Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Η στάση της Σοβιετικής Ρωσίας στη Μικρασιατική Εκστρατεία

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 879, στις 3/10/2020


Η ήττα της Ελλάδας στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) και η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν ένα οδυνηρό γεγονός για τον ελληνικό λαό που κλήθηκε να θυσιάσει χιλιάδες νέους για τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της εποχής αλλά και της ελληνικής αστικής τάξης. Ήταν ένα οδυνηρό γεγονός και για την ίδια την αστική τάξη που είδε να θάβεται στα βάθη της Ανατολίας η «Μεγάλη Ιδέα» του Κωλέτη και το όραμα του Βενιζέλου για την «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».

 

Ιμπεριαλιστική επέμβαση και Κεμαλική επανάσταση

Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο χώρος των Βαλκανίων, της Εγγύς και Μέσης Ανατολής ήταν αυτό που έχει καθιερωθεί στην ιστορία ως «Ανατολικό Ζήτημα». Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο θα μοιραζόταν μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων η υπό κατάρρευση Οθωμανική Αυτοκρατορία καθώς και οι εθνικές εξεγέρσεις που ξέσπασαν στα εδάφη της. Η συνθήκη του Μούδρου (1918) και η συνθήκη των Σεβρών (1920) σφράγιζαν το διαμοιρασμό της Αυτοκρατορίας του Σουλτάνου και στάθηκαν -μεταξύ άλλων- αφορμές για να ξεσπάσει το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ και να εξελιχθεί σε μια εθνικοαπελευθερωτική αστική επανάσταση για να περισώσει τουλάχιστον τον πυρήνα της διαμελισμένης Αυτοκρατορίας δηλαδή τα εδάφη της Ανατολίας, τη σημερινή Τουρκία.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία ξεκίνησε το 1919 όταν ο Σουλτάνος (όργανο της Αντάντ) αδυνατούσε να καταστείλει την επανάσταση του Κεμάλ. Οι ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις (κυρίως Αγγλία και Γαλλία) θεώρησαν ότι ο ελληνικός στρατός θα μπορούσε να παίξει κατασταλτικό ρόλο, ώστε να μείνει ανοιχτός πλέον ο δρόμος για τη μοιρασιά της υπόλοιπης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα όμως με τα αναμενόμενα, όταν τα εδάφη της βρέθηκαν κάτω από την ξένη κατοχή, η τουρκική αντίσταση δυνάμωσε και μέσα σε 3 χρόνια ο αντάρτικος κεμαλικός στρατός κατάφερε όχι μόνο να ανακόψει την επέλαση του ελληνικού αλλά να αντιταχθεί και στον πανίσχυρο γαλλικό στρατό στην Κιλικία, να διώξει το Σουλτάνο από την Κωνσταντινούπολη και να αναδείξει τον Κεμάλ πρόεδρο της Τουρκίας. Όπως ανέφερε και ο Λένιν το 1921: «…οι Τούρκοι εργάτες και αγρότες κατόρθωσαν να δείξουν πως η αντίσταση των σημερινών λαών ενάντια στην αρπαγή είναι κάτι που πρέπει να παίρνει κανείς σοβαρά υπόψη του και ότι η καταλήστευση στην οποία καταδίκασαν την Τουρκία οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις προκάλεσε μια αντίσταση που ανάγκασε τα πιο ιμπεριαλιστικά κράτη να μαζέψουν τα χέρια τους». (Άπαντα Λένιν τ. 42).

Για την ελληνική πλευρά τα αποτελέσματα ήταν ολέθρια. Στρατιωτική συντριβή, αποχώρηση από τη Μικρά Ασία, καταστροφή της Σμύρνης και προσφυγιά. Κι ενώ οι ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων και της ελληνικής αστικής τάξης ήταν τεράστιες, έγινε μια προσπάθεια να μετατεθούν αυτές στο ΣΕΚΕ που κράτησε μια σταθερή αντιπολεμική στάση αλλά και στη νεαρή Σοβιετική Ρωσία που υποστήριξε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Τούρκων.

 

Στάση Ρωσίας

Και πράγματι η Σοβιετική Ρωσία υποστήριξε την εθνικοαστική επανάσταση του τουρκικού λαού υπό τον Κεμάλ στη βάση της διεθνούς εργατικής αλληλεγγύης, του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών, της πάλης του τουρκικού λαού ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση και τον αγώνα του για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Από την άλλη όμως πήρε πρωτοβουλίες για την ειρήνευση στην περιοχή, κάτι που αν είχε γίνει δεκτό από την ελληνική πλευρά ίσως απέτρεπε τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Να σημειώσουμε εδώ ότι ολόκληρη η Εγγύς και Μέση Ανατολή μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε πεδίο αντιιμπεριαλιστικών εξεγέρσεων και επαναστάσεων (όπως στην Τουρκία, το Ιράν, το Αφγανιστάν κ.α.) που επηρεάστηκαν από την πρόσφατη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης, στις οποίες όμως ηγήθηκε η εθνική αστική τάξη.

Ας δούμε για την περίπτωση της κεμαλικής επανάστασης ορισμένα γεγονότα και τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε το νεαρό κράτος των Σοβιέτ που σπάνια θα τα δούμε γραμμένα στα ελληνικά βιβλία ιστορίας. Κατ’ αρχήν να θυμίσουμε ότι αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση 14 χώρες (ανάμεσά τους και η Ελλάδα) πραγματοποίησαν στρατιωτική επέμβαση με στόχο να καταπνίξουν εν τη γενέσει του το πρώτο εργατικό κράτος. Παρόλα αυτά η σοβιετική κυβέρνηση ακύρωσε και κατήγγειλε (χωρίς όρους και προϋποθέσεις) όλες τις άδικες συμφωνίες που είχε συνάψει το τσαρικό καθεστώς με ευρωπαϊκά κράτη και την Οθωμανική αυτοκρατορία, προωθώντας τη λογική της ειρηνικής συνύπαρξης κρατών, στηριζόμενη στις βασικές αρχές της ανεξαρτησίας τους και της μη επέμβασης του ενός στα εσωτερικά του άλλου. Ανάμεσα σε αυτές τις χώρες ήταν και η Ελλάδα για την οποία η κυβέρνηση των μπολσεβίκων διέγραψε ολόκληρο το χρέος -που ήταν τεράστιο- από τα δάνεια που είχε συνάψει με την τσαρική Ρωσία. Είχε μεγάλη σημασία για τη Ρωσία η διατήρηση της ειρήνης και των καλών σχέσεων στο χώρο της Εγγύς Ανατολής γιατί η περιοχή αυτή ήταν στα σχέδια των ιμπεριαλιστών να χρησιμοποιηθεί για μια νέα στρατιωτική επέμβαση εναντίον της. Μάλιστα, μετά την ακύρωση της συμφωνίας των Σεβρών από τους Γάλλους και την προσέγγισή τους με τον Κεμάλ, ενισχύθηκαν οι φόβοι της Ρωσίας για αξιοποίηση του εμπειροπόλεμου κεμαλικού στρατού σε αυτήν την κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Γάλλου στρατηγού de Bourgogne, αρχηγού των γαλλικών δυνάμεων κατοχής της Κωνσταντινούπολης, ότι «πρέπει να βοηθήσουμε τον μοναδικό στρατό που σήμερα είναι σε θέση να δράσει εναντίον των Μπολσεβίκων» (Ψυρούκης) εννοώντας τον κεμαλικό.

Ήταν επίσης γνωστό ότι η τουρκική αστική τάξη που υποστήριζε την επανάσταση (κυρίως το κομμάτι της που ασχολούνταν με το εμπόριο στην περιοχή της Ανατολίας, σε αντίθεση με την αστική τάξη της Κωνσταντινούπολης που ήταν υποχείριο των ιμπεριαλιστών) μετά την εδραίωση της εξουσίας της, έτεινε προς μια γενικότερη συμφωνία με τους ιμπεριαλιστές και σε καμία περίπτωση δεν προωθούσε τα συμφέροντα του τουρκικού λαού, της ολιγάριθμης εργατικής τάξης και πολύ περισσότερο των εκατομμυρίων φτωχών αγροτών που ήταν η πολυπληθέστερη κοινωνική τάξη που στήριξε τον Κεμάλ. Να σημειώσουμε ότι υπήρχε κι ένα κομμάτι των αστών υποστηρικτών του Κεμάλ που επεδίωκε την πρόσδεση της χώρας στις ΗΠΑ. Μάλιστα υπήρξε πρόταση των ΗΠΑ -που δεν έγινε δεκτή- να αναλάβουν την κηδεμονία της Αρμενίας με την προϋπόθεση να έχουν τον απόλυτο έλεγχο στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας (με ό,τι αυτό σήμαινε για την ασφάλεια της Ρωσίας).

Επίσης η κεμαλική κυβέρνηση εφάρμοσε διώξεις εναντίον του κομμουνιστικού κόμματος που είχε ιδρυθεί το 1920. Παρόλα αυτά η Ρωσία, χωρίς να έχει αυταπάτες για την κατεύθυνση που έπαιρνε η κεμαλική επανάσταση, μετά από προσωπική επιστολή του Κεμάλ στον Λένιν, αναγνώρισε το 1920 την επαναστατική κυβέρνηση και τον επόμενο χρόνο υπογράφηκε σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας (16/3/1921). Η επιλογή αυτή της Ρωσίας δε σήμαινε ότι η σοβιετική πολιτική συμφωνούσε με τον τουρκικό αστικό σωβινισμό με τον οποίο ιδεολογικά ήταν αντίθετη αλλά συμπαραστεκόταν στον επαναστατημένο τουρκικό λαό, στην πάλη του για ανεξαρτησία, στάση που δημιουργούσε ρήγματα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο αλλά και τις προϋποθέσεις για τη στερέωση της σοσιαλιστικής εξουσίας στη Ρωσία. Αντίστοιχη στήριξη παρείχε και σε άλλους λαούς της περιοχής που πάλευαν ενάντια στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό (Κίνα, Περσία, Ινδίες κ.λπ.) χωρίς τα κινήματα αυτά να έχουν σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Ακόμα όμως και μετά την υπογραφή του συμφώνου με την Τουρκία, η Ρωσία δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειες για γενικότερη ειρήνευση στην περιοχή. Σε διακοίνωση της ρωσικής κυβέρνησης προς την αγγλική στις 19/6/1922 δήλωνε: «Η Ρωσσία θα ήτο μόνον έτοιμη να βοηθήσει εις το να τερματιστεί ο πόλεμος ο οποίος είναι καταστρεπτικός δι’ αμφότερα τα έθνη. Αλλ’ αι προσπάθειαι της Ρωσσίας εις την κατέυθυνσιν ταύτην απεκρούσθησαν κατηγορηματικώς υπό της Μεγάλης Βρεττανίας». Ριζοσπάστης, 16/9/1922.

Όταν άρχισε να γίνεται φανερό ότι ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας θα πλήρωνε βαρύ τίμημα για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, η Ρωσία έκανε συγκεκριμένες προτάσεις στην ελληνική κυβέρνηση προς αυτή την κατεύθυνση που όμως δεν έγιναν δεκτές. Μάλιστα στις αρχές του 1922 Ρώσος διπλωμάτης, μέσω του ηγέτη του ΣΕΚΕ Γ. Κορδάτου, πρότεινε υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία και δημιουργία αυτόνομης περιοχής στη Σμύρνη. Η Ελλάδα πειθήνιο όργανο των δυτικοευρωπαίων ιμπεριαλιστών αρνήθηκε την πρόταση επειδή μια αποδοχή της θα σήμαινε και την αναγνώριση της σοβιετικής εξουσίας. Ας αναλογιστούμε τι θα μπορούσε να αλλάξει στη εξέλιξη του πολέμου και αν θα μπορούσε να αποφευχθεί η σφαγή του ελληνισμού της Σμύρνης με την αποδοχή αυτής της πρότασης. Λίγους μήνες αργότερα ο ελληνικός λαός πλήρωσε με τον χειρότερο τρόπο αυτή την επιλογή των ηγετών του.

 

Πηγές:

1. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η

2. «Η μικρασιατική καταστροφή», Ν. Ψυρούκης, εκδ. Επικαιρότητα

3. Ριζοσπάστης, 16/9/1922

Σ.Σ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου