να εκποιεί την εργατική του δύναμη για να εξασφαλίζει ένα μισθό οριακά επαρκή για την αναπαραγωγή της […] έτσι και ο ψηφοφόρος μπορεί να μην έχει άλλη επιλογή από το να «εκποιεί» την ψήφο του σε έναν από τους -ελάχιστους ούτως ή άλλως- διεκδικητές της εξουσίας, με οριακά μικρή αντιπαροχή […] Η συναίνεση καθίσταται συχνά προϊόν αφανούς εκβιασμού και ο τελευταίος οδηγεί ολοένα μεγαλύτερη μερίδα πολιτών σε απελπισία και αποστασιοποίηση από τα πολιτικά δρώμενα». Στα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο Κώστας Γ. Χρυσόγονος μάλλον δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα από τη μεριά μου μια και συμφωνών μ’ αυτά.
Το μόνο που θα ‘χα να παρατηρήσω είναι πως αυτά που αναφέρει αποτελούν εκφράσεις μιας συνολικότερης σχέσης που δεν καλύπτεται από τον όρο «συναίνεση». Είναι εκφράσεις ενός συνολικότερου καταναγκασμού (σίγουρα διαφορετικού απ’ αυτόν που ίσχυε στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες) αλλά οπωσδήποτε υπαρκτού. Ενός καταναγκασμού ή «πειθαναγκασμού» αν προτιμάτε στη βάση του οποίου οι λαϊκές τάξεις δεν «συναινούν» αλλά «αποδέχονται» (και για όσο) την καπιταλιστική κυριαρχία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αναγκάζονται να «εκποιούν» την εργατική τους δύναμη και την ψήφο τους.

Η προοπτική των πραγμάτων

Ως προς την προοπτική των πραγμάτων ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις που εκθέτει ο Στάθης Κουβελάκης και οι οποίες θέτουν σημαντικά ζητήματα ανεξάρτητα από το επίπεδο συμφωνίας ή διαφωνίας που μπορεί να έχει κανείς με αυτές.
«Η συντελούμενη ανατροπή συνιστά συνεπώς κάτι βαθύτερο από μια προσωρινού χαρακτήρα διακοπή της «δημοκρατικής ομαλότητας». Στην ουσία πρόκειται για την απαρχή μιας μετάλλαξης προς ένα «μεταδημοκρατικό» καθεστώς όπου οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες επιβιώνουν ως απλή πρόσοψη. Στόχος είναι να περάσει η διαχείριση της εξουσίας στα χέρια ενός πολιτικού προσωπικού αυτονομημένου από κάθε κομματική και κοινωνική βάση αλλά απευθείας συνδεδεμένου με τα κυρίαρχα επιχειρηματικά συμφέροντα και απόλυτα πειθήνιου στις εντολές του ευρωπαϊκού κέντρου».
Θα ‘θελα να σταθώ λίγο περισσότερο στις απόψεις του Στάθη Κουβελάκη. Στο κάτω-κάτω ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς, αξίζει περισσότερο να τις εκφράσει απέναντι σε απόψεις που -τουλάχιστον- έχουν μια σοβαρότητα, παρά σε γελοιότητες του τύπου πως αυτό που μας χρειάζεται είναι ένα καλό Ευρωκοινοβούλιο για την αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης.
Σε σχέση λοιπόν με τις απόψεις του Στάθη Κουβελάκη, αυτό που αναφέρει ως «μεταδημοκρατικό» από άποψη ουσίας και στοιχείων που το χαρακτηρίζουν δεν είναι και τόσο νέο. Το ότι οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες λειτουργούν σε σημαντικό βαθμό ως «πρόσοψη» ενώ οι ουσιαστικοί όροι των αποφάσεων διαμορφώνονται «αλλού» είναι πολύ παλιότερο της σημερινής κρίσης. Το ότι το (αστικό) πολιτικό προσωπικό λειτουργεί -ουσιαστικά- αυτονομημένο απέναντι στην κοινωνική και κομματική του βάση επίσης δεν είναι κάτι το νέο (θα αναφερθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτό αμέσως μετά). Το ότι βρίσκεται σε απ’ ευθείας σύνδεση με τα κυρίαρχα επιχειρηματικά (καπιταλιστικά) συμφέροντα είναι μια πολύ παλιά ιστορία. Όσο για το ότι είναι απόλυτα πειθήνιο στις εντολές του ευρωπαϊκού κέντρου εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση. Απόλυτα ή σχεδόν πειθήνιο στις εντολές του ευρωπαϊκού κέντρου είναι το πολιτικό προσωπικό των χωρών «δεύτερης κατηγορίας» της ΕΕ. Αυτό καθόλου δεν ισχύει για το πολιτικό προσωπικό των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Αυτό -και εννοούμενο πάντα στην σύζευξή του με την αντίστοιχη κεφαλαιοκρατική τάξη- δεν είναι «πειθήνιο» σε κανένα ευρωπαϊκό κέντρο. Αυτό είναι το …ευρωπαϊκό κέντρο.
Ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η άποψη για την αυτονόμηση από κοινωνική, κομματική βάση. Υπάρχει μια αλήθεια στις επισημάνσεις του Στάθη Κουβελάκη μόνο που πρέπει να τοποθετηθεί στα σωστά της μέτρα. Θα πρέπει κατ’ αρχάς να υπενθυμίσω ότι τα ακραιφνώς αστικά κόμματα και ιδιαίτερα σε παλιότερες εποχές, δεν είχαν σχεδόν ποτέ κομματικές οργανώσεις (τουλάχιστον με την έννοια και τη μορφή που εμφανίζονται σήμερα). Αυτό καθρέφτιζε και τις σχέσεις τους με την κοινωνία. Πρώτο το επίπεδο κυριαρχίας και ελέγχου του κοινωνικού γίγνεσθαι από τη μεριά των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Δεύτερο τις αντιθέσεις ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου (και αντίστοιχων πολιτικών μορφοποιήσεων) οι οποίες λύνονται (διευθετούνται) κυρίως με βάση την διαμόρφωση συσχετισμών σε «άλλα» πεδία. Μορφές «οργάνωσης» του χώρου τους περισσότερο θα πρέπει να λογίζονται σαν τέτοιες, ο σύνδεσμος βιομηχάνων, η ένωση εφοπλιστών και τα διάφορα επιμελητήρια παρά κομματικές οργανώσεις λαϊκής βάσης. Όσον αφορά την «σύνδεση» με την «άλλη» κοινωνία, αυτή γινόταν κυρίως μέσω του κρατικού μηχανισμού, των διάφορων κομματαρχών ή και την υιοθέτηση -κυρίως προεκλογικά- κάποιων διεκδικήσεων των λαϊκών στρωμάτων που κατά κανόνα ξεχνιούνταν μετά τις εκλογές. Αυτοί ήταν οι όροι στη βάση των οποίων οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες αποτελούσαν κατά κύριο λόγο «πρόσοψη» των όσων συντελούνταν.
Βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά αυτών των σχέσεων διατηρούνται μέχρι τα σήμερα, ωστόσο απ’ ένα σημείο και πέρα επήλθαν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Αυτό συνδέεται με την άνοδο του εργατικού και συνολικά του λαϊκού κινήματος και της «απειλής» που εμφανίστηκε στον ορίζοντα για την κυριαρχία και την ίδια την ύπαρξη του συστήματος. Μια βασική συνέπεια υπήρξε η διαφορετική αντιμετώπιση των μεσοστρωμάτων, βασικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και κυρίως στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, και η πολιτική άμβλυνσης των αιχμών που προσέδιδαν δυναμική στο εργατικό κίνημα. Αναφέρθηκα ήδη σ’ αυτό το θέμα σε προηγούμενα κεφάλαια. Εδώ περιορίζομαι να σημειώσω ότι αυτό σηματοδοτούσε μια άλλη σχέση του συστήματος «με την κοινωνία» σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους. Αυτή η εξέλιξη έφερε διαφοροποιήσεις και στο «οργανωτικό», κομματικό κ.λπ. πεδίο.
Τα εργατικά κομμουνιστικά κόμματα κ.λπ. έτσι κι αλλιώς αποτελούσαν οργανισμούς εργατικής λαϊκής βάση. Με ανάλογο τρόπο συγκροτούνταν πλέον και τα μικροαστικά, ρεφορμιστικά κόμματα και ανεξάρτητα της προέλευσής τους. Είτε δηλαδή επρόκειτο για πρώην εργατικά επαναστατικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που «μετακινήθηκαν» στην μεριά του συστήματος, είτε για μικροαστικά κόμματα που με τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις αποκτούσαν μεγαλύτερη, πιο πραγματική υπόσταση, είτε ακόμη επρόκειτο για κόμματα που δημιουργήθηκαν «από τα πάνω», όπως στην περίπτωση του «δικού μας» ΠΑΣΟΚ. Όσον αφορά τα παραδοσιακά αστικά κόμματα, αποπειράθηκαν και αυτά -«μιμούμενα» τους άλλους- να στήσουν κομματικές οργανώσεις με περιορισμένα κατά κανόνα αποτελέσματα.
Αυτό που συντελείται σήμερα και που επισημαίνει ο Στάθης Κουβελάκης συνδέεται κατ’ αρχάς και κατά κύριο λόγο και όπως έχω ήδη αναφερθεί με την υποχώρηση, την ήττα του κινήματος, την εξουδετέρωση της «απειλής». Με το ότι το σύστημα δεν νιώθει πλέον τόσο πιεστική την ανάγκη στήριξης στα μεσοστρώματα, αντίθετα η επίθεση του κεφαλαίου επεκτείνεται και σ’ αυτά.
Δεύτερο, το ότι με βάση την προηγούμενη εξέλιξη αλλά και την διαμορφούμενη σήμερα κατάσταση (κρίση-αναδιάταξη), τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν περάσει ανοιχτά και χωρίς προσχήματα πλέον στην υπηρεσία του συστήματος. Τρίτο, το ότι με βάση την όξυνση των ανταγωνισμών στην οποία οδηγούν αυτές οι εξελίξεις οι αστικές δυνάμεις «ενώνονται» τόσο απέναντι στον λαό όσο και -σε εθνικό επίπεδο- έναντι αλλήλων (Βλέπε λ.χ. συγκυβέρνηση στην Γερμανία ή και Ελλάδα αλλά και το μοτίβο της «συναίνεσης» που καλλιεργείται παντού). Αυτό το ρήγμα στο κοινωνικό πεδίο είναι που επιδρά καθοριστικά και στο φαινόμενο της «παρακμής» των κομματικών και άλλων οργανώσεων αυτών των δυνάμεων. Ούτε οι «από κάτω» μπορούν να βρουν «χρησιμότητα» σε οργανισμούς που συγκροτήθηκαν σε άλλη βάση και για άλλους λόγους, ούτε οι «από πάνω» τις πολυθέλουν να «μπερδεύονται στα πόδια τους». Εκείνο πάντως που θα ‘θελα να επισημάνω σε σχέση ιδιαίτερα με το τελευταίο (την «συναίνεση» κ.λπ.) είναι πως οι ίδιες αυτές εξελίξεις (κρίση κ.λπ.) μπορεί να λειτουργήσουν και στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Δηλαδή και όπως ήδη συμβαίνει σε ορισμένες χώρες, στην όξυνση των «εσωτερικών» ενδοαστικών αντιθέσεων.

Περί του «τέλους της πολιτικής»

Τέλος και ανεξάρτητα από τις απόψεις του Στάθη Κουβελάκη θα ήθελα να αναφερθώ σε μια άποψη που προβλήθηκε τα τελευταία χρόνια και που τα αποτυπώματά της τα συναντάμε και στις παρεμβάσεις που μας απασχολούν εδώ. Αναφέρομαι σε απόψεις που θεωρούν ότι το σύστημα δεν έχει πλέον και τόση ανάγκη στην πολιτική διαμεσολάβηση και ότι το κεφάλαιο αναλαμβάνει «απ’ ευθείας» την διακυβέρνηση της κοινωνίας. Μια φιλολογία που άνθισε ιδιαίτερα με την περίπτωση Μπερλουσκόνι. Βεβαίως ο Μπερλουσκόνι μας τελείωσε αλλά η άποψη μένει. Τα «ίχνη» της τα συναντάμε στις απόψεις για το τέλος του κράτους, της πολιτικής και των πολιτικών, ενώ μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβεβαιώνεται με την «επιστράτευση» τεχνοκρατών όπως ο Παπαδήμος στην Ελλάδα ή ο Μόντι στην Ιταλία. Χωρίς να αγνοώ ή να υποτιμώ καθόλου τις τάσεις οι οποίες μπορεί και με βάση το διαταραγμένο διεθνές περιβάλλον να οδηγήσουν και σε ακόμη χειρότερες εκτροπές, δεν θα συμφωνούσα με μια τέτοια αντίληψη πραγμάτων.
Οι κοινωνίες -και πάνω σ’ αυτό η αστική τάξη έχει μια πείρα αιώνων- δεν «διοικούνται» αλλά διακυβερνώνται. Αυτό έχει τους δικούς του όρους και ανεξάρτητα την μορφή που παίρνουν ανάλογα τις συνθήκες. Επί παραδείγματι είναι σαφές ότι στα πλαίσια της γενικευμένης επίθεση ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες το σύστημα θωρακίζεται με μέτρα και μέσα που συρρικνώνουν τις -αστικές έστω- δημοκρατικές λειτουργίες και ελευθερίες. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι παύει να αποτελεί βασική του επιδίωξη η διαμόρφωση κοινωνικών όρων στήριξης της κυριαρχίας του και αντίστοιχων πολιτικών. Εκείνο που μάλλον «μπερδεύει» τους διάφορους αναλυτές είναι το ότι η έκταση και το βάθος της επίθεσης, πέραν όλων των άλλων θέτει σε κίνηση μια συνολική αναδιάρθρωση τέτοιων διαστάσεων που ούτε οι επιτελείς του συστήματος γνωρίζουν τι τελικά θα τους δώσει. Το ότι λοιπόν και με βάση τις συνολικές εξελίξεις δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και λύσεις «έκτακτων αναγκών» αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να αποδίδουμε γενική ισχύ σε επιμέρους εκφράσεις του όλου ζητήματος.
Το δικό τους ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ερμηνείες που επιχειρούνται -πέραν αυτών που ήδη αναφέρθηκαν- για το πού οφείλεται το έλλειμμα δημοκρατίας που εμφανίζεται. Γράφει λ.χ. ο Κ. Γ. Χρυσόγονος αναφερόμενες στα, όπως τα χαρακτηρίζει, «δύο προβλήματα της νεωτερικότητας». «Πρώτο, οι κοινωνίες αυτές είναι μαζικές αλλά και γεωγραφικά εκτεταμένες, με αποτέλεσμα η διεκδίκηση και άσκηση της εξουσίας να προϋποθέτει δικτύωση και οργάνωση σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή σ' εκείνη του πολιτικού κόμματος. Όπως έχει καταδείξει η επιστημονική έρευνα, κάθε κομματικός οργανισμός αναπτύσσει εγγενείς ολιγαρχικές τάσεις. Οι κομματικοί «στρατοί», παρόμοια με τους πραγματικούς, χρειάζονται την ιεραρχία και την πειθαρχία προκειμένου να είναι αποτελεσματικοί στο πεδίο της εκλογικής «μάχης». […] Δεύτερο, και ίσως ακόμη σημαντικότερο, […] ότι το κεφάλαιο έχει, από τη φύση του, μεγαλύτερη κινητικότητα σε σχέση με την εργασία και έτσι μπορεί, με την απειλή της φυγής του, να ασκήσει πιο αποτελεσματική πίεση στην εξουσία απ' ό,τι ακόμη και η πιο οργανωμένη συνδικαλιστικά εργατική τάξη…».
Την δική του εκδοχή δίνει ο Αντώνης Λιάκος. «Στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, και με τις νέες ηλεκτρονικές τεχνολογίες ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσει η δημοκρατία, τουλάχιστον με τη μορφή ενός συμμετοχικού συστήματος αποφάσεων. Τα κέντρα των αποφάσεων χάθηκαν από τον ορίζοντα, όχι γιατί περιήλθαν σε σκοτεινές στοές, όπως μερικές φορές συνέβαινε στην προηγούμενη περίοδο, αλλά γιατί κεφάλαια, τεχνογνωσία, πληροφορίες, εταιρικές σχέσεις κλπ. μπορούσαν να κινούνται πλέον χωρίς περιορισμούς σε ένα πλανητικό επίπεδο».
Τι είναι εκείνο που «λείπει» σ’ αυτές και σε πολλές άλλες παρόμοιες θεωρήσεις του ζητήματος. Λείπει η θεώρηση του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος στη βάση των πραγματικών, ταξικών, εκμεταλλευτικών, καταπιεστικών του χαρακτηριστικών. Αυτό είναι ένα πραγματικό «έλλειμμα» και είναι αυτό που βρίσκεται πίσω από την «αμηχανία» λ.χ. που εκδηλώνει ο Δημήτρης Χριστόπουλος καθώς αναφέρει: «Η πολιτική κυριαρχία ως «αυτόνομη βαθμίδα εγγύησης της ενότητας της δημόσιας σφαίρας», «επικράτειας της πολιτικής», «σημείο εκκίνησης και άφιξης όλων των στοιχείων του κράτους» (σταχυολογώ μερικούς ορισμούς από εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου) παρέλκει. […] Για τους λόγους αυτούς, τα τελευταία χρόνια στέκομαι ειλικρινά αμήχανος πώς θα ξεκινήσω την «Εισαγωγή στη θεωρία του κράτους και του δικαίου» στους πρωτοετείς φοιτητές μας. Φέτος, ακόμη περισσότερο. Σα να διδάσκω αλχημεία στον κόσμο της χημείας». Πραγματικά έτσι είναι. Όταν αντιμετωπίζεται το κράτος, οι έννοιες του δικαίου γενικά και αφηρημένα και όχι στη βάση των πραγματικών τους σχέσεων με το σύστημα, όταν με ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζεται το ίδιο το σύστημα είναι σαν να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε προβλήματα χημείας με όρους και εργαλεία αλχημείας.
Και βεβαίως δεν είναι παράξενο το ότι μέσα από μια τέτοιου είδους θεώρηση ο προαναφερόμενος Αντώνης Λιάκος λ.χ. καθώς βλέπει να «χάνονται από τον ορίζοντα τα κέντρα λήψης αποφάσεων» καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η «δημοκρατία, η συμμετοχική πολιτική για άλλη μια φορά γίνεται ουτοπία».
Δεν είναι λιγότερο ζοφερή η εικόνα που βγαίνει από τις εκτιμήσεις του Κώστα Χρυσόγονου που βλέπει σαν μεγάλο εμπόδιο τα αυξημένα πληθυσμιακά και γεωγραφικά μεγέθη των κοινωνιών. Όταν μάλιστα απαξιώνει (βάσει «επιστημονικής έρευνας») αυτό που ο ίδιος θέτει ως όρο απάντησης, δηλαδή την πολιτική κομματική οργάνωση, αυτό που μένει είναι μια αίσθηση αδιεξόδου.

Αναζητώντας την «αθηναϊκή δημοκρατία»

Ανάλογες τάσεις «φυγής» από το πραγματικό πρόβλημα και παρόμοια λογική χαρακτηρίζει και τις προτάσεις απάντησης στο ζήτημα που έχει τεθεί. Γράφει λ.χ. ο Κώστας Δουζίνας: «Η άμεση δημοκρατία του Συντάγματος έδειξε ένα νέο σχεδιασμό στον οποίο το πλήθος μπαίνει στο κέντρο της πολιτικής […] Αν η δημοκρατία ξεκίνησε στην Αθήνα, η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει τη σύγχρονη μορφή της που συνδυάζει το αντιπροσωπευτικό και αμεσοδημοκρατικό στοιχείο. Θα είναι η μεγαλύτερη προσφορά μας στον κόσμο και η καλύτερη απάντηση στις πρόσφατες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς».
Ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης επιχειρεί να δώσει μια πιο συγκροτημένη καθώς την θεωρεί πρόταση. «Ο πολιτικός φορέας δεν μπορεί παρά να ξεπερνά έμπρακτα τον ρομαντισμό και τα αδιέξοδα του φορέα-πρωτοπορία, που έτσι και αλλιώς αντιστοιχούσε σε εντελώς διαφορετικό καταμερισμό εργασίας, να αξιοποιήσει τις οργανωτικές, πολιτικές και τεχνολογικές κατακτήσεις πολιτικής κινητοποίησης των τελευταίων δεκαετιών και να συγκροτήσει ένα άλλο πρότυπο δημοκρατικό όραμα, το οποίο ενσωματώνει αλλά δεν υποτάσσεται στον (συχνά επικίνδυνο) λαϊκισμό της «άμεσης δημοκρατίας» και πηγαίνει πέρα από τον κονφορμισμό της αντιπροσωπευτικής διαδικασίας. Προκλήσεις μεγάλες αλλά απαραίτητες αν πιστεύουμε ότι η δημοκρατία και η κοινωνική συνοχή έχουν μέλλον».
Χρειάζεται να σταθούμε λίγο στο ζήτημα της αθηναϊκής δημοκρατίας μια και πολύ «φορέθηκε» τελευταία σε σύζευξη με το ζήτημα της «άμεσης δημοκρατίας». Όπως κι αν θα μπορούσε να αξιολογήσει κανείς την ύπαρξή της στη διαδρομή της ιστορίας, το εντυπωσιακό σ’ αυτές τις απόψεις είναι άλλο. Είναι η «άνεση» με την οποία οι θιασώτες τους «προσπερνάν» ένα συγκλονιστικό δεδομένο. Το γεγονός ότι η αθηναϊκή δημοκρατία εδραζόταν σε μια δουλοκτητική κοινωνία. Το ότι η όποια δημοκρατία των πολιτών της πατούσε (και συνέθλιβε) τα δικαιώματα και την ίδια την ύπαρξή τους, πολλαπλάσιου αριθμού δούλων.
Ίσως βέβαια η εξήγηση αυτής της άνεσης να βρίσκεται στην εκτίμηση -όπως διατυπώνεται σε ορισμένες παρεμβάσεις- ότι και η σύγχρονη εκδοχή της δημοκρατίας οφείλει πολλά στην υπεροχή της αναπτυγμένης Δύσης απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο. Μια υπεροχή που με τα κέρδη και τα προνόμια που της διασφάλιζε, της παρείχε και τη δυνατότητα να απολαμβάνει την «πολυτέλεια» της δημοκρατίας. Μια πολυτέλεια που τείνει να αναιρεθεί καθώς σύμφωνα πάντα με τις ίδιες εκτιμήσεις, η άνοδος και άλλων δυνάμεων στον κόσμο «υποχρεώνει» (την καημένη) την Δύση σε ένα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό dumping όπως το χαρακτηρίζουν. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε θα πρέπει να «αποχαιρετίσουμε» την «ουτοπική» εν τέλει ιδέα της δημοκρατίας όπως μελαγχολικά διαπιστώνουν ορισμένοι.
Εκτός κι αν πρέπει να συνταχθούμε με εκείνες τις δυνάμεις που επιδιώκουν την επανακατάκτηση επαναποικιοποίηση του κόσμου έτσι ώστε μετά την ευτυχή έκβαση αυτής της ευγενούς επιχείρησης να δημιουργηθούν οι οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις για την εκ νέου αναβίωση της δημοκρατίας (αθηναϊκού τύπου).

Ιδεολογικές και ταξικές αφετηρίες μιας αντίληψης

Έχοντας τέτοιες βάσεις θεώρησης των πραγμάτων, δεν είναι και τόσο απροσδόκητες ούτε οι αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν πολλές απόψεις ούτε οι εκφράσεις αυτοαναίρεσης. Αν λ.χ. η δημοκρατία είναι ανέφικτη και ουτοπική πώς γίνεται να αναζητώνται σ’ αυτήν απαντήσεις. Αλλά ας το προσπεράσω αυτό. Θα προσπεράσω επίσης τα σχήματα στον αέρα που εκπονούν πολλοί, επειδή απλώς είναι …σχήματα στον αέρα. Και είναι τέτοια επειδή βρίσκονται σε σχέση απογείωσης με την πραγματικότητα στην οποία υποτίθεται ότι προτίθενται να προσφέρουν συνταγές δημοκρατικής λειτουργίας. Αυτή η αντιφατικότητα δεν διαφεύγει ολονών. Και είναι αυτό που επιχειρεί να αντιμετωπίσει ο Μ. Σπουδραλάκης λ.χ. αναφερόμενος στην αναγκαιότητα αναίρεσης τόσο του «λαϊκισμού» που εμπεριέχει η «αμεσοδημοκρατική» άποψη, όσο και τον «κομφορμισμό της αντιπροσωπευτικής διαδικασίας». Το αποτέλεσμα είναι ένα ακόμη σχήμα. Το δικό του.
Από την μεριά του ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα πιο ουσιαστικά. «Δύο διαδικασίες θα χρειάζονταν στην Ευρώπη και στην Ελλάδα για να ανατραπούν η λιτότητα, ο αυταρχισμός και η συρρίκνωση της δημοκρατίας: Πρώτον, να έρθουν νέες κοινωνικές δυνάμεις στο προσκήνιο που θα απαιτούσαν οι δικές τους ανάγκες να αποτελούν μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Και, δεύτερον, αυτές οι δυνάμεις να επιβάλουν την επιστροφή της δημοκρατίας και την ανάδειξη διαφορετικών επιλογών και προτάσεων».
Ανεξάρτητα από το πώς τις εννοεί αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, δείχνει σαν άποψη που -προσπαθεί τουλάχιστον- να «συναντήσει» το «έδαφος» των πραγμάτων. Όπως και να ‘χει πάντως απαιτούνται πιο συγκεκριμένοι προσδιορισμοί. Ποιες είναι αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις, τι θέλουν και μπορούν να επιβάλλουν με ποιον τρόπο.
Με τη σειρά του ο Γ. Δραγασάκης αναφέρεται στην αναγκαιότητα διαμόρφωσης κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών που να επιβάλουν (σε Ελλάδα και Ευρώπη) μια άλλη πολιτική. Για την αναγκαιότητα «ρήξης» αλλά -προσοχή παρακαλώ- «χωρίς αποκοπή». (Από τον ευρωπαϊκό κορμό, την ευρωπαϊκή λογική κ.λπ.). Είναι η λογική που χαρακτηρίζει το σύνολο των απόψεων σε οποιοδήποτε ζήτημα ή πεδίο αναφέρονται. Η λογική μιας υποτιθέμενης «ρήξης» που στην πραγματικότητα θέλει να αποφύγει κάθε ρήξη.
Στο σύνολό τους αυτές οι αντιλήψεις έχουν ένα ορισμένο ιδεολογικό πολιτικό χρώμα που με τη σειρά του έχει συγκεκριμένη ταξική βάση, συγκεκριμένες ταξικές (μικροαστικές αφετηρίες). Αυτό είναι το γόνιμο πεδίο στο οποίο φύονται και αναπτύσσονται.
Το στοιχείο της «μη αποκοπής» ενδυόμενο κατά καιρούς και κατά περιστάσεις μορφές υποτιθέμενων «ρήξεων» βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της λογικής και εκφράζεται όπως αναφέρθηκε στο σύνολο των ζητημάτων.
Και πρώτα και πάνω απ’ όλα σ’ αυτό που είναι το πρωταρχικό, το βασικό, το κύριο. Τον τρόπο θεώρησης-αντιμετώπισης του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Από εδώ απορρέουν όλες οι εκτιμήσεις σε όποιες περιοχές ενδιαφέροντος κι αν αναφέρονται και σ’ αυτό επιστρέφουν. Στην αποδοχή του καπιταλιστικού «μονόδρομου» από τον οποίο δεν διανοούνται καν να παρεκκλίνουν πραγματικά.
Αυτή η αποδοχή καθορίζει και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς αυτή την διαμόρφωση άλλων κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών και για την ανατροπή υποτίθεται της κυρίαρχης πολιτικής. Για την ακρίβεια το αν πραγματικά στοχεύει στην διαμόρφωση κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών τέτοιων που να μπορούν να ανατρέψουν την κυρίαρχη πολιτική. Ακριβώς επειδή κάτι τέτοιο έχει άλλες απαιτήσεις από την γραμμή της «ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών με κινηματική στήριξη». Δηλαδή την χρησιμοποίηση του λαϊκού παράγοντα ως επικουρία καιροσκοπικών επιδιώξεων.
Για τους ίδιους λόγους οι αναφορές στις ζητούμενες κοινωνικές δυνάμεις έχει πάντα έναν γενικό και καθόλου συγκεκριμένο χαρακτήρα. Ωστόσο οι κοινωνίες (όσο κι αν θέλουν να το «ξεχνάν» αυτό) διακρίνονται σε τάξεις, κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες. Αυτές έχουν συγκεκριμένη θέση στην παραγωγή, την οικονομία, την κοινωνία. Συνακόλουθα συγκεκριμένο ρόλο, αντιθέσεις, απαιτήσεις, διεκδικήσεις, δυνατότητες και όρια στα πλαίσια του κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Αν λοιπόν το ζητούμενο ήταν η πραγματική ρήξη, αυτό θα έθετε την αναγκαιότητα συγκεκριμένου προσδιορισμού των κοινωνικών δυνάμεων που διατίθενται, θέλουν και μπορούν να δώσουν πραγματική υπόσταση σε μια τέτοια κατεύθυνση. Δηλαδή στην εργατική τάξη και τις σύμμαχές της λαϊκές δυνάμεις, στο εργατικό λαϊκό κίνημα. Αντίθετα έχουμε παντελή απουσία τέτοιων αναφορών, ενώ υπάρχει μια πληθώρα αναφορών σε εν γένει κοινωνικές δυνάμεις, το «πλήθος» τους «πολίτες», τον «δήμο». (Που έχει μάλιστα και τις «ευθύνες του», κατά τον Αρι Καζάκο!). Γενικώς σε αναφορές που όσον αφορά την όποια σημασία και επίδραση έχουν, «προφυλάσσουν» από «παραστρατήματα» και τάσεις «αποκοπής».
Σε ανάλογη βάση αντιμετωπίζεται και το ζήτημα των «άλλων» πολιτικών συσχετισμών. Αλήθεια πόσο «άλλοι» μπορεί να είναι αυτοί οι πολιτικοί συσχετισμοί όταν στην διαμόρφωσή τους συνυπολογίζονται πολιτικές δυνάμεις του συστήματος; Και τι είδους «νέος συνασπισμός εξουσίας» μπορεί να συσταθεί όταν σ’ αυτόν συμπεριλαμβάνεται (όσον αφορά τη χώρα μας) η «αριστερά» του ΠΑΣΟΚ ή και ο Κουβέλης; Και ποια «άλλη πολιτική» θα μπορούσε να επιβάλει ένας τέτοιος συνασπισμός (αν υποθέταμε ότι θα μπορούσε να συσταθεί). Και από πότε μια κυρίαρχη πολιτική σαν αυτή που αντιμετωπίζουμε μπορεί να ανατραπεί μέσα στα πλαίσια και με τους όρους του συστήματος και στη βάση προτάσεων «εκλογίκευσής» του;
Στην ίδια λογική υπάγονται (ανεξαρτήτως παραλλαγών τους) και οι αναζητήσεις-προτάσεις, εύκολων και γρήγορων «λύσεων». Μια αντίληψη που το αντιλαμβάνονται ή όχι ορισμένοι εκ των θιασωτών της παραπέμπει απ’ ευθείας στην λογική του καπιταλιστικού «μονόδρομου». Ακριβώς επειδή τέτοιου είδους «εύκολες λύσεις» μόνο σ’ αυτή τη βάση μπορούν -και αν πλέον- να υπάρξουν.
Αλλά εδώ υπάρχει και ένας σκόπελος που ίσως να έχει ξεφύγει της προσοχής τους. Η αναζήτηση «λύσεων» που «κόβουν δρόμο» από «τ’ αριστερά», καλλιεργεί το κλίμα, διαμορφώνει έδαφος και ανοίγει δρόμο για γρήγορες και εύκολες «λύσεις» και από τα (ακρο)δεξιά.

Η (πραγματική) ρήξη και οι απαιτήσεις της

Αν μιλώντας για ρήξη την εννοούμε κατά κυριολεξία, θα πρέπει ταυτόχρονα να κατανοούμε ότι μια τέτοια κατεύθυνση έχει τους δικούς της όρους, τις δικές της απαιτήσεις. Πρώτον, τον συγκεκριμένο προσδιορισμό τού ποια είναι η κατάσταση με την οποία προτιθέμεθα να έρθουμε σε ρήξη. Πιο απλά και συγκεκριμένα, το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δεύτερο, ποιες κοινωνικές δυνάμεις είναι εκείνες που προσφέρονται για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου στόχου. Και πάλι συγκεκριμένα, αναφέρομαι στην εργατική τάξη και τις εκμεταλλευόμενες καταπιεζόμενες λαϊκές μάζες. Τρίτο, ποιες πολιτικές δυνάμεις και σε ποια σχέση με τις προαναφερόμενες κοινωνικές δυνάμεις.
Δεν θα επιμείνω σ’ αυτά και κυρίως για να «αφήσω χώρο» σε ζητήματα που περισσότερο απασχόλησαν αυτή την συζήτηση.
Θα αναφερθώ ωστόσο σ’ έναν βασικό όρο του ζητήματος. Ένας τέτοιος στόχος προϋποθέτει την κατεύθυνση συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων (με την ευρύτερη έννοια του όρου) και στο επίπεδο που πραγματικά να διαμορφώνουν όρους άλλου συσχετισμού και στην προοπτική της συνολικής αναμέτρησης με τις δυνάμεις του συστήματος.
Μια τέτοια κατεύθυνση μπορεί να υλοποιείται κατ’ αρχάς μόνο στη βάση των πραγματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος λαός. Των διεκδικήσεων που διαμορφώνονται στη βάση αυτών των προβλημάτων. Των αγώνων που απαιτούνται για την προώθηση, υλοποίησή τους. Όταν λοιπόν αυτές οι διεκδικήσεις απαξιώνονται ως εκφράσεις «λαϊκισμού» ή και χλευάζονται ακόμη, αυτό δείχνει κατ’ αρχάς τη σχέση που θέλουν να έχουν οι φορείς τέτοιων αντιλήψεων με τον λαό και τα προβλήματά του. Όταν μάλιστα αυτή η απαξίωση γίνεται στο όνομα «προωθημένων» στόχων διαχειριστικού χαρακτήρα και εκλογικών φιλοδοξιών πόσο ελάχιστα έως καθόλου τους απασχολεί η συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων και σε τι είδους «ρήξεις» αποσκοπούν.
Μια τέτοιου χαρακτήρα συγκρότηση απαιτείται να πραγματοποιείται σε όλα τα πεδία, από το πιο πρωτογενές και με τις πιο πρωτόλειες «πρωτοκυτταρικες» μορφές, μέχρι το ανώτερο πολιτικό. Αν η πολιτική πάλη είναι (και αναμφισβήτητα είναι) η ανώτερη, η συμπυκνωμένη μορφή πολιτικής πάλης οι λαϊκές «κοινωνικές» δυνάμεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις που αυτή η πάλη θέτει, χωρίς τη συγκρότησή τους σ’ αυτό το ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Πιο απλά, χωρίς το κόμμα τους, ή αν θέλετε χωρίς τα κόμματα και τις πολιτικές τους οργανώσεις. Και εδώ χρειάζονται καθαροί λογαριασμοί.
Ο Κ. Χρυσόγονος, στο απόσπασμα που παρατέθηκε προηγούμενα και αναφερόμενος στις δυσκολίες που παρεμβάλλονται (γεωγραφική έκταση, πληθυσμός), στην δυνατότητα παρέμβασης έστω στα πεδία που ασκείται η εξουσία (πόσο μάλλον την διεκδίκησή της) παραδέχεται ότι: «αυτό προϋποθέτει δικτύωση και οργάνωση σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή σ’ εκείνη του πολιτικού κόμματος». Ταυτόχρονα απαξιώνει, αναιρεί αυτή την δυνατότητα στο όνομα των «ιεραρχικών δομών» και «ολιγαρχικών τάσεων» που αναπτύσσει «κάθε κόμμα» όπως, κατά την άποψή του, «έχει καταδείξει η επιστημονική έρευνα».
Τι σημαίνουν όλα αυτά από άποψη ουσίας. Όταν ο Κ. Χρυσόγονος στο όνομα υπαρκτών ή ανύπαρκτων αδυναμιών απαξιώνει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ότι είναι το μόνο που δίνει την δυνατότητα παρέμβασης στα πεδία που ασκείται η εξουσία, αυτό που προτείνει είναι ο αφοπλισμός του λαού από αυτή την δυνατότητα. Επειδή πέρα από το τι είναι ή δεν είναι τα κόμματα που εκπροσωπούν λαϊκές δυνάμεις (αυτά μας απασχολούν εδώ και όχι τα αστικά) υπάρχει η πραγματικότητα. Η ύπαρξη πανίσχυρων ολιγαρχικών, ιεραρχικών καταναγκαστικών μηχανισμών του συστήματος, που δεν παύουν ούτε μέρα, ούτε ώρα, ούτε στιγμή να λειτουργούν και να παράγουν αποτελέσματα. Η «επιστημονική έρευνα» του κ. Κ. Χρυσόγονου καταπίνοντας την κάμηλο και διυλίζοντας τον κώνωπα, προσπερνάει το πραγματικό πρόβλημα για να προτάξει τις ατέλειες της λαϊκής πολιτικής οργάνωσης. Τέτοια «ευαισθησία».
Ο Μιχάλης Σπουρδαλακης θεωρεί πως «ο πολιτικός φορέας θα πρέπει να ξεπερνά έμπρακτα τον ρομαντισμό και τα αδιέξοδα του φορέα -πρωτοπορία που έτσι κι αλλιώς αντιστοιχούσε σε άλλο καταμερισμό εργασίας».
Αλήθεια ποιος είναι αυτός ο άλλος καταμερισμός εργασίας. Έχουν επέλθει διαφοροποιήσεις, σύμφωνοι, και να τις δούμε. Σημαίνει όμως αυτό ότι έπαψε η κοινωνία να είναι διαχωρισμένη σε τάξεις; Ή μήπως έπαψε να υπάρχει η εργατική τάξη όπως -σε διάφορες παραλλαγές- υποστηρίζεται από αντίστοιχες πλευρές; Σημαίνει αυτό ότι ο κόσμος της δουλειάς δεν χρειάζεται πλέον τα πολιτικά του όπλα; Ναι, αλλά θα πρέπει, λέει, ο φορέας να ξεπερνά τον ρομαντισμό (ευχαριστούμε αλλά δεν θα πάρουμε) και τα αδιέξοδα του φορέα-πρωτοπορία. Είναι γνωστό ότι ξενίζει πολλούς ο όρος πρωτοπορία. (Εκτός κι αν αναφέρονται στους ίδιους ως «πνευματική πρωτοπορία»). Μόνο που όποιον όρο κι αν επιλέξουμε, τα κόμματα (όλα τα κόμματα, από τ’ αριστερά μέχρι τα δεξιά) συγκροτούνται, στελεχώνονται από τα πιο ενεργά πολιτικά στοιχεία του χώρου που θέλουν να εκφράσουν. Όσο για τους φορείς-πρωτοπορίες στους οποίους αναφέρεται, δηλαδή στα επαναστατικά κομμουνιστικά κόμματα για να μην κρυβόμαστε ένα και μόνο θα πω εδώ.
Ανεξάρτητα από τις όποιες ατέλειες και αδυναμίες τους και το πώς εξελίχθηκαν στην ιστορική τους διαδρομή, είναι τα μόνα που στάθηκαν ικανά να προχωρήσουν σε πραγματικές ρήξεις και να φέρουν πραγματικά αποτελέσματα. Αυτός άλλωστε είναι και ο πραγματικός λόγος που θεωρούνται ανεπιθύμητα.
Στις «πλατείες» (και γύρω απ’ αυτές) κυριάρχησε -στο όνομα της «άμεσης δημοκρατίας»- η άποψη «έξω τα κόμματα» (έξω τα συνδικάτα κ.λπ.). Μια άποψη που -εντελώς «συμπτωματικά»- στηρίχτηκε σε καθοριστικό βαθμό (και μάλιστα «δυναμικά» πολλές φορές) από …κόμματα και οργανώσεις. Με τέτοια «υλικά» και τέτοια λογική διαμορφώνεται ένας ορισμένος προσανατολισμός. Της οικοδόμησης -«αμεσοδημοκρατικά»- εναλλακτικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης, «νησίδων» μιας άλλης κοινωνίας μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία. Το ότι αυτό αποτελεί μια «συμπαθητική» ίσως αλλά οπωσδήποτε αδιέξοδη μορφή «φυγής» από το πραγματικό πρόβλημα είναι το ένα. Το δεύτερο ότι δεν αποτελεί καμιά πραγματική ρήξη στο βαθμό που αφήνει την κυριαρχία του συστήματος στο απυρόβλητο. (Γι’ αυτό άλλωστε και δεν πολυενοχλείται από τέτοιου είδους διαφυγές). Το τρίτο ότι με δεδομένη και απρόσβλητη την κυριαρχία του σε όλες τις εκφράσεις της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής μπορεί εύκολα να τις εξουδετερώσει οποιαδήποτε στιγμή το κρίνει αναγκαίο. Εκτός αν και όπως συνήθως συμβαίνει «προλάβουν» να εκφυλιστούν αφ’ εαυτών και διαρρεύσουν σ’ εκείνα τα «απωθητικά» κόμματα που ως επιτήδειοι ψαράδες των θολών νερών τους περιμένουν πάντα με ανοιχτές αγκάλες.
Όλα αυτά το μόνο που δεν σημαίνουν είναι ότι πρέπει να αγνοούνται, παρακάμπτονται, υποτιμόνται, οι ατέλειες ή και στρεβλώσεις που εμφανίστηκαν, εμφανίζονται στην δομή και την λειτουργία και των λαϊκών, εργατικών, κομμουνιστικών κομμάτων.
Το ερώτημα ωστόσο είναι ποιο ζήτημα θέτει μια τέτοια διαπίστωση. Την αναγκαιότητα αντιμετώπισης αυτών των προβλημάτων ή με πρόσχημα την ύπαρξή τους, την αναίρεση της αναγκαιότητας συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και στο πολιτικό (κομματικό) επίπεδο. Δηλαδή τον αφοπλισμό τους σ’ ένα αποφασιστικού χαρακτήρα πεδίο της ταξικής πάλης. Η τέτοια ή αλλιώτικη απάντηση συνδέεται άμεσα με το αν προσβλέπει κανείς σε μια πραγματική και ολοκληρωτική «ρήξη» με το σύστημα ή αναζητά δρόμους κίνησης εντός των πλαισίων του.

«Ευρωπαίοι» και «αντιευρωπαίοι»

Ένα ιδιαίτερης τάξης ζήτημα ανακύπτει σε σχέση με τον «ευρωκομμουνισμό» αυτών των αντιλήψεων. Η άποψη της «μη αποκοπής», η απόρριψη του «στείρου αντιευρωπαϊσμού» τίθενται κύρια σε σχέση με την κατ’ αυτούς αναγκαιότητα παραμονής στο «ευρωπαϊκό πλαίσιο». Στην ίδια λογική και οι απόψεις που επισείουν τον κίνδυνο απομόνωσης της χώρας (αν «αποκοπεί»), ενώ δεν ξεφεύγουν απ’ αυτήν και απόψεις που αναζητούν διεξόδους σε σχήματα χωρών του νότου, της Μεσογείου κ.λπ. Σ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος έχω αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο και δεν θα επιμείνω.
Εδώ θα ‘θελα να σταθώ περισσότερο σε μια άλλη διάσταση του ζητήματος. Στις απόψεις διαμόρφωσης «άλλων» συσχετισμών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και με στόχο την οικοδόμηση μας «άλλης» Ευρώπης σε μια «άλλη» βάση. Μια αντίληψη που ας σημειωθεί δεν εκφράζεται μόνο από τους ακραιφνείς υποστηρικτές της «ευρωπαϊκής ιδέας» αλλά και από δυνάμεις που θέλουν να λογίζονται ως ανατρεπτικές, επαναστατικές, κομμουνιστικές και που την προωθούν στο όνομα της «ευρύτητας των οριζόντων» της πάλης.
Πριν προχωρήσω να διευκρινίσω ότι θα προσπεράσω -μια και ήδη έχω αναφερθεί σ’ αυτό- το αν οι συσχετισμοί διαμορφώνονται (είτε σε εθνικό, είτε σε ευρωπαϊκό ή όποιο άλλο πεδίο) με κοινοβουλευτικούς ή όρους ταξικής πάλης. Να διευκρινίσω ακόμη ότι δεν προσπερνώ, ούτε υποτιμώ την χρησιμότητα του συντονισμού αγώνων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (όταν και όσο αυτό μπορεί να επιτευχθεί), την προώθηση ενεργειών αλληλοσύνδεσης, αλληλοϋποστήριξης, αλληλεγγύης κ.λπ. Μόνο που θεωρώ ότι είναι άλλο ζήτημα αυτό και άλλο αυτό που αφορά την εθνική ή ευρωπαϊκή διάσταση της ανάπτυξης του κινήματος.
Οι υποστηρικτές της «μη αποκοπής» αλλά και εκείνοι των «ανοιχτών οριζόντων» κινούνται σε βάση αποδοχής του «ενιαίου» της Ευρώπης. Μόνο που τέτοιου χαρακτήρα «ενιαίο» υπάρχει μόνο στη φαντασία και τις επιθυμίες τους.
Το μόνο υπαρκτό «ενιαίο» είναι η συγκεκριμένη ΕΕ με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Δηλαδή ο συνασπισμός των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στον οποίο έχει υπαχθεί και σειρά άλλων χωρών για να διαμορφωθεί το ευρύ πεδίο δράσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου και όλα όσα απορρέουν από αυτή τη σχέση. Τίποτε περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Αυτή είναι η μόνη υπαρκτή βάση «πανευρωπαϊκής» λειτουργίας και ούτε αλλάζει ούτε εξορκίζεται.
Από την άποψη αυτή η διάθεση των ευρωπαϊστών να κινηθούν εντός αυτού του πλαισίου με βάση τους όρους και τους θεσμούς του είναι η φυσική συνέπεια της αποδοχής του. Οι αυταπάτες βρίσκονται στο ότι θεωρούν (αν δεχτούμε ότι πραγματικά πιστεύουν σε κάτι τέτοιο) ότι με την «πάλη» τους σ’ αυτό το δεδομένο πλαίσιο μπορούν «να αλλάξουν» την Ευρώπη. Αυτό καθορίζει και το πόσο πραγματική υπόσταση έχουν και πόσο κενές περιεχομένου είναι οι απόψεις της ίδιας πλευράς για διαμόρφωση άλλων συσχετισμών στο δεδομένο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Με διαφορετικό τρόπο, αλλά όχι χωρίς αυταπάτες ανάλογου χαρακτήρα, μπαίνει το ζήτημα σε σχέση με πλευρές που ίσως και να πιστεύουν σε μια τέτοια δυνατότητα (αλλαγής συσχετισμών).
Το θέμα είναι πως μια τέτοια «κοινή πανευρωπαϊκή» βάση ανάπτυξης κινήματος (και συνεπώς ανάλογης διαμόρφωσης συσχετισμών) απλώς δεν υπάρχει. Δεν είναι ζήτημα «ευρωπαϊσμού» ή «αντιευρωπαϊσμού». Είναι πως, όπως κι αν το κάνουμε, άλλο είναι το προτσές ανάπτυξης του κινήματος στην Αγγλία και άλλο στη Βουλγαρία. Άλλο στη Σουηδία και άλλο στη Ρουμανία. Άλλο στη Γερμανία και άλλο στην Ελλάδα κ.ο.κ.
Το ζήτημα είναι πως ανεξάρτητα από τι λέει ή τι θα ‘θελε ο καθένας, η ανάπτυξη ενός κινήματος (ιδιαίτερα αν αυτό το εννοούμε σαν ανεξάρτητο, ακηδεμόνευτο ή πολύ περισσότερο επαναστατικό) δεν μπορεί να πραγματοποιείται παρά μόνο σε «εθνική» βάση. Αυτό (το «εθνικό») παραμένει το μόνο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί και να συγκροτηθεί ένα κίνημα ικανό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Αυτό σημαίνει ότι αυτή την πραγματικότητα οφείλουμε να λαβαίνουμε υπόψη, μας με βάση αυτή οφείλουμε να κινούμαστε απορρίπτοντας φανταχτερές και δελεαστικές ίσως αλλά αποπροσανατολιστικές και αδιέξοδες απόψεις. Από εκεί και πέρα το τι θα δώσει αυτό το («εθνικό») προτσές ανάπτυξης, το «προς τα πού θα κάνει» το κίνημα που θα συγκροτηθεί σε μια τέτοια βάση, ας το αφήσουμε για την ώρα ανοιχτό.

Το ζήτημα της διεξόδου

Τέλος και για να «επιστρέψουμε» εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε μια και όπως ήδη ανάφερα όλα απ’ εκεί ξεκινάν και σ’ αυτό επιστρέφουν. Αυτή η συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων έχει σαν βασική της επιδίωξη και τελικό προορισμό την συνολική αναμέτρηση με τις δυνάμεις του συστήματος και με στόχο την ανατροπή του. Ταυτόχρονα, η διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, για να μπορεί να αναπτυχθεί στο βαθμό που να δίνει την δυνατότητα συγκρότησης σ’ αυτό το ανώτερο επίπεδο προϋποθέτει -πέραν των όσων έχω ήδη αναφέρει- έναν βασικό όρο. Την προβολή με πειστικό και αποτελεσματικό τρόπο της δυνατότητας διεξόδου. Και για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, η μόνη πραγματική και ολοκληρωμένη διέξοδος που υπάρχει «στο τραπέζι» είναι η σοσιαλιστική.
Οι θιασώτες των «ρήξεων» αέρος-αέρος, όσο δεν θέλουν να τίθεται το ζήτημα της ανατροπής, άλλο τόσο δεν θέλουν να τίθεται το ζήτημα του σοσιαλισμού, μια και έτσι ή αλλιώς αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η σοσιαλιστική προοπτική είχε εξαφανισθεί από τις θέσεις εκείνων των δυνάμεων που υποτίθεται την υιοθετούσαν σε μεταρρυθμιστική έστω βάση.
Όλοι αυτοί γνωρίζουν ότι υπάρχει μια λεπτή -αλλά υπαρκτή- διαχωριστική γραμμή που δεν τους «επιτρέπει» να την ξεπερνούν. Αυτό εκφράζεται όπως ήδη αναφέρθηκα στο σύνολο των ζητημάτων που τίθενται στο πεδίο της ταξικής πάλης.
Με ιδιαίτερη ζέση και πάθος αυτό «τηρείται» σε σχέση με το ζήτημα του σοσιαλισμού. Εδώ η κριτική, η πολεμική, η στρέβλωση, η συκοφαντία, η λασπολογία φτάνει πολλές φοράς στα όρια μιας χυδαιότητας χωρίς όρια, φραγμούς και αναστολές. Δεν θα απασχολήσω καθόλου τον αναγνώστη με αυτά. Θα αναφερθώ μόνο σε ορισμένα ζητήματα που συνδέονται περισσότερο με τα ζητήματα που μας απασχόλησαν εδώ.
Είναι χαρακτηριστικός και ταυτόχρονα εντυπωσιακός ο τρόπος που αντιμετώπισαν οι φορείς αυτών των αντιλήψεων (πολιτικές δυνάμεις και διανόηση) γεγονότα και εξελίξεις που συντελέστηκαν στην διάρκεια των δεκαετιών που πέρασαν. Η προθυμία, η ευκολία με την οποία έσπευδαν να υποστηρίξουν, υιοθετήσουν, εκθειάσουν έως και μέχρι αποθεώσεως, οτιδήποτε (σημαντικό ή ασήμαντο) εμφανιζόταν στον ορίζοντα, αρκεί να ‘ταν διαφορετικό, αντίθετο ή και εχθρικό στην κομμουνιστική αντίληψη πραγμάτων και τον σοσιαλισμό. Από τον «θαρραλέο» Χρουστσόφ, μέχρι τον «μεταρρυθμιστή» Γκορμπατσόφ και τον «αναμορφωτή» της Κίνας Τενγκ Χσιάο Πινγκ. Από τον «ευρωκομμουνισμό» και την «αυτονομία» μέχρι το ΠΑΣΟΚ και το «πράσινο». Από τις «βελούδινες επαναστάσεις» μέχρι το «παγκόσμιο χωριό» της «παγκοσμιοποίησης» και την «αριστερά» των Κλίντον, Μπλερ. Οτιδήποτε αρκεί να τους έδινε την δυνατότητα να διαχωριστούν, να αποφύγουν αναφορές σε τάξεις, σε εργατική τάξη, σε ταξική πάλη, σε λαϊκό κίνημα, στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, στην επανάσταση, στον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό και άλλα τέτοια «παλαιολιθικά», «δογματικά» και «λαϊκίστικα». Όσο για την ευκολία μεταπήδησης και χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη καμιάς εξήγησης ας δείξουμε κατανόηση. Πρόκειται για έναν κόσμο ανοιχτής σκέψης και οριζόντων, χωρίς αγκυλώσεις και καθόλου δογματικά προσηλωμένων στο τι διακήρυτταν την μόλις προηγούμενη μέρα.
Κινούμενοι σε μια τέτοια τροχιά ορισμένοι αντιλαμβάνονται ότι κατά κάποιο τρόπο συνέβαλλαν στο πριόνισμα του κλαριού που τους κρατούσε. Το σύστημα χωρίς την «απειλή του κομμουνισμού» απέναντί του δεν τους πολυχρειαζότανε πλέον ή τουλάχιστον όχι στους ρόλους και τα βάθρα που κατείχαν (με την «αξία» τους) καθώς νόμιζαν, μέχρι τότε. Έτσι άρχισαν να αναπτύσσονται και «σκέψεις» στη βάση των οποίων να θεωρείται πως θα ‘ταν χρήσιμη η ύπαρξη και του στοιχείου της «απειλής». Μόνο που θα την ήθελαν χωρίς τους φορείς της. Αλλά, καλοί μου, η «απειλή» δεν είναι κάτι που μπορείς να το ‘χεις στο συρτάρι για να το βγάζεις όποτε σου χρειάζεται. Για να έχει τον ρόλο της πρέπει κατ’ αρχάς να …υπάρχει ως τέτοια. Και για να υπάρχει πρέπει να οικοδομηθεί. Και μια τέτοια οικοδόμησή της μπορεί να γίνει στη βάση των δικών της όρων και των δικών της απαιτήσεων των δικών της «υλικών», των δικών της φορέων. Κάπου εδώ «χαλάει» το πράγμα.
Υπάρχουν και πολλοί που δηλώνουν πως δεν είναι εναντίον του σοσιαλισμού, αλλά τους «προβληματίζουν» αυτά που εμφάνισε ο σοσιαλισμός που υπήρξε. Τόσο πολύ μάλιστα ώστε να οδηγούνται τελικά στην άποψη πως δεν πρόκειται παρά για μια ουτοπία. Στο ποια πράγματα εμφάνισε ο σοσιαλισμός που υπήρξε δεν γίνεται να αναφερθώ σ’ αυτές εδώ τις γραμμές. Σημειώνω μόνο πως είναι μια μεγάλη, σοβαρή και απόλυτα αναγκαία συζήτηση και όσο με αφορά έχω καταθέσει τις απόψεις μου σε δεκάδες άρθρα, αναλύσεις και βιβλία. Εδώ θα ‘θελα να σταθώ λίγο απέναντι στο ερώτημα: είναι ουτοπία ο σοσιαλισμός;
Θα ‘λεγα ότι εξαρτάται από το σε ποιον και σε ποια βάση τίθεται το ερώτημα ή και τι είδους απάντηση αναζητάει κανείς.
Αν τον εννοήσουμε σαν το ιδεατό, το ιδανικό σχήμα γύρα από το οποίο περιστρέφονται οι αναζητήσεις σειράς διανοουμένων και πολιτικών σχηματισμών, για να μας προσφέρουν σειρά παραλλαγών ενός «ιδανικού σοσιαλισμού», τότε ναι, μπορούμε να μιλάμε όχι μόνο για ουτοπία, αλλά για ασκήσεις ανοησίας.
Αν όμως τον εννοήσουμε σαν έκφραση της ανάγκης και της επιθυμίας των ανθρώπων της δουλειάς να απαλλαγούν από την εκμετάλλευση και την καταπίεση που υφίστανται, τότε το ζήτημα τίθεται αλλιώς.
Η αναζήτηση μιας κοινωνίας δικαίου, η προσδοκία του σοσιαλισμού δεν έρχεται από το φεγγάρι ούτε από τον «κόσμο των ιδεών». Γεννήθηκε μέσα στον πόνο και τις αγωνίες των κολασμένων της γης, με βάση αυτά τα «υλικά» αναπτύχθηκε, μορφοποιήθηκε και πρόσφερε αυτά που μπόρεσε να προσφέρει στην ανθρωπότητα σ’ εκείνη την πρώτη μεγάλη έφοδο στον ουρανό. Εκεί στον ίδιο πόνο αναγεννιέται κάθε ώρα εκμετάλλευσης και κάθε στιγμή καταπίεσης. Με αυτά τα ίδια «υλικά ανασυστάται αλλά και στη βάση των εμπειριών και των διδαγμάτων που έχει συναγάγει ανασυγκροτείται και διαμορφώνει τους όρους της νέας εφόδου.
Αυτό δεν είναι ουτοπία. Είναι σάρκα από τη σάρκα και αίμα από το αίμα των κολασμένων της γης.


Σαν επίλογος

Δεν υπάρχει «επιστροφή»

Με όλα αυτά μπαίνει ένα τελευταίο ερώτημα. Προς τι όλα αυτά. Γιατί όλοι αυτοί αδυνατούν να δουν την πραγματικότητα όπως είναι και στη βάση των όρων που αυτή υπάρχει και διαμορφώνεται. Γιατί επιμένουν να «βλέπουν» τον κόσμο μέσα από το πρίσμα μιας «πραγματικότητας» που -όσο και όπως υπήρξε- οπωσδήποτε δεν υπάρχει πλέον.
Θα έλεγα επειδή αυτή είναι η πραγματικότητά τους. Ο κόσμος τους. Ο κόσμος στον οποίο ανήκουν. Ταξικά, κοινωνικά, ιδεολογικά. Σ’ αυτό τον κόσμο απόκτησαν την κοινωνική θέση, τον ρόλο τους τη καταξίωσή τους.
Αντιλαμβάνονται ότι τα πράγματα αλλάζουν. Ότι το βάθος και η έκταση της επίθεσης του συστήματος αγγίζει και τους ίδιους. Θέτει υπό αίρεση την θέση τους στον κόσμο. Και δεν εννοώ εδώ την οικονομική πλευρά του ζητήματος. Αυτό που κυρίως τίθεται υπό αίρεση είναι ο κοινωνικός, ιδεολογικός και ο -με μια έννοια- πολιτικός τους ρόλος. Αυτός στη βάση του οποίου λειτουργούσαν ως η «αριστερή συνείδηση» του συστήματος. Που μπορούσε να κριτικάρει έως και σκληρά τα πεπραγμένα του. Αρκεί να μην πέρναγε εκείνη την λεπτή διαχωριστική γραμμή. Αντιλαμβάνονται ότι αυτή η γραμμή μετατοπίζεται πλέον πολύ δεξιότερα. Ότι το σύστημα χρειάζεται περισσότερο κυνικούς ντίλερ παρά εκείνους που λειτουργούν φιλτράροντας τις απόψεις του μέσα από τις όποιες ευαισθησίες και ανησυχίες τους.
Ίσως συμπτωματικό, ίσως όχι αλλά οπωσδήποτε συμβολικό το κλείσιμο της εφημερίδας που συνήθως φιλοξενούσε και πρόβαλλε τις απόψεις τους.
Δεν είναι εύκολο γι’ αυτούς ούτε να αποδεχτούν ούτε να προσαρμοστούν στους νέους ρόλους (όσους και για όσους) προβλέπονται στον κόσμο όπως αυτός πλέον διαμορφώνεται.
Αυτό λοιπόν που επιχειρούν, με τις απόψεις και προτάσεις που διατυπώνουν είναι να διασώσουν την δική τους θέση, τον δικό τους ρόλο, όπως ξέρουν και αντιλαμβάνονται. Να διασώσουν την «πραγματικότητά τους». Τον δικό τους κόσμο που απελπισμένα προσπαθούν να ανασυστήσουν.
Μάταια πράγματα.
Οι εξελίξεις έχουν πάρει τον δρόμο τους. Οι ανατροπές που φέρνει η επίθεση του συστήματος, πέραν όλων των άλλων, αναδιατάσσουν όλο το κοινωνικό σκηνικό. Σε κλίμακα μάλιστα που ούτε οι ιθύνοντες του συστήματος που τις προωθούν είναι σε θέση να τις προσδιορίσουν επαρκώς.
Το βέβαιο είναι ότι στην τροχιά που έχουν πάρει οι εξελίξεις, δεν υπάρχει επιστροφή. Οι απαντήσεις βρίσκονται μπροστά.
Απέναντι σ’ αυτή τη προοπτική δύο και μόνο πραγματικές επιλογές υπάρχουν. Να αναζητήσει κανείς τη νέα θέση και τον ρόλο του στα πλαίσια που διαμορφώνει το σύστημα και πάντα με τους όρους του.
Να «περάσει» την διαχωριστική γραμμή και να συνταχθεί στο πλευρό των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.
Να συμμεριστεί τις επιθυμίες, διαθέσεις και προσδοκίες του.
Να υποστηρίζει τις διεκδικήσεις, την αντίσταση, την πάλη του.
Να συσστρατευτεί στον αγώνα για την συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων.
Ακριβώς επειδή μ’ αυτό που έρχεται μόνο να αναμετρηθούμε μπορούμε.
Και ο καθένας διαλέγει τον ρόλο και τον δρόμο του.


Παράρτημα
Αυτοί που παρενέβησαν στην έρευνα της «Ελευθεροτυπίας» και με την σειρά που παρατίθενται στην εφημερίδα ήσαν
ΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ
ERIK Ο. ERIKSEN Διευθυντής του ARENA -Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο του Οσλο, Νορβηγία.
ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΤΑΚΗΣ ΚΑΦΕΤΖΗΣ Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
JOHN ΚΕΑΝΕ Καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Σίντνεϊ και στο Wissenschaftszentrum Berlin für Sozialforschung.
ΚΩΣΤΑΣ ΔΟΥΖΙΝΑΣ Καθηγητής στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου
ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου.
LUKE MARTELL Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, Αγγλία
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.
JEAN-PAUL FITOUSSI Οικονομολόγος, καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού
LUCIANO GALINO Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου.
GUINTO ROSSI Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Σαν Ραφαέλε του Μιλάνου
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Επίκουρος καθηγητής -Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Πάντειου Πανεπιστημίου
SERGE HALIMI Διευθυντής, «Le Monde diplomatique»
ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
GESINE LETZSCH Πρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς, Die Linke
ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος Ιδρύματος Τσάτσου
ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΠΟΥΡΔΑΛΑΚΗΣ Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών
GIOVANNI PERELLI Αρχισυντάκτης Διεθνών Σχέσεων του περιοδικού
«Espresso»
ΑΡΙΣ ΚΑΖΑΚΟΣ Καθηγητής Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ
JUDITH BUTLER Καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνιας
BILI MEYER Ευρωβουλευτής της Ενωμένης Αριστεράς (Ισπανία), αντιπρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου
REBEKA HARMS Συμπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος / Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία, στο Ευρωκοινοβούλιο
ANSGAR BELKE Καθηγητής Μακροοικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Εσεν και επικεφαλής του Οικονομικού Πανεπιστημίου του Βερολίνου.
STEFAN COLLIGNON Καθηγητής Οικονομικής Πολιτικής στη Σχολή Προηγμένων Σπουδών Sant'Anna στην Πίζα και επισκέπτης καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου της Γερμανίας.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΤΡΑΚΗΣ Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
JACQUES SAPIR Γάλλος ακαδημαϊκός, οικονομολόγος, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Βιομηχανικών Σπουδών.
JAMES Κ. GALBRAITH Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Οστιν του Τέξας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Levy του Κολεγίου Bard στη Νέα Υόρκη, καθηγητής Οικονομικών στην έδρα «Jerome Levy»
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
BENEDICTA MARZINOTTO Οικονομολόγος, ερευνήτρια στο Βελγικό Ινστιτούτο Bruegel.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
STERGIOS SKAPERDAS Kauhght;hw Oikonomik;vn University of California, Irvine.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ Οικονομολόγος, πρώην βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ.
GIULIANO ΑΜΑΤΟ Καθηγητής Συνταγματικού και Συγκριτικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης, ενώ στο παρελθόν έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Ιταλίας.
MARCELLO DE CECCCO Καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στη Scuola Normale Superiore της Πίζας
ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ Καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
ΧΡΟΝΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ Επιστημονικός συνεργάτης και εταίρος πολιτικής στο Ινστιτούτο Οικονομικών Λεβί του Κολεγίου Μπαρντ στη Νέα Υόρκη.
ΓΙΑΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ Καθηγητής Οικονομικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας

Τα στοιχεία από την «Ελευθεροτυπία»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου