Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

Αυτοδιάθεση στο λαό της Κύπρου



του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 35, στις 2/12/1983



Με την ανακήρυξη από τον Ντενκτάς τουρκοκυπριακού κράτους στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα βόρεια Κύπρο το κυπριακό ζήτημα μπήκε σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις του. Η κρισιμότητα αυτή δεν αφορά τις εξελίξεις στην Κύπρο και μόνο, αλλά και αυτές στην Ελλάδα και Τουρκία, αλλά και γενικότερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ συνδέεται με το συνολικότερο πρόβλημα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών σε παγκόσμια κλίμακα.


Τι είναι το κυπριακό πρόβλημα

Θα χρειαζότανε πολλές σελίδες για να δώσει κανείς με έναν σχετικά ολοκληρωμένο τρόπο μια συνολική άποψη για το κυπριακό πρόβλημα.
Μπροστά στη σύγχυση ωστόσο που δημιουργούν στις μέρες μας, ένα πλήθος δημοσιευμάτων -από κάθε κατεύθυνση- και που μόνο την πραγματική εικόνα του πράγματος δεν δίνουν, είναι απαραίτητο να σταθούμε από τη μεριά μας σε ορισμένα βασικά ζητήματα.
Στην ουσία του το πρόβλημα της Κύπρου είναι το πρόβλημα ενός λαού να λύσει ελεύθερα και χωρίς καταναγκασμούς από πουθενά, τα προβλήματα που τον αφορούν. Ή με άλλα λόγια είναι ένα -όπως λέγεται- ζήτημα αυτοδιάθεσης.
Ένα τέτοιο ζήτημα «απλό» όσον αφορά την ουσία του, και την κατεύθυνση προς την οποία βρίσκεται η πραγματική του λύση, δεν είναι ωστόσο καθόλου απλό ως προς τους όρους για τους οποίους υπήρξε και εξελίσσεται ως τα σήμερα, όπως άλλωστε και κάθε ανάλογο ζήτημα, στην πραγματική ιστορία και όπου γης.
Το κυπριακό είναι μια από τις «εκκρεμότητες που άφησε η κατάρρευση της αποικιοκρατίας σε συνδυασμό με το λεγόμενο «ανατολικό ζήτημα».
Τα προβλήματα που ήδη γεννούσαν μια τέτοια σχέση περιπλέχτηκαν περισσότερο με την παρέμβαση -στην εποχή μας πλέον- των ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Με αποτέλεσμα, ένας λαός να βασανίζεται, να ματώνει χρόνια τώρα και ήδη να βρίσκεται αντιμέτωπος με ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους.
Η κύρια αντίθεση στην Κύπρο ήταν και εξακολουθεί να είναι η αντίθεση ανάμεσα στο λαό της και τον ιμπεριαλισμό (την αποικιοκρατία παλιότερα).
Μάλιστα, στην περίοδο που ήταν αποικία των Άγγλων, η αντίθεση αυτή ήταν -ας το πούμε έτσι- αρκετά «καθαρή, στο βαθμό που ούτε η ελληνική αστική τάξη και πολύ λιγότερο η τουρκική πρόβαλαν αξιώσεις μέσα στα πλαίσια της εξάρτησής τους από τον ιμπεριαλισμό.
Η ανάπτυξη της πάλης ωστόσο του κυπριακού λαού και η κατάρρευση γενικότερα της αποικιοκρατίας μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βάζουν το ζήτημα σε νέα βάση.
Η ελληνική αστική τάξη κάτω από την πίεση της πάλης του κυπριακού λαού, αλλά και της συμπαράστασης που ενεργά εκδηλώνει ο ελληνικός λαός αναγκάζεται δειλά-δειλά να βάλει το ζήτημα. (Αρχές δεκαετίας του 1950). Αντιδρούν οι Άγγλοι αποικιοκράτες που αγωνίζονται απεγνωσμένα να κρατήσουν μερικά σημεία κλειδιά από την πάλαι ποτέ παγκόσμια αυτοκρατορία τους (Γιβραλτάρ-Μάλτα-Κύπρο-Σουέζ-Άντεν κ.λπ., βασικά τον «δρόμο των Ινδιών»).
Στο παιχνίδι μπαίνουν πλέον στα γεμάτα και οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές που προσπαθούν από τη μια να εκτοπίσουν τους Άγγλους και Γάλλους «συμμάχους»-ανταγωνιστές, αλλά και με όρους ελέγχου των άλλων παραγόντων (βασικά της λαϊκής πάλης), έτσι ώστε να μην ξεφύγει η κατάσταση σε άλλες κατευθύνσεις.


Οι συνδυασμένες πιέσεις αναγκάζουν τις ελληνικές κυβερνήσεις (Παπάγος) σε υποχώρηση, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνουν την Τουρκία να προβάλλει και από τη μεριά της διεκδικήσεις στα πλαίσια της γνωστής συνταγής του διαίρει και βασίλευε!
Ο παράγοντας ωστόσο που δεν μπορεί να ελεγχθεί, είναι και αυτός που ωθεί τα πράγματα προς τα εμπρός.
Η πάλη του κυπριακού αλλά και του ελληνικού λαού (στις διαδηλώσεις στην Ελλάδα υπήρξαν και νεκροί). Έτσι μαγειρεύεται η λύση της Ζυρίχης, δηλαδή μια κολοβωμένη ανεξαρτησία με τρεις «εγγυήτριες» δυνάμεις (Αγγλία - Ελλάδα - Τουρκία). Μια λύση που στην ουσία κρατούσε «ανοιχτό» το κυπριακό πρόβλημα και μάλιστα ανοιχτό στις παρεμβάσεις του εγγλέζικου και αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Από την άλλη μεριά στο παιχνίδι αρχίζει να μπαίνει και η ΣΕ που ήδη δοκιμάζει τις δυνατότητές της να κινηθεί σαν μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη. Αυτοί είναι και οι καθοριστικοί παράγοντες στην από δω και πέρα εξέλιξη του κυπριακού.
Οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας πέρα από τις -υπαρκτές- επιθυμίες και επιδιώξεις τους, μεταβάλλονται όλο και περισσότερο σε υποτακτικούς στα σχέδια και τις «κινήσεις» των διαφόρων ιμπεριαλιστών.
Η πιο κρίσιμη εξέλιξη στο διάστημα τούτο είναι η προοδευτική εξουδετέρωση του λαϊκού παράγοντα (σε Ελλάδα και Κύπρο) σαν δύναμης που επηρεάζει με καθοριστικό τρόπο τις εξελίξεις.
Ένας παράγοντας για μια τέτοια εξέλιξη, ήταν η πολιτική των διαφόρων κυβερνήσεων να επιδιώκουν «λύσεις» επιζητώντας την «εύνοια» (και παρέχοντας τα ανάλογα ανταλλάγματα) στους ιμπεριαλιστές, και να πιέζουν τις λαϊκές μάζες, να «συμμορφώνονται» και να «πειθαρχούν» σε μια τέτοια τακτική.
Αλλά απ’ αυτούς δεν θα περίμενε άλλωστε κανείς και κάτι διαφορετικό.
Ο καθοριστικός παράγοντας για την ακινητοποίηση των μαζών βρίσκεται στη ρεβιζιονιστική στροφή, που οδηγεί στην υιοθέτηση της αστικής λογικής και μεθοδολογίας.

Η επέμβαση το 1974

Μέσα στα πλαίσια αυτά, και με αυτούς τους όρους μεσολάβησαν πάρα πολλά (και θα μας πήγαινε μακριά να αναφερθούμε σε όλα αυτά) μέχρι να φτάσουμε στο διπλό «εγχείρημα» του 1974, που πρακτικά διχοτόμησε την Κύπρο, αλλά και έθεσε το όλο ζήτημα κάτω από τον καθοριστικό πλέον έλεγχο των αμερικάνων.
Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτά. Κατ’ αρχήν θα ‘ταν ίσως περιττό να αναφέρει κανείς, το ότι οι αμερικάνοι βρίσκονταν τόσο πίσω από το εγκληματικό πραξικόπημα της ιωαννίδικης χούντας στην Κύπρο, όσο και πίσω από την τουρκική εισβολή. Από κει και πέρα έχουμε μια σειρά σημαντικές συνέπειες, καθοριστικές για την πορεία των εξελίξεων.
Όσον αφορά την τουρκική αστική τάξη εμφανίζεται να κερδίζει σημαντικά πράγματα με την κατάκτηση του 40% περίπου του νησιού και που από μια άποψη όντως βρίσκεται σε «πλεονεκτική» θέση. Από μια άλλη όμως πλευρά και την πιο ουσιαστική κατά τη γνώμη μας, βρίσκεται «αιχμάλωτη της ίδιας της «επιτυχίας». Τα πράγματα, αν το απαιτήσουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα που ανταγωνίζονται στην περιοχή μπορούν να φτάσουν «πολύ μακριά».
Η Τουρκία αποτελεί σήμερα ένα μείγμα εκρηκτικών αντιφάσεων που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα.
Μια στρατιωτική περιπέτεια (που είναι πιθανή) και πολύ περισσότερο μια ενδεχόμενη ήττα (που δεν μπορεί να αποκλειστεί) θα ενεργοποιούσε όλες αυτές τις αντιφάσεις με τρόπο που θα έβαζε σε κίνδυνο όχι μόνο τη θέση της κυρίαρχης τάξης στην Τουρκία, αλλά και την ίδια την υπόσταση του τουρκικού κράτους με τη σημερινή του μορφή.
Η Τουρκία στο πεδίο αυτό είναι απόλυτα εξαρτημένη από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Από την άποψη αυτή, θα πρέπει να χτυπηθούν οι αυταπάτες που από κάθε μεριά καλλιεργούνται από την κυβέρνηση και τα κόμματα μέχρι τον τύπο για τον πραγματικό ρόλο των αμερικάνων γενικότερα και ειδικότερα στη σημερινή κρίση.
Η τουρκική χούντα δεν θα αποτολμούσε ποτέ τίποτα που να έρχεται σε αντίθεση με τα πραγματικά συμφέροντα των αμερικάνων. Ανάλογα ισχύουν και για την ελληνική αστική τάξη, παρ’ όλα τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι σχέσεις της με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό μετά το 1974.
Σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που πολλές φορές δημιουργούνταν (ιδιαίτερα σε σχέση με τον κραυγαλέο αλλά χωρίς υπόσταση «αντιαμερικανισμό» του ΠΑΣΟΚ) η ελληνική αστική τάξη στο σύνολό της και «κατανοούσε» και αποδεχόταν τον ιδιαίτερο ρόλο των αμερικάνων στις εξελίξεις.
Η επιστροφή στο ΝΑΤΟ, η υπογραφή της συμφωνίας για τις βάσεις είναι καθοριστικής σημασίας γεγονότα, αλλά όχι και τα μοναδικά.


Ας σταθούμε λίγο στη διαφωνία του ΠΑΣΟΚ με τον Κυπριανού για τη συμμαχία του δεύτερου με το ΑΚΕΛ. Στην πριν το 1974 περίοδο, ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός είχε κατορθώσει να δημιουργήσει κάποιους όρους παρέμβασής του στις εξελίξεις στην Κύπρο. Οι όποιες δυνατότητές του κόπηκαν μετά το 1974 και δεν αναδημιουργήθηκαν ούτε με την επιστροφή του Μακάριου, που κατανοούσε πλέον ότι με τα τουρκικά στρατεύματα στα πλευρά του δεν μπορούσε πια να κάνει «ανοίγματα».
Η συμφωνία Κυπριανού-ΑΚΕΛ δημιουργούσε προϋποθέσεις για να ξανανοίξει ένας τέτοιος δρόμος για τους σοβιετικούς, πράγμα στο οποίο ήταν κάθετα αντίθετοι οι δυτικοί και ιδιαίτερα οι αμερικάνοι. Και η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ δεν είναι σε καμία περίπτωση η ρήξη με τους αμερικάνους αλλά το να τους «πείσει» (ή στην καλύτερη περίπτωση να «ασκήσει πιέσεις» κατά την έκφραση ορισμένων) να χαρίσουν στην ελληνική πλευρά την εύνοιά τους οι υπερατλαντικοί προστάτες και όχι στους Τούρκους.
Θα ‘πρεπε ακόμα να προσθέσουμε ότι το θάψιμο του «φακέλου της Κύπρου» περιέχει επίσης δύο σημαντικές πλευρές. (Που βέβαια συνδέονται και μεταξύ τους). Η μια αφορά στον εσωτερικό διακανονισμό -το «συμβόλαιο» του 1974- που θα κλονιζόταν η σταθερότητά του αν άνοιγε ο φάκελος και η άλλη αφορά στο ότι η αστική τάξη θα ‘πρεπε να τοποθετηθεί «επίσημα» απέναντι στους αμερικάνους και το ρόλο που παίξανε στα γεγονότα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα δηλαδή σύμφωνα με τη λογική με την οποία κινείται, τη λογική της εξάρτησης.
«Προβλήματα» αντιμετώπισε ακόμη και ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός, που παρά την σύμπλευση με τους αμερικάνους έχει οπωσδήποτε και τις αντιθέσεις του. Οι «χειρισμοί» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, τον έθεταν σε δεύτερη μοίρα (όπου από γενική άποψη βρίσκεται) και σε μια περιοχή, όπου φιλοδοξούσε να έχει τον πρώτο ρόλο. Η πρόσφατη πρόταση για την τριμερή των «εγγυητριών δυνάμεων» (που δεν είναι του Κυπριανού αλλά της Θάτσερ), πέρα από τις άλλες πλευρές της, απηχεί και τις επιδιώξεις του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού να παίξει έναν σημαντικότερα ρόλο στις εξελίξεις.
Αν για όλη αυτή την περίοδο από το 1974 και δώθε θα ‘πρεπε να επισημάνουμε δύο πράγματα (αρνητικά και τα δύο) το ένα είναι ο καθοριστικός ρόλος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και το άλλο -χρειάζεται να το επαναλάβουμε- η πλήρης ακινητοποίηση, ο παραμερισμός του λαϊκού παράγοντα σε σχέση με τις εξελίξεις.
Σε σχέση ιδιαίτερα με το κυπριακό, υπήρξε μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική απομόνωσής του από το ενδιαφέρον των μαζών στην Ελλάδα, και ακριβώς για να μπορέσει να επιτευχθεί (άλλο αν δεν κατορθώθηκε) ένας διακανονισμός στα πλαίσια και με τους όρους των ιμπεριαλιστών προστατών μας, χωρίς να προκαλέσει μεγάλους τρανταγμούς.
Ο παραμερισμός ωστόσο του λαϊκού παράγοντα δεν σημαίνει καθόλου και την πλήρη εξουδετέρωσή του και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι «ενδιαφερόμενοι».
Και ένας βασικός λόγος που δεν μπόρεσε να επιτευχθεί ένας «τελικός» διακανονισμός, ήταν ο φόβος μπροστά στις αντιδράσεις που θα μπορούσε να ξεσηκώσει. Και το πρόβλημα αυτό εξακολουθεί να είναι υπαρκτό και μερικές πλευρές του μπορούμε να δούμε στον σπασμωδικό τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκε η διάσταση απόψεων ανάμεσα σε Παπανδρέου και Κυπριανού (Και που βέβαια περιέχει και άλλες πλευρές).

Το σημερινό πλαίσιο

Οι εξελίξεις στην Κύπρο δεν είναι καθόλου ανεξάρτητες από τις εξελίξεις στην περιοχή, αλλά και γενικότερα τις εξελίξεις στον κόσμο. Ζούμε σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την ένταση σε βαθμό παροξυσμού του ανταγωνισμού των δυο υπερδυνάμεων (αλλά και των άλλων ιμπεριαλιστών) και μάλιστα μέσα σε όρους μιας γενικευμένης και βαθιάς κρίσης του συστήματος σε Δύση και Ανατολή.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η γενικότερη κατάσταση έχει οξυνθεί ιδιαίτερα επικίνδυνα στις μέρες μας από τις εξελίξεις στο ζήτημα των ευρωπυραύλων.
Οι γενικότερες αυτές εξελίξεις όχι μόνο συνδέονται και επηρεάζουν τις ειδικότερες εξελίξεις στην περιοχή, αλλά θα πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή η κλιμάκωση της έντασης σε παγκόσμια κλίμακα οδηγεί τους ιμπεριαλιστές να προωθούν τις λύσεις που επιδιώκουν με ρυθμούς και τρόπους που όλο και λιγότερο θα υπολογίζουν τα διάφορα προσχήματα.
Από την άλλη μεριά ειδικότερα στην περιοχή μας (ανατολική Μεσόγειο, Μέση Ανατολή) οι διάφορες αντιθέσεις είναι πλήρως ενεργοποιημένες (και πολλές σε επίπεδο ενόπλων συγκρούσεων), ενώ βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη διάφορες διαδικασίες που στοχεύουν στην ισχυροποίηση και σταθεροποίηση της θέσης αυτού ή εκείνου του ιμπεριαλισμού.
Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσουμε ορισμένες βασικές συνιστώσες αυτές θα ήταν για μας, από τη μια η πλήρης ενεργοποίηση σε όλα τα επίπεδα της επίθεσης που αναπτύσσει εδώ και μερικά χρόνια ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και από την άλλη η αντεπίθεση που ετοιμάζεται πλέον να εξαπολύσει ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός (οι όροι «επίθεση», «αντεπίθεση» στην περίπτωση αυτή να θεωρούνται με μια εντελώς ειδική έννοια και ιδιαίτερα σε αναφορά με τις μεταξύ τους σχέσεις και συσχετισμούς και οι δυο υπερδυνάμεις βρίσκονται μόνιμα σε επίθεση ενάντια στους λαούς).
Το αντικείμενο της διαμάχης τους είναι βεβαίως η κυριαρχία στην περιοχή.

Ο ρόλος των Αμερικάνων

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός τα τελευταία χρόνια, παρά τα πλήγματα που δέχτηκε (π.χ. Περσία) και τα προβλήματα που αντιμετώπισε, προώθησε γενικότερα τις θέσεις και εκτόπισε σε σημαντικό βαθμό τη ΣΕ που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 είχε διεισδύσει στην περιοχή σε εντυπωσιακό βαθμό.
Σταθμός για μια τέτοια εξέλιξη υπήρξε ο πόλεμος του Κιπούρ (1973) ανάμεσα σε Αίγυπτο και Ισραήλ και οι συμφωνίες του Καμπ-Ντέιβιντ που ακολούθησαν. Τα βασικά προβλήματα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός τα αντιμετωπίζει από την πάλη των λαών της περιοχής και βεβαίως από τις παρεμβάσεις της άλλης υπερδύναμης και σε έναν μικρότερο βαθμό από τις παρεμβάσεις των άλλων ιμπεριαλιστών που γενικά στήριξαν τη συνολική παρέμβαση, αλλά ειδικότερα προσπαθούσαν να υπηρετήσουν και κάποιες ιδιαίτερες επιδιώξεις.
Σημαντικό χτύπημα για τις επιδιώξεις του υπήρξε η περσική επανάσταση, ενώ ένα μόνιμο πρόβλημά του (και όχι μόνο δικό του) ήταν η πάλη του παλαιστινιακού λαού, που λειτουργούσε σαν καταλύτης για τη στάση και την πάλη γενικότερα των αραβικών μαζών.
Με την επίθεση του Ισραήλ στον Λίβανο πετυχαίνει ένα καθοριστικής σημασίας χτύπημα στο παλαιστινιακό κίνημα.
Ταυτόχρονα και σ’ ένα άλλο επίπεδο δημιουργούν προβλήματα στη συνολική στρατηγική του οι ιδιαίτερες επιδιώξεις των σιωνιστών του Ισραήλ.
Τόσο σε σχέση με το τελευταίο πρόβλημα όσο και στα πλαίσια μιας γενικότερης στρατηγικής (στην οποία ανήκει και η ανάπτυξη των δυνάμεων «ταχείας επέμβασης») οδηγείται στο να στείλει δικά του στρατεύματα στο Λίβανο κάτω -για την ώρα- από την ταμπέλα του ΟΗΕ.
Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στη φάση αυτή επείγεται να δώσει «τελειωτικές» λύσεις στο συνολικό πρόβλημα της περιοχής, τόσο για λόγους γενικότερους όσο και πιο ειδικούς.
Οι γενικότεροι αφορούν το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει η κλιμάκωση του ανταγωνισμού του με την άλλη υπερδύναμη (βλέπε παλιότερα άρθρα σε ΠΣ και απόψεις Συνδιάσκεψης ΚΚΕ(μ-λ)). Οι ειδικότεροι θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε δύο βασικούς.
α) Οι Αμερικάνοι βρίσκονται σήμερα σε ευνοϊκή θέση σε σχέση με τους Σοβιετικούς. Οι συσχετισμοί στην περιοχή ευνοούν τις επιδιώξεις τους.
β) Διαβλέπουν και αυτοί από τη μεριά τους ότι οι σοβιετικοί ετοιμάζουν τη δικιά τους επίθεση.
Προσπαθούν συνεπώς στη φάση αυτή να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα που διαθέτουν και προτού -που είναι πιθανό ενδεχόμενο- αρχίζουν να διαφοροποιούνται ή και να αντιστρέφονται οι όροι.
Ένα από τα προβλήματά τους ήταν πάντα η σταθεροποίηση της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ και ένα από τα βασικά εμπόδια για κάτι τέτοιο ήταν το κυπριακό πρόβλημα. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι η «τελική λύση» που βλέπουν οι Αμερικάνοι στο ζήτημα αυτό, είναι η διχοτόμηση της Κύπρου. Πάντα βέβαια στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και με τους όρους που θα υπαγορέψουν οι ίδιοι, δηλαδή στην μετατροπή της Κύπρου σε βάση εξόρμησης (σε αβύθιστο αεροπλανοφόρο όπως λέγεται) για τα ευρύτερα σχέδιά τους στην περιοχή.

Οι προθέσεις της Σοβιετικής Ένωσης

Η σοβιετική υπερδύναμη περνάει πια με τη σειρά της σε μια επίθεση σε παγκόσμια κλίμακα. Οι βασικοί όροι γι’ αυτό βρίσκονται στην ίδια της την φύση σαν ιμπεριαλιστικής δύναμης και στον ανταγωνισμό της με την άλλη υπερδύναμη τις ΗΠΑ.
Ειδικότερα στη φάση αυτή η ΣΕ ξεκινάει με το «πλεονέκτημα» ότι έχει κατορθώσει ως ένα βαθμό να εξαλείψει τις εντυπώσεις από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της (Καμπότζη - Αφγανιστάν, Ερυθραία κ.λπ.) και να δημιουργήσει σε πολλούς μια εντύπωση ότι είναι διατεθειμένη σε υποχωρήσεις είναι μια δύναμη «φιλειρηνική» και ότι μοναδικός υπεύθυνος είναι η αδιαλλαξία των ΗΠΑ και ειδικά του Ρήγκαν.
Έχει έτσι ως ένα βαθμό το αβαντάζ, να μπορεί να εμφανίσει την από την μεριά της κλιμάκωση των εξοπλισμών σαν περίπου «νομική άμυνα» ενώ είναι η ίδια που ειδικά στον ευρωπαϊκό χώρο αναπτύξει εδώ και χρόνια τους SS20 σε πλατιά κλίμακα.
Όσον αφορά το κυπριακό η πρόταση της διεθνοποίησης δεν είναι παρά ένας εύσχημος τρόπος για να διατυπωθεί η πρόθεση της ΣΕ να συμμετάσχει στον διακανονισμό του προβλήματος και βεβαίως να αποκτήσει «νόμιμες» προσβάσεις στο νησί.
Βεβαίως για την ώρα βρίσκεται έξω από τα πράγματα αλλά τίποτε δεν αποκλείει (η ίδια ελπίζει και επιδιώκει) διάφορες περιπλοκές να της δώσουν τη δυνατότητα να χωθεί στις εξελίξεις.
Μέσα στο πλαίσιο που δημιουργούν αυτοί οι καθοριστικοί παράγοντες κινήθηκαν και όλοι οι άλλοι με την προσαρμογή φυσικά των ιδιαίτερων επιδιώξεων του καθένα.
Η «ανησυχία» της Θάτσερ δεν αφορά βέβαια την τύχη του κυπριακού λαού ή το «Διεθνές Δίκαιο» (αυτή η κωδικοποιημένη υποκρισία) αλλά την τύχη των εγγλέζικων βάσεων στην Κύπρο και γενικότερα του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού που φοβάται ότι στο νέο διακανονισμό μπορεί να βρεθούν εκτός του ρόλου που διασφάλισαν με τις συμφωνίες της Ζυρίχης του 1959. Εξ ου και οι διαβουλεύσεις, καθώς και η πρόταση για την τριμερή. Όσον αφορά τις αραβικές χώρες που τόσος θόρυβος έγινε για τη στάση τους το ζήτημα είναι κάπως διαφορετικό.
Η αντίθεση Ελλάδας-Τουρκίας πέρα από τα γνωστά ζητήματα (Αιγαίου-Κύπρος) περιέχει και έναν ανταγωνισμό των αντίστοιχων αστικών τάξεων, που αφορά το ποια χώρα θα αποτελέσει τη γέφυρα που βασικά θα συνδέει Ευρώπη και Μ. Ανατολή. Απέναντι σε ένα τέτοιο ζήτημα οι αραβικές αστικές τάξεις δεν έχουν λόγους να επιδείξουν κάποιες ιδιαίτερες προτιμήσεις. Ίσα-ίσα τους συμφέρει αυτός ο ανταγωνισμός. Το πιο βασικό είναι ωστόσο ότι γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα αποφασιστικά κέντρα δυνάμεως σε σχέση και με αυτό το πρόβλημα βρίσκονται κατά κύριο λόγο έξω από τις δύο χώρες. Δεν είχαν συνεπώς κανέναν λόγο να «βιαστούν» στο βαθμό που δεν είναι καθόλου «προοδευτικές» αλλά στην πλειοψηφία τους διεφθαρμένες κλίκες που δυναστεύουν τους λαούς τους και ξεπουλάν τις χώρες τους σ’ όποιον ιμπεριαλισμό είναι πιο ισχυρός και στην «καλύτερη περίπτωση» σε όποιον τους προσφέρει καλύτερη τιμή. Το ότι το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων τοποθετήθηκε με έναν ορισμένο τρόπο τους έδωσε τη δυνατότητα να τοποθετηθούν και αυτές με ανώδυνο στην ουσία τρόπο.
Μέσα στο ίδιο γενικότερο πλαίσιο εντάσσεται και η «πρωτοβουλία» του Ντενκτάς. Αρκετός θόρυβος έγινε και πολύ σύγχυση έχει σπαρεί σχετικά με το ρόλο των αμερικάνων. Φυσικά ο ρόλος των Αμερικάνων πολύ σύντομα θα γίνει ξανά ξεκάθαρος για τον καθένα. Ωστόσο τούτη τη στιγμή πρέπει να υπογραμμίσουμε τα εξής. Είναι ένα ζήτημα (και αν θέλουν ορισμένοι ένα ερώτημα) το αν ο Εβρέν είχε συμφωνήσει με τους Αμερικάνους τη μέρα, την ώρα και την έναρξη της ενέργειάς του. (Το αν δηλαδή η τουρκική χούντα θεώρησε σαν ευνοϊκή τη στιγμή για να εκβιάσει λύσεις στην κατεύθυνση που από χρόνια επιδιώκει).
Είναι ωστόσο μια βεβαιότητα το ότι η ενέργειά της όχι μόνο δεν αντιτάσσεται αλλά συνδέεται και υπηρετεί την αμερικανονατοϊκή στρατηγική τόσο γενικότερα όσο και ειδικότερα σε σχέση με την Κύπρο. Αναφέραμε κιόλας ότι οι αμερικάνοι από πολύ παλιά σαν «λύση» έβλεπαν τη διχοτόμηση, ενώ και η καθ’ υπαγόρευσή τους «πρωτοβουλία» Γκουεγιάρ από άποψη ουσίας εντασσόταν στην ίδια λογική και κατεύθυνση.

Το πρόβλημα της Κύπρου είναι πρόβλημα και του ελληνικού λαού

Το πρόβλημα της Κύπρου είναι άρρηκτα δεμένο με τις εξελίξεις στη χώρα μας, επηρεάζεται από αυτές, καθώς επίσης και τις επηρεάζει με καθοριστικό τρόπο. Αυτό ίσχυε πάντα ανεξάρτητα από τις προσπάθειες της άρχουσας τάξης ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια να το «στεγανοποιήσει» σε σχέση με το ενδιαφέρον του ελληνικού λαού.
Να το πούμε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Οι εξελίξεις στο κυπριακό όχι απλά θα επηρεάσουν αλλά θα σφραγίσουν τις εξελίξεις στη χώρα μας στο προσεχές διάστημα.
Γενικότερα η πολιτική θα κυριαρχηθεί και θα χαρακτηρίζεται στο διάστημα αυτό από την ύπαρξη και την πορεία του προβλήματος της Κύπρου, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες αυτού ή εκείνου του παράγοντος.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, όχι μόνο δεν έχει θέση μια πολιτική στεγανοποίησής του απέναντι στον λαό ή μια προσπάθεια υποβάθμισής του από ορισμένες πλευρές (έκφραση εκτός των άλλων και μιας απίθανης πολιτικής μυωπίας) αλλά αντίθετα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις προοδευτικές δυνάμεις σαν ζήτημα πρωταρχικής σημασίας (όπως και είναι) και να καταβληθεί κάθε προσπάθεια γι’ αυτό.
Στη βάση του ότι οι ευρύτεροι στόχοι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού περιλαμβάνουν συνολικά την περιοχή της Μ. Ανατολής η Κύπρος θα αποτελεί ένα προκεχωρημένο φυλάκιο, μια βάση εξόρμησης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Σ’ έναν τέτοιο ρόλο και με τον όρο της ισχυροποίησης της αμερικανικής κυριαρχίας στη χώρα μας (όπως αναφέραμε) μπορεί να συρθεί σε μια πορεία και η ίδια η Ελλάδα. (Ήδη χρησιμοποιούνται οι αμερικανικές βάσεις με έναν ορισμένο τρόπο σε μια τέτοια κατεύθυνση).
Μια τέτοια εξέλιξη θα οξύνει παραπέρα τον ανταγωνισμό στο γενικότερο επίπεδο (υπερδυνάμεις) και εμείς σαν χώρα θα αποτελούμε μέρος της «ενδιάμεσης ζώνης» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για κάθε χρήση, ακόμα και για την «απορρόφηση» ενός μέρους των σοβιετικών πυραύλων σε περίπτωση αναμέτρησης.

Η «στασιμότητα»

Τις μέρες αυτές η κατάσταση εμφανίζει ένα είδος στασιμότητας. Αλλά και μέσα σ’ αυτή την «στασιμότητα» προωθούνται διεργασίες και συντελούνται καταστάσεις και όχι μόνο σε σχέση με την Κύπρο και τη «λύση» που προωθείται γι’ αυτήν.
Στην ίδια την Ελλάδα συντελείται με γοργούς ρυθμούς μια διαδικασία ισχυροποίησης του αμερικάνικου ρόλου που καθόλου δεν αντισταθμίζεται από τους οξυμένους αντιδυτικούς τόνους μιας ορισμένης αρθρογραφίας, που περισσότερο στοχεύει στο να επιδείξει ανύπαρκτα δόντια, παρά στο να οικοδομήσει κάτι το ουσιαστικό. Καθοριστικής σημασίας γεγονότα. Το ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Ελλάδας και επισήμως ανακήρυξε «αθώους τους Αμερικάνους και η «πρόσκληση» όλης της αντιδραστικής κομπανίας των ελληνοαμερικάνων παραγόντων με επικεφαλής τον φασίστα πράκτορα της CIA, Ιάκωβο, δείχνει έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό της κυβέρνησης, ως προς το από ποια μεριά περιμένει τη «λύση».
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάσταση που εκδηλώθηκε πρόσφατα ανάμεσα σε Κυπριανού και Παπανδρέου και η από θέση «αρμοδιότητας» πλέον παρέμβαση του Καραμανλή. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχουμε τα αποτελέσματα της σύσκεψης που πιθανότατα θα φώτιζαν περισσότερο το πρόβλημα. Μπορούμε ωστόσο να κάνουμε μερικές βασικές παρατηρήσεις.
Η τριμερής που προωθείται από τη Θάτσερ μέσω του Κυπριανού είναι μια διαδικασία που κλείνει το πρόβλημα μέσα στα πλαίσια του δυτικού μπλοκ και σίγουρα ευνοεί τις φιλοδοξίες της Αγγλίας. Όσον αφορά τους αμερικάνους δεν έχουν ακόμα τοποθετηθεί ανοιχτά αλλά οπωσδήποτε μια τέτοια λύση έχει το πλεονέκτημα γι’ αυτούς, ότι η διαδικασία βρίσκεται μέσα στα νατοϊκά πλαίσια και ότι η επιρροή τους είναι καθοριστική απέναντι και στις τρεις «εγγυήτριες» δυνάμεις.
Ο Α. Παπανδρέου δεν διαφωνεί καθόλου για μια λύση μέσα σε τέτοια πλαίσια και αυτό φαίνεται από μια σειρά ενέργειες αλλά και από τη στάση του στο ίδιο αυτό ζήτημα. Ο Α. Παπανδρέου διαφωνεί με την τριμερή, αλλά δεν διαφωνεί με την μεσολάβηση (διαβουλεύσεις) της Αγγλίας απέναντι σε Τουρκία-Ελλάδα.
Πού βρίσκεται άραγε η διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο; Υπάρχει κάποια διαφορά αλλά οπωσδήποτε όχι ποιοτική. Η διαφορά αφορά στην τακτική μέσω της οποίας μπορούν να επιτευχθούν κάποιες υποχωρήσεις της Τουρκίας για να μπει το πρόβλημα για «λύση» και πάντα μέσα στα ίδια πλαίσια. Ταυτόχρονα ο τέτοιος χειρισμός του Α. Παπανδρέου (δημόσια εκδήλωση της διαφωνίας) αποβλέπει και τη διασφάλιση ενός «άλλοθι» απέναντι στις λαϊκές μάζες και την «Ιστορία»! Αν είναι δυνατόν;
Ωστόσο εδώ υπάρχει και ένα ακόμη συγκεκριμένο ζήτημα που αφορά άμεσα τις ελλαδικές εξελίξεις. Την κρούστα της ομοψυχίας δεν είναι μόνο ο Κυπριανού που την «διασπάει». Στο εσωτερικό της χώρας η δεξιά μετά τις δηλώσεις «συμπαράστασης» ήδη περνάει σε μια επίθεση με ολοφάνερο στόχο να ασκήσει και εσωτερικά πιέσεις για να διασφαλιστεί από κάθε πλευρά ότι το πρόβλημα θα «λυθεί» μέσα στα δυτικά πλαίσια και να αποκλειστεί κάθε άλλη εκδοχή.
Οι εσωτερικοί συσχετισμοί στην Ελλάδα και οι αντίστοιχες διεθνείς διασυνδέσεις τους είναι σχετικά σταθεροποιημένοι, η κρισιμότητα ωστόσο των προβλημάτων είναι τέτοια που αν υπάρξουν απρόβλεπτες εξελίξεις πολλά πράγματα μπορούν να «ρευστοποιηθούν» και μάλιστα με γρήγορους ρυθμούς. Από την άποψη αυτή, βρισκόμαστε μπροστά στο ενδεχόμενο σοβαρών πολιτικών εξελίξεων μέσα στην ίδια τη χώρα ενώ για την ώρα όλοι βασικά οι παράγοντες βρίσκονται σε ένα είδος «αναμονής».
Εν αναμονή λοιπόν και αναρωτιέται κανείς εν αναμονή ποιανού πράγματος; Είναι καθαρό. Εν αναμονή της πρωτοβουλίας της μόνης πλευράς από την οποία αναμένονται «λύσεις». Δηλαδή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Αλλά οι Αμερικάνοι, την πρωτοβουλία και την έχουν πάντα και την έχουν εκδηλώσει με χίλιους τρόπους και έχουν ρυθμίσει τα πράγματα στην τροχιά που θέλουν. Πρόταση Γκουεγιάρ, ανακήρυξη τουρκοκυπριακού κράτους, πρόταση τριμερούς, αύριο ίσως κάποια «διαλλακτική» αλλά πάντα από πλεονεκτική θέση πρόταση της Τουρκίας, όλα ανήκουν και οικοδομούν αυτή την τροχιά, που για την ώρα δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους ανατροπής της.

Πιθανά ενδεχόμενα

Η όλη κίνηση μπορεί να γνωρίσει σοβαρές περιπλοκές από μια δραστική παρέμβαση της ΣΕ. Η εμμονή στην πρόταση για διεθνή διάσκεψη δείχνει τις προθέσεις της. Είναι αλήθεια ωστόσο ότι κάτι τέτοιο με τους σημερινούς όρους δεν είναι από τα πιο πιθανά ενδεχόμενα και όχι φυσικά επειδή δεν το θέλει η ΣΕ. Έναν τέτοιο δρόμο μπορούν να ανοίξουν για τη ΣΕ βασικά οι παράγοντες που συνδέονται άμεσα με το πρόβλημα.
Η Τουρκία και γενικότερα αλλά και ειδικότερα στη φάση αυτή δεν έχει κανένα λόγο να επιδιώξει κάτι τέτοιο.
Η ελληνική κυβέρνηση με μια σειρά ενέργειές της (όπως κιόλας αναφέραμε) έχει κάνει καθαρό ότι προσπαθεί να κλείσει παρά να ανοίξει έναν τέτοιο δρόμο. Θα λέγαμε μάλιστα ότι έχει σα βασική της έγνοια να δίνει κάθε τόσο στους δυτικούς πιστοποιήσεις της προσπάθειάς της να κρατήσεις τους σοβιετικούς απ’ έξω.
Ο Κυπριανού με την όλη στάση του έχει αποδείξει ότι οι ερωτοτροπίες του με το ΑΚΕΛ περιορίζονταν στο ζήτημα της επανεκλογής του.
Μένει το ΑΚΕΛ το οποίο είναι ένα κόμμα που υπηρετεί τα σοβιετικά συμφέροντα. Ταυτόχρονα ωστόσο το ΑΚΕΛ στην πορεία του έχει δείξει πολύ καθαρά ότι αποφεύγει σαν το διάολο οποιαδήποτε «δραστική» πρωτοβουλία πολύ περισσότερο σήμερα που οι γενικότεροι και ειδικότεροι συσχετισμοί είναι ιδιαίτερα δυσμενείς.
Με όλα αυτά είναι εμφανές το τι είναι πιθανότερο να γίνει. Δεν θα πρέπει ωστόσο να αποκλείσουμε ολότελα μια τέτοια εκδοχή, στο βαθμό που έχουμε να κάνουμε με μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη και μάλιστα μια υπερδύναμη που ήδη εκδηλώνει την επίθεσή της στην περιοχή.
Με τις παρούσες συνθήκες, όσο περισσότερο κατορθώσει να χωθεί η ΣΕ τόσο περισσότερο θα «λιβανοποιείται» η κατάσταση, οπωσδήποτε στην Κύπρο αλλά πιθανόν και πέρα απ’ αυτήν.

Για την πιθανότητα πολέμου

Μια άλλη πιθανότητα και μάλιστα η πιο επικίνδυνη και πιο οδυνηρή για τους λαούς Ελλάδας και Τουρκίας και στο βαθμό που οι ιμπεριαλιστές αντιμετωπίσουν κάποια αδιέξοδα στην προώθηση των σχεδίων τους είναι το να προσπαθήσουν να περάσουν την τελική «διευθέτηση μέσα από την προώθηση μιας «ελεγχόμενης» αναμέτρησης ανάμεσα στις δυο χώρες. (Τώρα το πόσο θα παραμείνει «ελεγχόμενη» από την ώρα που θα ξεσπάσει, είναι ένα άλλο ζήτημα).
Πρόκειται για ένα είδος τραγικής ειρωνείας (και αυταπάτης). Οι δύο χώρες υποτίθεται ότι πολεμούν για την ανεξαρτησία τους. Και όσο περισσότερο πολεμούν γι’ αυτήν, τόσο περισσότερο την απαλλοτριώνουν στους χειρότερους εχθρούς τους, τους ιμπεριαλιστικούς λύκους.
Θεωρούμε σαν βασικό εχθρό της ανεξαρτησίας μας, πηγή όλων των δεινών μαζί και του πολέμου τον ιμπεριαλισμό, κύρια τις δύο υπερδυνάμεις και ειδικότερα όσον αφορά τη χώρα μας τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.
Αυτός είναι και θα συνεχίσει να είναι ο άξονας της πάλης σε οποιαδήποτε περίπτωση, στο στόχο αυτό θα συγκλίνουν τελικά όλες οι προσπάθειές μας οποιουσδήποτε δρόμους κι αν χρειαστεί να περάσουν.
Θεωρούμε ότι ο ελληνικός και ο τουρκικός λαός δεν έχουν πραγματικές διαφορές και οπωσδήποτε δεν έχουν διαφορές τέτοιες που να μη μπορούν να λυθούν με άλλους τρόπους και όχι με πόλεμο. Αντίθετα έχουν πολλά κοινά συμφέρονται και κοινούς εχθρούς ενάντια στους οποίους παλεύουν, ενάντια στους οποίους πρέπει να εντείνουν την πάλη τους.
Στην ίδια λογική αντιτασσόμαστε από τα τώρα -και πρέπει να ενεργοποιηθούμε σε μια τέτοια κατεύθυνση- στο κύμα σοβινιστικής υστερίας που έχει εξαπολυθεί το τελευταίο διάστημα από αντιδραστικούς αλλά και «προοδευτικούς» κύκλους στη χώρα μας.

Για την πάλη μας

Από μια άλλη πλευρά από την οποία θα μπορούσε να ανατραπεί μια τέτοια κατεύθυνση θα ‘ταν η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα
Οι κίνδυνοι που απειλούν τον κυπριακό λαό, που απειλούν τον ελληνικό λαό, που απειλούν γενικότερα τους λαούς στην περιοχή αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο είναι τόσο μεγάλοι και τόσο κοντινοί που πρέπει οι μάζες να ενεργοποιηθούν με τον πιο άμεσο και τον πιο αποφασιστικό τρόπο για την αντιμετώπισή τους. Όσον αφορά τις δικές μας προσπάθειες με τις όποιες δυνάμεις διαθέτουμε:
Βασική βοήθεια στον κυπριακό λαό υπό τις παρούσες συνθήκες θα ήταν να προωθήσουμε την πάλη μας σε ορισμένα μέτωπα που συνδέουν την πάλη του ελληνικού με την πάλη του κυπριακού λαού.
Είναι φανερό ότι θα πρέπει να εκδηλώσουμε, να προπαγανδίσουμε και να προωθήσουμε την μεγαλύτερη δυνατή αλληλεγγύη στον κυπριακό λαό.
Ιδιαίτερη σημασία έχει σήμερα να δείξουμε στον κόσμο ότι το πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι ξεκομμένο από τα δικά του προβλήματα, ότι κάθε χτύπημα που δέχεται ο λαός της Κύπρου προετοιμάζει και ένα μεγαλύτερο χτύπημα για τον ίδιο.
Καθοριστική σημασία έχει το ξεσκέπασμα των σχεδίων των διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των εδώ «αντιπροσώπων» τους τη σημασία και τις παγίδες που έχουν οι διάφορες προτάσεις και «πρωτοβουλίες» τους.
Το αποφασιστικό μέτωπο αλλά και η πιο αποφασιστική βοήθεια στον κυπριακό λαό βρίσκεται στην ανάπτυξη της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και στα ερείσματά του στη χώρα μας. Η πάλη ενάντια στις αμερικανικές βάσεις, το ΝΑΤΟ και όλα τα συναφή μπορούν ξανά να μπουν στο προσκήνιο και με αποτελεσματικό τρόπο.
Θα πρέπει από τα τώρα να προωθήσουμε τη θέση μας, ενάντια στο ενδεχόμενο ενός πολέμου με την Τουρκία. Ταυτόχρονα μπορούμε και πρέπει να συνδέσουμε αυτή την πάλη με την πάλη ενάντια στον πόλεμο γενικότερα που αποτελεί κρίσιμο πρόβλημα της εποχής μας και απέναντι στο οποίο ήδη ευαισθητοποιούνται πλατύτερες μάζες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου