Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Και όμως κινείται



του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία στις 24/7/2010 και 7/8/2010


Α' Μέρος

Ο βασικός λόγος γι’ αυτό το κείμενο είναι, από τη μια, το πραγματικό γεγονός, ότι οι απεργιακές κινητοποιήσεις μετά τις 5 του Μάη (αλλά και πριν απ’ αυτήν) δεν βρίσκονταν στο ύψος που θα περίμενε κανείς, με βάση την οξύτητα των προβλημάτων, την έκδηλη οργή του κόσμου, τις σαφείς τάσεις απόρριψης των δυνάμεων του συστήματος και της πολιτικής τους. Eνα ζήτημα πολύ σοβαρό, που ανάλογα θα έπρεπε να εξετάσουν οι δυνάμεις του κινήματος και, κυρίως, να αντιμετωπίσουν. 


Από την άλλη μεριά, εξίσου σοβαρό πρόβλημα αποτελούν οι «ερμηνείες» που δίνονται στο φαινόμενο από το σύνολο, σχεδόν, των πολιτικών δυνάμεων (πλην Λακεδαιμονίων) που αναφέρονται στην Αριστερά. Είναι απαραίτητο εδώ να διευκρινιστεί το εξής: Οταν αυτές οι δυνάμεις αναφέρονται σ’ αυτό το ζήτημα δεν εννοούν μόνο το επίπεδο ενεργοποίησης του κόσμου σε απεργιακές διαδηλώσεις και άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις, που είναι και το κύριο ζήτημα για τη δική μας αντίληψη πραγμάτων. Εννοούν επίσης, και μάλιστα κυρίως αυτό τις απασχολεί, ότι στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις ο κόσμος ψηφίζει σε μεγάλο ποσοστό ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και σε πολύ μικρότερο τα κόμματα που αναφέρονται στην Αριστερά.


Μια ελιτίστικη αντιδραστική αντίληψη

Κατά το σκεπτικό, λοιπόν, αυτών των δυνάμεων, ο κόσμος δεν ενεργοποιείται στην απαιτούμενη κλίμακα (ή δεν ψηφίζει «σωστά») επειδή, λένε, δεν καταλαβαίνει, έχει χαμηλό επίπεδο, δεν είναι επαρκώς πολιτικοποιημένος. Ετσι ξεγελιέται εύκολα από τα αστικά κόμματα, διστάζει να αγωνιστεί, βολεύεται και αναζητάει ατομικές λύσεις κ.λπ. Αν, μάλιστα, πάρει υπόψη του κανείς τις κατ’ ιδίαν συζητήσεις στελεχών και μελών αυτών των πολιτικών δυνάμεων, το τι λέγεται εκεί γι’ αυτόν τον «καθυστερημένο» κόσμο δεν έχει όριο και συγκρατημό. Πρόκειται για μια αντίληψη ελιτίστικη, ιδεαλιστική και βαθύτατα αντιδραστική. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει εδώ είναι οι πολιτικές διαστάσεις του πράγματος, αξίζει, ωστόσο, να σταθούμε λίγο στα στοιχεία που τη συνιστούν. 
Αυτή η αντιδραστική αντίληψη έχει ολοκάθαρα ταξική προέλευση και χαρακτήρα. Αν, μάλιστα, αναζητούσαμε τις πρωταρχικές της μήτρες θα χρειαζόταν να πάμε μερικές χιλιετίες πίσω.
Από τα τότε καλλιεργήθηκε η άποψη πως το ότι κάποιοι τα ‘χουν όλα και οι πολλοί τίποτα είναι επειδή οι πρώτοι ανήκουν σε «ανώτερη» κατηγορία ανθρώπων και οι δεύτεροι σε «κατώτερη». Αν τους καταπιέζουν δεν είναι για να τους εκμεταλλεύονται, αλλά επειδή ο λαός «δεν ξέρει» και πρέπει να τον «καθοδηγούν» ακόμη και με το κνούτο. Κι αν δεν ξέρει δεν είναι επειδή ο ταξικός χαρακτήρας της κοινωνίας του φράζει το δρόμο, αλλά επειδή «εκ φύσεως» είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως. 
Αυτή η αντιδραστική αντίληψη διαποτίζει με διάφορους τρόπους, σε διάφορες μορφές και κλίμακες όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. 
Την πνευματική ελίτ του συστήματος που θέλει να αισθάνεται και να αναγνωρίζεται ως κάτι το ανώτερο και εκλεκτό απέναντι στον «αμαθή» λαό. Το ότι επωφελούνται από τους ρόλους που τους αναθέτει το σύστημα αποτελεί την υλική βάση του πράγματος. 
Τη μικροαστική τάξη, εν γένει, που δε θέλει να την εξομοιώνουν με την πλέμπα και μόνιμα την τυραννάει η προσδοκία ανέλιξης και ανόδου της στην ανώτερη κατηγορία. 
Σημαντική η επίδρασή της -με διαβαθμίσεις- ακόμη και στην προοδευτική αριστερή διανόηση. 
Το βασικό αρνητικό στοιχείο εδώ είναι ότι οι περισσότεροι αυτής της κατηγορίας προσεγγίζουν τον λαό έχοντας στις αποσκευές τους την αντίληψη πως έρχονται να προσφέρουν στην «καθυστερημένη μάζα» τα φώτα τους. Κάποιοι κατορθώνουν -και είναι αυτό συνάρτηση της ανάπτυξης του κινήματος- να αποβάλλουν αυτές τις ιδεοληψίες και να συνενωθούν ουσιαστικά με τον λαό. Κάποιοι άλλοι, και συνήθως οι περισσότεροι, απογοητεύονται με την «αχαριστία» του λαού που δεν εννοεί να αντιληφθεί το μεγαλείο τους και επιστρέφουν στην τάξη και τις αντιλήψεις τους.


Μεταθέτοντας τις ευθύνες

Το βασικό, και αυτό που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ, βρίσκεται στο ότι μια τέτοια αντίληψη χαρακτηρίζει, σ’ αυτόν ή σ’ εκείνο το βαθμό, με αυτόν ή εκείνον τον τρόπο, τις απόψεις και τη στάση και των πολιτικών δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Το «παράδοξο» εδώ βρίσκεται στο ότι οι ίδιες αυτές οι δυνάμεις κατά τα άλλα διακηρύσσουν ότι οι λαϊκές μάζες (ειδικότερα η εργατική τάξη για ορισμένες απόψεις) έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Οτι στο λαό, τις λαϊκές δυνάμεις και την πάλη τους βρίσκονται οι απαντήσεις για τα προβλήματα της κοινωνίας. 
Η δεκτικότητα αυτών των δυνάμεων απέναντι σε αστικές αντιδραστικές αντιλήψεις και «ερμηνείες» που θα ‘πρεπε να απορρίπτονται ασυζητητί, έχει πολύ συγκεκριμένες αιτίες: 
α) Τη διάθεση συγκάλυψης των ευθυνών αυτών των δυνάμεων για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το κίνημα. Τους είναι πολύ πιο βολικό να τις μεταθέσουν στο λαό από το να τις αναγνωρίσουν. 
β) Την έλλειψη κάθε πραγματικής διάθεσης να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στον λαό και το κίνημα και να κινηθούν με βάση τις πραγματικές απαιτήσεις της ταξικής πάλης. 
γ) Τη δικαιολόγηση πολιτικών επιλογών που αναζητούν δρόμους προσαρμογής στα πλαίσια και με τους όρους του συστήματος.


Ταξική και πολιτική διάσταση ενός ζητήματος

Εχουμε την άποψη ότι ο λαός «καταλαβαίνει» πολύ καλά. Και όσον αφορά μάλιστα την ταξική διάσταση του ζητήματος, πολύ καλύτερα, πολύ περισσότερο και πολύ πιο ουσιαστικά από τους κάθε λογής τιμητές του.
Την ταξική φύση της κοινωνίας στην οποία ζει δε χρειάζεται να του τη δείξει κανείς. Τη βιώνει από την ώρα που γεννιέται μέχρι να πεθάνει. 
Τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του συστήματος δε χρειάζεται να του τον μάθει κανείς. Τον υφίσταται καθημερινά στο πετσί του. 
Την ταξική προέλευση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει δε χρειάζεται κανέναν δάσκαλο να του την εξηγήσει. Από την πρώτη στιγμή που πατάει στα πόδια του έρχεται αντιμέτωπος με αυτά και έχει μάθει να τα αναγνωρίζει καθώς καθημερινά τα αντιπαλεύει. 
Την ταξικότητα της καταπίεσης που ασκεί το σύστημα δε χρειάζεται να του την καταδείξει κανείς. Την αντιμετωπίζει καθημερινά σε όλες τις εκφράσεις της ζωής του.
Αυτά είναι που διαμορφώνουν τον ταξικό πυρήνα των αντιλήψεων κάθε λαϊκού ανθρώπου, καθώς αποτελεί συμπύκνωση εκατομμυρίων εμπειριών τέτοιου χαρακτήρα. 
Είναι εντελώς άλλο ζήτημα το ποιες ιδεολογικές πολιτικές αντιλήψεις ενστερνίζεται (όσο, όπως) και, κυρίως, ποια «πρακτική» στάση ζωής διαμορφώνει τελικά. Αυτό συναρτάται με σειρά παραγόντων και επιδράσεων. Για λόγους οικονομίας αυτού του κειμένου θα τους παρακάμψω και θα σταθώ μόνο σε έναν, αλλά καθοριστικής σημασίας. 
Αποφασιστικό ρόλο στο αν ένας εργαζόμενος επιλέξει τον δρόμο της προσαρμογής-επιβίωσης ή θα αναζητήσει αγωνιστικά μια άλλη διέξοδο έχει το αν αυτή η διέξοδος προβάλλει με τρόπο που να τον πείθει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί. 
Κάτι τέτοιο ευθέως συναρτάται με το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος, το ρόλο που έχουν σε μια τέτοια ή αλλιώτικη εξέλιξή του οι πολιτικές δυνάμεις (και βασικά της Αριστεράς) που δρουν στα πλαίσιά του. Ως προς αυτό, χρήσιμη είναι μια πιο συγκεκριμένη αναφορά σε παράγοντες και εξελίξεις που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.


Μια πορεία αποσυγκρότησης

Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το κίνημα έχει πολύ συγκεκριμένες αιτίες, διαμορφώθηκε κάτω από συγκεκριμένους όρους και σε μια πορεία δεκαετιών. Η αφετηριακή βάση του προβλήματος βρίσκεται στην ιστορικών διαστάσεων ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Το πώς και το γιατί αφορά μια άλλη συζήτηση η οποία ήδη διεξάγεται και στα πλαίσια της οποίας έχουμε ήδη διατυπώσει τις απόψεις μας. Εδώ μας ενδιαφέρει από την άποψη των συνεπειών, των όρων που διαμόρφωσε, αλλά και το πώς αντιμετωπίστηκε από τις δυνάμεις της Αριστεράς. Θα αναφερθούμε μόνο σ’ ένα ζήτημα. 
Κομβικό ρόλο σ’ αυτή την αρνητική εξέλιξη είχε το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ στη Σ.Ε. (1956), που άνοιξε το δρόμο ο οποίος οδήγησε στην ολοκληρωτική παλινόρθωση και τελική ήττα. Είναι πολύ διαφωτιστικό να θυμηθούμε ότι αυτή η αποφασιστικού χαρακτήρα ήττα του κινήματος χαιρετίστηκε τότε από τις περισσότερες δυνάμεις της Αριστεράς σαν μια μεγάλη νίκη! Αυτό καθόρισε τη στάση, την πολιτική και τις επιλογές τους σ’ όλο το διάστημα από τα τότε μέχρι τις μέρες μας. Ετσι, από «νίκη» σε «νίκη» τέτοιου είδους και «έξυπνες κινήσεις», σαν αυτές που προτείνονται και σήμερα, οδηγηθήκαμε στα γνωστά αποτελέσματα και τις συνέπειές τους. 
Στην αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος που έδωσε έδαφος σε ρεφορμιστικές απόψεις και σχηματισμούς. 
Σε πλήρη συνάρτηση με το προηγούμενο, στην πορεία αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης, του κορμού της ισχύος της λαϊκής πάλης. 
Στον συνολικό ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό αφοπλισμό των λαϊκών δυνάμεων. 
Διαμορφώθηκε, έτσι, το έδαφος για την κυριάρχηση των καθαρά σοσιαλδημοκρατικών (στην ουσία αστικών) αντιλήψεων και σχηματισμών και, όσον αφορά τη χώρα μας, του ΠΑΣΟΚ στην περίοδο της μεταπολίτευσης.
Η κυριάρχηση στο ιδεολογικό πεδίο αστικών, μικροαστικών, ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών απόψεων και αντιλήψεων.
Η ανάδειξη του αντικομμουνισμού σε ισχυρό ρεύμα ακόμη και στα πλαίσια του ευρύτερου αριστερού χώρου.


Η υποταγή στον καπιταλιστικό «μονόδρομο»

Με όλα αυτά, απέναντι στην επίθεση του συστήματος δεν αντιτάσσεται πραγματική και ουσιαστική αντίσταση. Οι πρώτες εκφράσεις της επίθεσης στην εργατική τάξη εκδηλώνονται μετά την κρίση του 1973, κλιμακώνονται άγρια με την επίθεση της Θάτσερ στους βρετανούς ανθρακωρύχους (1980) και στη χώρα μας κυρίως το 1985 με την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Αν πάρει κανείς υπόψη του τι λέγαν τότε οι δυνάμεις της Αριστεράς και σε ποια πελάγη ελαφρότητας αρμένιζαν, μπορεί να πάρει μια ιδέα για το πώς και γιατί εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα. Οι διαδοχικές ήττες και οπισθοχωρήσεις φέρνουν ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση, οδηγούν σε παραπέρα αποσυγκρότηση, διαμορφώνουν το έδαφος για ακόμη μεγαλύτερες ήττες. Οι δυνάμεις της Αριστεράς αμέριμνες και ανεύθυνες γίνονται σημαιοφόροι της «κάθαρσης» και βουλιάζουν στον βάλτο της συγκυβέρνησης με ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. 
Οι καταρρεύσεις (Σ.Ε. και χωρών του ανατολικού μπλοκ) επισφραγίζουν την ολοκληρωτική ανατροπή των συσχετισμών σε αντιδραστική κατεύθυνση και σε παγκόσμια κλίμακα, την τελική ήττα. Πέραν όλων των άλλων, έχουν και μια συνέπεια κρίσιμου χαρακτήρα. Επιφέρουν καίριο χτύπημα στην έννοια της προοπτικής του κινήματος, του οράματος του σοσιαλισμού. 
Η απογοήτευση αναδείχνεται σε καθολικό φαινόμενο και σε δραματικά επίπεδα. 
Ο θριαμβεύων καπιταλισμός εμφανίζεται, πλέον, ως μονόδρομος, όχι μόνο στην αστική προπαγάνδα, αλλά και στις αντιλήψεις και την πολιτική των αριστερών κομμάτων. Ακόμη χειρότερα, μέσα στο γενικό κλίμα της απογοήτευσης εμποτίζονται με τέτοιου είδους αντιλήψεις και οι λαϊκές μάζες. Η επίθεση ενάντια σε εργατική τάξη και λαούς κλιμακώνεται ασυγκράτητα, ενώ οι αντιστάσεις φθίνουν. Η ταξική πάλη που συνεχίζεται ηρωικά σε διάφορες περιοχές του κόσμου, ακόμα και με την μορφή του ένοπλου αγώνα, οι περιοδικές εξάρσεις (κυρίως της νεολαίας) δεν αναιρούν την καθολικότητα του φαινομένου, δεν μπορούν να αναστρέψουν την αρνητική ροή των πραγμάτων. Οσο για τις δυνάμεις της Αριστεράς συνεχίζουν να μην μπορούν και κυρίως να μη θέλουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που αναδείχνονται με βάση αυτές τις εξελίξεις. Αν μια τέτοια ανεπάρκεια (και είναι επιεικής ο χαρακτηρισμός) αφορούσε το παρελθόν και μόνο, το πράγμα θα είχε τη δική του σημασία. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι ούτε μπορούν και κυρίως δε θέλουν να διδαχτούν από τα τόσα μαθήματα που μας έχει δώσει όλα αυτά τα χρόνια η ιστορία και η πορεία της ταξικής πάλης.


Χωρίς αυταπάτες και ωραιοποιήσεις

Με βάση, λοιπόν, όλα αυτά, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο στην έλλειψη εμπιστοσύνης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών σ’ αυτές τις δυνάμεις. 
Για το ότι, μετά από δεκαετίες επιβολής της αδρανοποίησης των εργαζομένων, δεν μπορούν να περάσουν με μιας στη φάση της μαζικής κινητοποίησης. 
Για το ότι, μετά από δεκαετίες παροπλισμού των εργατικών συνδικάτων, δεν μπορούν να περάσουν στο στάδιο της πλήρους ενεργοποίησής τους. 
Για το ότι, μετά από τον διαρκή και επίμονο προσανατολισμό του κόσμου στον κοινοβουλευτικό δρόμο, δεν μπορεί να κάνει άμεσα το άλμα στο πεδίο της μαχητικής ταξικής αντιπαράθεσης. 
Για το ότι, μετά από μια απειρία «προτάσεων» που αποπροσανατόλιζαν και αδρανοποιούσαν τον κόσμο, δεν είναι εύκολο να ξαναβρεί τον δρόμο της πάλης. 
Για το ότι, μετά από μια πορεία αποδιοργάνωσης, αποσυγκρότησης που διάρκεσε μια ολάκερη ιστορική περίοδο, δυσκολεύεται να βρει το νήμα της συλλογικότητας, της οργανωτικότητας. 
Για το ότι, μέσα από μια διαδικασία -στην ίδια περίοδο- ιδεολογικού, πολιτικού αφοπλισμού, χρειάζεται «χρόνο» και, κυρίως, τη διαμόρφωση άλλων όρων για την πλήρη και ουσιαστική πολιτικοποίησή του. 
Για το ότι, μετά από μια ατέλειωτη σειρά ηττών που τον βύθισαν στην απογοήτευση, δεν μπορεί έτσι εύκολα κι απλά να διακρίνει και να συναντήσει τα στοιχεία και τις νότες της αισιοδοξίας. 
Για το ότι εξακολουθεί -και απόλυτα δικαιολογημένα- να δυσπιστεί απέναντι σ’ αυτές τις πολιτικές δυνάμεις, να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε δυνάμεις που επί δεκαετίες αυτό που αποδείκνυαν ήταν η ανεπάρκεια και ο καιροσκοπισμός τους. 
Πολύ περισσότερο, που ακόμη και σήμερα, μετά τη δραματική τροπή που έχουν πάρει οι εξελίξεις, τον καταιγισμό των επιθέσεων ενάντια στον λαό, οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά συνεχίζουν να βρίσκονται «κάπου αλλού». 
Εμείς, πάντως, δεν εκπλησσόμαστε καθόλου. Επειδή όλα αυτά τα χρόνια και με τις όποιες μικρές μας δυνάμεις, για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που έθεταν οι εξελίξεις βρίσκαμε συνεχώς μπροστά μας τις ολέθριες συνέπειες της πολιτικής αυτών των δυνάμεων. Τις αρνητικές επιδράσεις των αντιλήψεων και απόψεων που προωθούσαν. Τα εμπόδια που συνέχιζαν να παρεμβάλλουν στον προσανατολισμό του κινήματος στην κατεύθυνση της αντίστασης στην επίθεση, της μαχητικής αντιπαράθεσης με το σύστημα. Της οργάνωσης της Κοινής Δράσης των εργαζόμενων και της νεολαίας. 
Το μόνο που θα θέλαμε να προσθέσουμε σε σχέση με τα προηγούμενα είναι πως όσοι κινούνται πολιτικά προσπερνώντας και αγνοώντας αυτά τα δεδομένα και παρακάμπτοντας το πόσο σοβαρές, επίμονες και διαρκείς προσπάθειες και αγώνας απαιτούνται για το ξεπέρασμά τους, είτε είναι συνειδητοί οπορτουνιστές είτε ζουν, απλώς, στον κόσμο τους.


Η απάντηση στη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων

Οσο μας αφορά έχουμε την άποψη πως η κατάσταση όπως διαμορφώνεται και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι λαϊκές μάζες μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο σε βάση πάλης και μόνο από τις λαϊκές δυνάμεις. Υπό έναν πάντα όρο: Της συγκρότησης μέσα στην πάλη, σε όλο και υψηλότερο επίπεδο, ώστε να γίνονται ικανές να αντιπαρατίθενται αποτελεσματικά με τις δυνάμεις του συστήματος και σε μια πορεία μέχρι και το πεδίο της συνολικής αναμέτρησης. 
Μια τέτοια κατεύθυνση προϋποθέτει ορισμένα πράγματα: Πρώτο, συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Την ουσιαστική κατανόηση της φύσης του συστήματος και της πολιτικής που προωθεί. Το ξεκαθάρισμα, απέναντι σε κάθε είδους αυταπάτες, ότι η επίθεση ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο. Αντίθετα, αποτελεί μια πολιτική που θα χαρακτηρίζει την πορεία των πραγμάτων για ολάκερη την επόμενη περίοδο και δεν πρόκειται να αναστραφεί αν δεν ανατραπεί από την πάλη του λαού στα επίπεδα και με την ένταση που απαιτείται. 
Δεύτερο, να κατανοήσουμε και να «αποδεχτούμε» ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αρνητικούς όρους και δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί στη διάρκεια μισού και πλέον αιώνα. Αυτό δεν ισχύει μόνο σε αναφορά με τους συνολικούς ταξικούς πολιτικούς συσχετισμούς, πράγμα που είναι, άλλωστε, ολοφάνερο. 
Αφορά το σύνολο των όρων, στοιχείων και δεδομένων που συγκροτούν το κίνημα και, ως έναν βαθμό, αναφέρθηκαν προηγούμενα. Θεωρητικές προσεγγίσεις, ιδεολογικές αντιλήψεις, πολιτικές απόψεις, επίπεδα αποσυγκρότησης και αποδιοργάνωσης, καταστάσεις απογοήτευσης κ.λπ. Ακόμη, το γεγονός ότι όλα αυτά τα αρνητικά έχουν αποκρυσταλλωθεί σε στοιχεία πολιτικών σχηματισμών (της Αριστεράς) που στηρίζουν την ύπαρξη και την πολιτική τους σ’ αυτά και, συνακόλουθα, τα στηρίζουν και τα αναπαράγουν.


Στην κατεύθυνση ανασύστασης-ανασυγκρότησης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος

Οταν, λοιπόν, από τη μεριά μας προτάσσουμε την αναγκαιότητα και κατεύθυνση «ανασύστασης», είναι επειδή θεωρούμε ότι πρέπει να παλέψουμε για να πάρουν ξανά το πιο ουσιαστικό εργατικό, λαϊκό, αριστερό νόημα και περιεχόμενο, να ανασυσταθούν σε μια τέτοια βάση όλα τα στοιχεία ύπαρξης, κίνησης και συγκρότησης του κινήματος. 
Οταν μιλάμε για αναγκαιότητα της «εκ νέου» συγκρότησης της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της», είναι επειδή έχουμε καθαρό ότι χωρίς τη συγκρότηση της δύναμης που αποτελεί τον κορμό ισχύος της λαϊκής πάλης, δεν μπορεί αυτή να ανυψωθεί στα επίπεδα που απαιτούνται. Θα περιορίζεται σε μάχες περιορισμένης αποτελεσματικότητας και σημασίας. Φυσικά και αυτές χρειάζονται, μόνο που θα παίρνουν τόσο μεγαλύτερη σημασία, όσο συνδέονται και ενισχύουν μια τέτοια κατεύθυνση. 
Για τη σημασία του πράγματος, αλλά και για λόγους οικονομίας αυτού του κειμένου, θα αναφερθούμε εδώ σε ένα και μόνο: Αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία της ταξικής πάλης από τον 19ο αιώνα μέχρι τα σήμερα, θα διαπιστώσει ότι οι φάσεις ανόδου ή καθόδου του κινήματος, νικών ή ηττών των λαών, συναρτώνται, σε απόλυτο σχεδόν βαθμό, με το κάθε φορά επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης. 
Οταν αναφερόμαστε στην αναγκαιότητα ανασύστασης-ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, είναι επειδή θεωρούμε ότι σε διαλεκτική συνάρτηση με τη συγκρότηση της εργατικής τάξης συστήνεται η αποφασιστική δύναμη αναμέτρησης με το σύστημα. Οχι μόνο επειδή αυτό έχει καταδείξει η μέχρι τα τώρα πορεία της ταξικής πάλης, αλλά και επειδή στα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν βρίσκονται οι βασικές απαντήσεις για τα προβλήματα του σήμερα. Οποιες άλλες προτάσεις και κατευθύνσεις έχουν εμφανισθεί δεν είναι απλά και μόνο ανεπαρκείς. Δείχνουν σαν να μην θέλουν καν να επωμιστούν τις ευθύνες που αναδείχνουν οι σημερινές απαιτήσεις της ταξικής πάλης. Βεβαίως, και όπως κριτικάρεται (ή και συκοφαντείται) από πολλούς, το κομμουνιστικό κίνημα βαρύνεται με ανεπάρκειες, λάθη και αδυναμίες. Εμείς δεν θα το αρνηθούμε καθόλου. Αλλωστε, μια από τις βασικές μας προτεραιότητες είναι να δούμε αυτές τις ανεπάρκειες, θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί όρο της ανασύστασης-ανασυγκρότησής του. 
Σε σχέση, μάλιστα, με τα όσα αναφέρονται, μπαίνουμε και στον «πειρασμό» να υπερθεματίσουμε. Να πούμε ότι έκανε τα μεγαλύτερα, τα πιο σοβαρά και με τις μεγαλύτερες συνέπειες λάθη από οποιαδήποτε άλλη πρόταση. Ακριβώς επειδή τα λάθη που διαπράχθηκαν σε μια κίνηση που μετακίνησε βουνά, που ανέτρεψε δεδομένα αιώνων, που συγκλόνισε τον κόσμο και πανικόβαλλε το σύστημα είχαν όντως μεγαλύτερο μέγεθος από λάθη προτάσεων δωματίου.


Μια κατεύθυνση πάλης

Την κατεύθυνση αυτή εμείς τη βλέπουμε να υλοποιείται σαν διαδικασία πάλης και μέσα στην ταξική πάλη, όπως αυτή διεξάγεται στους καιρούς μας. 
Οταν προτάσσουμε την αναγκαιότητα ανάπτυξης της Αντίστασης στην επίθεση και προωθούμε την κατεύθυνση της Κοινής Δράσης και με στόχο την οικοδόμηση ενός ευρύτερου Μετώπου Αντίστασης και Πάλης, αυτό συνδέεται, κατ’ αρχάς, με την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των άμεσων και σοβαρών προβλημάτων των εργαζόμενων λαϊκών μαζών. Ταυτόχρονα την αντιλαμβανόμαστε και ως αποφασιστικό πεδίο όπου διαμορφώνονται και παίρνουν πραγματική υπόσταση οι όροι και οι προϋποθέσεις ανασύστασης-ανασυγκρότησης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας. Αλλά για το ζήτημα αυτό θα αναφερθούμε περισσότερο και στη συνέχεια αυτού του κειμένου. 
Κινούμαστε σε πλήρη επίγνωση, τόσο των αντικειμενικών δεδομένων, όσο και των υποκειμενικών όρων. Το μέγεθος των προβλημάτων και των δυσκολιών που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, που αν τις παραβάλλουμε με το επίπεδο δυνατοτήτων που έχουμε αναπτύξει φαντάζουν αξεπέραστες. Με βάση αυτό, και απέναντι στο ερώτημα του αν μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε, έχουμε δώσει κιόλας την απάντησή μας. Δεν μπορούμε να μην τις αντιμετωπίσουμε. 
Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε και κάποια άλλα πράγματα. Οτι οι κινητήριες δυνάμεις της αναστροφής της πορείας των πραγμάτων βρίσκονται μέσα στο ίδιο το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα που κυριαρχεί σήμερα. Οτι το σύστημα δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν την ύπαρξη και τη λειτουργία του και οξύνονται ολοένα και περισσότερο. Από τη δημιουργία όλο και μεγαλύτερων προβλημάτων για τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες, όλο και πιο οξυμένων και σε όλο και ευρύτερη κλίμακα. 
Δεν μπορεί να αναστείλει, αντίθετα «υποκινεί» τις διεργασίες που ήδη συντελούνται στα πλαίσια των λαϊκών μαζών. 
Δεν μπορεί να ελέγξει, αντίθετα προκαλεί τις διαδικασίες αφύπνισης. 
Δεν μπορεί να καταπνίξει τις διαθέσεις που αναπτύσσονται, αντίθετα πυροδοτεί τα ηφαίστεια οργής που μέλλεται να εκραγούν. 
Γνωρίζουμε, ακόμη, ότι αυτές οι διεργασίες, αυτή η πορεία ανασύστασης-ανασυγκρότησης του κινήματος έχει κιόλας ξεκινήσει και εξελίσσεται μέσα στους πολύμορφους λαϊκούς, ταξικούς, επαναστατικούς αγώνες που αναπτύσσονται σε κάθε περιοχή του πλανήτη. 
Δεν είμαστε μόνοι. Είμαστε τμήμα αυτής της μεγάλης πορείας που έχει κιόλας ξεκινήσει.




Β' Μέρος
  

Δρόμοι διαφυγής απ’ το ζητούμενο

Διατυπώνοντας αυτές τις προτάσεις και κατευθύνσεις δεν περιμένουμε βέβαια να συμφωνήσουν μαζί μας οι άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Θεωρούμε μέσα στην λογική των πραγμάτων κάθε δύναμη να έχει τους προσανατολισμούς, τις ιεραρχήσεις, την πολιτική της.
Το ζήτημα που κατ’ αρχάς θέλουμε να θέσουμε αφορά το πώς αντιμετωπίζεται από τη μεριά τους το πρόβλημα των άμεσων καθηκόντων. Το πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα της Αντίστασης στην επίθεση του συστήματος, της Κοινής Δράσης, της αναγκαιότητας οικοδόμησης ενός ευρύτερου Μετώπου Αντίστασης.
Είναι βέβαια γεγονός ότι στη ρητορική τους έχουν εισάγει πλέον και αυτούς τους όρους. Άλλο τόσο ωστόσο αποτελεί γεγονός ότι στην πράξη κινούνται εντελώς αντίθετα αδιαφορώντας ή και υπονομεύοντας την προώθηση αυτών των καθηκόντων. Αξιοσημείωτο μάλιστα το ότι μια τέτοια στάση αποτελεί τον κοινό παρονομαστή της πρακτικής όλων σχεδόν των δυνάμεων παρά τις κατά τα άλλα διαφορές τους. Οι εξηγήσεις παλιότερες και πρόσφατες, πως πρόκειται για μια κατεύθυνση που δεν απαντάει στα μεγάλα και σοβαρά, μια πρόταση χωρίς ορίζοντες, που δεν θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα της προοπτικής και εντέλει «φτωχή» και ολίγη.
Αντ’ αυτής έχουμε πολλές «πλούσιες» (σε φλυαρία) προτάσεις που υποτίθεται απαντάν πλήρως και με επάρκεια από τα άμεσα προβλήματα μέχρι ορισμένες και τον …κομμουνισμό. Ας τις δούμε.
α) Όλες τους κινούνται -με διάφορες παραλλαγές- στον καμβά της Ενότητας της Αριστεράς. Έχουμε έτσι διάφορες ενωτικές προτάσεις και κινήσεις, Μέτωπα, Αριστερούς πόλους κ.λπ. Ο ίδιος ο ΣΥΝ πλασάρεται ως τέτοιος. Το Φόρουμ (για όσους το θυμούνται). Ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΜΕΡΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.ά. Έως και το ΚΚΕ προωθεί λέει Μέτωπο (περί του εαυτού του).
β) Μέσα στο πλαίσιο αυτό, προτάσεις ευρύτερου πολιτικού περιεχομένου και συνολικού προγραμματικού χαρακτήρα.
γ) Προτάσεις και απόψεις που θέτουν ζητήματα ακόμη πιο προωθημένα, μέχρι τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Τα θέτουν μάλιστα όχι σαν ζητήματα ζύμωσης και προπαγάνδας, αλλά σε βάση υποτίθεται σύνδεσης των άμεσων προβλημάτων με τα ζητήματα προοπτικής του κινήματος.
Ας κάνουμε κατ’ αρχάς κάποιες «προκαταρκτικές» παρατηρήσεις.
1. Σε τι θα εμπόδιζε άραγε η προώθηση της Αντίστασης και της Κοινής Δράσης την προώθηση των οποιωνδήποτε ευρύτερων στόχων;
2. Πώς εξηγείται το παράδοξο όλοι αυτοί να εμφανίζουν την μεγαλύτερη δυσκαμψία και ιδεολογική αδιαλλαξία σε αναφορά με απλές συμφωνίες Κοινής Δράσης και αντίθετα να εμφανίζονται ανοιχτοί (έως ξεχειλώματος) και ευέλικτοι απέναντι σε συμφωνίες ευρύτερου πολιτικού περιεχομένου. (Ιδίως κάθε φορά που στον ορίζοντα διαφαίνονται εκλογές).
3. Πώς προσπερνιέται με τόση άνεση το γεγονός ότι η μη προώθηση της Αντίστασης και της Κοινής Δράσης υπονομεύει την αντιμετώπιση της επίθεσης του συστήματος και των όλο και πιο οξυμένων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες.
Από τη μεριά μας, θεωρούμε ότι αυτή τους η στάση έχει ευρύτερο και πιο ουσιαστικό πολιτικό υπόβαθρο. Η προώθηση της Αντίστασης, η ενεργή αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων που θέτει η ταξική πάλη αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατεύθυνσης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων, της απάντησης στα ζητήματα του κινήματος μέσα απ’ αυτόν τον δρόμο. Μια κατεύθυνση στην οποία δεν έχουν καμιά διάθεση να συστρατευτούν και να την υπηρετήσουν.
Αντίθετα έχουν εντελώς διαφορετικούς προσανατολισμούς όπου -παρά τις βροντερές επαναστατικές κορώνες ορισμένων- ο κοινοβουλευτικός δρόμος έχει δεσπόζουσα θέση. Ας τα δούμε λίγο περισσότερο.

«Ενότητα της Αριστεράς». Μια ξαναζεσταμένη σούπα

Σε σχέση με το ζήτημα της Ενότητας της Αριστεράς. Εδώ ένα ζήτημα είναι οι αγωνίες και οι διαθέσεις ενός αριστερού κόσμου και ένα άλλο το εμπόριο των προσδοκιών του. Ένα ζήτημα απαντιέται (ή όχι) στη βάση των δεδομένων που το χαρακτηρίζουν και τα οποία δεν είναι καθόλου άγνωστα σε όσους σπεκουλάρουν πάνω σ’ αυτό. Επειδή όλοι γνωρίζουν ότι το πρόβλημα της Αριστεράς δεν υφίσταται σαν τέτοιο επειδή «μας ματιάξανε» αλλά με βάση όρους και εξελίξεις μιας ολάκερης πορείας, όπως ως ένα βαθμό αναφερθήκαμε. Αλλά ας είναι. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά ενώνονται. Για να κάνει αλήθεια τι;
Ένα σχήμα (μια ενότητα) συγκροτείται για να απαντήσει σε κάποια ζητήματα. Μια τέτοια ενότητα ωστόσο αυτών των δυνάμεων, δεν μπορεί να γίνει παρά στη βάση των αντιλήψεων, των απόψεων που τις χαρακτηρίζουν. Στη βάση δηλαδή εκείνης της πολιτικής που αφόπλισε, που διέλυσε το κίνημα. Ποια απάντηση λοιπόν σε ποια προβλήματα θα μπορούσαμε να περιμένουμε από μια τέτοια ενότητα;
Πέρα ωστόσο από υποθέσεις υπάρχει και η πραγματικότητα. Η οποία λέει ότι αυτές οι δυνάμεις ούτε θέλουν ούτε μπορούν να ενωθούν και δεν εννοούμε μόνο το ΚΚΕ που είναι σαφές ως προς αυτό. Εννοούμε και το σύνολο σχεδόν των άλλων δυνάμεων παρά τις σχετικές φλυαρίες και το αντίστοιχο εμπόριο. Εμείς δεν πειθόμαστε από τους ελιγμούς που επιχειρούν στη βάση της υπαρξιακής αγωνίας κάποιων ούτε από την εκλογική πρεμούρα που τους πιάνει όλους όποτε φανούν στον ορίζοντα κάλπες. Όλων, σχεδόν, οι προτάσεις δεν ευνοούν παρά μια «ενότητα» περί του εαυτού τους και της άποψής τους. Θεμιτό, θα έλεγε ίσως κανείς, αλλά ας τεθεί έτσι καθαρά και παστρικά. Όπως και να ‘χει, η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά όχι μόνο) μας δείχνει και πώς αντιλαμβάνονται το ζήτημα αλλά τι είδους ενότητα μπορούν να πραγματοποιήσουν.
Το πιο ουσιαστικό πάντως σε όλα αυτά είναι οι αυταπάτες που σπέρνουν, ο αποπροσανατολισμός που προωθούν, η σύγχυση που δημιουργούν και που βάζει εμπόδια στο να στραφεί ο κόσμος στον μοναδικό δρόμο όπου μπορεί να αναζητήσει και να βρει απαντήσεις.

Η ακαταμάχητη γοητεία της μπουρζουαζίας

Αυτή η επιχείρηση αποπροσανατολισμού υπηρετείται επίσης με την προβολή της αναγκαιότητας ενός συνολικού πολιτικού προγράμματος. Ενός προγράμματος στη βάση του οποίου να συσπειρωθούν οι δυνάμεις της Αριστεράς, να το προωθήσουν κ.λπ.
Τώρα για το τι είδους συσπείρωση μπορεί να γίνει σε μια τέτοια βάση και τι θα μπορούσε να προωθήσει, αναφερθήκαμε μόλις προηγούμενα. Πάνω στο ζήτημα του προγράμματος θα μπορούσε να ανοίξει μια ολάκερη συζήτηση, μια και το θέμα έχει πολλές και ουσιαστικές πλευρές. Εδώ θα περιοριστούμε σε μια και μόνη διάσταση του ζητήματος που άλλωστε είναι αυτή που θέτει και το επίμαχον του προβλήματος.
Αφορά το αν ένα πρόγραμμα προωθείται σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης και άμεσης υλοιποίησής του (και όχι λ.χ. σε βάση ζύμωσης και προπαγάνδας και διαμόρφωσης όρων μελλοντικής του προώθησης στην πράξη). Αυτό σημαίνει ένα πράγμα. Ότι κατά την εκτίμηση αυτών που προωθούν ένα τέτοιο πρόγραμμα υπάρχουν οι πολιτικές (και κοινωνικές) δυνάμεις που θέλουν και μπορούν να προωθήσουν ένα τέτοιο πρόγραμμα στον τρέχοντα πολιτικό χρόνο. Εδώ το ζήτημα είναι σαφές και δεν σηκώνει ούτε μισόλογα, ούτε συγκαλύψεις.
Ας αφήσουμε προς το παρόν στην άκρη το ΚΚΕ που απευθύνεται στον …εαυτό του.
Όσον αφορά τους άλλους, η κίνηση Κουβέλη λ.χ. είναι γνωστό και το τι προωθεί και σε ποιους απευθύνεται (ΠΑΣΟΚ και «ότι, πάρει» από τ’ αριστερά). Κάπως πιο «ντροπαλά» και πιο αριστερόστροφα (μια και απευθύνεται «μόνο» στην «αριστερά» του ΠΑΣΟΚ) αλλά στον ίδιο καμβά κινείται και ο ΣΥΝ του Τσίπρα.
Ακόμη και η πρόταση Αλαβάνου (και των συν αυτώ), παρά τις κορώνες που κατά καιρούς εκτοξεύει, γίνεται αντιληπτό ότι στα ίδια πάνω κάτω νερά κινείται.
Δεν προωθεί κάτι διαφορετικό η πρόταση των «Αριστερών οικονομολόγων», ούτε κάποιες ανάλογες «ενωτικές» προτάσεις που διατυπώνονται τελευταία και από άλλες πλευρές. Αυτό που επιχειρούν είναι απλώς να ενισχύσουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Όσο για εκείνους που υποτίθεται «διαφωνούν» με τον Αλαβάνο αλλά ταυτόχρονα εκπονούν και στηρίζουν διάφορες «προτάσεις σωτηρίας» σε ποιους άραγε απευθύνονται; Εμείς πάντως δεν έχουμε απορίες. Η σημαία της «διαγραφής του χρέους» δεν μπορεί να χρησιμέψει σαν κουρτίνα συγκάλυψης στο ότι απευθύνονται στις ίδιες δυνάμεις με το ίδιο ουσιαστικά περιεχόμενο και στην ίδια κατεύθυνση.
Ας τους παρηγορήσουμε. Η εκδοχή της αναδιαπραγμάτευσης του -τρόπου εξόφλησης- του χρέους, δεν μπορεί να αποκλειστεί ολότελα. Μόνο που αν τεθεί τέτοιο ζήτημα θα υλοποιηθεί σαν επιλογή του συστήματος. Το ζήτημα του χρέους (όχι του ελλαδικού και μόνο), και κατά τις εκτιμήσεις πολλών ιθυνόντων του συστήματος, έχει μετατραπεί σε βρόγχο που μπλοκάρει την λειτουργία του και εμποδίζει τη διαμόρφωση όρων διεξόδου. Δεν μπορούν συνεπώς να αποκλειστούν παρεμβάσεις ρύθμισης. Αυτό είναι άλλωστε που -ως είθισται- ενθάρρυνε τις εγχώριες «ριζοσπαστικές» φωνές. Σε οποιαδήποτε περίπτωση πάντως οφείλουμε να ‘χουμε καθαρό ένα πράγμα. Οποιαδήποτε ρύθμιση στο μόνο στο οποίο θα στοχεύει δεν θα ‘ναι η απαλλαγή λαών και χωρών από τα βάρη και το καθεστώς της εξάρτησης αλλά η σταθεροποίηση των όρων που θα διασφαλίζουν τη συνέχιση εις το διηνεκές της ροής αξιών εκ των κάτω προς τα άνω. Σε οποιαδήποτε περίπτωση ούτε η επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη θα ανακοπεί ούτε η επέλαση επανακατάκτησης του κόσμου θα ανασταλεί αλλά ούτε και τα αδιέξοδα του συστήματος θα βρούνε λύση.
Υπάρχει μέσα σε όλα αυτά κάτι πολύ ουσιαστικό όσο και απλό για όσους δεν θέλουν να κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Όταν μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη ζητήματα όπως διαγραφή του χρέους, εθνικοποιήσεις, έξοδος από ΟΝΕ κ.λπ. τότε εκ των πραγμάτων τίθεται ζήτημα διακυβέρνησης και μάλιστα με όρους ζητήματος εξουσίας. Όταν λοιπόν τίθεται τέτοιο ζήτημα, αυτό αναδείχνεται εκ των πραγμάτων σαν το κύριο και κρίσιμο. Και όπως ήδη σε προηγούμενη τοποθέτησή μας αναφέρεται, το ζήτημα εξουσίας δεν είναι από εκείνα που τα θέτεις «ολίγον». Ή το θέτεις και γύρω από αυτόν πλέον τον άξονα περιστρέφονται όλες οι κινήσεις, προσπάθειες και αγώνες ή δεν το θέτεις. Με αυτούς λοιπόν τους όρους, όλες αυτές οι προτάσεις που ξεκινάνε λάβρες με σημαία τη «διαγραφή του χρέους» καλπάζουν ασυγκράτητες μέχρι τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό για να επιστρέψουν και να προσγειωθούν στο να «πέσει η κυβέρνηση» (και να ‘ρθει άλλη) ένα πράγμα «κατορθώνουν». Να διαιωνίζουν τις αυταπάτες, να ωθούν τον λαό και το κίνημα σε αδιέξοδες κατευθύνσεις, να τον οδηγούν στη στήριξη σχημάτων και επιλογών του συστήματος και στο να περιμένει λύσεις απ’ αυτές. Το ακόμη χειρότερο, του αποτρέπουν από το να ρίξει τις δυνάμεις του και να αγωνιστεί στο μόνο πεδίο που «ελέγχει», που μπορεί να διαμορφώσει τους δικούς του όρους, να συγκροτεί τις δυνάμεις του. Αλλά σ’ αυτό το ζήτημα και ακριβώς επειδή το θεωρούμε πολύ σοβαρό, θα θέλαμε να αναφερθούμε ιδιαίτερα, αφού πρώτα πούμε ορισμένα πράγματα για το ζήτημα προοπτικής.

Η προοπτική του κινήματος και πώς αυτή υπονομεύεται

Με ανάλογα αποπροσανατολιστικό τρόπο χρησιμοποιείται το ζήτημα της προοπτικής του κινήματος, του οράματος του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού. Τη σπουδαιότητα ενός τέτοιου ζητήματος νιώθουμε ότι την αδικούμε όντας αναγκασμένοι σε ορισμένες μόνο αναφορές. Είναι ωστόσο αναγκαίο να δώσουμε εδώ ορισμένα βασικά τουλάχιστον στοιχεία για το πώς αντιμετωπίζουμε από τη μεριά μας ένα ζήτημα τέτοιας σημασίας. (Άλλωστε στο κεφάλαιο αυτό έχουμε δώσει αναλυτικά την άποψή μας με πολλές αφορμές και πολλούς τρόπους).
Έχουμε λοιπόν την άποψη ότι το ζήτημα της προοπτικής, της προβολής του οράματος του σοσιαλισμού δεν είναι μια υπόθεση που αφορά το μέλλον και μόνο, αλλά ένα πολιτικό ζήτημα του παρόντος.
Γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο μεγάλη σημασία είχε, τι πηγή έμπνευσης και ορμής των λαϊκών αγώνων υπήρξε η Οκτωβριανή Επανάσταση και η οικοδόμηση και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σ.Ε. και στη συνέχεια και σε άλλες χώρες. Γνωρίζουμε ακόμη και βιώνουμε καθημερινά την παραλυτική επίδραση που έχει η απογοήτευση που προκάλεσε η παλινόρθωση.
Αυτονόητη συνεπώς η αναγκαιότητα ανατροπής αυτής της κατάστασης και αποκατάστασης στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών της προσδοκίας μιας άλλης κοινωνίας και της εμπιστοσύνης ότι μπορεί αυτή να πραγματοποιηθεί.
Σε σχέση μ’ αυτό, εδώ θα αρκεστούμε σε ορισμένες μόνο παρατηρήσεις. Το πρωταρχικό έδαφος διαμόρφωσης όρων απάντησης και σ’ αυτό το ζήτημα είναι η …καπιταλιστική πραγματικότητα που βιώνουμε. Η ανάδειξη της προσδοκίας-επιδίωξης μιας άλλης κοινωνίας, πραγματοποιείται κατ’ αρχάς ως άρνηση της υπάρχουσας. Έχει λοιπόν αποφασιστική σημασία και γι’ αυτό το ζήτημα η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στη βάση των αντιθέσεων του συστήματος. Όσοι λοιπόν υπονομεύουν με οποιονδήποτε τρόπο αυτή την πάλη ταυτόχρονα υπονομεύουν και τη διαμόρφωση όρων προοπτικής όσο κι αν φλυαρούν περί αυτήν.
Με βάση τα όσα έχουν συντελεστεί είναι περισσότερο από αναγκαία η διερεύνηση των συνθηκών, των όρων, των αιτιών της παλινόρθωσης, της ήττας. Η συναγωγή των απαραίτητων διδαγμάτων και συμπερασμάτων. Η εκ νέου συγκρότηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένα χωρίς η εργατική τάξη να δώσει -στον εαυτό της πρώτα- αυτές τις απαντήσεις. Η ανασύσταση ανασυγκρότηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την ενσωμάτωση αυτών των διδαγμάτων στην σημερινή πολιτική γραμμή και φυσιογνωμία του.
Δεν θα αναφερθούμε εδώ στο περιεχόμενο των διαφόρων αποπειρών που έχουν γίνει σ’ αυτό το ζήτημα. (Θα μας πήγαινε πολύ μακριά). Ορισμένες μόνο παρατηρήσεις. Πέρα από την αυτονόητη αναγκαιότητα της σοβαρότητας και υπευθυνότητας με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται ένα τέτοιο ζήτημα καθοριστική σημασία έχει ένα πράγμα. Οποιαδήποτε προσπάθεια σ’ αυτό το κεφάλαιο, όταν έχει σαν αφετηρία και στόχο όχι μια ουσιαστική διερεύνηση του ζητήματος αλλά την δικαίωση μιας ήδη δεδομένης πολιτικής γραμμής, είναι ήδη υπονομευμένη. Δεν αναφερόμαστε μόνο στο ΚΚΕ όπου αυτό είναι φανερό. Άλλο τόσο αδιέξοδες είναι απόπειρες που δεν παίρνουν σαν βάση τους τα πραγματικά δεδομένα που έχει δώσει η ταξική πάλη αλλά ιδεοληψίες και στερεότυπα και έτοιμες από τα πριν «απαντήσεις».
Όσον αφορά τον χώρο του «ανανεωτικού» ρεφορμισμού αυτόν εδώ και πολλά χρόνια απλώς δεν τον αφορά και δεν τον απασχολεί το θέμα. Μόνο όταν πιεστούν, ανασύρουν προσεγγίσεις παρελθόντων ετών που ούτε τότε ούτε πολύ περισσότερο σήμερα έχουν να πουν κάτι.
Το άμεσο και σοβαρό πρόβλημα που τίθεται συνδέεται με την απαξίωση και υπονόμευση των στόχων πάλης αλλά και των αγώνων που αναπτύσσονται με βάση αυτούς τους στόχους στο όνομα της …«προοπτικής»! Με την προβολή «προωθημένων» υποτίθεται στόχων, έως και σοσιαλιστικού ή κομμουνιστικού χαρακτήρα και μάλιστα όχι σε βάση ζύμωσης και προπαγάνδας αλλά σαν άμεσους στόχους πάλης. Το ότι καμιά προοπτική δεν διαμορφώνεται και δεν οικοδομείται «εν κενώ» ούτε το αντιλαμβάνονται ούτε τους απασχολεί. Ακριβώς επειδή δεν είναι η προοπτική του κινήματος αυτή που πραγματικά τους ενδιαφέρει.
Το ότι μέσα από όλα αυτά τα βροντερά και «κομμουνιστικά» καταλήγουν σε πολιτικές προτάσεις σαν αυτές που αναφέρθηκαν προηγούμενα δείχνει καθαρά τι είναι αυτό που πραγματικά τους απασχολεί. Το ότι απαξιώνοντας ό,τι έχει δώσει το κίνημα -«από κομμουνιστική σκοπιά» πάντα- καταλήγουν σε απόψεις δημιουργίας νησίδων (όχι σοσιαλισμού, αυτό είναι ρεφορμισμός) αλλά νησίδων «κομμουνισμού» (που «δεν είναι» ρεφορμισμός) δείχνει και την υπόσταση και τον χαρακτήρα αυτών των απόψεων.
Το ότι όλοι τους με την πολιτική τους υπονομεύουν τους αγώνες μεταθέτοντάς τους σε μια υποτιθέμενη «κεντρική πολιτική μάχη» που δεν είναι παρά οι κάθε φορά επικείμενες εκλογές (βουλευτικές, ευρωεκλογές ή δημοτικές) δείχνει ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτε άλλο απ’ αυτούς. Στην πραγματικότητα όλα αυτά τα εφευρήματα δεν αποτελούν τίποτε άλλο από διαφυγές απέναντι σ’ αυτά που θέτει ως απαιτήσεις σήμερα η ταξική πάλη.

Υπερασπίζοντας το δικαίωμα στη ζωή

Όταν από τη μεριά μας και στα πλαίσια των συνολικότερων κατευθύνσεών μας θέτουμε το ζήτημα της Αντίστασης, της Ενότητας Δράσης και με στόχο την οικοδόμηση ενός Ευρύτερου Μετώπου Αντίστασης και Πάλης, αυτό αποτελεί συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Μια επιλογή που γίνεται στη βάση συγκεκριμένης εκτίμησης των αντικειμενικών συνθηκών των υποκειμενικών όρων και των απαιτήσεων που θέτει σήμερα η ταξική πάλη. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.
Ο λαός μας (και γενικότερα οι λαοί) αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια μια επίθεση που στις μέρες μας παίρνει όλο και πιο βάρβαρα χαρακτηριστικά. Μια επίθεση που πλήττει τα πιο ζωτικά του δικαιώματα. Απέναντι σ’ αυτό ο λαός δεν έχει άλλη επιλογή και άλλο δρόμο από το να τα υπερασπίσει με τον πιο αποφασιστικό και διαρκή αγώνα. Όταν οι εργαζόμενοι υπερασπίζονται το δικαίωμα στη δουλειά. Όταν αγωνίζονται για καλύτερες αμοιβές. Όταν η νεολαία μάχεται για το δικαίωμά της στην μόρφωση και την ελευθερία. Όταν ο λαός παλεύει για το δικαίωμα στην ασφάλιση. Όταν διεκδικεί δωρεάν ιατρική περίθαλψη, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να υπερασπίζει το δικαίωμά του στη ζωή. Αν μια τέτοια διεκδίκηση φαίνεται σε κάποιους «φτωχή» και «ολίγη», τότε το μόνο που δείχνουν είναι το πόσο επιδερμική είναι η σχέση τους με τα προβλήματα του λαού και τις αγωνίες του.
Ταυτόχρονα δείχνουν πόσο «φτωχή» και «ολίγη» είναι η δική τους πολιτική αντίληψη καθώς δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να αντιληφθούν το πόση εκρηκτική ύλη σωρεύεται στο πεδίο αυτής της αντιπαράθεσης.
Αυτές οι διεκδικήσεις αφορούν τα πιο άμεσα και καυτά προβλήματα του εργαζόμενου λαού. Αυτά που αναγνωρίζει σαν τα πιο σημαντικά δικά του προβλήματα και που είναι διατεθειμένος να τα υπερασπίσει με τον πιο μαχητικό τρόπο. Είναι αυτά που συγκροτούν ένα πλαίσιο στόχων που μπορούν να ενεργοποιήσουν τις διαθέσεις και την οργή του κόσμου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Όσοι απαξιώνουν αυτούς τους στόχους και τάχα τους «υπερβαίνουν» στο όνομα προγραμμάτων αέρος, σ’ ένα αποτέλεσμα οδηγούν (που κάποιοι μπορεί και να το επιδιώκουν). Στο να ευνουχίζουν τις μαχητικές διαθέσεις του κόσμου, στο να τον αδρανοποιούν.
Αυτό το πεδίο ενεργοποίησης και μαχητικής συμμετοχής του κόσμου, αποτελεί ταυτόχρονα και το κατ’ εξοχήν πεδίο αγωνιστικοποίησης, ανάπτυξης της συλλογικότητας, πολιτικοποίησής του. Όσοι με το ρούχο της «πολιτικοποίησης» υπονομεύουν αυτούς τους αγώνες στην πραγματικότητα στερούν τον λαό και το κίνημα από εκείνη τη διαδικασία που τον πολιτικοποιεί με τον πιο ουσιαστικό τρόπο και με ρυθμούς και εύρος πολλαπλάσιο από οποιαδήποτε άλλη.
Με βάση όλα αυτά, αυτό το πεδίο αποτελεί και το πλέον «υπαρκτό» (ιδιαίτερα σήμερα) πεδίο διαμόρφωσης όρων συγκρότησης (ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής) των λαϊκών δυνάμεων. Εκείνης δηλαδή της εξέλιξης που καθιστά τον λαό ικανό να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στην επίθεση που δέχεται και σε μια πορεία να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του συστήματος.
Εκείνοι που με την πολιτική τους ματαιώνουν την ενεργοποίηση του κόσμου σ’ αυτό το πεδίο, ταυτόχρονα υπονομεύουν και αυτή τη διαδικασία συγκρότησης. Ακριβώς επειδή έχουν έναν εντελώς διαφορετικό προσανατολισμό και σ’ αυτόν θέλουν να στρέψουν τον κόσμο και να υποτάξουν την όποια κίνησή του. Για τον ίδιο λόγο οι σχέσεις που επιδιώκουν και διαμορφώνουν με τον κόσμο, βρίσκονται πιο κοντά στις σχέσεις που διαμορφώνουν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, παρά σ’ εκείνες που θα ταίριαζαν σε αριστερές ή πολύ περισσότερο σε κομμουνιστικές δυνάμεις.
Ταυτόχρονα και όσον αφορά ειδικότερα τη δική μας γενικότερη αντίληψη και κατεύθυνση, αυτό αποτελεί το πρωταρχικό πεδίο διαμόρφωσης όρων Ανασύνθεσης Ανασυγκρότησης του Εργατικού Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος της εποχής μας. Το πεδίο όπου θα δοκιμάζονται μέσα στην πάλη και με όρους πάλης οι αντιλήψεις, οι απόψεις, οι θέσεις, οι προτάσεις, οι πολιτικές γραμμές. Όπου άλλες θα αναδείχνονται, άλλες θα αναδιαμορφώνονται κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης και άλλες θα απορρίπτονται. Όπου θα διαμορφώνονται οι πραγματικοί και ουσιαστικοί όροι ενότητας αυτών που μπορούν να ενωθούν και σε πιο προωθημένη πολιτικά βάση, αλλά και διαχωρισμών με σαφείς και ευδιάκριτους για τον καθένα όρους και αιτίες. Ίσως αυτό μάλιστα να ‘ναι που «φοβίζει» εκείνους που συνηθίζουν να κινούνται σε θολά νερά και ακριβώς επειδή οι πραγματικοί πολιτικοί τους προσανατολισμοί βρίσκονται «πίσω» από τα όσα διακηρύσσουν. Εδώ άλλωστε, σ’ αυτούς τους διαφορετικούς ιδεολογικούς αλλά και πολιτικούς προσανατολισμούς βρίσκεται η βάση και η αφετηρία των διαφορών και αντιθέσεων που εκδηλώνονται με «ακατανόητο» πολλές φορές τρόπο ακόμα και στα πιο «μικρά» καθημερινά και απλά ζητήματα δράσης.

Πώς (δεν) διαμορφώνονται οι συσχετισμοί

Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για τη σημασία που έχει η διαμόρφωση των συσχετισμών στο κεντρικό πολιτικό πεδίο και συνακόλουθα ο ρόλος που έχουν σ’ αυτή τη διαμόρφωση οι μάχες κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα. Πράγματι έτσι είναι. Μόνο που είναι προκλητικό να λέγονται αυτά από δυνάμεις που κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν αναμετρήσεις τέτοιου χαρακτήρα. Που μάλιστα υπονόμευαν από τα πριν και με κάθε τρόπο τη δυνατότητα να διαμορφωθούν όροι και προϋποθέσεις για τέτοιου είδους αναμετρήσεις. Ακριβώς για να μην τους τεθεί καν τέτοιο δίλημμα. Που στις περιπτώσεις που δεν κατόρθωναν να παρεμποδίσουν μια τέτοια εξέλιξη (και υπήρξαν τέτοιες) τις ματαίωναν προωθώντας υποκατάστατα «κεντρικών πολιτικών μαχών» τύπου εκλογών και δημοψηφισμάτων. Ακριβώς επειδή στην στρεβλή οπορτουνιστική τους λογική αυτές θεωρούνταν σαν οι αναμετρήσεις που διαμορφώνουν τους συσχετισμούς. Το ότι επί δεκαετίες η πραγματικότητα τούς διαψεύδει συνεχώς, δεν θέλουν ούτε να το σκέφτονται. Το ότι με την πολιτική τους έχουν οδηγήσει το κίνημα στη σημερινή κατάσταση, δείχνει να μην τους απασχολεί καν.
Ας δούμε ωστόσο το όλο θέμα σε ορισμένες συγκεκριμένες εκφράσεις.
Μετράει ήδη πάνω από τρεις δεκαετίες η επίθεση του συστήματος ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Αν υπήρχαν αριστερές δυνάμεις στοιχειωδώς αντάξιες των τίτλων τους θα ‘πρεπε να ‘χουν σημάνει συναγερμό από την πρώτη στιγμή. Αντιμετώπισαν το ζήτημα αναμασώντας υψιπετείς ανοησίες εξ εσπερίας και φλυαρώντας για «επιθετικές» διεκδικήσεις και «αντεπιθέσεις» εκτός τόπου και χρόνου. Ταυτόχρονα και από το ύψος μιας τέτοιας ποιότητας αυθεντίας χλεύαζαν τις απόψεις του ΚΚΕ(μ-λ) για το τι είναι αυτό που έρχεται και πώς οφείλεται να αντιμετωπισθεί.
Δεν είναι καθόλου σημερινή υπόθεση η επίθεση στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, το χτύπημα του δικαιώματος στη δουλειά και όσων συνδέονται με αυτό. Ένα ζήτημα κρίκος για τη διαμόρφωση των ταξικών και συνακόλουθα των πολιτικών συσχετισμών. Το ζήτημα δηλαδή μιας αντιπαράθεσης κεντρικού ταξικού πολιτικού χαρακτήρα είχε ήδη τεθεί εκ των πραγμάτων, βρίσκονταν ήδη μπροστά τους, όχι μόνο σαν δυνατότητα, αλλά σαν απόλυτη αναγκαιότητα που υπαγόρευε την μεγαλύτερη συγκέντρωση προσπαθειών. Αντ’ αυτού και με απίστευτη ελαφρότητα (και στην πραγματικότητα «διαφεύγοντας» οπορτουνιστικά) έβαζαν στην πρώτη γραμμή 35ωρα και 30ωρα, εργατικούς ελέγχους, συμμετοχή των εργαζομένων στον προγραμματισμό της παραγωγής και άλλα ασυναγώνιστης ανοησίας.
Στο φοιτητικό κίνημα των καταλήψεων της περιόδου 2006-2007 είχαν δημιουργηθεί σοβαρές προϋποθέσεις ανάπτυξής του σε πανεκπαιδευτική κλίμακα και με δυνατότητα παλλαϊκής απήχησης και στήριξης. Ένας αγώνας που είχε ήδη δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στο σύστημα και που -όπως άλλωστε έδειξε η περίπτωση του άρθρου 16- είχε τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί σε αναμέτρηση κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα και η οποία θα μπορούσε να φρενάρει την κλιμάκωση της επίθεσης συνολικά στον λαό. Μόνο που οι δυνάμεις της Αριστεράς είχαν άλλα σχέδια. Όχι μόνο δεν στήριξαν αλλά αντιτάχθηκαν ενεργητικά σε μια τέτοια κατεύθυνση μεταθέτοντας την υποτιθέμενη «κεντρική μάχη» στις επικείμενες εκλογές. Ήταν άλλωστε και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να «επαληθευτεί» και το υπό της κας Παπαρήγα λεχθέν περί «ματαιότητας των αγώνων».
Την ματαιότητα της εκλογικής τους «μάχης» οι δυνάμεις της Αριστεράς την εισέπραξαν αμέσως μετά (καθώς και σ’ όλες τις εκλογές που ακολούθησαν μέχρι τα σήμερα) χωρίς πάντως καμιά ελπίδα να διδαχτούν κάτι απ’ όλα αυτά.
Αμέσως μετά τις εκλογές η τότε κυβέρνηση Καραμανλή προχώρησε στην επίθεση στο ασφαλιστικό. Ένα ζήτημα που, όπως έδειξε η αντίδραση του κόσμου (2001) στο νόμο Γιαννίτση, θα μπορούσε να συνεγείρει την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων. Βεβαίως και όπως πάντα, υπό ορισμένους όρους.
Το ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς θα αναλάμβαναν τις ευθύνες τους απέναντι στον λαό και το κίνημα. Το ότι θα προωθούσαν και θα στήριζαν την ανάπτυξη του κινήματος σ’ εκείνες τις διεκδικήσεις που αφορούσαν τα πραγματικά προβλήματα του κόσμου, που τα καταλάβαινε σαν δικά του, που ήταν διατεθειμένος και αποφασισμένος να αγωνιστεί γι’ αυτά. Αντ’ αυτών είχαμε έναν διαγωνισμό ανοησίας. Προτάσεις διαχείρισης των ταμείων, επικερδούς τοποθέτησης των αποθεμάτων τους, δημιουργίας «κουμπαράδων» και με το «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» να γνωρίζει μεγάλες δόξες. Έτσι, αφού καλλιέργησαν την σύγχυση, αφού αποπροσανατόλισαν και αδρανοποίησαν τελικά τον κόσμο, του πασάρανε και την πρόταση για «δημοψήφισμα» και …«καθαρίσανε».

Κρίση. Ένα ζήτημα ταξικής πάλης

Ανάλογου χαρακτήρα ήταν η πολιτική αντιμετώπιση του ζητήματος της κρίσης. Και πάλι θα περιοριστούμε εδώ -αναγκαστικά- σε επιγραμματικές αναφορές παραπέμποντας για τα υπόλοιπα σε τοποθετήσεις που ήδη έχουμε κάνει.
Η κρίση δεν είναι αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, όπως παρουσιάζεται από ορισμένες πλευρές, αλλά της φύσης και της συνολικής λειτουργίας του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Δεν είναι μόνο οικονομική αλλά συνολική κρίση του συστήματος.
Αποτελεί έκφραση της σύμπλεξης της οικονομικής κρίσης με τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που συντελείται στον κόσμο και σε συνθήκες του πιο λυσσαλέου ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη και η επιδρομή επανακατάκτησης του κόσμου δεν είναι παράπλευρη υπόθεση και έκφραση «κοντόθωρης» πολιτικής αλλά -εδώ και χρόνια- στρατηγική επιλογή του συστήματος που στις συνθήκες της κρίσης παίρνει όλο και περισσότερο χαρακτήρα διαδικασίας «πρωταρχικής συσσώρευσης».
Όλα αυτά δεν έχουν καθόλου προσωρινό χαρακτήρα (όπως θέλουν να τα αντιλαμβάνονται ορισμένοι) αλλά μακροχρόνιο και θα χαρακτηρίζουν την πορεία των πραγμάτων για όλη την επόμενη περίοδο. Τόσο η ύπαρξή της (της κρίσης), οι συνέπειές της αλλά και τα μέτρα που παίρνονται για την «αντιμετώπισή» της έχουν έναν ολοκάθαρο ταξικό χαρακτήρα. Η αντιμετώπισή της συνεπώς από την λαό μπορεί να γίνει μόνο σε μια τέτοια βάση, μόνο σαν ζήτημα ταξικής πάλης και με την ανάλογη σοβαρότητα και αποφασιστικότητα που απαιτεί αυτό.
Αντ’ αυτού είχαμε και πάλι τον ίδιο διαγωνισμό ανοησίας (επιεικώς πάντα). Την αντιμετώπιση της κρίσης ως «κοινή υπόθεση» και η οποία «μας αφορά όλους». Με προτάσεις οικονομικής πολιτικής και αντιμετώπισης της κρίσης που αφορούσαν όχι μόνο τη χώρα μας αλλά και το …παγκόσμιο σύστημα. Με απόψεις του στυλ να πληρώσει το κεφάλαιο, να φορολογηθεί κ.λπ.
Η ουσία όλων αυτών των προτάσεων. Η προώθηση μιας «άλλης» πολιτικής (από τις δυνάμεις του συστήματος) εξ ου και το σύνθημα να πέσει η κυβέρνηση (και να ‘ρθει ποια;) Το πιο, ίσως, χαρακτηριστικό. Αντιτασσόμενοι κάποιοι στην άποψή μας που θέτει σαν βασικό στόχο την ανατροπή του μνημονίου, στα πολύ σοβαρά είπαν το εξής αμίμητο. Κι άμα ανατραπεί το μνημόνιο τι κάνουμε μετά; Έλα ντε; Είναι άραγε τόσο ανόητοι ώστε να μην αντιλαμβάνονται ότι κάτι τέτοιο θα ανατίναζε την πολιτική των δυνάμεων του συστήματος; Η απάντηση βρίσκεται στο ότι στην πρεμούρα τους για μια «άλλη κυβέρνηση» (στην οποία όλο και κάποιο ρόλο ευελπιστούν ότι θα έχουν) αυτός ο στόχος τούς φαίνεται «ολίγος» και «επί μέρους». Τέτοιο πολιτικό κριτήριο!

Το στρίβειν δια της «Λαϊκής Εξουσίας»

Η κρίση, οι συνέπειές της και τα μέτρα που παίρνονται στο όνομά της μπορούν να αντιμετωπιστούν από τη μεριά του λαού σαν ζητήματα ταξικής πάλης. Ακριβώς επειδή αποτελούν ζητήματα ταξικής πάλης. Και για να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Συνολική απάντηση, συνολική διέξοδος στα προβλήματα και τις προσδοκίες του λαού δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια του συστήματος παρά μόνο με την ανατροπή του. Ναι, αλλά τι κάνουμε μέχρι τότε, είναι το ερώτημα που θέτουν όσοι το χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα των επιλογών που προαναφέραμε, αλλά κι ένας κόσμος που αναζητά απαντήσεις. Πώς παρεμβαίνει ο λαός, με τι στόχους και τι αποτέλεσμα επιδιώκει και μπορεί να περιμένει. Ο τρόπος παρέμβασης του λαού δεν έχει σχέση ούτε με τις απαγορεύσεις και τους όρους του συστήματος, ούτε με προτάσεις που το μόνο πραγματικό τους αποτέλεσμα είναι ο αποπροσανατολισμός του.
Η παρέμβαση του λαού εκφράζεται με την μαζική, μαχητική υπεράσπιση των δικαιωμάτων του, την υπεράσπιση του δικαιώματός του στη ζωή. Είναι η συγκρότηση των δυνάμεών του μέσα σ’ αυτήν την πάλη, που αποτελεί τον όρο για να θέσει ευρύτερους και πιο προωθημένους στόχους. Εκφράζεται με την προβολή διεκδικήσεων που εκφράζουν με τον πιο συγκεκριμένο και κατανοητό από τους εργαζόμενους τρόπο αυτό το δικαίωμα. Ποιες είναι αυτές οι διεκδικήσεις; Ας δώσουμε τον λόγο στο …ΚΚΕ και πιο συγκεκριμένα στις ελεγχόμενες από το ΠΑΜΕ Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα και Συνδικάτα.
Αναφέρεται λοιπόν σε διακήρυξή τους, της 06/06/2010:
«ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΜΕ:
Ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις
Όχι μεροκάματα και μισθούς στους νέους κάτω από τις Συλλογικές Συμβάσεις
Απαγόρευση των απολύσεων, μέτρα προστασίας των ανέργων
Όχι στην κατάργηση της αποζημίωσης
Σταθερή και μόνιμη δουλειά για όλους
Μέτρα προστασίας των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς, προστασία της μητρότητας
Όχι μισθολογικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών
Όχι στην προσπάθεια αποχαρακτηρισμού των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων
Όχι στην κατεδάφιση των συντάξεων.»
Είναι μια πλατφόρμα στόχων πάλης που θα μπορούσαμε ίσως από την μεριά μας να την συντάξουμε κάπως διαφορετικά, αλλά κι έτσι όπως είναι μπορούμε να την προσυπογράψουμε. Το πρόβλημα ωστόσο δεν βρίσκεται στο αν θα την προσυπογράφαμε εμείς ή κάποιοι άλλοι, αλλά αν την προσυπογράφει το …ΚΚΕ. Επειδή, όπως όλοι γνωρίζουν, αυτή η πλατφόρμα πάλης δεν προωθήθηκε καθόλου από τη μεριά του. Φοβήθηκε μήπως και απορριφθεί η πρότασή του από τον κόσμο; Όχι, καθόλου. Αυτό που φοβήθηκε ήταν το ακριβώς αντίθετο. Μήπως και γίνει αποδεκτή, μήπως και βρεθεί «χρεωμένο» με μια πρόταση που καμία σχέση δεν έχει με τους πολιτικούς του προσανατολισμούς. Ας εξηγηθούμε περισσότερο. Η ηγεσία του ΚΚΕ απέναντι στα προβλήματα που τέθηκαν (και όχι μόνο απ’ όταν ξέσπασε η κρίση) ερωτοτρόπησε αρκετές φορές με την λογική των «προτάσεων». Είχε όμως και τις πιέσεις της. Μια απ’ αυτές εκφραζόταν με την ανάγκη να διαφοροποιείται από την άλλη πτέρυγα του ρεφορμισμού με τη χρήση βροντερής «ταξικής» ρητορείας. Πολύ σοβαρή η πίεση της λαϊκής εργατικής βάσης του ΚΚΕ που οδήγησε σε ελεγχόμενες κινητοποιήσεις εκτόνωσης αυτών των πιέσεων. Έκφραση της ίδιας πίεσης και η υιοθέτηση της πλατφόρμας διεκδικήσεων και στόχων που ανταποκρίνονται στα προβλήματα και τις αγωνίες των εργαζομένων και που θα μπορούσε, αν προωθούνταν και στηρίζονταν αποφασιστικά, να δημιουργήσει όρους κινήματος. Δεν είναι όμως αυτό που ενδιαφέρει την ηγεσία του ΚΚΕ. Ήδη με όσες κινήσεις είχε αναγκαστεί να κάνει το προηγούμενο διάστημα είχε κιόλας «ξεφύγει» κάπως. Χρειαζόταν λοιπόν να «επανέλθει». Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της κατεύθυνσης «επαναφοράς» το άρθρο στον Ριζοσπάστη της 04/07/2010 και με τίτλο «Ενιαία πάλη στην προοπτική της λαϊκής εξουσίας». Γράφεται εκεί: «Η απάντηση των εργαζομένων (απέναντι στην πολιτική του συστήματος) δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές ντουφεκιές». «Αρκεί όμως σήμερα ένας αμυντικός αγώνας πολύ περισσότερο με τα χαρακτηριστικά της κατακερματισμένης πάλης ανά κλάδο ή τόπο δουλειάς για το ένα ή το άλλο ζήτημα; Η απάντηση είναι πως όχι… Η πλουτοκρατία και τα κόμματά της έχουν την ικανότητα και την πείρα να ενσωματώνουν εύκολα τους αγώνες με τέτοιο περιεχόμενο με ελιγμούς και τερτίπια ακόμα και με καταστολή». Τα όσα περιέχονται σ’ αυτές τις αναφορές δεν είναι απαραίτητα λαθεμένα, αν τα δει κανείς γενικά και αφηρημένα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο πώς συσχετίζονται με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα της ταξικής πάλης. Πιο διαφωτιστική για τις προθέσεις του άρθρου είναι μια άλλη αναφορά. «Μπορεί σήμερα ένα κίνημα που προβάλλει επιμέρους στόχους πάλης ή υπερθεματίζει υπέρ της μιας ή της άλλης μορφής καπιταλιστικής διαχείρισης να βοηθήσει στην πολιτική ωρίμανση την κατά μετώπον αντεπίθεση; … Η απάντηση είναι αρνητική». Εδώ έχουμε μια από τις συνήθεις λαθροχειρίες οι οποίες αποτελούν πάγια πρακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η συσχέτιση των επιμέρους στόχων πάλης με προτάσεις που υπερθεματίζουν υπέρ μορφών καπιταλιστικής διαχείρισης. Αλήθεια η πρόταση του ΠΑΜΕ στην οποία μόλις προηγούμενα αναφερθήκαμε, δεν αφορά επιμέρους στόχους πάλης; Σαν τέτοια λοιπόν μπορεί να συσχετιστεί με προτάσεις διαχείρισης; Φαίνεται πως -στην ταξική της επαγρύπνηση- έτσι την αντιλήφθηκε τελικά η ηγεσία του ΚΚΕ και γι’ αυτό την ξέχασε στο συρτάρι. Ή αλλιώς στην πρεμούρα της να υπονομεύσει την λογική των αγωνιστικών κινητοποιήσεων (που άλλωστε είναι και «μάταιες») και να επιστρέψει στα «γνωστά» μπορεί να μεταχειριστεί οποιοδήποτε μέσο.
Και τι είναι αυτό που προτείνει αντ’ αυτών η ηγεσία του ΚΚΕ; «Πρώτα απ’ όλα αγώνες ενιαίοι». Τώρα όσο είδατε εσείς να προωθεί ενιαίους αγώνες η ηγεσία του ΚΚΕ, άλλο τόσο είδαμε κι εμείς. Πέρα απ’ αυτό, απλώς να «θυμίσουμε» ότι οι ενιαίοι (οι συνολικοί κ.λπ.) αγώνες δεν αποτελούν τίποτε άλλο από σύνθεση, ανάπτυξη σε ανώτερο επίπεδο «επιμέρους» αγώνων που έχουν προηγηθεί. Αλλά ας συνεχίσουμε. «Ο λαός για να αμυνθεί αποτελεσματικά και να οργανώσει την αντεπίθεσή του δεν έχει άλλο δρόμο από το να αντιτάξει επιθετικά την δική του ενιαία στρατηγική απέναντι στον αντίπαλο». Και πώς παρακαλώ θα υλοποιηθεί αυτή η στρατηγική χωρίς την ανάπτυξη συνεχών αγώνων σε όλη την κλίμακα και το εύρος της ταξικής πάλης; Η απάντηση σ’ αυτό αποτελεί εξήγηση και της επαναλαμβανόμενης γελοιότητας της χρήσης όρων «επίθεση» «αντεπίθεση» και τέτοια. Η ηγεσία του ΚΚΕ είτε αντιλαμβάνεται είτε όχι το γελοίον του πράγματος, το βέβαιο είναι ότι έχει απόλυτη ανάγκη της χρήσης όρων που θα αντισταθμίζουν την άρνησή της να αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στον λαό και το κίνημα.
Το παράδειγμα που ο αρθρογράφος του «Ρ» θεωρεί ότι δικαιώνει τις απόψεις του είναι αυτό της Αργεντινής. Αναφέρει λοιπόν, ότι παρόλο που ο λαός ξεσηκώθηκε, παρά τις μάχες και τα οδοφράγματα, τις συγκρούσεις και τους νεκρούς, το παρατεταμένο του μαζικού λαϊκού αγώνα που έδειξε την δύναμη του λαού είχε συγκεκριμένα όρια και «η Αργεντινή της επόμενης μέρας είναι μια καπιταλιστική Αργεντινή…». Ως εξήγηση βρίσκει την έλλειψη «μιας ισχυρής πολιτικής πρωτοπορίας», η έλλειψη ενός «πολιτικού προγράμματος» και καταλήγει στην αναγκαιότητα ενός «σχεδιασμένου αγώνα» κ.λπ., κ.λπ.
Όσο μας αφορά, και σε αντίθεση με τις συνήθειες άλλων οργανώσεων, είμαστε αρκετά συγκρατημένοι στο να αποφαινόμαστε για τα ζητήματα ταξικής πάλης χωρών που η γνώση μας γι’ αυτές είναι αντικειμενικά περιορισμένη. Παρόλα αυτά, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι το βασικό πρόβλημα στην Αργεντινή (όπως άλλωστε συνολικά στον κόσμο εδώ και δεκαετίες) ήταν η έλλειψη ενός συγκροτημένου Εργατικού Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος. Εκεί που δεν θα συμφωνήσουμε καθόλου είναι σ’ αυτό που πάει να «βγάλει» απ’ όλα αυτά η ηγεσία του ΚΚΕ.
Στην Αργεντινή λοιπόν είχαμε την ανάπτυξη αγώνων αλλά δεν είχαμε πρωτοπορία. Η καινοτομία που εισάγει η ηγεσία του ΚΚΕ είναι ότι μπορούμε να ‘χουμε «πρωτοπορία» -εκ του Ληξιαρχείου μήπως;- χωρίς αγώνες. Δεν είναι μάλιστα το μοναδικό δείγμα διαστροφής της αριστερής σκέψης που προωθείται απ’ αυτή την πλευρά.
Όσο για το πώς μεταφράζονται και πού θέλει να οδηγήσει με όλα αυτά, η απάντηση είναι σαφής και συγκεκριμένη. «Η μάχη των τοπικών και περιφερειακών εκλογών του Νοέμβρη 2010 παίρνει …γενικό χαρακτήρα πολιτικής αναμέτρησης … Ο λαός να αποδείξει ότι δεν είναι διατεθειμένος για μια ακόμη φορά να δείξει εμπιστοσύνη στα κόμματα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ που ψήφισε το 2009. … Αυτό που δεν έκανε ο εργαζόμενος λαός στις εθνικές εκλογές να το τολμήσει τώρα. Να κάνει το θεαματικό βήμα να γείρει την πλάστιγγα του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του. Τώρα πρέπει να ενισχυθεί το ΚΚΕ…». Ή όπως λέμε, εδώ ήρθαμε.
Με όλα αυτά, οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά στο μεγαλύτερό τους μέρος.
Υπονόμευσαν αγώνες. Εξουδετέρωσαν την πιθανότητα να πετύχει το κίνημα κάποιες μικρές έστω νίκες, αναγκαίες ωστόσο για τη δημιουργία καλύτερου κλίματος. Ματαίωσαν την δυνατότητα ανάπτυξης της συγκρότησής του. Αποπροσανατόλισαν τον κόσμο, στρέφοντάς τον να περιμένει λύσεις από τις «προτάσεις» τους και τις εκλογές. Τον απογοήτευσαν, τον αποδιοργάνωσαν, τον αδρανοποίησαν. Ταυτόχρονα παρείχαν στις δυνάμεις του συστήματος την δυνατότητα να επιβεβαιώνουν κάθε φορά το ότι απέναντί τους δεν έχουν δυνάμεις που να θέλουν και να μπορούν να προβάλλουν πραγματική Αντίσταση. Ένα πράσινο φως για την κλιμάκωση της επίθεσης, την οποία και προωθούσε με τον πιο ανελέητο τρόπο. Αμετανόητοι, απρόθυμοι και ανίκανοι να διδαχτούν από τα τόσα μαθήματα -που με τόσο κόστος για τον λαό- συνεχώς δίνουν οι εξελίξεις ετοιμάζονται όλοι τους για τη νέα «κεντρική πολιτική τους μάχη» στις Καλλικράτειες «εκλογές». Αν δεν ήταν τόσο θλιβερό θα ‘ταν απλώς αστείο.

Η πλευρά του μέλλοντος
(κι όμως κινείται)

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά στο ζήτημα που μας απασχολεί. Αυτή που την είδαμε να εκφράζεται στις 5 του Μάη. Τόσο αυτή όσο και η -μη ανάλογη- συνέχειά της έδειξαν τις δυο όψεις του ζητήματος. Η μια αφορά το ότι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένων και νεολαίας (και πολύ περισσότεροι με παρόμοιες διαθέσεις) είναι οργισμένοι, θέλουν και μπορούν να κατέβουν στο δρόμο και με την διάθεση να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους.
Η άλλη συνδέεται με τα προβλήματα του κινήματος, όπως εκτέθηκαν στις προηγούμενες σελίδες και που έχουν σαν αποτέλεσμα αυτές οι διαθέσεις του κόσμου να δυσκολεύονται να βρουν δρόμους προσπέλασης στο πεδίο των αγώνων. Έχουμε ωστόσο την άποψη ότι η ισχυρή τάση και αυτή που θα επιδράσει καθοριστικά στο επόμενο διάστημα είναι η πρώτη. Την εκτίμησή μας αυτή τη συνδέουμε με τους όρους που την διαμορφώνουν και την εξέλιξή τους. Την ολοένα και μεγαλύτερη ένταση της επίθεσης του συστήματος. Τα όλο και πιο οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός. Την όλο και μεγαλύτερη απαξίωση στις συνειδήσεις του κόσμου των δυνάμεων του συστήματος. Μια εξέλιξη που δεν αφήνει στο απυρόβλητο τις δυνάμεις της Αριστεράς καθώς εμφανίζονται να μην μπορούν ή να θέλουν να απαντήσουν στα προβλήματα του κόσμου, να δώσουν διέξοδο στις διαθέσεις του.
Στην περίοδο που διανύουμε συντελούνται έντονες διεργασίες στις συνειδήσεις των εργαζόμενων λαϊκών μαζών και της νεολαίας. Διεργασίες που συντελούνται συνεχώς, παντού, σε κάθε χώρο κι ας μην είναι πάντα άμεσα ορατές, και οι οποίες θα συνεχίσουν και θα εντείνονται ολοένα και περισσότερο. Έκφραση άλλωστε αυτών (και αυτών) των διεργασιών υπήρξε η έκρηξη του Δεκέμβρη του 2008 στο πιο «ευκίνητο» τμήμα του λαού, τη νεολαία.
Έχουν ειπωθεί πολλά πάνω σ’ αυτό, και τέτοια και αλλιώτικα και θα ειπωθούνε κι άλλα. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε σε ένα και μόνο. Αυτό το ξέσπασμα ήταν έκφραση των διεργασιών που με τον δικό τους τρόπο εξελίσσονται στον χώρο της νεολαίας. Ταυτόχρονα και με τη μια ή την άλλη μορφή αντανακλούσε διεργασίες και τάσεις που αναπτύσσονται σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας.
Αυτές οι διεργασίες καθώς συνεχίζονται και εντείνονται δημιουργούν ήδη σοβαρές πιέσεις και ανησυχίες σε όλες τις δυνάμεις, στο σύνολο του πολιτικού φάσματος. Από τις δυνάμεις του συστήματος μέχρι και αυτές της Αριστεράς, την πλευρά δηλαδή που μας ενδιαφέρει περισσότερο εδώ. Έκφραση αυτών των πιέσεων αποτελεί και η υιοθέτηση (σε φραστικό έστω επίπεδο) θέσεων, στόχων και συνθημάτων που έως πρόσφατα απέρριπταν ή ακόμη και χλεύαζαν. Όπως το «φτωχοπροδρομικό» κατά κάποιους σύνθημα της Αντίστασης, της Κοινής Δράσης, της αναγκαιότητας (όσο, όταν, όπως) δημιουργίας επιτροπών, κινήσεων, πρωτοβουλιών πάλης για τα άμεσα προβλήματα του κόσμου. Προϊόν της ίδιας πίεσης αποτέλεσε και η -«προσωρινή» έστω- υιοθέτηση της πλατφόρμας διεκδικήσεων στην οποία αναφερθήκαμε προηγούμενα. Ο απολογητικός ορισμένες φορές τόνος (σε σχέση με τον άκρως επιθετικό παλιότερα) με τον οποίο αντιμετωπίζεται το ζήτημα της Κοινής Δράσης κ.λπ. Βεβαίως από το ρητορικό επίπεδο μέχρι το πεδίο της πράξης υπάρχει πάντα εκείνη η απόσταση που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη των προβλημάτων στα οποία αναφερθήκαμε. Αλλά ακόμη και στο ρητορικό επίπεδο, οι όποιες σωστές θέσεις «πνίγονται» μέσα σ’ ένα πλήθος θέσεων, απόψεων και αντιλήψεων που παραπέμπουν σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.
Εκείνο πάντως που αυτές οι δυνάμεις δεν μπορούν να ελέγξουν, να εξορκίσουν ή να αποφύγουν είναι οι διεργασίες στις συνειδήσεις των εργαζομένων και της νεολαίας και οι πιέσεις που όλο και θα εντείνονται. Το πότε αυτές οι διεργασίες και πιέσεις θα δώσουν πιο απτά αποτελέσματα και τι είδους, αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να προβλεφθεί. Το βέβαιο είναι ότι θα δώσουν. Από τις απαιτήσεις που θέτει η ζωή και η ταξική πάλη δεν ξεφεύγει κανείς. Επειδή αυτό που θα «αποφασίσει» για το πώς θα τεθούν τα ζητήματα είναι η όλο και μεγαλύτερη όξυνση της ταξικής πάλης διεθνώς και εσωτερικά και σ’ όλες τις μορφές και εκφράσεις της. Οι απαιτήσεις που θα αναδεικνύει. Η αναγκαιότητα απαντήσεων. Σ’ αυτή την εξέλιξη θα δοκιμαστούν οι πάντες και τα πάντα. Αυτά που βλέπουμε να εξελίσσονται πολύμορφα ή και αντιφατικά πολλές φορές δεν είναι παρά εκφράσεις της αντικειμενικής διαδικασίας ανασύστασης ανασυγκρότησης του κινήματος. Μια εξέλιξη που θα ‘ναι αμείλικτη με οτιδήποτε σάπιο και ψεύτικο κατορθώνει ακόμα να επιβιώνει.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου