Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Προβλήματα αντιπολεμικής-αντιιμπεριαλιστικής πάλης


   
του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαίας φύλ. 475, στις 3/4/2003


Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας

Όχι, δεν πρόκειται για το γνωστό δόγμα Μπους. Πρόκειται για τη λογική που τείνει να διαμορφώσει η ηγεσία του ΚΚΕ όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης του αντιπολεμικού κινήματος.
«Το ΚΚΕ καλεί στο Σύνταγμα…» (Στη Σούδα, στον Τύρναβο, στο …, στο …). Όχι δεν πρόκειται για προεκλογική συγκέντρωση (ή μήπως είναι;), ούτε για κάποιες ειδικού χαρακτήρα κομματικές συγκεντρώσεις που μπορεί να κάνει ένα κόμμα για να εκθέσει αναλυτικά και ολοκληρωμένα την άποψή του. Πρόκειται για συλλαλητήριο ενάντιο στον πόλεμο. Που το καλεί το …ΚΚΕ. Την ίδια στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου στη χώρα μας διαδηλώνει, θέλει να συνεχίσει να διαδηλώνει. Αλήθεια κύριοι, όλος αυτός ο κόσμος, που δεν ανήκει στο ΚΚΕ, μπορεί να ‘ρθει στο συλλαλητήριό «σας» και να διαδηλώσει; Η μήπως θα τον σταματήσουν τα κορδόνια «περιφρούρησης» μπας και «μολύνει» την «καθαρότητα» της εκδήλωσης; Ολα αυτά θα ‘ταν πολύ αστεία αν δεν ήταν εξωφρενικά και ιδιαίτερα μπροστά στην κρισιμότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε. Γιατί και προς τι, ωστόσο, μια τέτοια πολιτική; Πού οφείλεται και πώς μπορεί να εξηγηθεί ένας τέτοιος τραγέλαφος; Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή.




Τίποτα πλέον δεν είναι όπως πριν

Θα αποφύγουμε εδώ την ανάλυση της κατάστασης. Η άποψή μας έχει εκτεθεί αναλυτικά σε προηγούμενα φύλλα και παρατίθεται και σε διπλανές στήλες. Θα υπογραμμίσουμε μόνο ένα πράγμα. Τίποτε πλέον δεν είναι όπως πριν.
Η κτηνώδης επιδρομή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού συναντάει ήδη την ηρωική αντίσταση του ιρακινού λαού.
Την αντίδραση όλων των λαών που κατά εκατομμύρια πλέον ξεχύνονται στους δρόμους.
Αντιμετωπίζει, ακόμη, την αντίθεση, και για δικούς τους εννοείται λόγους και συμφέροντα, των άλλων ιμπεριαλιστών.
Όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα βρισκόμαστε σε μια φάση μεγάλης όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, μπροστά σε μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού στρατηγικών και αναδιάταξης δυνάμεων.
Αυτή η κρίση στο κεντρικό πεδίο θα έχει τις επιπτώσεις της στο σύνολο των σχέσεων του συστήματος που έχουν διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες και με σημαντικές επιπτώσεις σε όλα τα πεδία. Το οικονομικό, το πολιτικό, το ιδεολογικό, κλπ. Θα υπάρξει μεγάλη «κινητικότητα» σε όλες τις κοινωνικές και πολιτικές κλίμακες σε κάθε χώρα, ενώ στις μάζες θα ενισχυθούν οι τάσεις ριζοσπαστικοποίησης και αμφισβήτησης του συστήματος. (Βλέπε αναλυτικότερα στο προηγούμενο φύλλο)

Από πού να αρχίσουμε

Ποια πολιτική γραμμή υπαγορεύουν οι εξελίξεις και τι απαιτήσεις θέτουν; Ποιο το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα σήμερα, ο «κρίκος» από τον οποίο πρέπει να «πιαστούμε». Όποια άποψη κι αν έχει κανείς (στρατηγική κλπ) αυτή δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από το άμεσο και κρίσιμο ζήτημα που θέτουν οι εξελίξεις. Τον πόλεμο (τους πολέμους) που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ (μόνες τους ή και φορές με συμμάχους) ενάντια στους λαούς και με ορίζοντα την παγκόσμια κυριαρχία. Αυτή είναι η αιχμή του ζητήματος και τίποτα, καμιά πολιτική δεν μπορεί αν προωθηθεί, καμιά στρατηγική δεν μπορεί να οικοδομηθεί παρακάμπτοντας αυτό το πρόβλημα. Η αν θέλετε, όπως λέει και η κα Α. Παπαρήγα («Ριζοσπάστης», 27-2-03) «οι αντιδράσεις πρέπει να αξιοποιηθούν για να αποτραπεί ο συγκεκριμένος πόλεμος». Φυσικά υπάρχουν και άλλες πλευρές και άλλα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν. Πιθανώς λ.χ. ένας νέος ενδοϊμπεριαλιστικός συμβιβασμός. Φυσικά και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αλλά εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής. Ένας τέτοιος συμβιβασμός αν και όταν γίνει, θα γίνει «μετά» και στη βάση των όρων που θα έχει διαμορφώσει η έκβαση στο άμεσο κρίσιμο και κεντρικό ζήτημα. Θα πρέπει συνεπώς αυτή η πλευρά να αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής μας γραμμής, αλλά δεν μπορεί να προτάσσεται και πολύ περισσότερο με τρόπο που να στομώσει την αιχμή της πάλης μας.


Ένα δεύτερο ζήτημα που τίθεται και γύρω από το οποίο αναπτύσσεται αρκετή φιλολογία, είναι αυτό της σύνδεσης με τις προοπτικές του κινήματος, τη διαμόρφωση όρων πραγματικής και συνολικής διεξόδου για τους λαούς κλπ, κλπ. Σίγουρα ένα σοβαρό πρόβλημα και σίγουρα μια μεγάλη συζήτηση όμως δεν μπορεί να γίνει σε λίγες γραμμές. Έχουμε όμως να πούμε κάτι σε σχέση με αυτό και τη σχετική φιλολογία. Τίποτε δεν μπορεί να γίνει, κανένας όρος δε διαμορφώνεται, καμία σύνδεση δεν πραγματοποιείται χωρίς να θέτουμε στο κέντρο της πάλης μας την αντιμετώπιση του …κεντρικού ζητήματος. Θα το πούμε ορθά-κοφτά. Καμιά φιλολογία ή αν θέλετε καμία ζύμωση και προπαγάνδα, καμιά «ωραία διακήρυξη» δεν αξίζει πάνω από πέντε δεκάρες αν δεν συνδέεται και δεν προκύπτει από αυτά που πράττουμε. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα δεδομένα που δημιουργεί η πράξη και, στην περίπτωσή μας, η πολιτική αντιμετώπιση του κεντρικού πολιτική προβλήματος.

Το κίνημα και οι απατήσεις που θέτει.

Παρατηρούμε στις μέρες μας έναν γενικό ξεσηκωμό του κόσμου. Θα λέγαμε ότι διαμορφώνονται ιδανικές συνθήκες για την παρέμβαση των κομμουνιστών.
Ο ξεσηκωμός αυτός: Εκφράζει τη συσσωρευμένη οργή και αγανάκτηση των μαζών για την επίθεση που δέχεται από το σύστημα εδώ και χρόνια. Η όπως λέει και η κα Α. Παπαρήγα («Ρ», 27-2-03), «Μέσα σ’ αυτό το κίνημα κατά τη γνώμη μας αντανακλάται όλη η αγανάκτηση των λαών για τη συνολική κυρίαρχη πολιτική, αντανακλώνται τα προβλήματά τους στον τομέα της οικονομίας, τα κοινωνικά προβλήματα, δηλαδή εκφράζεται ένα ρεύμα γενικότερης αγανάκτησης πιο πολύπλευρης».
Εκφράζει τη δουλειά αριστερών δυνάμεων για πολλά «πέτρινα χρόνια». Ενισχύθηκε -εμείς δεν κλείνουμε τα μάτια μπροστά σ’ αυτό- από την πριμοδότηση αστικών κέντρων και ΜΜΕ και στη βάση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Τέλος πυροδοτήθηκε από τον κτηνώδη πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ ενάντια στο λαό του Ιράκ και συνολικά τους λαούς.
Το κίνημα αυτό χαρακτηρίζεται από μια σαφή, έντονη και οργισμένη αντίθεση στον πόλεμο και τους Αμερικάνους που τον εξαπέλυσαν. Αυτή η αντίθεση ήδη συνδέεται, προεκτείνεται στην αντίθεση στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις γενικότερα (τις πρώην, νυν και επόμενες) και σε τροχιά οικοδόμησης γενικότερης αντιιμπεριαλιστικής αντίληψης. Εκτυλίσσεται ήδη ένα προτσές γενικότερης αμφισβήτησης των «αξιών» του συστήματος με προοπτικές να διαμορφωθεί σε ισχυρή τάση άρνησης του καπιταλιστικού συστήματος γενικότερα.
Είναι αλήθεια, ότι τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι «σταθεροποιημένα», δεν έχουν αποκτήσει ακόμη μεγάλο βάθος. Το κίνημα αυτό συνεχίζει να έχει σε σημαντικό βαθμό αυθόρμητο χαρακτήρα, δεν έχει αποκτήσει ακόμη τους δικούς του αυτόνομους «κινητήρες», ενώ η συγκεκριμένη επιρροή των αριστερών δυνάμεων είναι αρκετά περιορισμένη σε σύγκριση με το εύρος του κόσμου που κινείται. Υπαρκτοί συνεπώς οι κίνδυνοι χειραγώγησης και εκτροπής του σε λαθεμένες κατευθύνσεις. Αλλά το αν εξελιχθεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση αποτελεί απλά και καθαρά συνάρτηση παρέμβασης. Από το αν, πώς, ποιες δυνάμεις, σε ποια κατεύθυνση και με ποια αποτελεσματικότητα θα παρέμβουν.
Να το επαναλάβουμε: Συνθήκες κατάλληλες όχι απλά για παρέμβαση αλλά για διεκδίκηση καθοδηγητικού ρόλου. Συμβαίνει ωστόσο το εξής. Το ΚΚΕ(μ-λ) λ.χ., θέλει, έχει σωστή γραμμή και αντίληψη (έτσι τουλάχιστο πιστεύουμε εμείς), αλλά περιορισμένη εμβέλεια. Άλλες δυνάμεις ανάλογου μεγέθους έχουν το ίδιο πρόβλημα, αλλά και -κατά την άποψή μας πάντα- προβλήματα γραμμής και νοοτροπίας. Και το ΚΚΕ, η πιο ισχυρή δύναμη στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ. Στην πραγματικότητα η γραμμή κίνησης του ΚΚΕ είναι μια γραμμή παραίτησης από το καθήκον μιας καθοδηγητικής παρέμβασης, μια γραμμή αποφυγής ανάληψης μιας τέτοιας ευθύνης. Και από την άλλη μεριά το Φόρουμ. Που και θέλει και που με τη βοήθεια των αστικών κέντρων και ΜΜΕ, και τις «προσφορές» του ΚΚΕ ίσως τα καταφέρει. Γιατί αλήθεια; Γιατί μια τέτοια γραμμή, μια τέτοια λογική, μια τέτοια τακτική και κίνηση από μεριάς ΚΚΕ;

«Επιχειρήματα» και αυτονόητες απαντήσεις

Πριν απαντήσουμε στο προηγούμενο ερώτημα, ας δούμε πρώτα κάποια επιχειρήματα που προβάλλονται για να δικαιολογήσουν μια τέτοια πολιτική. Οι απαντήσεις σ’ αυτά είναι τόσο αυτονόητες που θα μπορούσαμε και να τις παραλείψουμε. Αν το κάνουμε ωστόσο, είναι για να προλάβουμε κάποιες παρανοήσεις ή καλύτερα «παρανοήσεις». Αναφέρεται η ηγεσία του ΚΚΕ σε κάποιους κινδύνους που υπάρχουν και παγίδες στην πορεία και εξέλιξη του πράγματος. Στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και σε κινδύνους παγίδευσης των μαζών ανάμεσά τους. Στην κυβερνητική πολιτική και στην πιθανότητα ενσωμάτωσης του κόσμου. Στο ρόλο διάφορων πολιτικών δυνάμεων που αποπροσανατολίζουν τις μάζες. Όλα αυτά είναι πράγματι υπαρκτά και ένα βασικό καθήκον είναι η αντιμετώπισή τους. Αλλά εμείς εδώ έχουμε να πούμε και κάποια πράγματα ακόμη.
Πρώτον. Στην ταξική πάλη «ασφάλειες» δεν υπάρχουν. Δεν υπήρχαν τέτοιες ούτε όταν …«υπήρχαν» και το απέδειξε ήδη αυτό η ιστορία με την ολοκλήρωση της παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Αυτή η «παρανόηση» έχει ήδη ξεπεραστεί ιστορικά και κάποιοι πρέπει να το κατανοήσουν. Ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος κίνδυνος αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης αυτού του κόσμου, υπάρχει ακριβώς στη βάση της εγκατάλειψης του πεδίου παρέμβασης στη διακριτική ευχέρεια των δυνάμεων που παίζουν έναν τέτοιο ρόλο και των αστικών ΜΜΕ.
Δεύτερο, και όσον αφορά ορισμένα συγκεκριμένα προβλήματα. Αναφέρεται λ.χ. ο κ. Μαΐλης («Ρ», 16-2-03): «Τι σημαίνουν αυτά με απλά λόγια; Ότι το ΚΚΕ μπροστά στις αντιθέσεις των ΗΠΑ και χωρών της ΕΕ ως προς τον πόλεμο κατά του Ιράκ πρέπει να πάρει το μέρος της δεύτερης ώστε να ηττηθούν οι ΗΠΑ. Και φυσικά ότι πρέπει να πηγαίνουν οι κομμουνιστές στις συγκεντρώσεις που διοργανώνει το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ ώστε να είναι ενωτικές και το ΚΚΕ μη …απομονωμένο». Στην πραγματικότητα εδώ ο κ. Μαΐλης κατασκευάζει εδώ έναν στόχο για να έχει τη δυνατότητα να τον καταρρίψει εκ του ασφαλούς.
α) Ποιος μπορεί να υποχρεώσει το ΚΚΕ (ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη να συνταχθεί με μια τέτοια λογική; Όσο τουλάχιστο μας αφορά, και στη βάση της λογικής που κινούμαστε, δεν διανοούμαστε καθόλου να παραιτηθούμε από τις απόψεις μας ούτε φυσικά να ζητήσουμε από άλλους, να παραιτηθούν. .
β) Ποιος μπορεί να υποχρεώσει το ΚΚΕ (ή οποιονδήποτε άλλον) να πάει «στις συγκεντρώσεις που οργανώνει το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ». Εδώ μιλάμε για ενωτική κίνηση του κόσμου που μάχεται και βεβαίως μια βασική συνάρτηση -και αδιαπραγμάτευτη για μας- είναι το δικαίωμα της αυτόνομης παρουσίας, συγκρότησης και προβολής των ιδιαίτερων απόψεων της κάθε δύναμης.
γ) Στη δική μας λογική υπάρχει και κάτι ακόμη. Αυτή τη διαδικασία την εννοούμε σε σχέση ενότητας και πάλης. Στα πλαίσιά της είναι νοητή -και απαραίτητη για μας- όχι μόνο η προβολή της άποψης του καθένα αλλά και η κριτική έως και πολεμική ενάντια σε απόψεις που θεωρεί λαθεμένες και αποπροσανατολιστικές, σε απόψεις που οδηγούν το κίνημα στην αγκαλιά του συστήματος.
Πρακτικά -και εννοούμε πολύ «πρακτικά» και χειροπιαστά- σημαίνει ότι η πρόταση πάλης (δική μας, του ΚΚΕ ή οποιουδήποτε άλλου) περιέχει -πρέπει να περιέχει- ορισμένους όρους. Πολιτικούς, τακτικούς, πρακτικούς, που στοχεύουν στη μαζικοποίηση, ανάπτυξη και προσανατολισμό του κινήματος σε μια κατεύθυνση κλπ, κλπ. Η λογική αυτή δεν θα γίνει μάλλον αμέσως «κτήμα» όλου του κόσμου που κινείται. Μπορεί ωστόσο να γίνει σχετικά «γνωστή». Οι άλλες δυνάμεις (το Φόρουμ λ.χ.) ή θα τα αποδεχτούν αυτά ή θα τα απορρίψουν. Το «χειρότερο» που μπορεί να συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση είναι να αναδειχτούν -και με ποιο τρόπο πολύ πιο κατανοητό στον πλατύ κόσμο- οι πραγματικές πολιτικές διαφορές, η στόχευση, η λογική και η συνέπεια της κάθε πολιτικής δύναμης.
Ναι, αλλά «αν τα δεχτούν»; Ω, της δυστυχίας! Αν λ.χ. ο ΣΥΝ, το Φόρουμ κλπ αποδεχτούν τους πολιτικούς όρους που τυχόν έθετε το ΚΚΕ τότε τι κάνουμε; Συμπαρατασσόμαστε μ’ αυτούς που π.χ. υποστήριζαν την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία ή κρατούσαν μια στάση «ίσων αποστάσεων»; Πριν ασχοληθούμε μ’ αυτό ας ανοίξουμε μια παρένθεση.
Το ΚΚΕ προβάλλει ιδιαίτερα τη στάση που κράτησε την περίοδο της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία. Εμείς δεν θα αρνηθούμε, ίσα-ίσα, ότι τα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ δώσανε τότε τον αγώνα τον καλό. (Πολλές φορές άλλωστε βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα). Εχουμε όμως την άποψη ότι και τότε η πολιτική και η τακτική του ΚΚΕ ήταν βαθύτατα λανθασμένη. (Για να μην πούμε τίποτε χειρότερο) Μάλιστα θα προσθέταμε ότι οι δυνατότητες του ελληνικού κινήματος να παρεμβάλει εμπόδια σ’ εκείνη την επέμβαση ήταν πολύ πιο συγκεκριμένες απ’ ό,τι σήμερα. Και το ΚΚΕ φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το πώς τέθηκε το ζήτημα, άσχετα αν αυτή δεν αναδείχτηκε στο βαθμό που έπρεπε. Γιατί τότε συνέβαινε το εξής: Κάποιες δυνάμεις όπως είναι γνωστό δεν κινήθηκαν καθόλου (αντίθετα κάποιες υποστήριζαν με τον ένα ή άλλο τρόπο την επέμβαση). Κάποιες άλλες, όπως λ.χ. το ΚΚΕ(μ-λ) κ.ά., δώσανε όλες τους τις δυνάμεις αλλά οι δυνατότητες ήταν περιορισμένες ενώ είχαν μια μεταχείριση από τα ΜΜΕ ακόμη πιο δυσμενή και από το ΚΚΕ (που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν να το «αγνοήσουν» τελείως). Έτσι το ΚΚΕ παρόλο που κινούνταν με λαθεμένη λογική φαινόταν σαν η μόνη πολιτική δύναμη που αντιτάσσονταν στην ιμπεριαλιστική επέμβαση.
Σήμερα, ένας πολλαπλάσιος κόσμος κινείται. Προς μεγάλη «δυστυχία» -αυτό δείχνει- της καθοδήγησης του ΚΚΕ. Γιατί αυτό ακριβώς που αποτελεί την έκφραση των προσδοκιών των κομμουνιστών, αναδείχνει την ανεπάρκεια της γραμμής του. Τη μετριότητα των επιλογών του. Έτσι η καθοδήγηση του ΚΚΕ «απαντάει» στο πρόβλημα καλώντας σε συλλαλητήριο στο Σύνταγμα. Το άκρον άωτον του οπορτουνισμού. Γιατί ο «αριστερός» μανδύας δεν μπορεί να συγκαλύψει ότι ακριβώς περί οπορτουνισμού πρόκειται.

Για τις αιτίες του προβλήματος

Γιατί και προς τι όλα αυτά; Θα μπορούσε και εδώ να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση. Επιφυλασσόμαστε. Ας τα δούμε όσο πιο σύντομα γίνεται σε ορισμένα βασικά της στοιχεία. Σ’ αυτή την πρακτική αποτυπώνεται κατ’ αρχήν η ανεπάρκεια της πολιτικής θεώρησης του ΚΚΕ όσον αφορά τις γενικότερες εξελίξεις και ιδιαίτερα μετά το ’90. (Δηλαδή πριν το ’90 ήταν ακόμα χειρότερα, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση).
Το ΚΚΕ (όπως και πολλοί άλλοι) επηρεάστηκαν καθοριστικά από το κυρίαρχο όλα αυτά τα χρόνια αστικό θεώρημα της «παγκοσμιοποίησης». Ως ένα βαθμό αυτό είναι «κατανοητό». Λειτουργώντας -το ΚΚΕ- υπό την επήρεια του σοκ των καταρρεύσεων και εν συγχύσει ευρισκόμενο δεν είναι και τόσο περίεργο που επηρεάστηκε από μια αντίληψη που κυριαρχούσε σ’ όλα τα ΜΜΕ, την πολιτική φιλολογία και το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων. (Εμείς τουλάχιστον δεν γνωρίζουμε άλλη δύναμη πλην του ΚΚΕ(μ-λ) που να αντιτάχθηκε καθαρά και εξαρχής σ’ αυτή την αντίληψη). Η θεώρηση αυτή τροποποιούνταν σε μια πορεία, πέρασε από τη φάση της «ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης» για να προσεγγίσει τα τελευταία 1-2 χρόνια σε μια πιο σωστή αντίληψη του πράγματος. Παραμένουν ωστόσο σε σημαντικό βαθμό στοιχεία σύγχυσης. Π.χ. κεντρικό στοιχείο του θεωρήματος της «παγκοσμιοποίησης» υπήρξε η υποβάθμιση -έως εξαφάνισης για τους ακραιφνείς υποστηρικτές της- του δεδομένου των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Κατ’ αυτούς, ο κόσμος βάδιζε πλέον το δρόμο της συνεργασίας της ενοποίησης και άλλα τέτοια ηχηρά. Οσο προχωρούσαμε αριστερότερα τόσο περισσότερο «εισάγονταν» -αλλά πάντα στο βασικό σχήμα θεώρησης- και άλλα στοιχεία περί ύπαρξης και αντιθέσεων, απόψεις για αναγκαιότητα πάλης «ενάντια στην παγκοσμιοποίηση» κλπ, κλπ.
Όσον αφορά το ΚΚΕ και με όλες αυτές τις τροποποιήσεις το βασικό σχήμα θεώρησης συνέχισε -και στην παρούσα κρίση- να εδράζεται στην εκτίμηση ότι η αγαστή συνεργασία ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αποτελεί αμετακίνητο στοιχείο. (Και εδώ που τα λέμε, όχι μόνο του ΚΚΕ αλλά σειράς «επαναστατικών δυνάμεων»).
Απόρροια ακριβώς μιας τέτοιας θεώρησης ήταν και η άποψη ότι το επίκεντρο της αντίθεσης είναι τα πετρέλαια του Ιράκ και μόλις πρόσφατα χρειάστηκε να «διευκρινίσει» η κα. Παπαρήγα ότι το πρόβλημα που τίθεται πάει και πέρα από τα πετρέλαια. Στην ίδια λογική και η άποψη της «ιμπεριαλιστικής» (και άρα όχι εξαρτημένης) Ελλάδας, μια και αυτή έχει εισδύσει πλέον στο «ενιαίο» ιμπεριαλιστικό πλέγμα. (Τώρα πως θα «βολέψουν» αυτή την άποψη με τη γραμμή του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού μετώπου και της λαϊκής οικονομίας, Θεός κι η ψυχή τους).
Στην πραγματικότητα το ΚΚΕ αιφνιδιάστηκε από την οξύτητα που πήραν οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και τα ζητήματα που αυτή η όξυνση έθεσε. Ακόμη και το γεγονός ότι στην στοχοθεσία και συνθηματολογία, οι αιχμές ενάντια στους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές τίθενται περίπου ισότιμα και μερικές φορές υπερβαίνουν τις αντίστοιχες ενάντια στις ΗΠΑ, πέρα από την κάλυψη και άλλων «αναγκών» δείχνει και την αιχμαλωσία της σκέψης του ηγετικού πυρήνα του ΚΚΕ από μια τέτοια εκτίμηση των εξελίξεων.
Οι ίδιες αιτίες βρίσκονται και στη βάση της ουσιαστικής υποτίμησης του προβλήματος του πολέμου και των ζητημάτων που αυτός γενικότερα αναδείχνει. Η πιο χαρακτηριστική μάλιστα έκφραση του πράγματος βρίσκεται στη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο κ. Γόντικας σε τίτλο μάλιστα άρθρου του στο «Ρ» στις 16-3-03, όπου αρειμάνια «απαιτεί» να «ξεμπερδεύουμε με τις κλάψες για την ειρήνη». Έτσι είναι λοιπόν. Την ώρα δηλαδή που ο κ. Γόντικας έχει ήδη εξαπολύσει την επανάσταση και βαδίζει ακάθεκτος για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και το σοσιαλισμό, έρχονται κάποιοι και με τα «κλαψουρίσματά» τους βραχυκυκλώνουν τις επαναστατικές στρατιές. Είναι Ύβρις! Γιατί πέρα από τις -πράγματι υπαρκτές- κλάψες κάποιων κροκόδειλων, κλαίνε ήδη χιλιάδες μανούλες και παιδάκια και μέλλεται να κλάψουν περισσότερες.

Το βασικότερο πρόβλημα του ΚΚΕ

Το δεύτερο ζήτημα συνδέεται με το υπαρξιακό άγχος και την κρίση ταυτότητας που ταλανίζει την ηγεσία του ΚΚΕ από το σοκ του ’89-’91 και δώθε. Θα παρακάμψουμε -αναγκαστικά- και αυτό το θέμα περιοριζόμενοι σε δυο βασικές του εκφράσεις.
α) Η «ταυτότητα» του ΚΚΕ προσδιορίζονταν σε καθοριστικό βαθμό από τη σχέση του με τη ΣΕ και το λεγόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό». Αυτό το λέμε κύρια με την έννοια ότι το βασικό πεδίο αναφοράς του ΚΚΕ (θεωρητικά, ιδεολογικά, πολιτικά) ήταν αυτή η σχέση, από την οποία αντλούσε κύρος και στήριξη. Η απώλεια αυτής της αναφοράς έθεσε έως και υπαρξιακό πρόβλημα και οδήγησε μέχρι και σε σπασμωδικές ενέργειες αναζήτησης υποκατάστατων. (επίσκεψη σε Πεκίνο, Ζουγκάνοφ κλπ). Η ανεπάρκεια μιας τέτοιας επιλογής οδήγησε στο να αναζητηθούν παράλληλα, σημεία στήριξης στην ανάδειξη στοιχείων της παράδοσης του ΚΚΕ, της ιστορικής του σχέσης με την εργατική τάξη, το λαό κλπ. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια καταρχήν σωστή επιλογή που να βοηθούσε -υπό ορισμένους όρους- το ΚΚΕ να εξελιχθεί σε μια σωστή κατεύθυνση αν αντιμετωπίζονταν σαν αφετηρία μιας ουσιαστικής επανασύνδεσης με το λαό και το κίνημα. Το πρόβλημα ωστόσο έγκειται στο ότι η ηγεσία του ΚΚΕ το είδε αυτό σαν τρόπο οχύρωσης σε μια λογική που θέλει το ΚΚΕ να είναι το εξ οφίτσιο κόμμα της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού και αυτή την «αλήθεια» οφείλουν όλοι να αποδεχτούν ασυζητητί. Το ΚΚΕ είναι το κόμμα οδηγητής, αυτό που απριόρι προώρισται να ηγηθεί του κινήματος και δε νοείται άλλη άποψη. Όλες του οι κινήσεις άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, φέρουν τη σφραγίδα αυτής της αγωνίας. Μάλιστα, όσο λιγότερο ανταποκρίνονταν η ηγεσία του ΚΚΕ στις απαιτήσεις ενός τέτοιου ρόλου, τόσο περισσότερο γαντζώνονταν σε αυτό που θεωρούσε δικό της προικώο ευελπιστώντας να αντλήσει κύρος απ’ αυτό.
β) Το δεύτερο συνδέεται με τον ανταγωνισμό του ΚΚΕ με το ΣΥΝ ως προς το ποια θα ‘ναι η κύρια δύναμη στο χώρο της αριστεράς. Ενα πρόβλημα που τέθηκε ιδιαίτερα οξυμένο για το ΚΚΕ (ήταν το δεύτερο σοκ) όταν στην ίδια περίοδο (’89-’91) η αστική τάξη της χώρας μας έθεσε χωρίς περιστροφές το ΚΚΕ στη γωνία και προέκρινε σαν προνομιακό συνομιλητή -«εξ αριστερών»- το ΣΥΝ. Αυτός ακριβώς ο ανταγωνισμός για την πρωτοκαθεδρία είναι που εκφράζεται και στις πρόσφατες εξελίξεις με τις ξεχωριστές συγκεντρώσεις, πορείες κλπ, και χάριν του οποίου και οι δύο και ο καθένας από την πλευρά του υποτάσσει τις ανάγκες του κινήματος στις μικροκομματικές του επιδιώξεις.
Απέναντι σ’ όλα αυτά από τη μεριά μας θα είχαμε να παρατηρήσουμε τα εξής. Ως προς το πρώτο. Είπαμε κιόλας ότι θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε έως και θεμιτή μια προσπάθεια επανασύνδεσης με τις παραδόσεις του κινήματος (αν ήταν τέτοια). Είναι άλλωστε συνηθισμένο και ιδιαίτερα σε φάσεις κρίσης κάποιοι να στρέφονται «πίσω» να βρουν κάποια στηρίγματα να «πάρουν ανάσες». Αλλά μέχρις εκεί. Η απάντηση στο αν το ΚΚΕ (ή όποιος άλλος) θα ‘ναι το κόμμα της εργατικής τάξης, αυτό που θα ηγηθεί του κινήματος κλπ, δεν βρίσκεται ούτε στις πόζες ούτε σε κανένα συμβολαιογραφείο. Βρίσκεται στο δρόμο. Στις απαντήσεις που θα δώσει ή δεν θα δώσει (θεωρητικά, ιδεολογικά, πολιτικά, πρακτικά) στα προβλήματα που θέτει η ταξική πάλη. Από το αν θα ανταποκριθεί στις ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις που θέτουν οι εξελίξεις και οι σεισμικές ανατροπές που συντελούνται. Τίποτε περισσότερο αλλά και τίποτε λιγότερο. Και αυτό είναι κάτι που θα το διαπιστώσει (και ίσως σύντομα) η ηγεσία του ΚΚΕ θέλει δε θέλει. Που αν κρίνουμε από το επίπεδο ανταπόκρισής της στο πρόβλημα που τίθεται, μάλλον δεν έχει αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται.
Όσον αφορά τον ανταγωνισμό με το ΣΥΝ και στο πεδίο που αναφέραμε. Αλήθεια γιατί τόση αγωνία; Ενδιαφέρει τόσο πολύ την εργατική τάξη, το λαό, τους κομμουνιστές το ποιος θα είναι ο προνομιακός «αριστερός» συνομιλητής του συστήματος; (Εμάς τουλάχιστον καθόλου). Διαφορετικά βέβαια τίθεται το ζήτημα στις μέρες μας. Όπου με βάση τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί τίθεται πραγματικά το πρόβλημα τού ποιες απόψεις θα ασκήσουν τη μεγαλύτερη επίδραση στο κίνημα που αναπτύσσεται ή αν θέλετε τίθεται ζήτημα -ουσιαστικής- πρωτοπορίας. Πρωτοπορία ή πρωτοκαθεδρία λοιπόν. Ένας πρώτος όρος είναι η διάλυση της σύγχυσης ανάμεσα στους δυο ρόλους και έννοιες, που καμιά σχέση δεν έχουν μεταξύ τους. Από κει και πέρα και ως προς το πρώτο (πρωτοπορία) η απάντηση είναι ακριβώς η ίδια μ’ αυτή που δώσαμε μόλις προηγούμενα στο ανάλογο πρόβλημα. (Για το κόμμα κλπ). Όσο για την πρωτοκαθεδρία θα μπορούσαμε να πούμε ότι δε μας καίγεται καρφί για το ποιος από τους δυο θα την κερδίσει και δεν θα μας απασχολούσε αν στις συγκεκριμένες κρίσιμες περιστάσεις η πρακτική τους δεν έβλαπτε το κίνημα. Απλά και μόνο θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το -πολύ ισχυρότερο οργανωτικά από το ΣΥΝ- ΚΚΕ παραιτούμενο ουσιαστικά από τη διεκδίκηση πραγματικά πρωτοπόρου ρόλου είναι πολύ πιθανό να χάσει και την επιθυμητή πρωτοκαθεδρία. (Δικό του πρόβλημα)

Έλλειψη εμπιστοσύνης στο κίνημα

Το τρίτο ζήτημα αφορά την έλλειψη εμπιστοσύνης της ηγεσίας του ΚΚΕ στις μάζες, την έλλειψη εμπιστοσύνης στο κίνημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έλλειψη εμπιστοσύνης στις απόψεις της, στον εαυτό της. Ας εξηγηθούμε. Η σωστή αντίληψη για τη σχέση κόμματος-κινήματος βασίζεται στην άποψη ότι η ανάπτυξη του κινήματος ενισχύει το κόμμα και αντίστροφα σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση. Όταν αυτά δε συμβαδίζουν τότε κάπου υπάρχει λάθος και αυτό κατά κανόνα δεν βρίσκεται στο κίνημα. (Είναι κομμάτι δύσκολο να στραβαρμενίζει ο γιαλός). Δεύτερο, την επίγνωση (μετά βεβαιότητος) ότι η κίνηση των μαζών είναι το ευνοϊκό πεδίο για τους κομμουνιστές και η ακινησία το αρνητικό. Ότι η αγωνιστική κινητικότητα του κόσμου είναι η συνθήκη που ευνοεί (σε πολλαπλασιαστική μάλιστα κλίμακα) τη ριζοσπαστικοποίησή του, ότι αποτελεί το καλύτερο πεδίο «συνάντησης» του με τις αριστερές, κομμουνιστικές επαναστατικές ιδέες. Αντίθετα η ακινητοποίηση των μαζών, το τελμάτωμα και η απογοήτευση είναι το πεδίο που ευνοεί την ανάπτυξη όλων των σαπρόφυτων, των αστικών συμβιβαστικών και ρεφορμιστικών ιδεών, των «ατομικών λύσεων». Εννοείται φυσικά ότι αυτή η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται μόνη της και εντελώς αυθόρμητα αλλά συναρτάται με την παρέμβαση των αριστερών κομμουνιστικών δυνάμεων. Μόνο που μας είναι αδύνατο να συλλάβουμε το γιατί οι κομμουνιστές θα πρέπει να χρειάζονται ιδιαίτερες παραινέσεις για να παρέμβουν σε μια τέτοια κίνηση.
Τρίτο και ως δικαιολόγηση της στρεβλής αντίληψης πάνω στο θέμα, προβάλλεται η άποψη περί αναγκαιότητας ισχυροποίησης του κόμματος κλπ, ενώ κάποιες φορές γίνονται αναφορές και στο Λενινιστικό Μπολσεβίκικο πρότυπο. Κάτι δεν καταλάβανε καλά. Γιατί πράγματι, η ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος στη βάση και στο επίπεδο των καιρών αποτελεί σήμερα ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα. Τώρα το τι έχει αντιληφθεί ως προς αυτό η καθοδήγηση του ΚΚΕ και πως (δεν) το αντιμετωπίζει, είναι πάλι μια άλλη συζήτηση. Θα περιοριστούμε και πάλι στην πλευρά του ζητήματος που εδώ μας ενδιαφέρει. Αν κάνουν έναν μικρούλη κόπο θα διαπιστώσουν ότι το κόμμα των Μπολσεβίκων στο οποίο θέλουν να αναφέρονται, ήταν αναλογικά πιο «μικρό» (σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό) σε σύγκριση με άλλα κόμματα. Μόνο που είχε μια πολλαπλάσια επιρροή και αυτό συνδέονταν τόσο με τις θέσεις και τη συγκρότησή του όσο και με το γεγονός ότι οι Μπολσεβίκοι «κολυμπούσαν» κυριολεκτικά μέσα στην εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες. Ανάλογες εμπειρίες θα μπορούσαν να αντλήσουν από τη δράση και του παλιού ΚΚΕ πριν το χτυπήσει το «υψηλής τάσης ρεύμα» του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ και της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ. (Αλήθεια ο κ. Μαΐλης μια και φέρεται να έχει περί πολλού τους Λένιν, Στάλιν ή και Ν. Ζαχαριάδη, μήπως έχει να πει τίποτα περί αυτού του «ρεύματος»;)
Η στρέβλωση αυτής της αντίληψης, συνδέεται ακριβώς με την επικράτηση της ρεβιζιονιστικής κατεύθυνσης και ιδιαίτερα με τη Μπρεζνιεφική του εκδοχή. Έτσι, και με βάση πλέον το τι εκπροσωπούσαν, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να έχουν μια σωστή σχέση με τον κόσμο και εδώ βρίσκεται η βάση της υποκατάστασης της καθοδηγητικής αντίληψης με τη σχέση διοικητικής επιβολής στο κίνημα.
«Κληρονομιά» λοιπόν αυτών των αντιλήψεων αποτελεί και η σημερινή λογική στη βάση της οποίας θα πρέπει κάποιος να οργανωθεί πρώτα στο ΚΚΕ (ή τουλάχιστο να αποδέχεται τη «μοναδικότητά» του) και μετά να συμμετάσχει λ.χ. στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις.
Αντίστροφη είναι η σχέση σ., αντίστροφη. Μόνο όποιος εθελοντικά έχει μπλοκάρει τη σκέψη του δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.

Σαν επίλογος

Τι πετυχαίνει τελικά το ΚΚΕ με όλα αυτά.
Πρώτο και κύριο και από κοινού με τον ΣΥΝ και ο καθένας από τη μεριά του, υπονομεύουν την πάλη ενάντια στον πόλεμο, τους αμερικάνους, τον ιμπεριαλισμό.
Δεύτερο και επίσης σημαντικό, στρώνει το δρόμο της εκτροπής και επανενσωμάτωσης αυτού του κόσμου και πιθανώς με κύριο φορέα το …Φόρουμ.
Τρίτο, που δεν μας ενδιαφέρει παρά σε σχέση με τα προηγούμενα, περιορίζει τα όρια και της δικής του εμβέλειας και «πετυχαίνει» αυτό ακριβώς που υποτίθεται πως αντιμάχεται. Την ισχυροποίηση του ΣΥΝ.
Τέταρτο, αργά ή γρήγορα και για άλλη μια φορά (όπως ’68, όπως ’89-’91), θα διαπιστώσει ότι στην πραγματική ζωή και την ταξική πάλη τίποτα δεν μένει «ακίνητο» και πως «φρούρια» απλώς δεν υπάρχουν. Η θα αντιμετωπίσει ουσιαστικά τα προβλήματα και θα εξελιχθεί -πραγματικά- προς τα αριστερά ή θα δει ξανά να ισχυροποιείται στα πλαίσιά του η τάση της «ανανέωσης» και της «ρεαλιστικής διεξόδου» από το αδιέξοδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου