Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Αγκωνάρι του συστήματος, εχθρός του λαού


της Βαρδάκη Άσπας
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Έναυσμα» την Άνοιξη 2017


Είναι πολλές οι δεκαετίες που έχουν περάσει από τότε που ο φασισμός, από θέση εξουσίας και με χαρακτήρα πολιτικού ρεύματος, έδειξε το ανατριχιαστικό του πρόσωπο σε εκατομμύρια λαού και εργαζομένων. Στην Ελλάδα, η δικτατορία του '67 αποτελεί μια μαύρη, πιο πρόσφατη σελίδα στην ιστορία της χώρας μας, με τα πραξικοπήματα που προηγήθηκαν αυτής να είναι ενδεικτικά του ίδιου φαινομένου. Σήμερα, η άνοδος της ακροδεξιάς διεθνώς και στο εσωτερικό «δένει» με την ταύτιση κομμουνισμού- φασισμού. Ωστόσο, για να ορίσουμε, κατανοήσουμε και αντιπαλέψουμε τον φασισμό, είναι ανάγκη να αναζητήσουμε τους όρους γέννησης, επικράτησης (επιδιώξεις, ρητορεία, πράξη) και πτώσης του, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.



Περί τίνος συζητάμε;
Ο φασισμός υπήρξε γέννημα της αστικής τάξης. Ποτέ δεν μπόρεσε να έχει σοβαρή υπόσταση, παρά μόνο όταν η αστική τάξη ή σοβαρά τμήματα της αποφάσισαν να επενδύσουν σε αυτόν, καταργώντας την αστική δημοκρατία. Αυτό δεν συνέβη μόνο στη Γερμανία και την Ιταλία. Ισχυρό ως κυρίαρχο ρεύμα έγινε στην Ισπανία του Φράνκο, την Πορτογαλία του Σαλαζάρ, τη Ρουμανία του Αντονέσκου, την Ουγγαρία του Χόρτι, σε Πολωνία, Βουλγαρία, Κροατία, στη Γαλλία και την Αγγλία. Ακόμα και στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε το φασιστικό φαινόμενο, παρά τη μικρή διάσταση του, που οφείλεται στην ισχύ της αμερικάνικης αστικής τάξης, εκείνη την περίοδο.
Η ανάδειξη του, βέβαια δεν ήταν μια απλή αντικατάσταση μιας αστικής κυβέρνησης. Όμως, η νέα μορφή διακυβέρνησης εξασφάλιζε και μάλιστα πιο αποτελεσματικά την κυριαρχία της αστικής τάξης. Γι' αυτό και είναι αποπροσανατολιστικό το να αποδίδεται η εμφάνιση της στη μικροαστική τάξη, που ναι μεν έπεσε θύμα της δημαγωγίας της, αλλά δεν είναι πολιτικά και ταξικά ανεξάρτητη.
Από τους πρώτους προβληματισμούς στα πλαίσια του εργατικού κινήματος υπήρξε το αν ο φασισμός είναι προσωρινό φαινόμενο, στοχεύει στην καταστολή του εργατικού κινήματος και μετά αποσύρεται, ή αν «[...] δεν είναι μόνο μαχητική οργάνωση της αστικής τάξης. Ο φασισμός δεν είναι μόνο μια πολεμικο-τεχνική κατηγορία» (Στάλιν). Όπως φάνηκε, τα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου παρουσίασαν την πολιτική τους πρόταση όχι σαν προσωρινό μέτρο έκτακτης ανάγκης, αλλά ως μόνιμο καθεστώς δικτατορικής εξουσίας του κεφαλαίου, με μακρόχρονη μάλιστα διακυβέρνηση.
Προκύπτει ότι ο φασισμός επιδιώκει να είναι κίνημα πλατιάς μορφής, να παρασέρνει τις πλατιές μάζες. Αυτό είναι ένα στοιχείο διάκρισης από τη στρατιωτική δικτατορία, με την έννοια της στρατιωτικής επιβολής χωρίς ιδιαίτερο λαϊκό έρεισμα.

Ορισμός και όροι γέννησης


Η ιστορική εισήγηση του Δημητρώφ στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που συνιστά μια ολοκληρωμένη ανάλυση του φασισμού, τον χαρακτήρισε ως «ανοικτή, τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου». Πρώτον, δύσκολα θα παρέβλεπε κανείς ότι ο φασισμός έκανε την εμφάνιση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος. Δεύτερον, στο ερώτημα γιατί τότε κυριάρχησε ο φασισμός, ο Δημητρώφ κωδικοποιεί σε τρεις αιτίες την αναγκαιότητα του κεφαλαίου, τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή:
α. «Οι ιμπεριαλιστικοί κύκλοι προσπαθούν να ρίξουν ολόκληρο το βάρος της κρίσης πάνω στους ώμους των εργαζομένων».
β. «Θέλουν να λύσουν το πρόβλημα των αγορών υποδουλώνοντας τους αδύνατους λαούς, αυξάνοντας την αποικιακή καταπίεση και ξαναμοιράζοντας τον κόσμο δια μέσου του πολέμου».
γ. «Προσπαθούν να προλάβουν την αύξηση των δυνάμεων της επανάστασης συντρίβοντας το επαναστατικό κίνημα των εργατών και αγροτών και χτυπώντας στρατιωτικά τη Σοβιετική Ένωση, το προπύργιο του παγκόσμιου προλεταριάτου».

Πιο συγκεκριμένα...
Μέχρι τις αρχές του 20ου αι., οι Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ, Ρωσία είχαν μοιράσει τον κόσμο, και τα ιμπεριαλιστικά πλέον κράτη κερδοφορούσαν μέσω των αποικιών, της γεωπολιτικής- οικονομικής εξάρτησης, των στρατιωτικών επεμβάσεων σε άλλες χώρες. Οι λαοί ήδη στέναζαν κάτω από το βάρος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, γι' αυτό και οδηγούνταν σε εξεγέρσεις και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, από τη Λ. Αμερική μέχρι την Κίνα. Το 1914, η ανάγκη των ιμπεριαλιστικών κρατών για ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής, λόγω της ισχυροποίησης ορισμένων από αυτά (Γερμανία- Ιταλία), οδήγησε στον Α' παγκόσμιο. Η σταθεροποίηση που ακολούθησε ήταν μερική προμηνύοντας ακόμη βαθύτερη κρίση, η οποία δεν άργησε να εκδηλωθεί με το κραχ του 1929 και τη διεθνή οικονομική κρίση που ακολούθησε. Επρόκειτο για ακόμα μεγαλύτερη ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, η οποία θα οδηγούσε τελικά στον Β' παγκόσμιο.
Σε κάθε περίπτωση, το σύστημα, προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του, έκανε συνεχώς σαφές ποιον έχει απέναντι του: την εργατιά, τους φτωχούς αγρότες, τον λαό συνολικά, που όταν ξεσηκωνόταν επέτεινε τα προβλήματα του κεφαλαίου. Άλλωστε, είχε ήδη πραγματοποιηθεί η πρώτη σοσιαλιστική επανάσταση (1917, Ρωσία), που αποτελούσε φάρο έμπνευσης για τους λαούς παγκόσμια και ταρακούνησε βίαια τα θεμέλια του συστήματος.
Η ιδιομορφία, επομένως, του γερμανικού φασισμού δεν έχει να κάνει με τις θηριωδίες του: αυτές είναι ένα αποτέλεσμα της ιδιομορφίας του. Στη χιτλερική Γερμανία, είδαμε την αστική τάξη να απαντά στο εκρηκτικό μείγμα της αντικομμουνιστικής κατεύθυνσης (Σοβιετική Ένωση, εξέγερση των σπαρτακιστών το '19 στην ίδια τη Γερμανία) με τις ρεβανσιστικές επιδιώξεις της, όπως διαμορφώθηκαν μετά την ήττα της στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στο φόντο δηλαδή των αντιφάσεων του ίδιου του συστήματος.
Να επισημάνουμε εδώ ότι η αύξηση της αρχικά περιορισμένης επιρροής του ναζιστικού κινήματος (1920), που κατέληξε στην ανάδειξη του Χίτλερ ως καγκελάριου, οφείλεται όχι μόνο στην πριμοδότηση του από τη γερμανική αστική τάξη, αλλά και στην πολιτική και οικονομική στήριξη κύκλων της Αγγλίας, Γαλλίας, ΗΠΑ, προς αποφυγήν του «κομμουνιστικού κινδύνου». Ρόλο, τέλος, έπαιξε και η προδοτική στάση της σοσιαλδημοκρατίας στη Γερμανία, καθώς και η αδυναμία του νεοσυσταθέντος κομμουνιστικού κόμματος να ηγηθεί του αγώνα εναντίον του φασισμού.

Ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά
Τα συμπεράσματα του επαναστατικού κινήματος του προηγούμενου αιώνα, σε σχέση τόσο με την ιδεολογία όσο και με τους τρόπους δράσης του φασισμού, επιβεβαιώνονται ακόμα και στις σύγχρονες φασιστικές ομάδες.
Κεντρική θέση στον λόγο τους έχει το έθνος, ως «πνευματικό γεγονός» και όχι ως ιστορικά διαμορφωμένη κοινότητα στη βάση των όρων της καπιταλιστικής παραγωγής. Εξ ου και οι αλλοεθνείς θεωρούνται κατώτεροι και «υπάνθρωποι», ενώ η «μη καθαρότητα της φυλής» είναι υπαίτια είτε για το ανίσχυρο κράτος είτε για την απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων. Την ίδια στιγμή, διεκδικούν τον «ζωτικό χώρο» τους, ή, όπως έχει καταγράψει η Γ Διεθνής, «στην εξωτερική πολιτική, ο φασισμός είναι σοβινισμός στην πιο βάρβαρη μορφή του, που καλλιεργεί ένα κτηνώδες μίσος ενάντια στους άλλους λαούς». Αδιαμφισβήτητα, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός αποτέλεσαν οδηγό του φασισμού, αφήνοντας στο απυρόβλητο το σύστημα, ως εχθρό των καταπιεσμένων. Από την άλλη, κατά τις διακηρύξεις τους, υπό το έθνος όλες οι τάξεις μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά, εξαφανίζεται λοιπόν η αγεφύρωτη αντίθεση κεφαλαίου- εργαζομένων... Επειδή βέβαια αυτό είναι αδύνατον στον καπιταλισμό, γίνεται σαφές ότι οι φασίστες δεν οραματίζονται τίποτα άλλο παρά τη διαιώνιση της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στην εργατική.
Για να «αντιμετωπιστεί» η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, προτάσσουν τη διευθυνόμενη καπιταλιστική οικονομία. Η εσωτερική αγορά πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη από την εξωτερική. Έτσι, εισάγεται έλεγχος της παραγωγής σε όλα τα είδη των προϊόντων, μπαίνουν προστατευτικοί δασμοί, ρυθμίζεται με απαγορευτικά μέτρα η εισαγωγή ξένων προϊόντων και κανονίζεται αυστηρός διακανονισμός στο συνάλλαγμα. Πρόκειται για την έννοια της «αυτάρκειας». Η επιτυχία της όμως είναι και προσωρινή και περιορισμένη, γιατί διατηρείται η βάση της καπιταλιστικής οικονομίας: η διευθυνόμενη καπιταλιστική οικονομία δεν μπορεί να παραιτηθεί ούτε από την εκμετάλλευση της εσωτερικής αγοράς ούτε από την εκμετάλλευση ξένων αγορών για πρώτες ύλες (αποικίες και εξαρτημένες χώρες).
Παράλληλα, τα φασιστικά κόμματα επενδύουν στο φιλεργατικό προσωπείο. Αυτό τους το έδινε είτε ο όρος «εθνικο-σοσιαλισμός» στο παρελθόν, προς εκμετάλλευση του σοσιαλιστικού οράματος, είτε οι άσφαιρες βολές στη μεγάλη ιδιοκτησία και η δήθεν συμπαράσταση στη μικροϊδιοκτησία και την φτωχή αγροτιά. Στην πραγματικότητα, αξιοποιούν την ανέχεια, την ανεργία, την αβεβαιότητα των λαϊκών στρωμάτων για να ανελιχθούν και να τα ποδοπατήσουν. Αρκεί κανείς να δει το μέγεθος της καταπίεσης στον μεσοπόλεμο: από τις μαζικές εξοντώσεις των Εβραίων και τις δολοφονίες κομμουνιστών κι αγωνιστών, μέχρι την καταναγκαστική εργασία, την απαγόρευση της απεργίας, το χτύπημα των εργατικών οργανώσεων και κάθε δημοκρατικής ελευθερίας.

Για την Ελλάδα του προηγούμενου αιώνα
Μεσοπόλεμος
Η περίοδος του μεσοπολέμου στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονες πολιτικές διεργασίες σε όλα τα επίπεδα. Το εργατικό κίνημα, εμπνευσμένο από τη μεγάλη σοσιαλιστική νίκη των Μπολσεβίκων, οργανώνεται και διεκδικεί.
Η απάντηση και της ντόπιας αστικής τάξης στην κρίση του '29 ήταν η προσπάθεια επιβολής αντιδημοκρατικών και δικτατορικών καθεστώτων μέσω πραξικοπημάτων (αποτυχημένο πραξικόπημα Πλαστήρα το 1933, κίνημα Βενιζέλου 1ης Μάρτη 1935, πραξικόπημα Κονδύλη με επαναφορά μοναρχίας και στρατιωτικό νόμο το 1935, Μεταξάς 1936). Στην περίπτω­ση, όμως, της Ελλάδας, η επιλογή αυτή είχε τη σφραγίδα της εξάρτησης της αστικής τάξης από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα.
Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει ότι τα εν λόγω πραξικοπήματα μπορεί να υιοθετούσαν τον όρο «κράτος έκτακτης ανάγκης» -που προσδιορίζεται από την ανάθεση όλων των αρμοδιοτήτων στην εκτελεστική εξουσία- αλλά βασικός στόχος τους ήταν να εξυπηρετήσουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, έξω από τα οποία δεν είδε ποτέ την ύπαρξη και την αναπαραγωγή του το ντόπιο κεφάλαιο. Πρακτικά και χαρακτηριστικά στη μεταξική δικτατορία, σημαίνει ότι δεν μπορούσε να εγκατασταθεί κλασικό φασιστικό καθεστώς σε μια χώρα υπό βρετανική επικυριαρχία και ενόψει ενός παγκόσμιου πολέμου που προετοιμαζόταν. Γι' αυτό, ολόκληρα και καίρια τμήματα της ελληνικής πολιτικής, όπως η εξωτερική πολιτική και ο στρατός, ανατέθηκαν απευθείας στο Παλάτι.

Δεκαετία του '60
Από την άλλη, τα γεγονότα που οδήγησαν στη χούντα του '67- 73, εδράζονται στην περίοδο μετά το 1949 και την επικράτηση των Άγγλων και Αμερικάνων ιμπεριαλιστών. Μετά την ήττα του ΔΣΕ, ξεκινά μια περίοδος διώξεων και άγριας καταστολής αγωνιστών. Οι Αμερικάνοι καθορίζουν το πολιτικό σκηνικό της χώρας, ανεβοκατεβάζοντας κυβερνήσεις, ελέγχοντας τον στρατό και τις δικαστικές αρχές. Εύστοχα διακρίνει κανείς στο μετεμφυλιακό κράτος στοιχεία φασιστικής διακυβέρνησης.
Το κίνημα, παρά τον δυσμενή συσχετισμό (κυριαρχία αντεπαναστατικής γραμμής και «ειρηνικού κοινοβουλευτικού περάσματος»), προχωρά σε απεργίες (οικοδόμοι), μαζικά ξεσπάσματα (Λαμπράκης, Πέτρουλας) και αντιιμπεριαλιστικές διαδηλώσεις (πόλεμος Βιετνάμ). Γίνεται πλέον φανερό στο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ότι ο έλεγχος χάνεται. Ταυτόχρονα, οι Αμερικάνοι χρειάζονται την Ελλάδα ως βάση τους στην περιοχή απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και στα μέτωπα στη Μέση Ανατολή.
Με το πραξικόπημα, εξασφαλίζεται μια πολιτική σταθερότητα, ώστε να προχωρήσουν τα σχέδια των ΗΠΑ χωρίς να παρεμποδίζονται από τις λαϊκές κινητοποιήσεις και τις διαμάχες παλατιού-αστών. Επίσης, επιχειρείται να ανακοπεί η διείσδυση των Ευρωπαίων στην Ελλάδα.

Η πολιτική της φασιστικοποίησης κι η άνοδος της ακροδεξιάς
Σήμερα, δεν προκρίνεται από το σύστημα η φασιστική διακυβέρνηση. Βέβαια, μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού καθεστώτος το '89-'91, παρατηρείται μια νέα φάση εξόρμησης της ακροδεξιάς δίπλα στην επίθεση που διεξάγει το κεφάλαιο απέναντι στην εργατιά. Από το 2008 μέχρι σήμερα, με το ξέσπασμα της δομικής κρίσης του συστήματος και την προκαλούμενη απαξίωση του αστικού πολιτικού προσωπικού, είναι εμφανής μία δεξιότερη μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού παγκόσμια, που συμβάλλει στην άνοδο ακροδεξιών δυνάμεων. Το κράτος είναι ο βασικός φορέας φασιστικοποίησης της δημόσιας και πολιτικής ζωής, πολιτικής αναπόσπαστης με την επέλαση στα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα, η οποία μάλιστα συντηρεί και τροφοδοτεί τις φασιστικές ομάδες κι αντιλήψεις.
Τα τελευταία 1 -2 χρόνια, με την πρόσθεση του προσφυγικού «στον λογαριασμό», έκαναν την εμφάνιση τους και σε κάποιες περιπτώσεις αύξησαν την επιρροή τους μια σειρά ακροδεξιών κομμάτων διεθνώς. Από την ανάδειξη Τραμπ στις ΗΠΑ, μέχρι την ενίσχυση της Λεπέν στη Γαλλία και του ξενοφοβικού AfD στη Γερμανία, καταγράφεται εθνικιστική ρητορεία και πρακτική. Και αναφερόμαστε μόνο στις πιο ισχυρές χώρες... Φυσικά, αυτές, και κατ' επέκταση και τα ακροδεξιά κόμματα τους, τις ταλανίζει ο προβληματισμός για το πώς θα ισχυροποιηθεί ο ρόλος τους, σε μια συγκυρία που οι αντιθέσεις διαρκώς οξύνονται.

Βασικές θέσεις
Παρά τις εύλογες διαφορές των εν λόγω εθνικιστικών κομμάτων, υπάρχουν κοινά σημεία στην πολιτική που προκρίνουν.

«Εθνική πολιτική»
Η «εθνική πολιτική» αντιπαραβάλλεται στην «παγκοσμιοποίηση, την οποία υπηρετεί το παλιό και διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό». Όχι, οι εθνικιστές δεν εναντιώνονται ούτε στην ανύπαρκτη παγκοσμιοποίηση ούτε στο υπαρκτό ιμπεριαλιστικό στάδιο του συστήματος που άλλωστε τους έβγαλε στον αφρό. Στην ουσία, στη δίνη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέ­σεων, επιδιώκουν ένα ακόμα πιο ισχυρό κράτος, που θα εξασφαλίζει αποτελεσματικά τα συμφέροντα του, σε βάρος των υπόλοιπων ιμπεριαλιστών. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χαρακτηριστική είναι η θέση για έξοδο από την ΕΕ (πχ Frexit, σε έκφραση δυσαρέσκειας προς τη γερμανική υπεροχή στην ΕΕ). Παράλληλα, τονίζοντας το «εθνικό», υπονοούν την αντιπροσφυγική τους πολιτική.

Οικονομική πολιτική
Η οικονομική πολιτική της ακροδεξιάς συγκρούεται τάχα με τον «φιλελευθερισμό, που εφαρμόζεται σήμερα» και τις άγριες πολιτικές λιτότητας. Αντ' αυτών, προτείνεται ο προστατευτισμός, επαναπροσδιορίζονται συμφωνίες εμπορικού χαρακτήρα, αμφισβητείται το ευρώ (Εθνικό Μέτωπο, AfD). Καθοριστική πλευρά είναι ότι κι εδώ αποτυπώνεται η ενδοϊμπεριαλιστική αντιπαράθεση. Συγχρόνως, όμως, με την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική ανάπτυξη, όχι μόνο δεν λύνεται το πρόβλημα επιβίωσης των λαϊκών μαζών αλλά μπαίνουν σε πρώτο πλάνο τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου.

Προσφυγικό
Η είσοδος στην Ευρώπη των προσφυγικών ροών που δημιούργησε ο πόλεμος στη Μ. Ανατολή, σε συνδυασμό με τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, έδωσαν ένα πάτημα στο ρατσιστικό δηλητήριο της ακροδεξιάς. Τεράστια ώθηση όμως έδωσε η ίδια η αντιπροσφυγική πολιτική της ΕΕ (συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, Frontex κ.ά.). Από τον «συντηρητικό» Φάρατζ, που ζητούσε περιορισμό και όχι απαγόρευση εισόδου των προσφύγων, ή το AfD, που επέκρινε την παραμονή προσφύγων στη Γερμανία και όχι οπουδήποτε, σήμερα ευρύτερα διατυπώνονται θέσεις για «κλειστά σύνορα»/ πιο αυστηρό έλεγχο των συνόρων κι απελάσεις.
Αντίστοιχου αντιδραστικού χαρακτήρα είναι το διάταγμα Τραμπ περί απαγόρευσης εισόδου στις ΗΠΑ πολιτών μουσουλμανικών χωρών, καθώς και η μελέτη πρότασης για διαχωρισμό μάνας- παιδιού στους διερχόμενους μετανάστες.

Κοινωνικές παροχές
Γνωρίζοντας τα οξυμμένα λαϊκά προβλήματα εν καιρώ κρίσης, οι εθνικιστές ποντάρουν στην ανάδειξη τους. Μιλούν για καταπολέμηση της ανεργίας, συνήθως των γηγενών έναντι των αλλοδαπών, υπόσχονται μείωση των φόρων και εν γένει κάποιες κοινωνικές παροχές. Προσπαθούν έτσι και να εδραιώσουν την επιρροή τους και να συνδράμουν στην απορρόφηση των κραδασμών της ταξικής πάλης, ως εφεδρεία εξάλλου της τάξης που υπηρετούν.

Δημοκρατικές ελευθερίες
Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη οδήγησαν τη γαλλική κυβέρνηση να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να απαγορέψει τις διαδηλώσεις. Συγχρόνως, οι ιθύνοντες της ΕΕ εξισώνουν φασισμό-κομμουνισμό και διώκουν αγωνιστές της Αριστεράς.
Πιστή στην παραπάνω κατεύθυνση, η ακροδεξιά που βρίσκεται σε κυβερνητική θέση (Ουγγαρία, Πολωνία) έχει δώσει δείγματα γραφής απαγορεύοντας τον κομμουνισμό και τα σύμβολα που παραπέμπουν σε αυτόν. Μάλιστα, η Λεπέν είναι κατατοπιστική: «Όσον αφορά τα δημοκρατικά δικαιώματα, η παράταξη θεωρεί πως δεν είναι αρνητικός ο περιορισμός τους, εάν κάτι τέτοιο απαιτείται για το καλό της πατρίδας». Καθόλου τυχαία δεν είναι, λοιπόν, η συζήτηση που ανοίγουν για καταστρατήγηση ελευθεριών, ιδιαίτερα μειονοτικών πληθυσμών.

5 σημεία για τη Χρυσή Αυγή
Στη χώρα μας, ήταν πρώτο το ΛΑΟΣ εκείνο που έφτασε να αναλάβει κυβερνητικά ηνία, από κοινού με ΠΑΣΟΚ- ΝΔ. Σήμερα, χαρακτηριστικό για τις απόψεις των υπόλοιπων φασιστικών μορφωμάτων κι ενισχυμένο σε εκλογική επιρροή είναι το κόμμα της Χρυσής Αυγής (ΧΑ). Κι αυτή δεν ξεφεύγει από τα πλαίσια υποταγής στο ντόπιο κεφάλαιο και την εξάρτηση. Το αποδεικνύουν τα ίδια τα αιτήματα της:
1) Περίοπτη θέση στο πρόγραμμα της κατέχει το κήρυγμα για εθνική ανεξαρτησία. Πρόκειται σαφώς για ένα ψεύτικο κήρυγμα, αφού την ίδια στιγμή αρνείται να πει «έξω από ΕΕ», αντίθετα υπερασπίζεται μια «ΕΕ των πατρίδων». Συμμορφωμένη κι αυτή, όπως η αστική τάξη, στο καθεστώς εξάρτησης της χώρας μας, δεν μπορεί και δεν θέλει να πει ότι οι λαοί δεν έχουν ανάγκη από προστάτες. Ακόμα και τα λοξοκοιτάγματά της προς Ρωσία είναι στο κενό, όπως στο κενό έπεσαν αντίστοιχες βλέψεις (Καραμανλής) για αλλαγή προστάτη τα προηγούμενα χρόνια.
2) Το ίδιο ενδεικτική της υποτέλειας της είναι η θέση της για ελληνική ΑΟΖ 12 ναυτικών μιλίων. Από τη μία, εκφράζοντας τις βλέψεις της αστικής τάξης για αναβάθμιση του ρόλου της στην περιοχή, η ΧΑ εγκλωβίζει τον λαό στα αιματοβαμμένα σχέδια των ιμπεριαλιστών, αναπαράγει τη λογική της «εθνικής ενότητας», δυναμιτίζει τη φιλία των λαών. Από την άλλη, παραμένει ένα ερώτημα το αν αναφέρεται σε ΑΟΖ της αστικής τάξης εις βάρος της Τουρκίας ή ΑΟΖ των... ιμπεριαλιστών πατρώνων, που θα σπεύσουν να την αξιοποιήσουν.
3) Από την εκλογική της κιόλας ανάδειξη, η ΧΑ πλασαρίστηκε σαν αντιμνημονιακή δύναμη. Ωστόσο, η αντίθεση της στο μνημόνιο εξαντλείται στο ότι αυτό αποτελεί εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Γι αυτό και δεν έχει κανένα πρόβλημα, για παράδειγμα, με το ξεπούλημα του συσσωρευμένου εθνικού πλούτου αρκεί να διασφαλιστεί το μερτικό του ελληνικού κεφαλαίου στη μοιρασιά της πίτας.
4) Συγχρόνως, ζητά να πληρώσουν οι προδότες, να καταργηθεί η βουλευτική ασυλία, ακόμα και να διαγραφεί το χρέος! Ίσως αυτά τα αιτήματα να φαντάζουν ριζοσπαστικά αλλά μόνο τέτοια δεν είναι.
Αφενός, αποδεικνύεται περίτρανα ότι η ερμηνεία που κάνουν οι φασίστες για την κρίση είναι ίδια με την κυρίαρχη, την αστική. Η κρίση είναι τάχα κρίση σπατάλης, κλεφτών, κακής διαχείρισης, και σε καμιά περίπτωση δομική του συστήματος, με έντονη τη σφραγίδα των ιμπεριαλιστών και τη μεταφορά πλούτου από μέσα προς τα έξω και από κάτω προς τα πάνω. Αφετέρου, το να «πληρώσουν οι προδότες» δεν συνεπάγεται σύγκρουση με την αντιλαϊκή πολιτική αλλά μια αποπροσανατολιστική στοχοποίηση προσώπων, που αποτελούν μόνο ενεργούμενα των ντόπιων εκμεταλλευτών. Κι αυτό ακόμα όμως γίνεται για να προσεταιριστούν τη λαϊκή οργή, κι όχι γιατί πραγματικά έχουν στην απέναντι το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό.
5) Οι φασίστες παρουσιάζονται ως αντισυστημικοί, «ούτε αριστεροί ούτε δεξιοί». Η ίδια η πραγματικότητα, ωστόσο, τσαλακώνει το αντισυστημικό προφίλ τους. Οι δολοφονίες μεταναστών, οι διαμαρτυρίες στα σχολεία που φοιτούν προσφυγόπουλα και σε περιοχές όπου βρίσκονται hotspot καταδεικνύουν ότι για τις φασιστικές ομάδες, εχθρός είναι ο μετανάστης, το πιο εκμεταλλευόμενο κομμάτι της εργατιάς. Η γραπτή θέση τους για απέλαση, εγκλεισμό και έλεγχο εμβασμάτων των μεταναστών απλά το επιβεβαιώνει.
Στα παραπάνω προστίθενται οι επιθέσεις στην αριστερά, η στάση στο πλευρό της εργοδοσίας, κατά των εργατών και των αγώνων που δίνουν (χαλυβουργία, ναυπηγεία Περάματος). Σε κάθε περίπτωση, για τη ΧΑ υπερισχύει το «κοινό καλό» επιχειρηματία -εργάτη, άρα το καλό του επιχειρηματία...
Ιδιαίτερα όσον αφορά τον συνδικαλισμό και τις δημοκρατικές ελευθερίες, αξίζει να επισημανθεί η θέση της ΧΑ για κατάργηση του ασύλου και των παρατάξεων στο Πανεπιστήμιο. Φαίνεται ότι το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι οι ταξικοί φραγμοί κι η εντατικοποίηση, η πολιτική του κεφαλαίου ενάντια στα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, αλλά η Αριστερά κι οι συλλογικοί αγώνες που την αντιπαλεύουν.
Συμπερασματικά, οι φασίστες επιδιώκουν έναν λαό τρομοκρατημένο, να ψάχνει την εσωτερική απειλή του μετανάστη, κομμουνιστή, αριστερού, απεργού, ομοφυλόφιλου και κάθε είδους «διαφορετικού» ή αδύναμου, αποδεχόμενο ταυτόχρονα την καπιταλιστική βαρβαρότητα και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση.

Κι ο λαός;
Ο λαός, που όχι απλά ρημάζεται από τα βάρβαρα μέτρα και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση, αλλά χόρτασε αυταπάτες για εύκολες λύσεις τα τελευταία χρόνια, προφανώς προσεγγίστηκε και από φασιστικές ομάδες. Το ερώτημα είναι, σε περίοδο κινηματικής νηνεμίας και έντασης της επίθεσης, πώς ερμηνεύονται τα υψηλά ποσοστά ακροδεξιών κομμάτων.
Υπάρχουν απόψεις στην Αριστερά που θέλουν τον ψηφοφόρο της ακροδεξιάς να είναι πάντα και φασίστας. Στην ουσία, παραβλέπουν ότι η άνοδος της τροφοδοτείται από ένα αντιδραστικό και αντιλαϊκό πολιτικό κλίμα εσωτερικά και παγκόσμια, από τη δεξιά μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού, την εντεινόμενη φασιστικοποίηση, τη γενικότερη απαξίωση του πολιτικού προσωπικού.
Φτωχά λαϊκά στρώματα, μεσοστρώματα, νεολαία, κόσμος που δεν δηλώνει «ιδεολογική συμφωνία» με τα εν λόγω μορφώματα, εκφράζει στρεβλά την οργή του προς το σύστημα, πέφτοντας στην παγίδα του δήθεν «αντισυστημικού» χαρακτήρα της. Ειδικά τη ΧΑ τη βλέπουν σαν «τιμωρό» των «πολιτικών», που είναι «κλέφτες και ψεύτες» ενώ οι χρυσαυγίτες, με τον τσαμπουκά τους, θα τους απαλλάξουν από τα προβλήματα τους, σε μια λογική ανάθεσης. Επίσης, ο αγώνας ενάντια στην εξάρτηση και την εκμετάλλευση δυστυχώς υποκαθίσταται από τις εθνικιστικές απαντήσεις.
Σημαντικό κομμάτι ερμηνείας του φαινομένου αποτελεί, συνεπώς, η αδυναμία της Αριστεράς να χαράξει αριστερή διέξοδο για λαό και νεολαία.

Ανάγκη ενός Μετώπου Αντίστασης
Είναι γνωστό σε όλους ότι ο Κόκκινος Στρατός τσάκισε τον φασισμό, κι αυτό ήταν πρώτα απ' όλα αποτέλεσμα της πολιτικής ήττας που επέφερε η πάλη των λαών. Για να φτάσουμε εκεί, το κομμουνιστικό κίνημα, μέσα από δοκιμασίες, διατύπωσε κι ακολούθησε την τακτική των «λαϊκών μετώπων». Σήμερα, ούτε προελαύνει ο φασισμός προς την εξουσία ούτε το επαναστατικό κίνημα είναι συγκροτημένο. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε από την εμφάνιση των λαών στο προσκήνιο, από την εποποιία του δικού μας ΕΑΜ- ΕΛΑΣ. Κι ας επισημάνουμε «μόνο» τη στάση αναμέτρησης τους με το σύστημα, στο πεδίο της ταξικής πάλης, στη σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό για να είναι αφέντες στο τόπο τους, στη σύγκρουση με το κεφάλαιο για μια κοινωνία απελευθερωμένη από την καταπίεση.
Στην Ελλάδα, η κυρίαρχη Αριστερά, δέσμια των αντιλήψεων της για την ουδετερότητα του κράτους και τη συνδιαχείριση, είτε ζητάει από αυτό να βγει εκτός νόμου η ΧΑ/ να κλείσουν τα γραφεία της, στόχο τον οποίο αναγάγει σε κεντρικό, είτε δεν βλέπει άλλη λύση από τη λαϊκή εξουσία- λαϊκή οικονομία, που όπως θα έρθει δια μαγείας (δια κάλπης), έτσι αυτόματα θα εξαφανίσει και τη ΧΑ. Λείπει, επομένως, η αναφορά στο μαζικό λαϊκό κίνημα που θα βάλει μπροστά τα προβλήματα του, θα ανασυγκροτηθεί, θα πάψει να 'ναι παρακολουθητής των εξελίξεων και θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Περισσεύουν, ωστόσο, οι αυταπάτες για κοινοβουλευτικές ανατροπές και εύκολες λύσεις, που στο κάτω- κάτω έχουν καταρρεύσει από την πολιτική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων.
Αφήνεται άπλετο έδαφος στην πατριδοκαπηλία και τον εθνικισμό, αφού αποσιωπάται ο διαχρονικός ρόλος του ιμπεριαλιστικού παράγοντα στη χώρα μας.
Εξαντλούνται αριστερές και αναρχικές συλλογικότητες στο δίπολο φασισμός- αντιφασισμός, αποκόβοντας το ζήτημα της φασιστικοποίησης ως κρατικής πολιτικής, και καταλήγουν έτσι να προκρίνουν τις ομάδες κρούσης και τη στρατιωτικού χαρακτήρα αντιπαράθεση με τους φασίστες.
Συνδυασμό των δύο προηγούμενων, της υποτίμησης του ιμπεριαλισμού και της εμμονής στον αντιφασισμό, συνιστά η ερμηνεία της Αριστεράς για τις εξελίξεις στην Ουκρανία, όπου οι Δυτικοί, στην αντιπαράθεση τους με τη Ρωσία, στήριξαν την άνοδο ναζιστών στην εξουσία. Οι προσπάθειες περιορισμού των αντιθέσεων είτε σε εσωτερικό ζήτημα των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων στην Ουκρανία είτε σε αντιπαράθεση ναζισμού- δημοκρατίας, αποκρύπτουν την πραγματική ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση.
Άραγε, στη σημερινή φάση, συμβάλλουν αυτές οι πρακτικές και τοποθετήσεις στη σύγκρουση με την πολιτική της επίθεσης και της φασιστικοποίησης, αναδεικνύουν την αναγκαιότητα υποστήριξης των δημοκρατικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών με συλλογικό τρόπο, στον χώρο που ο καθένας ζει, εργάζεται, σπουδάζει; Ή υποτάσσονται στον υπάρχοντα αρνητικό συσχετισμό, κατά τον οποίο «οι αγώνες δεν έχουν αποτέλεσμα»;
Οι ανάγκες μας κοιτούν προς τα αλλού. Χρειαζόμαστε ένα μέτωπο αντίστασης- διεκδίκησης, με αντιιμπεριαλιστικό- αντικαπιταλιστικό- αντισυνδιαχειριστικό προσανατολισμό, ενάντια στον φασισμό και τη φασιστικοποίηση, που του ανοίγει δρόμο, ενάντια στον πόλεμο, από κοινού με πρόσφυγες και μετανάστες. Σε μια τέτοια κατεύθυνση είναι απαραίτητες και οι πρωτοβουλίες κοινής δράσης στην Αριστερά, για να μπορέσει ο λαός και η νεολαία να σηκώσουν κεφάλι απέναντι στον φασισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου