Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Δεν υπάρχουν «εύκολες» απαντήσεις. Το ζήτημα του πολέμου και η κριτική του ΜΛΚΚΕ



του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 317, στις 27/4/1996


Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη. Το καπιταλιστικό σύστημα κυριαρχεί σε παγκόσμια κλίμακα πολιτικά οικονομικά ακόμη και σε επίπεδο ιδεών απόψεων «αξιών». Αυτή η κυριαρχία εκφράζεται ακόμη και στις απόψεις εκείνων που το «αντιπολιτεύονται» και κάπως έτσι έχουμε τις διάφορες «αριστερές» λιτότητες τον «σοσιαλισμό της αγοράς» κλπ.
Ταυτόχρονα αντανακλάται με έναν τρόπο ακόμη και στις απόψεις αυτών που θέλουν να το ανατρέψουν με αποτέλεσμα την δημιουργία τάσεων «φυγής» είτε προς τα «εμπρός» («εδώ και τώρα») είτε προς τα «πίσω» και της αγκίστρωσης στο «σίγουρο» παρελθόν. Γενικά εκδηλώνονται τάσεις αναζήτησης του «οδηγού» που θα μας βγάλει από τη δυσκολία και θα δώσει τη σύντομη, πλήρη και ασφαλή διέξοδο στις αναμφίβολα καλές προθέσεις.



Μόνο που τα πράγματα δεν είναι έτσι. Φυσικά και υπάρχουν αρχές θεμελιώδεις θέσεις και εκτιμήσεις. Απαιτούν ωστόσο την συγκεκριμενοποίηση τους στα μέτρα της εποχής μας τόσο στα μεγάλα όσο και στα «μικρά» ζητήματα. Και αυτό δεν είναι μια υπόθεση που σηκώνει «εύκολες» απαντήσεις.
Από τη μεριά μας δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να «ομολογήσουμε» ότι «δυσκολευόμαστε» σε αρκετά ζητήματα. Δεν αγνοούμε ούτε τις αναγκαιότητες που υπάρχουν ούτε τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η ύπαρξη μιας οργάνωσης. Ξέρουμε πού θέλουμε και πού πρέπει να φτάσουμε αλλά προτιμούμε επίσης να μην αγνοούμε (ξορκίζοντας το) το επίπεδο στο οποίο βρισκόμαστε.
Είναι αλήθεια ότι μια τέτοια λογική «δεν πουλάει» σήμερα. Είναι αλήθεια ότι σε κάποιους κύκλους έχει μεγαλύτερη πέραση είτε μια «ντούρα» απολυτότητα είτε (ανάλογα και με το πού απευθύνεται κανείς) μια πολύ «ανοιχτή» και «τολμηρή» στάση. Κοινό στοιχείο και στις δυο περιπτώσεις η «άνεση», η «πληρότητα», η «επάρκεια» εφ όλης της ύλης. Αλλά πως να το κάνουμε. Από τη μεριά μας προτιμούμε να «θυμόμαστε» όλες τις θέσεις που κατά καιρούς έχουμε πάρει, να διεκδικούμε και να αποδεχόμαστε την ευθύνη τους και να μην προσπαθούμε να «ξεχάσουμε» καμία.
Ας περάσουμε όμως στην ουσία του ζητήματος που έχει τεθεί. Την αντίθεση Ελλάδας-Τουρκίας, τον κίνδυνο πολέμου, τη στάση που πρέπει να κρατήσουν οι κομμουνιστές. Έχουμε την άποψη ότι το «κλειδί» προσέγγισης του ζητήματος (ή αν θέλετε ο «κρίκος» από τον οποίο τραβάμε την αλυσίδα) είναι η ανάλυση των σχέσεων -αντιθέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Η άποψη του ΜΛΚΚΕ έχει ως βάση της την ατράνταχτη πεποίθηση ότι η αστική τάξη της Τουρκίας είναι η επιτιθέμενη ενώ η αντίστοιχη της Ελλάδας η απλώς αμυνόμενη. «Απορεί» κιόλας με το ΚΚΕ(μ-λ) πως «αυτό που ο κόσμος το ‘χει τούμπανο εμείς δυσκολευόμαστε παραδόξως να το δούμε». Θεωρεί μάλιστα πως τα δεδομένα που θεμελιώνουν την άποψή του «δεν είναι μόνο σημερινά αλλά τουλάχιστον των 2-3 τελευταίων δεκαετιών». Κάπως έτσι για το ΜΛΚΚΕ πάντα για τα σημερινά δεδομένα (διότι ο πόλεμος αν είναι δίκαιος ή άδικος, επαναστατικός ή αντιδραστικός επιθετικός ή αμυντικός κλπ είναι ζήτημα συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης) ο ενδεχόμενος πόλεμος λοιπόν είναι αμυντικός για την Ελλάδα και επιθετικός για την Τουρκία».

Δηλαδή δεν καταλάβαμε. Ο ενδεχόμενος πόλεμος Ελλάδας -Τουρκίας («πάντα για τα σημερινά δεδομένα» και «στη βάση της συγκεκριμένης ανάλυσης») είναι δίκαιος ή επαναστατικός ή απλώς «αμυντικός» από την πλευρά της Ελλάδας;» Ποια θέση έχει αυτή η «επιφύλαξη» εν μέσω τόσο απόλυτων και κατηγορηματικών απόψεων; Εν πάσει περιπτώσει όμως και εν αναμονή περισσότερων διευκρινήσεων εμείς κρατάμε το τελευταίο («αμυντικός» και πάμε παρακάτω.

Η άποψή μας είναι βεβαίως διαφορετική. Έχει εκτεθεί πολλές φορές και αναλυτικά. Μπορούμε συνεπώς εδώ να την επαναλάβουμε όσο γίνεται πιο σύντομα.
Όσον αφορά τη στάση και τον ρόλο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (κύρια ΗΠΑ) αυτές κινούνται στη βάση έντονων αντιθέσεων μεταξύ τους και ανταγωνισμών. Βασικό ζήτημα η τάση ανακατανομής και αναδιανομής αγορών και ζωνών επιρροής.
Κρίσιμο ζήτημα η επιθετική στάση των ιμπεριαλιστών της Δύσης απέναντι στην «Ανατολή» (Ρωσία).
Στη βάση αυτή τίθενται υπό αμφισβήτηση τα αποτελέσματα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Θεωρούν (οι ιμπεριαλιστές) ότι διευκολύνονται (στην ανακατανομή) από την όποια αμφισβήτηση συνόρων και συνθηκών, την υποκίνηση υπαρκτών και ανύπαρκτων αντιθέσεων, την υποκίνηση εθνικισμών, σωβινισμών και μισαλλοδοξίας, καταστάσεων που γενικά «στρώνουν το έδαφος» για πέρασμα των σχεδίων τους.
Όσον αφορά την στάση των αστικών τάξεων των μικρότερων χωρών σ’ αυτό το «παιχνίδι», το κύριο στοιχείο τους είναι η προσπάθεια να πλασαριστούν σε καλύτερη, σε ευνοϊκότερη (σε σχέση με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια θέση).Αυτή είναι μια «επιθετική» στάση («ελαφρών βαρών» βέβαια εφ’ όσον εξαρτάται από άλλους) αλλά επιθετική. Από εκεί και πέρα αν κάποιες απ’ αυτές βρεθούν σε θέση «άμυνας» είναι ζήτημα συγκεκριμένης ανάλυσης εφ’ όσον και όταν προκύψει.
Απ’ τη μεριά μας λοιπόν θεωρούμε ότι το κρίσιμο ζήτημα για το κίνημα και τους λαούς είναι η αντιπαράθεση σ’ αυτή την λογική, σ’ αυτήν την κυρίαρχη τάση. Ο ανεπίκαιρος (για να το πούμε «μαλακά») χαρακτηρισμός της μίας ή της άλλης αστικής «μας» τάξης ως «αμυνόμενης» διευκολύνει απλώς τη δημιουργία του κλίματος εκείνου που εξυπηρετεί ακριβώς τα ιμπεριαλιστικά σχέδια.
Επί του συγκεκριμένου πεδίου. Δεν συμμεριζόμαστε καθόλου την άποψη που απ’ όλα τα αστικά ΜΜΕ (και όχι μόνο) εκπορεύεται συστηματικά πως η Ελλάδα βρίσκεται στο στόχαστρο των ιμπεριαλιστικών σχεδίων προς χάριν της «μονίμως ευνοούμενης Τουρκίας». Έχουμε κατ’ αρχήν την άποψη ότι «στο στόχαστρο» βρίσκονται και οι δυο χώρες και οι λαοί τους. Από κει και πέρα και οι δυο χώρες θεωρούνται ισχυρά και χρήσιμα πιόνια για τους ιμπεριαλιστές ιδιαίτερα εν’ όψει των βορειοανατολικής κατεύθυνσης σχεδίων τους. Έτσι και «στα καλά των καθουμένων» δεν θα ‘θελαν την αχρήστευση κανενός από τους δυο. Βασική τους επιδίωξη η «συνεννόηση» Ελλάδας-Τουρκίας υπό την επικυριαρχία και τον έλεγχο τους.
Μια «συνεννόηση» που ενδέχεται να προωθηθεί και μέσω μιας «ελεγχόμενης» και «περιορισμένης» σύγκρουσης.(Τώρα πόσο ελεγχόμενη και περιορισμένη θα ‘ναι από την ώρα που θα ξεσπάσει είναι άλλο ζήτημα).
Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος για τους λαούς και τις χώρες καθώς στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για τα μερίδια επικυριαρχίας και ελέγχου και λιγότερο στη -σχετική πάντα- «εύνοια» προς την Τουρκία.
Σ’ αυτή την περίπτωση ποια είναι τα καθήκοντα των Ελλήνων αλλά και των Τούρκων (για να μην ξεχνιόμαστε) κομμουνιστών; Να μπουν στο παιχνίδι με την πλευρά της αστικής «τους» τάξης που «αδικείται» ή να αντιταχθούν με τον πιο αποφασιστικό τρόπο σ’ αυτή την λογική που είτε την ιμπεριαλιστική «συνεννόηση» προωθήσει είτε την σύγκρουση επιβάλλει;
Επιθετική λοιπόν η αστική τάξη της Τουρκίας και αμυντική της Ελλάδας; Εδώ υπάρχει ένα ερώτημα στο οποίο θα θέλαμε κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις. Επιθετική ή αμυντική στη βάση χαραχτήρα ή συσχετισμού; Και αν βέβαια ο διαχωρισμός είναι στη βάση του (διαφορετικού) χαραχτήρα των δυο αστικών τάξεων τότε, ναι, θα 'ταν εξ αρχής αμυντικός ο πόλεμος για την αστική τάξη της Ελλάδας. (Μόνο που πολύ θα θέλαμε να το πει κάποιος καθαρά αυτό). Αν όμως δεν είναι -που δεν είναι- στη βάση του χαραχτήρα αλλά είναι -όσο είναι- στη βάση του συσχετισμού τότε το ζήτημα μπαίνει διαφορετικά.
Η δική μας άποψη είναι ότι ο χαραχτήρας και των δυο τάξεων είναι επιθετικός με τον τρόπο βέβαια που μπορεί να είναι «επιθετική» μια εξαρτημένη αστική τάξη.
Και αν όσον αφορά την τουρκική συμφωνούμε όλοι να θυμίσουμε κάποια πράγματα των 2-3 τελευταίων δεκαετιών σε σχέση με την «δική μας» αστική τάξη. Επιθετική επιθετικότατη στο ζήτημα της Κύπρου που αν η πιο κραυγαλέα της έκφραση ήταν η δήωση των τουρκικών χωριών (μέσα δεκαετίας 60) η πιο ουσιώδης ήταν η αμφισβήτηση της ίδιας της ανεξαρτησίας της Κύπρου.
Έκφραση αυτής της πολιτικής («ακραία» ίσως) υπήρξε το πραξικόπημα του Ιωαννίδη που βεβαίως έδωσε την δυνατότητα να εκφραστεί και η τουρκική επιθετικότητα με την εισβολή στην Κύπρο. Από κει και πέρα πράγματι η Τουρκία διαπιστώνοντας την στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας να αντιδράσει (συσχετισμός) προχώρησε και σε άλλες διεκδικήσεις. Άλλο ζήτημα όμως είναι αυτό και είναι άλλο να μπερδεύουμε τις έννοιες και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των ζητημάτων.
Στις σημερινές συνθήκες. Ως προς τον χαραχτήρα της ελληνικής αστικής τάξης νομίζουμε ότι είναι κραυγαλέα η στάση που κράτησε απέναντι στην Αλβανία και την ΠΓΔΜ. Ή μήπως αμφιβάλλει κανείς ότι αν μπορούσε να κρατήσει την ίδια στάση απέναντι και στην Τουρκία δεν θα το έπραττε; ‘Η μήπως δεν κρατάει και από τη μεριά της (στο μέτρο πάντα των δυνατοτήτων της και του συσχετισμού) μια «επιθετική» στάση;
Πραγματικά ο κόσμος το 'χει τούμπανο» όσον αφορά τον ανταγωνισμό των δυο αστικών τάξεων, για τον πρώτο ρόλο, για το ποια θα αποτελέσει τον «γκαουλάιτερ των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή.
Ακόμη και στο Αιγαίο όπου όντως η τουρκική πλευρά εμφανίζεται επιθετική, δεν είναι μήπως η ελληνική αστική τάξη που θέλει και αυτή να μεταβάλλει το status quo προς όφελός της; Δεν μπορεί για την ώρα βέβαια. Αλλά εδώ ας περάσουμε στο ζήτημα του συσχετισμού.
Θεωρώντας λοιπόν ότι και οι δυο αστικές τάξεις έχουν τον ίδιο «επιθετικό» χαρακτήρα διαπιστώνουμε ότι βασικό παράγοντα στις μεταξύ τους σχέσεις (αντιθέσεις) αποτελεί το στοιχείο του συσχετισμού. Πάνω σ’ αυτό χρειάζεται να πούμε κάποια πράγματα. Ο συσχετισμός αυτός στην περίπτωση των εξαρτημένων χωρών δευτερευόντως καθορίζεται από το εσωτερικό δυναμικό (πληθυσμιακό οικονομικό κ.λπ.) των δυο χωρών (σε αντίθεση λχ με την περίπτωση ΗΠΑ-ΡΩΣΙΑΣ) και περισσότερο από άλλους παράγοντες με κυριότερο την ένταξη σε κάποιο ιμπεριαλιστικό μπλοκ και τη θέση και τον ρόλο που έχουν σ’ αυτό.(βλέπε και περίπτωση Ισραήλ, πρόσφατα Κροατίας κ.λπ.) Σημαντικό επίσης παράγοντα μπορούν να αποτελέσουν οι «τοπικές» συμμαχίες.(βλέπε και «αγωνίες» Αρσένη για συμμαχίες με Συρία, Ιράκ κ.λπ.) αλλά πάντα σε συνάρτηση με τα προηγούμενα. Καθοριστικός βέβαια παράγοντας και το εσωτερικό μέτωπο, τα δεδομένα της κάθε χώρας κ.λπ. κ.λπ.
Πάνω στα προηγούμενα θα μπορούσαμε να πούμε πάρα πολλά και να αναλύσουμε μια σειρά παράγοντες. Περιοριζόμαστε να πούμε τούτο.
Σ’ ένα «ρευστό» και μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον η θέση και ο ρόλος χωρών όπως η Ελλάδα και η Τουρκία (και πολλών άλλων) καθώς και ο μεταξύ τους συσχετισμός δεν μπορεί να θεωρείται δοσμένος και αμετακίνητος. Αντίστοιχα δεν είναι δοσμένο το «επιθετικό» ή «αμυντικό» της στάσης τους. Οι κομμουνιστές λοιπόν δεν μπορούν να «ακουμπήσουν» σ’ αυτό τη στάση και την πολίτικη τους. Να αγνοήσουμε λοιπόν το ζήτημα του συσχετισμού; Όχι, να το εκτιμήσουμε στις πραγματικές, στις ουσιαστικές του διαστάσεις.
Τι σημαίνουν τα προηγούμενα; Ξεκινούμε με το ότι το ζήτημα του πολέμου είναι πάρα πολύ σοβαρό και με καθοριστικές επιπτώσεις στο σύνολο των ζητημάτων. Ως τέτοιο μας απασχολεί και μας προβληματίζει περισσότερο ίσως από κάθε άλλο σήμερα.
Στη βάση λοιπόν των όσων εκθέσαμε, ένας πόλεμος που θα ξεσπάσει με τους δοσμένους όρους του ζητήματος είναι ένας πόλεμος στα μέτρα και το «κλίμα» που διαμορφώνεται από ιμπεριαλιστικές (κύρια) και αστικές δυνάμεις.
Σ’ αυτή τη βάση μπαίνει για μας ως κύριο -άμεσο- καθήκον η αποτροπή του. Στην ίδια βάση συνεργαζόμαστε ακόμη και με δυνάμεις που έχουν (για μας) λαθεμένες απόψεις όπως το ΝΑΡ και οι...τροτσκιστές και με δυνάμεις που επίσης έχουν (πάντα για μας) λαθεμένες απόψεις όπως το ΜΛΚΚΕ.
Την άποψη αυτή τη θεωρούμε βασικό στοιχείο της γενικότερης θέσης μας για ενότητα των βαλκανικών λαών ενάντια στους ιμπεριαλιστές και τα ενεργούμενα τους. Ένα καλό παράδειγμα (από την «ανάποδη» και με τις όποιες βεβαίως ιδιαιτερότητες) προσφέρει η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας για όποιον θέλει να διδάσκεται από τα γεγονότα.
Γεννιέται ωστόσο το ερώτημα. Καλά, το απαραβίαστο των συνόρων κ.λπ. που είναι και θέση του ΚΚΕ(μ-λ) πώς το υπερασπιζόμαστε; Με αυτήν ακριβώς την πολιτική είναι η απάντηση μας.
Όσο περισσότερο αυτές οι απόψεις γίνονται κτήμα των λαών (και πιστεύουμε ότι απηχούν τις πραγματικές τους διαθέσεις και όχι απλώς δικές μας επιθυμίες) τόσο περισσότερο θα ορθώνονται φραγμός στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και σε πιθανούς τυχοδιωκτισμούς των υποτακτικών τους.
Αλλά αν στο μεταξύ  -θα επέμενε κάποιος- τεθεί εκ των πραγμάτων το ζήτημα; Σε μια τέτοια περίπτωση κρατώντας πάντα ως μόνιμη και σταθερή βάση της πολιτικής μας τα προηγούμενα θα το εκτιμήσουμε στη βάση τού ποιες και με ποιον τρόπο θα εκδηλωθούν οι τάσεις που προηγούμενα περιγράψαμε. Δηλαδή δεν παίρνουμε θέση; Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε.
Να θυμίσουμε όμως κάτι. Το 1940 με δοσμένο τον επιθετικό χαραχτήρα της φασιστικής Ιταλίας ο N. Ζαχαριάδης έστειλε το -ιστορικό πλέον- γράμμα του μετά και αφού είχε ήδη εκδηλωθεί η ιταλική επίθεση. Δεν αναζητούμε ιστορικό «άλλοθι». Υπερασπίζουμε με επιμονή την άποψη ότι το ζήτημα του πολέμου είναι τόσο σοβαρό ώστε να μην σηκώνει «ευκολίες». Για να το πούμε διαφορετικά.
Πιστεύει στ’ αλήθεια κανείς ότι θα μας ήταν τόσο δύσκολο να υιοθετήσουμε κι εμείς μια «καθαρή» θέση (τέτοια ή αλλιώτικια) σαν αυτές που κυκλοφορούν; Και εύκολο και «βολικό» θα ήταν. Γιατί πώς να το κάνουμε σύντροφοι; Η θέση του ΜΛΚΚΕ (σωστή ή λαθεμένη, αυτό είναι ζητούμενο) είναι σίγουρα μια «βολική» θέση. Και τα κομμουνιστικά της τα έχει σε αφθονία και με την αστική τάξη «δεν τα χαλάει». Αντίστοιχα «καθαρή»(αλλά όχι και τόσο «βολική») είναι και η ακριβώς αντίθετή της.
Το δύσκολο και το «άβολο» είναι να προσπαθήσει κανείς να χαράξει πορεία μέσα ακριβώς από τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις των πραγμάτων.
Σταματάμε εδώ όχι γιατί θεωρούμε ότι κλείνει ένα τέτοιο ζήτημα (το ακριβώς αντίθετο) αλλά γιατί πιστεύουμε ότι στην πορεία θα ξαναδοθούν ευκαιρίες να πούμε και για μια σειρά άλλα ζητήματα που έχουν τεθεί και θα τεθούν στο άμεσο μέλλον.

1 σχόλιο:

  1. Όλα αυτά είναι σίγουρα πολύ ενδιαφέροντα.Σκέφτομαι όμως,ότι εφ' όσο συζητούμε γενικά για δίκιο και άδικο,δεν κρίνομε ανάλογα με το χαραχτήρα του "υπόδικου" ούτε ανάλογα με το τι έχει κάνει σε παλιότερες εποχές,αλλά ανάλογα με τις πράξεις του στη συγκεκριμένη περίπτωση.Αυτός ο κανόνας ισχύει από καταβολής οργάνωσς κοινωνιών,γιατϊ αλλιώς δεν μπορεί να βγεί ούτε κρίση ούτε άκρη.Και ναι μεν η πολιτική έχει τις δικές της παραμέτρους,αλλά κι αυτές ανάγονται σε τελική ανάλυση στην ίδια αντίληψη του δικαίου,που ισχύει και για τα άτομα.Εξ άλλου από τότε που μπήκαμε στο ΔΝΤ,η αστική μας τάξη και η χώρα μας δεν είναι,νομίζω,στα καλύτερά της και στο κάτω-κάτω αυτός που βρϊσκεται σε θέση αδυναμίας λόγω αρνητικού συσχετισμού δεν ξεκινά να κάνει επιθετικές ενέργειες,νομίζω.Τώρα το εγχείρημα της συμμαχίας με Ισραήλ,Αίγυπτο μπορεί να θεωρηθεί μάλλον προσπάθεια άμυνας (στη βάση της λογικής και του χαραχτήρα της αστικής τάξης).

    ΑπάντησηΔιαγραφή