Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

60 χρόνια από το Δεκέμβρη του 1944


Από ομιλία του Δημήτρη Παυλίδη 

Φίλες και φίλοι,
συναγωνιστές και συναγωνίστριες
σύντροφοι και συντρόφισσες

Κλείνουν αυτές τις μέρες 60 χρόνια από την μεγάλη μάχη στην Αθήνα, τον Δεκέμβρη του 1944. Μια από τις κορυφαίες και καθοριστικές μάχες του ελληνικού λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος στον αιώνα που πέρασε. Μια αναμέτρηση ενάντια στην ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση και την ντόπια αντίδραση, τους Εγγλέζους δηλαδή κατακτητές και τον κόσμο του δωσιλογισμού, του φασισμού, την μειοψηφία του πλούτου και της εκμετάλλευσης. Μια αναμέτρηση που δόθηκε από τις πλατιές λαϊκές μάζες της Αθήνας, από τη νεολαία, τους εργάτες, τους φτωχούς λαϊκούς ανθρώπους, την μεγάλη πλειοψηφία δηλαδή, με επικεφαλής το ΚΚΕ και τον ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ και τα υπόλοιπα ένοπλα και άοπλα τμήματα του αντιστασιακού κινήματος και που η έκβασή της επηρέασε καθοριστικά την πορεία των ελληνικών πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων για δεκαετίες μετά.

Η σημερινή εκδήλωση είναι η δεύτερη, σε ένα κύκλο που άνοιξε με πρωτοβουλία της ΚΟΘ του ΚΚΕ(μ-λ) το Φλεβάρη του 2001. Τότε η αναφορά ήταν γενικότερη για τη δεκαετία 1940-1949. Φιλοδοξούμε να συνεχίσουμε αυτόν τον κύκλο και με άλλες -ανάλογου χαρακτήρα και θεματολογίας- εκδηλώσεις στην ίδια ή διαφορετική μορφή και στο μέλλον, για την ιστορία των αγώνων του λαού μας και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.

Μ’ αυτήν την ευκαιρία θέλουμε να επαναφέρουμε και να ξανα-υπογραμμίσουμε μια ισχυρή πεποίθησή μας: Η πάλη για την ανασυγκρότηση-αναγέννηση του λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος της εποχής μας έχει πολλές κρίσιμες και βασικές προϋποθέσεις. Μια απ’ αυτές είναι το «χώνεμα» όπως λέγεται, της ιστορικής πείρας, το σύγχρονο και συνεχές ξαναδιάβασμα της ιστορίας, η εποικοδομητική χρησιμοποίηση μιας πλούσιας εμπειρίας οκτώ δεκαετιών αγώνων για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση που διεξήγαγε το ελληνικό λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα.

Δεν είναι απλά ένα ζήτημα υπεράσπισης της αλήθειας (που είναι και τέτοιο) ή μόνο αποκατάστασης της ιστορίας. Δεν είναι μόνο ιστορική δουλειά (που είναι και τέτοια). Κυρίως είναι η ανάγκη μιας πολιτικής προσπάθειας που αφορά το μέλλον, που πρέπει να γίνεται απ’ αυτή την σκοπιά, με αυτή την ματιά και μ’ αυτή την αγωνία.

Δεν είναι μια εύκολη υπόθεση αυτή, χωρίς εμπόδια, δυσκολίες και διάφορους κινδύνους. Η αποκατάσταση ενός ζωντανού, σύγχρονου και κυρίως αξιοποιήσιμου, για το παρόν και το μέλλον, διαλόγου με την ιστορία του λαϊκού - κομμουνιστικού κινήματος χρειάζεται να ξεπεράσει συνήθειες χρόνων, κληρονομιές, δουλείες, παγιωμένες καταστάσεις, αδράνειες, ευκολίες, γενικά έναν διαδεδομένο τρόπο αντιμετώπισης που κυριάρχησε στις γραμμές της ελληνικής αριστεράς.

Χρειάζεται -κατ’ αρχήν- να αναμετρηθεί αυτή η προσπάθεια με την κυρίαρχη ιδεολογία και ιστορία των πολλών εισαγωγικών που επέβαλλαν οι νικητές αυτής της αναμέτρησης. Δηλαδή με την διατεταγμένη λήθη, την παραποίηση, την επιλεκτική χρησιμοποίηση στοιχείων και γεγονότων, το θάψιμο της αλήθειας. Με τις παλιές και σύγχρονες -δήθεν επιστημονικές- προσπάθειες αναθεώρησης της ιστορίας.

Ιδιαίτερα να αναμετρηθεί με τους αντικειμενικούς περιορισμούς που επιβάλλει το πέρασμα του χρόνου, τη ροπή της ανθρώπινης συλλογικής σκέψης να αποκόβεται απ’ το παρελθόν, να έχει μια περιορισμένη συνείδηση της ιστορικής διαδρομής, να εγκλωβίζεται στα όρια του καθορισμένου κύκλου της ανθρώπινης ζωής.

Η αναμέτρηση αυτή έχει και μια άλλη, ιδιαίτερη πλευρά που αφορά το εσωτερικό του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Η ήττα και οι κατοπινές εξελίξεις με την κυριαρχία του ρεβιζιονισμού και της προσαρμογής έχουν δημιουργήσει επιπρόσθετες δυσκολίες. Η ιστορία γράφτηκε τις πιο πολλές φορές προσαρμοσμένη στις ανάγκες αυτής της πλευράς. Για να δικαιωθούν πολιτικές συμβιβασμού, υποταγής και εθνικής ενότητας. Για να δικαιολογηθούν συλλογικές ή προσωπικές επιλογές και συμπεριφορές. Γράφτηκε μ’ έναν επιφανειακό και ανεπαρκέστατο τρόπο, δίχως ουσιαστική μελέτη και βαθιά πολιτική επεξεργασία. Ακόμα και τώρα -και αυτό πρέπει να γίνει γνωστό- κρίσιμα ντοκουμέντα και στοιχεία η μια από τις δύο πτέρυγες του ελληνικού ρεβιζιονισμού συνεχίζει να τα κρατά στο σκοτάδι και αυτό όχι μόνο για τεχνικούς -όπως προβάλλεται- λόγους. Άλλα, πολύ σημαντικά στοιχεία μόλις πριν ελάχιστο καιρό δημοσιοποιήθηκαν με προσωπικές πρωτοβουλίες ή συνεχίζουν να δημοσιοποιούνται, και για ένα μάλιστα (στο οποίο θα κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στη συνέχεια) υπήρξαν και ενστάσεις για το εάν έπρεπε να δημοσιοποιηθεί! Στο ζήτημα αυτό θα μπορούσανε να ειπωθούν πολλά. Αποτελεί, με μια έννοια, από μόνο του ένα μεγάλο κεφάλαιο στο οποίο αποτυπώνονται παραστατικά οι αντίρροπες δυναμικές, οι διαφορετικές αντιλήψεις στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήματος, οι δυνατότητες και οι ανεπάρκειες, οι κάθε λογής χειρισμοί και προσαρμογές, η επιλεκτική χρήση της ιστορίας για την δικαίωση ορισμένων πλευρών ή προσώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στα πλαίσια του ρεβιζιονισμού ορισμένοι άνθρωποι που είχαν μια διαφορετική αντίληψη για την ιστορική-πολιτική έρευνα εξοστρακίστηκαν, υπονομεύτηκαν και η προσπάθειά τους διακόπηκε, ιδιαίτερα τις πρώτες δεκαετίες μετά την αναγκαστική προσφυγιά στις ανατολικές χώρες.

Και το κίνημά μας δεν είναι άμοιρο και μακριά απ’ αυτό το πρόβλημα. Σαν γέννημα και τμήμα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος έφερε σοβαρά πάνω του τα αποτυπώματα αυτών των αδυναμιών, ανεπαρκειών και στρεβλώσεων. Παρότι συγκέντρωνε ορισμένες κρίσιμες προϋποθέσεις για να προχωρήσει χωρίς δεσμεύσεις σ’ ένα συλλογικό ξανακοίταγμα της ιστορικής πείρας, σπατάλησε χρόνο πολύτιμο, αγνόησε και περιγέλασε προκλητικά δυνατότητες, βοήθησε ασυνείδητα την ενορχηστρωμένη από τον αστισμό και τον ρεφορμισμό της αντιπολίτευσης απώθηση του παρελθόντος, δεν μπόρεσε να υπερβεί την γενική κατάσταση, τους διαδεδομένους τρόπους προσέγγισης, τις κληρονομιές. Μια διαφορετική προσέγγιση θα έφερνε πολλαπλά θετικά αποτελέσματα, θα ενίσχυε την φυσιογνωμία του, θα τροποποιούσε το κλίμα και σίγουρα θα ήταν μια πολύτιμη προσφορά στους παλιούς αγωνιστές να πάρουν μέρος συλλογικά σε μια προσπάθεια κάνοντας και αυτοί τις δικές τους υπερβάσεις. Και τέτοιοι άνθρωποι δεν ήταν λίγοι.

Ένα, εκ πρώτης όψης, οξύμωρο σύμπλεγμα "δέους και υποτίμησης" κυριάρχησε στα χρόνια της δεκαετίας του ’70, στην οποία οι δυνατότητες -εάν αξιοποιούνταν- θα μπορούσαν να αναδείξουν άλλα αποτελέσματα. "Δέος" μπροστά στον όγκο και το βάρος της προσπάθειας αλλά -κύρια- μπροστά στις απαντήσεις που έπρεπε να δοθούν και αφορούσαν το "δέον γενέσθαι". Και "υποτίμηση" απέναντι στην αξία της προσπάθειας και στα θετικά που θα δημιουργούσε, εξαιτίας μιας στρεβλής και επιφανειακής αντίληψης για το "καινούριο" και τις τομές με το παρελθόν. Οι τελευταίες -σίγουρα αναγκαίες- δεν μπορούσαν -ούτε μπορούν να γίνουν- εν αγνοία της ιστορικής πείρας, με το σβήσιμο του παρελθόντος με υπερβατικό εγκεφαλικό τρόπο.

Αυτά εκφράστηκαν με ποικιλία στάσεων και επιλογών που αναπαραγάγανε στην πραγματικότητα πολλά αρνητικά του παρελθόντος. Την έλλειψη απαιτητικότητας, την απαξίωση της μελέτης και της έρευνας, την καταφυγή σε εύκολα σχήματα και ερμηνείες, την αποστροφή στην θεωρητική δουλειά, την υποτίμηση της πείρας των παλιών αγωνιστών, την έλλειψη συλλογικότητας.

Ακόμα και αυτές οι προσωπικές αξιόλογες προσπάθειες -μερικές από τις οποίες αποτελούν και για σήμερα οδηγό- παρέμειναν αποκομμένες, δεν έγιναν συλλογικό κτήμα. Δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να ενταχθούν σε μια συλλογική προσπάθεια, να αποτελέσουν σημείο εκκίνησης μιας συλλογικής δουλειάς. Και γι’ αυτό οι ευθύνες δεν αφορούν μόνο τους αποδέκτες, αλλά και ορισμένους που θα μπορούσαν να επιβάλλουν ένα διαφορετικό κλίμα.

Οι κομμουνιστές -για να θυμηθούμε και μια παλιά σωστή αποστροφή- οφείλουν να αποδείχνουν καθημερινά ότι είναι (προσπαθούν και παλεύουν να γίνουν) άνθρωποι από διαφορετική πάστα. Όχι μόνο στα ζητήματα και τα μέτωπα της προσφοράς, της αυτοθυσίας, της ανιδιοτελούς συμμετοχής στους αγώνες των λαϊκών μαζών και των εργαζομένων. Αλλά και στο μέτωπο της γνώσης, της μελέτης, της σχέσης με την ιστορία και την θεωρητική αναζήτηση. Στο μέτωπο της καινοτόμας και ριζοσπαστικής σκέψης, της άφοβης επανεξέτασης της ιστορίας, της κατανόησης -όλο και πιο βαθιά- των νόμων κίνησής της, των κοινωνικών συγκρούσεων, της κοινωνικής εξέλιξης. Και αυτή η μάχη σ’ αυτά τα μέτωπα περιέχει στοιχεία αυτοθυσίας, καθημερινών συγκρούσεων, προσωπικό και συλλογικό κόστος.

Ακόμη και τώρα με αφορμή αυτήν την εκδήλωση πόσοι και πόσοι από έναν κόσμο που είναι και δίπλα μας δεν σκέφτηκαν ή και μπορεί να μας είπαν με καλοπροαίρετη απορία τι μας έπιασε και καταπιανόμαστε με το παρελθόν ή πόσοι θεωρούν ότι απλά στήνουμε εκδηλώσεις για να ντοπαριστούμε με την ένδοξη ιστορία;

Οφείλουμε να δίνουμε ευθείς, κατανοητές απαντήσεις, να εξοπλιστούμε με επιχειρήματα, να ξεκαθαρίζουμε το πώς και το γιατί. Να απαντούμε θαρρετά και χωρίς μισόλογα ιδιαίτερα προς τις νέες γενιές των ανθρώπων.

Ναι! οι κομμουνιστές ζούνε μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, σε ενεστώτα χρόνο με την ιστορία την δικιά τους και των λαϊκών αγώνων, με τους χιλιάδες και χιλιάδες νεκρούς αυτών των αγώνων και ο λόγος είναι πολύ απλός και δεν έχει να κάνει με κανέναν αναχωρητισμό ούτε με κάποιο καπρίτσιο και ιδιοτροπία.

Οι κομμουνιστές παλεύουν για την κοινωνική απελευθέρωση του ανθρώπου, των ανθρώπινων κοινωνιών από τα δεσμά της προϊστορίας της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Παλεύουν για την αλλαγή της ανθρώπινης συνείδησης, τα έχουνε βάλει και με πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Γνωρίζουν -οφείλουν να γνωρίζουν- ότι αυτή η προσπάθεια είναι τιτάνια και η πιο δύσκολη αλλά και ευγενική που έβαλε ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Αυτή η προσπάθεια δεν ξεκινά και δεν τελειώνει στα περιορισμένα όρια του ανθρώπινου βιολογικού κύκλου. Αυτή η προσπάθεια έρχεται από τα βάθη του χρόνου και εκτείνεται βαθιά στο μέλλον. Για να ενταχθεί κανείς ουσιαστικά σταθερά, πεισματικά σ’ αυτήν την προσπάθεια, να αντιμετωπίσει δυσκολίες και εμπόδια, να αντέξει αποτυχίες και πισωγυρίσματα, να αρθεί πάνω από την συγκεκριμένη "χαμοζωή" προϋποθέτει να έχει μια άλλη διευρυμένη ματιά. Μια διαφορετική αντίληψη για την ιστορική κίνηση, να έχει συνείδηση για το μήκος αυτής της προσπάθειας.

Δεν μας ενδιαφέρει απλά μια ιστορική διαδρομή, μια αποστασιοποιημένη δήθεν επιστημονική ή εγχειριδιακή περιγραφή της ιστορίας, μια τιμητική αναφορά στο ένδοξο παρελθόν. Το ίδιο δεν μας αφορά μια προσέγγιση δίχως ιεραρχήσεις, συμπεράσματα, μια επισκόπηση επί παντός σε τέτοιο βαθμό που να χάνονται οι κύριες πλευρές, οι επικρατούσες δυναμικές που καθόρισαν την έκβαση των γεγονότων. Προσπαθούμε να διδαχτούμε από την ιστορία. Να μελετήσουμε την ιστορική πορεία από την σκοπιά των σύγχρονων αναγκών. Να μπούμε στην ουσία των πραγμάτων, να δούμε καθαρά τις βασικές πλευρές της ανθρώπινης κοινωνικής δράσης, να εξοπλιστούμε για το σήμερα και το αύριο.

Δεν μπορεί να έχει καμιά σοβαρή τύχη η προσπάθεια ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος εάν -εκτός των άλλων- δεν μελετήσουμε με επιμονή και σοβαρότητα χωρίς προκαταλήψεις και κληρονομημένες στρεβλώσεις την ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος και των πολύχρονων αγώνων του λαού μας. Εάν δεν ενώσουμε τα σπασμένα νήματα αυτής της ιστορίας, εάν δεν σκύψουμε με σεβασμό και πνεύμα αναζήτησης σ’ αυτήν την πλούσια εμπειρία.

Από το πρωινό της ματωμένης Κυριακής της 3ης του Δεκέμβρη 1944 ως τα ξημερώματα της 5ης του Γενάρη 1945, οι τριάντα τρεις πυκνές ηρωικές μέρες της Δεκεμβριανής αναμέτρησης, χωρίς υπερβολή συμπύκνωσαν και ανέδειξαν ταυτόχρονα όλες τις αντιθέσεις. Αποκάλυψαν ολοκάθαρα όλες τις πλευρές και τις λεπτομέρειες της σύγκρουσης που διεξάχθηκε -ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο της τριπλής κατοχής. Σ’ αυτές τις ημέρες συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν όλα τα ιστορικά-πολιτικά και κοινωνικά διλήμματα των προηγούμενων χρόνων, περιείχαν μέσα τους όλες τις κύριες πλευρές των άλυτων εσωτερικών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Έδωσαν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, δισταγμούς και προβληματισμούς. Η ιστορία με την έννοια της συμπύκνωσης των κοινωνικών συγκρούσεων-αντιπαραθέσεων-μεταβολών, όπως συνηθίζει σε τέτοιες αποφασιστικές καμπές, παρουσιάζεται χωρίς παραμορφωτικούς φακούς, χωρίς περίπου, ίσως, μήπως κλπ.

Τα ιστορικά γεγονότα δεν έρχονται από τον ουρανό, δεν είναι απεσταλμένα από κάποια υπερφυσική ή θεϊκή δύναμη, δεν είναι απλές συμπτώσεις ή καπρίτσια της στιγμής. Τέτοιας κλίμακας ιστορικά γεγονότα, η έκβασή τους σ’ αυτήν ή την άλλη κατεύθυνση, κυοφορούνται και ωριμάζουν μέσα στην δράση των ανθρώπων-των κοινωνιών-των κινημάτων, φέρνουν το αποτύπωμα των κοινωνικών-πολιτικών-ιδεολογικών συσχετισμών. Οι όροι για την εμφάνισή τους και σε σημαντικό για την έκβαση τους δεν προκύπτουν από το πουθενά και ξαφνικά. Προετοιμάζονται από καιρό, φέρνουν πάνω τους ισχυρά τα ίχνη της προηγούμενης ιστορικής φάσης.

Ο Δεκέμβρης ήταν η κορύφωση της πρώτης και σημαντικότερης λαϊκής ανάτασης, αναγέννησης, αφύπνισης, της μεγαλύτερης και πιο φιλόδοξης κινητοποίησης των πλατειών λαϊκών μαζών από τα χρόνια του αγώνα για εθνική ανεξαρτησία στις αρχές του 19ου αιώνα. Μια ορμητική έξοδος των λαϊκών πληβειακών μαζών στο προσκήνιο της νεότερης ελληνικής ιστορίας που διεκδίκησαν μια διαφορετική πορεία για τη χώρα και την κοινωνία από αυτήν που η κυρίαρχη τάξη επέβαλε από την πρώτη συγκρότηση του νεοελληνικού κοινωνικού και κρατικού σχηματισμού.

Η περίοδος της αντιφασιστικής-αντικατοχικής πάλης ήταν η πρώτη νεοελληνική στιγμή, όπου η λαϊκή πλειοψηφία ένιωσε ότι αγωνίζεται γι’ αυτήν, πίστεψε στις δυνάμεις της, ξέφυγε από την μακροχρόνια μοιρολατρία, το περιθώριο, την υποταγή.

Η αντικατοχική-αντιφασιστική πάλη, μέσα σε δύσκολες και περίπλοκες συνθήκες, με επικεφαλής τους κομμουνιστές όχι μόνο συσπείρωσε την τεράστια λαϊκή πλειοψηφία, όχι μόνο έδειξε την δυνατότητα αυτοκυβέρνησης αλλά δημιούργησε μια τεράστια αναγεννητική δυναμική. Εκτίναξε κρυμμένες δυνάμεις, μεταμόρφωσε ανθρώπους, απελευθέρωσε δυνατότητες σ’ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Και όλα αυτά ερήμην και σε σύγκρουση με την παραδοσιακά κυρίαρχη ελίτ που δυνάστευε τη χώρα για έναν και πάνω αιώνα και η οποία είτε εγκατέλειψε τη χώρα, είτε συνεργάστηκε με τους κατακτητές, είτε κρύφτηκε χωρίς να πάρει καμιά πρωτοβουλία.

Η τελευταία, μια ισχνή μειοψηφία, κρυμμένη πίσω από τα εγγλέζικα Σέρμαν και πολυβόλα, επιστρατεύοντας ό,τι πιο αντιδραστικό, εγκληματικό, και φασιστικό ξέρασε η ελληνική κοινωνία στα χρόνια της κατοχής, τους συνεργάτες των Γερμανών, τους δοσίλογους και τους μαυραγορίτες, άρπαξε ξανά την εξουσία για να εγκαθιδρύσει το κράτος της υποτέλειας, της υποταγής στα ξένα αφεντικά, το κράτος της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

Ο Δεκέμβρης ήταν η κορύφωση αλλά και η αρχή της πτώσης αυτού του ισχυρού ρεύματος στην Ελληνική κοινωνία, η κορύφωση της εποποιίας και η ταυτόχρονη έναρξη της τραγωδίας, η νίκη της αντεπανάστασης και της ιστορικής και κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Ένα ρεύμα όμως που παρ’ όλες τις ήττες, τα πισωγυρίσματα, τις διαψεύσεις, σε πείσμα της πιο μαύρης τρομοκρατίας, των εκτελεστικών αποσπασμάτων, των φυλακών και των εξοριών, παρά τις στροφές και τις προσαρμογές της ηγεσίας της Αριστεράς, άφησε ισχυρό το ίχνος του στην μελλοντική πορεία της κοινωνίας, και των νεότερων γενεών, αποδείχνοντας την τεράστια δυναμική του.

Ο Δεκέμβρης ήταν η αφετηρία και όχι μόνο (με την έννοια των αποτελεσμάτων) τής -με ανοιχτά στρατιωτικά μέσα- επανεπιβολής στην Ελλάδα της ιμπεριαλιστικής κηδεμονίας και κυριαρχίας και της εξουσίας της εσωτερικής αντίδρασης η οποία ιστορικά αποτελούσε τον απαραίτητο συνεργάτη του ξένου κηδεμόνα, στον οποίο βασίζει μέρος από τη ισχύ της πάνω στο λαό. Μιας αντίδρασης -οικτρή μειοψηφία και απογυμνωμένης από κάθε λαϊκό έρεισμα εκείνη την περίοδο εξαιτίας της ανοικτής ή συγκαλυμμένης συνεργασίας της με τον κατακτητή. Η επανεπιβολή αυτή που κορυφώθηκε με δραματικό τρόπο τον Δεκέμβρη και ολοκληρώθηκε γι’ αυτήν την ιστορική φάση με την ήττα και την αποχώρηση του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949, έγινε τουλάχιστον για εκείνη την περίοδο με την πλήρη αντίθεση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού που ήταν συσπειρωμένη στο ΕΑΜ και συμμετείχε ενεργά και μαζικά στον ΕΛΑΣ.

Έγινε πολύ συζήτηση και συνεχίζει να γίνεται για την κύρια πλευρά του Δεκέμβρη και οι κατοπινές ερμηνείες δεν ήταν άμοιρες και άσχετες με διάφορες προσαρμογές της επίσημης αριστεράς και της νέας ηγεσίας του ΚΚΕ. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι από την σκοπιά της σημασίας, του βάρους, της πρωτοβουλίας για την κίνηση των πραγμάτων, της αποφασιστικότητας κλπ., ο Δεκέμβρης αποτέλεσε μια σύγκρουση με τον ξένο (αγγλικό) παράγοντα, ήταν μια ξενική ιμπεριαλιστική επέμβαση. Ταυτόχρονα όμως είχε και την ιδιαίτερη εσωτερική διάστασή του. Αυτές οι πλευρές είναι αξεχώριστες, αδιαίρετες όπως ακριβώς αξεχώριστη και αδιαίρετη είναι η σχέση της ιστορίας της εξουσίας του νεοελληνικού κράτους με τους ξένους αφέντες.

Το νόημα, η σημασία, ο πραγματικός χαρακτήρας, η αλήθεια γύρω από το Δεκέμβρη αντιμετώπισαν πολλούς βιασμούς στις δεκαετίες που ακολούθησαν αλλά και από την πρώτη στιγμή. Ο Δεκέμβρης παραχαράχτηκε, λοιδορήθηκε, εξοστρακίστηκε, έγινε αντικείμενο διάφορων διατεταγμένων ερμηνειών και διαστρεβλώσεων. Και όχι μόνο δυστυχώς από τους νικητές, γιατί αυτό τουλάχιστον ήταν αναμενόμενο και φυσιολογικό.

Η εσωτερική αντίδραση, το κράτος που ανασυστάθηκε από τις δυνάμεις του δωσιλογισμού και με την ολοκληρωτική στήριξη των ξένων αφεντικών προσπάθησε να κάνει το άσπρο μαύρο. Χρησιμοποιήθηκαν όλα τα μέσα για να παρουσιαστούν οι θύτες, οι δολοφόνοι σαν θύματα. Μέχρι σε σημείο να αλλάζουν και την ταυτότητα των νεκρών για να τους χρεώσουν στο αντιστασιακό και κομμουνιστικό κίνημα. Σε πείσμα της διεθνούς αλλά και ελληνικής πλειοψηφίας των λαών και των προοδευτικών ανθρώπων που ξεσηκώθηκαν για το μεγάλο έγκλημα. Γι’ αυτούς ήταν ανάγκη να το κάνουν αυτό για να δικαιολογήσουν τη βία, τις δολοφονίες, την λευκή τρομοκρατία, τα στρατοδικεία, τις χιλιάδες εκτελέσεις, τις μαζικές εκτοπίσεις, το πανελλήνιο πογκρόμ ενάντια στο λαϊκό και αριστερό κίνημα.

Ο Δεκέμβρης όμως δεινοπάθησε και από τις ηγεσίες της επίσημης Αριστεράς στα κατοπινά χρόνια και ιδιαίτερα αφότου κυριάρχησε ο ρεβιζιονισμός στο κομμουνιστικό κίνημα. Ο Δεκέμβρης δεν βόλευε, δεν χωρούσε στα σχέδια της εθνικής ενότητας, στους ειρηνικούς δρόμους, στην συνεργασία-υποταγή στον αστισμό, στην συνδιαλλαγή με τον ιμπεριαλισμό. Η δίκαια, αναγκαία και επιτακτική αντίστάση του ένοπλου λαού της Αθήνας με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές αποτέλεσε γι’ αυτούς παραφωνία, αριστερισμό, τυχοδιωκτισμό και πολλά άλλα που κατά καιρούς έχουν γραφεί και ειπωθεί βαρύγδουπα. Ερμήνευσαν την ήττα του Δεκέμβρη με τον εξοστρακισμό της ίδιας της επαναστατικής πάλης, με τη θεωρία της υποταγής και του συμβιβασμού. Ακόμα και τώρα επειδή ο Δεκέμβρης δεν είναι εύκολος σε χειρισμούς και προσαρμογή παραμένει μια επέτειος που απωθεί, που πρέπει να ξεχαστεί, να περάσει απλά στην ιστορία.

Ακόμα και τώρα η δήθεν αριστερή και ριζοσπαστική ιστοριογραφία θεωρεί τον Δεκέμβρη ανεπιθύμητο, χαμένο από χέρι, αναντίστοιχο. Γι’ αυτούς ο Δεκέμβρης ήταν ακόμη μια προσπάθεια βιασμού της ιστορίας, πάνω από τα κοινωνικά δεδομένα και συσχετισμούς, επικίνδυνος μέχρι στο σημείο να θεωρούν ότι η νίκη του Δεκέμβρη μπορούσε να σημαίνει την έναρξη του Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου και την ανατροπή της πορείας του πολέμου!

Ανασκοπώντας την διαδρομή προς τον Δεκέμβρη, από τις πρώτες σχεδόν ημέρες της Γερμανικής κατοχής, τις πρώτες σκόρπιες ανταρτοομάδες που δημιούργησαν οι αποκομμένες οργανώσεις του ΚΚΕ σε διάφορα σημεία της χώρας ως την τελευταία φάση όπου ο ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ και οι υπόλοιπες μαζικές αντιστασιακές οργανώσεις έφτασαν στο μέγιστο της δύναμης και ακτινοβολίας τους είναι ολοφάνερη μια ολοένα και διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες, την θέληση, την αποφασιστικότητα των από κάτω με τις επιλογές, την στόχευση, την αποφασιστικότητα των από πάνω.

Η ηγεσία του ΚΚΕ και οι κομμουνιστές σ’ όλα τα επίπεδα, απ’ τα πιο χαμηλά ως τα πιο υψηλά, αποτέλεσαν την προωθητική δύναμη, τη ραχοκοκαλιά και το συλλογικό οργανωτή και καθοδηγητή της μεγάλης λαϊκής και αντιφασιστικής αντικατοχικής αντίστασης. Από τα πρώτα ουσιαστικά βήματα ανασυγκρότησης του ΚΚΕ με την 6η Ολομέλεια στις αρχές του Ιούλη του 1941, η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ ρίχνεται σ’ αυτήν την δουλειά, κινητοποιεί και οργανώνει το δυναμικό που γυρνάει από τις εξορίες, ανασυγκροτεί τις οργανώσεις, προχωρά στην ίδρυση του Εργατικού ΕΑΜ και αργότερα του ΕΑΜ, ενώ οι πρώτες ανταρτοομάδες που χτύπησαν Γερμανούς βγήκανε ήδη από τον Ιούνη του 1941 με απόφαση του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ στις περιοχές Νιγρίτας και Κιλκίς. Μέσα σ’ ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα η ηγεσία του Ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος παίρνει την πρωτοβουλία των κινήσεων και αναδείχνεται επικεφαλής ενός πλειοψηφικού ισχυρότατου μαζικού κινήματος. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός που ανεξάρτητα από την τροπή των πραγμάτων και τις κατοπινές ανεπάρκειες, λάθη, αναντιστοιχίες κλπ χρεώνεται σ’ αυτό το δυναμικό που καθοδήγησε αυτόν τον αγώνα. Γιατί Αντίσταση κατά της τριπλής κατοχής από τις λαϊκές μάζες σίγουρα θα υπήρχε και θα αναπτύσσονταν προοδευτικά αυτήν την περίοδο. Αλλά Αντίσταση οργανωμένη, συλλογική, τέτοιας κλίμακας και έκτασης χωρίς την καθοδήγηση των κομμουνιστών δεν θα μπορούσε να υπάρξει!

Από την 6η Ολομέλεια γίνεται σαφής αναφορά και συσχέτιση του αγώνα για εθνική απελευθέρωση με την διεκδίκηση της κοινωνικής απελευθέρωσης. Οι συσχετίσεις αυτές δεν λείπουν ούτε και στα κατοπινά κομματικά κείμενα. Η επιβεβαίωση όμως των διακηρύξεων γίνεται στην ίδια τη ζωή. Σ’ αυτήν παίρνουν σάρκα και οστά, γίνονται υλική δύναμη.

Η ηγεσία του ΚΚΕ μπροστά στο δίλημμα για το πάρσιμο της εξουσίας από το λαό προτίμησε να ελιχθεί, να αποφύγει να δώσει καθαρές και μακροπρόθεσμες απαντήσεις, απέφυγε να κινηθεί αποφασιστικά σ’ αυτή την κατεύθυνση, να προετοιμαστεί. Ιδιαίτερα όσο αφορά το ζήτημα του ξένου παράγοντα που για την Ελλάδα -όπως για χώρες που βρίσκονταν κάτω από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό ιστορικά- αποτελούσε κλειδί για τη λύση του εσωτερικού προβλήματος και την κατάκτηση της κοινωνικο-πολιτικής εξουσίας.

Ακριβώς στο ζήτημα αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ ακολούθησε μια ολοκληρωτικά λαθεμένη πολιτική, υποχωρήσεων και συμβιβασμών, έλλειψη βαθιάς κατανόησης του περίπλοκου χαρακτήρα του πολέμου, των αλλαγών και των μεταπτώσεών του, των προοπτικών που ανοίγονταν.

Όταν οι επικεφαλής των στρατιωτικών στις παραμονές ίδρυσης του ΕΛΑΣ βάζουν το ερώτημα του σκοπού τού υπό ίδρυση στρατού -ανεξάρτητα στον ποιο βαθμό το συνειδητοποιούν- στην ουσία θέτουν τον πυρήνα του μελλοντικού προβλήματος-διλήμματος. Ξεσπά μια έντονη αντιπαράθεση που η κατάληξή της είναι μια λύση "βλέποντας και κάνοντας". Η ηγεσία του ΚΚΕ, απολυτοποιώντας την κύρια πλευρά συμπαράταξης με την αντιχιτλερική συμμαχία αρνείται να μπει στην συζήτηση, να δει το ζήτημα συνολικά.

Σχεδόν αμέσως ξεσπά μια δεύτερη αντιπαράθεση που συνεχίστηκε για καιρό μετά, ενδεικτική μιας αντίληψης που υπήρχε. Για το πού θα γίνει η συμμαχική (δηλαδή αγγλική) απόβαση στην Μεσόγειο. Η ηγεσία του ΚΚΕ για καιρό λειτουργεί και κάτω από το βάρος της αγγλικής προπαγάνδας με περίπου δεδομένη την εκδοχή της αγγλικής μαζικής απόβασης στην Ελλάδα για να προωθηθούν προς τα Βαλκάνια, παρά τις προφανείς αντικειμενικές δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Με επίκεντρο την 8η Ολομέλεια του Γενάρη του 1942 πραγματοποιείται μια έντονη αντιπαράθεση σ’ αυτό το ζήτημα που καταλήγει σε επιφανειακή υποχώρηση της ηγεσίας του ΚΚΕ, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά η θεώρηση των πραγμάτων.

Παρά τις συνεχείς αντιδράσεις και πιέσεις οι Εγγλέζοι καταφέρνουν να ανασυστήσουν ένα αξιόλογο δίκτυο (και εσωτερικής πληροφόρησης) απλώνοντας τους συνδέσμους τους μέσω της λεγόμενης Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής σ’ όλες σχεδόν τις μεγάλες μονάδες του ΕΛΑΣ, κινούνται υπονομευτικά, δικτυώνονται, παίρνουν πρωτοβουλίες κλπ. Επιστέγασμα η υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής τον Ιούλη του 1943.

Η επαναφορά της εκδοχής αγγλικής απόβασης, ύστερα από την ιταλική συνθηκολόγηση συνδυάστηκε στην πορεία με το γνωστό σχέδιο ΚΙΒ?ΤΟΣ που οι Εγγλέζοι παρελκυστικά επέβαλλαν σαν μια επιπλέον δέσμευση για τον ΕΛΑΣ αλλά και για να αναπαράγουν την εκδοχή της αγγλικής-συμμαχικής απόβασης.

Ο Λίβανος και η Καζέρτα είναι αρκετά γνωστά για να μην χρειάζεται να αναφερθούμε ιδιαίτερα. Βρίσκονταν και τα δύο στην ίδια κατεύθυνση συμβιβασμού-υποχώρησης απέναντι στον αγγλικό παράγοντα.

Το ΚΚΕ με το ξέσπασμα του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη προσδιορισμού του χαρακτήρα του. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το σοβαρό αυτό ζήτημα μπήκε μπροστά στους κομμουνιστές τότε, σε μια περίοδο πολύ δύσκολη. Η Μεταξική δικτατορία είχε ήδη εξαπολύσει ένα πρωτοφανές κύμα διωγμών, το ΚΚΕ στην ουσία ήταν διαλυμένο, και με σοβαρά εσωτερικά προβλήματα που εντάθηκαν από την παρέμβαση των δυνάμεων Ασφαλείας. Η συντριπτική πλειοψηφία των μετέπειτα ηγετικών στελεχών βρισκόταν στις εξορίες και τις φυλακές και μόνο η Ακροναυπλία διατηρούσε μια ικανοποιητική συσπείρωση και δυνατότητες. Τμήμα της Γ’ Διεθνούς, το ΚΚΕ τοποθετείται με την γενική γραμμή για ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ουδετερότητα της Ελλάδας, μη εμπλοκή όπως επεδίωκαν οι Εγγλέζοι κλπ. Οι εξελίξεις είναι όμως ραγδαίες. Η Κομμουνιστική Διεθνής σχετικά έγκαιρα σε ειδική απόφασή της δίνει ορισμένες σημαντικές οδηγίες σε περίπτωση Ελληνο-ιταλικού πολέμου. Δεν είναι γνωστό τι ήξερε και τι δεν ήξερε ο Νίκος Ζαχαριάδης από αυτή την αλληλογραφία. Η οδηγία στέλνεται στα τέλη του Ιούλη του 1939 και ο Σιάντος αργότερα το 1942 υποστηρίζει ότι ορισμένοι την πήρανε τότε μέσα στην Ελλάδα. Παρότι μεσολαβεί το Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης, το οποίο δημιουργεί αντιπαραθέσεις και συγχύσεις, το ΚΚΕ με το γνωστό γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη καταφέρνει όχι μόνο να σταθεί μέσα στις οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς αλλά κυρίως να δώσει μια σωστή απάντηση στα διλήμματα που μπήκανε. Αυτό αποτελεί κρίσιμο αξιολογητικό στοιχείο, κατά τη γνώμη μας, για την δυναμική, τις ισχυρές εσωτερικές ρίζες, τις δυνατότητες του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, αλλά ταυτόχρονα και αφετηρία για την μετέπειτα εντυπωσιακή πορεία του.

Το ζήτημα του χαρακτήρα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, της αντιμετώπισης της αντιχιτλερικής συμμαχίας και η θέση της Ελλάδας, αποτέλεσε κατά τη γνώμη μας από τα καθοριστικά ζητήματα που αντιμετώπισε η ηγεσία του ΚΚΕ. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πιο αιματηρός, ο πιο παγκόσμιος, ο πιο γενικευμένος και περίπλοκος πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν μια διαρκής αλληλουχία μεταπτώσεων, μεταβολών, αλλαγών κλπ. Η ηγεσία του ΚΚΕ στην πορεία δεν μπόρεσε να αξιολογήσει σωστά και με ακρίβεια, και με επίκεντρο την ελληνική πραγματικότητα, και κατά περίπτωση τα μεταβαλλόμενα δεδομένα, να αξιολογήσει τις κύριες και δευτερεύουσες πλευρές, τον διττό χαρακτήρα του, τα χαρακτηριστικά της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Στην πορεία η κύρια πλευρά απολυτοποιήθηκε, κυριάρχησε πλήρως στην σκέψη και τις ενέργειές της, δεν μπόρεσε να διακρίνει ότι στην Ελλάδα οι μεταβολές, η έκβαση του πολέμου υπαγόρευαν διαφοροποίηση της στάσης. Η στρεβλή, μονόπλευρη αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος μπλέχτηκε με το ζήτημα του μεταπολεμικού ρόλου-θέσης της χώρας, με το ζήτημα του ξένου παράγοντα και τα ισχυρά αποτυπώματα της αντίληψης και ιδεολογίας περί μικρής και αδύναμης Ελλάδας.

Οι Εγγλέζοι, παρά τις ποικίλες παρελκυστικές ενέργειες τους, από πολύ νωρίς έκαναν ολοφάνερη την πρόθεσή τους. Τα γεγονότα στη Σάμο τον Σεπτέμβρη-Οκτώβρη του 1943 (που οι ίδιοι τότε ομολόγησαν ότι ήταν ένα πρώιμο μετακατοχικό πολιτικό πείραμα) αλλά και όσα συνέβησαν στη Μέση Ανατολή ήταν πολύ χαρακτηριστικά και προειδοποιητικά. Δεν άφηναν περιθώρια για παρερμηνείες σ’ όσους ήθελαν να βλέπουν τα πράγματα καθαρά.

Από τις αρχές του 1944 τα κύρια μέτωπα και οι μελλοντικές προκλήσεις αρχίζουν να φαίνονται καθαρά. Αυτό που λείπει είναι ένα γενικό, πανελλαδικό πολιτικο-στρατιωτικό σχέδιο που να αφορά την λύση-απάντηση του εσωτερικού προβλήματος. Αντί γι’ αυτό, αυτό που κυριαρχεί είναι η ραγδαία μετάπτωση σε θέσεις-επιλογές-αποφάσεις-δεσμεύσεις που δημιουργούν επιπρόσθετα εμπόδια, καθυστερούν την ανάπτυξη-ενίσχυση του ΕΛΑΣ, σπαταλούν χρόνο και ευκαιρίες για αύξηση της μαχητικής ικανότητάς του και δεν προσανατολίζουν το ένοπλο δυναμικό στα κύρια επίκεντρα του αγώνα. Τα προβλήματα που ανακύπτουν με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και αργότερα στη φάση αποχώρησής τους είναι ενδεικτικά. Εκείνη την περίοδο η ηγεσία του ΚΚΕ αγνοεί επιδεικτικά τις προτάσεις του ΓΣ του ΕΛΑΣ, αρνείται στην ουσία να μπει σε μια πορεία δράσης του ΕΛΑΣ που θα τον προετοίμαζε γι’ αυτό που θα ερχόταν.

Στο ζήτημα αυτό θέλουμε να σταθούμε ιδιαίτερα.

Ο ΕΛΑΣ ήταν ένας λαογέννητος αντάρτικος στρατός που κουβαλούσε τα θετικά αλλά και τα αρνητικά αυτού του βασικού χαρακτήρα του. Στην πλειοψηφία του επανδρωνόταν από αγροτικές μάζες της υπαίθρου, ενώ στις πόλεις η διάταξη και η εμπειρία του εξαντλούταν σε αμυντικού χαρακτήρα επιχειρήσεις χωρίς ιδιαίτερη εμπειρία σε μάχες κατάληψης πόλεων, οδομαχίες. Στο διάστημα ανάπτυξής του στελεχώθηκε επιτελικά από στρατιωτικά στελέχη του αστικού στρατού, αυτό όμως δεν άλλαξε σημαντικά τον χαρακτήρα του. Η ηγεσία του ΚΚΕ αντιμετώπισε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μια ραγδαία ανάπτυξή του την οποία όφειλε να αξιοποιήσει και να προσπαθήσει να βελτιώσει τις ποιοτικές αδυναμίες του. Αυτό, αν και στρατιωτικού χαρακτήρα ζήτημα, προϋπόθετε μια σαφή κατεύθυνση ως προς το ρόλο που θεωρούσε ότι έπρεπε να παίξει στην μετακατοχική Ελλάδα. Τέτοια σαφής προοπτική δεν υπήρχε. Γι’ αυτήν ο ΕΛΑΣ αποτελούσε ένα μέρος και όχι το όλο της λύσης. Μια συμπληρωματική δύναμη για να ενισχυθούν οι πολιτικοί ελιγμοί, οι πιέσεις και οι εκβιασμοί για συνεννόηση. Είναι γνωστό πλέον ότι ως προς αυτό το ζήτημα σ’ όλη την περίοδο ανάπτυξης του ΕΛΑΣ -και στην αρχή όπως είπαμε πιο πάνω- υπήρξε αντιπαράθεση στα πλαίσια της πολιτικο-στρατιωτικής ηγεσίας. (και δεν αναφερόμαστε μόνο στην περίπτωση του Άρη). Η αντιπαράθεση που γινόταν με ατελή στρατιωτικό τρόπο αφορούσε όμως σημαντικές στην ουσία πολιτικές πλευρές (Διάταξη, οργάνωση, εξοπλισμός, εκπαίδευση, επιχειρήσεις κλπ). Οι απαντήσεις που κατά καιρούς δίνονταν ήταν ανάλογες της πρώτης απάντησης, του "βλέπουμε και κάνουμε".

Επιπλέον στα προβλήματα αυτά προστέθηκε και η αγγλική παρέμβαση (συμμαχική στα λόγια) η οποία επεδίωκε μόνιμα τον περιορισμό δράσης του ΕΛΑΣ, τον αποπροσανατολισμό του, την φθορά του και το αλυσόδεμά του με συνθήκες και συμφωνίες. Η περίπτωση Ζέρβα, η ενίσχυση του ΕΔΕΣ μπορεί να ήταν η κορυφαία περίπτωση υπονομευτικής πολιτικής των Άγγλων αλλά δεν ήταν η μοναδική.

Εδώ θέλουμε να κάνουμε μια παρένθεση για μια ιδιαίτερη αναφορά. Λιγότερο για την προσωπική περίπτωση και περισσότερο γιατί έχει μια ευρύτερη ερμηνευτική αξία. Για πολλά χρόνια και μέχρι πρότινος, παρά το γεγονός ότι αρκετοί είχαν αναφερθεί σ’ αυτήν, η μυστική έκθεση Μακρίδη δεν ήταν πλήρως γνωστή. Γράφτηκε στα 1945 ύστερα από εντολή του Νίκου Ζαχαριάδη σ’ ένα κύκλο προσωπικών εκθέσεων που ζητηθήκανε τότε από τον ηγέτη του ΚΚΕ που είχε επιτρέψει λίγο καιρό πριν από το Νταχάου. Ακόμα και τώρα υπάρχουν αρκετοί από αριστερή πλευρά που την θεωρούν "έκθεση κατά παραγγελία". Έχουμε εντελώς διαφορετική γνώμη. Ο Μακρίδης έγραψε ακριβώς ό,τι πίστευε, και τουλάχιστον αυτός ήταν συνεπής στη θεώρησή του, από την αρχή του αγώνα ως το τέλος. Είναι πλέον διασταυρωμένο ότι αποτελούσε (περισσότερο και από τον Άρη) μια μόνιμη φωνή κριτικής και όχι εκ των υστέρων. Ο Μακρίδης δεν ήταν ένας τυχαίος αξιωματικός του ΕΛΑΣ. Ήταν από την αρχή στον σκληρό πυρήνα της ηγεσίας του ΕΛΑΣ, αργότερα επιτελικός του ΓΣ, ο σχεδιαστής του πρώτου και ανεφάρμοστου σχεδίου κατάληψης της Αθήνας-Πειραιά, ο πιο στενός στρατιωτικός σύμβουλος του Νίκου Ζαχαριάδη στην προετοιμασία των σχεδίων για το δεύτερο αντάρτικο μέχρι την σύλληψή του. Η προσωπική διαδρομή του μετά είναι παράλληλη με την γενικότερη τραγωδία του αριστερού κινήματος αλλά δεν είναι της στιγμής. Για αρκετούς (και όχι άδικα) ο πιο συγκροτημένος και με μεγάλες δυνατότητες επιτελικός στρατιωτικός του ΕΛΑΣ που θα μπορούσε να ήταν και ο επικεφαλής του, αν δεν επιλεγόταν ο Σαράφης. Η έκθεσή του είναι μια λεπτομερής -από στρατιωτική σκοπιά κύρια- ανάλυση των τακτικών και στρατηγικών αδυναμιών του ΕΛΑΣ ακριβώς στο ζήτημα του κύριου στόχου του, του χαρακτήρα του και στα ζητήματα που αφορούν τις διάφορες παλινωδίες της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αποτελεί έναν πολύ διαφωτιστικό οδηγό για την πορεία ως το Δεκέμβρη και έχει ιδιαίτερη πολιτική αξία για να ερμηνευτούν αρκετά πράγματα.

Το εκπληκτικό είναι ότι ακόμα και τώρα η έκθεση αυτή αντιμετωπίζεται μ’ έναν υποτιμητικό τρόπο από την λεγόμενη "αριστερή" ιστοριογραφία, κατατάσσεται αυθαίρετα σαν μια τεχνικού -άνευ ιδιαίτερης αξίας- χαρακτήρα έκθεση ή, όπως λέχθηκε προχθές σε μια εκδήλωση στο πανεπιστήμιο της πόλης μας, μια έκθεση που ασχολείται με το πού θα τοποθετηθούν τα πολυβόλα γύρω από το κέντρο της Αθήνας!!!

Ο λόγος αυτής της απαξιωτικής προσέγγισης για μας είναι προφανής. Ο Μακρίδης ήταν από εκείνους που θεωρούσε ότι ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜικό λαϊκό κίνημα μπορούσε -υπό ορισμένες προϋποθέσεις- να νικήσει του Εγγλέζους και τους ντόπιους αντιδραστικούς. Ήταν από εκείνους που πίστευε ότι έπρεπε και μπορούσε να υπάρξει ένας διαφορετικός αποφασιστικός προσανατολισμός, και αυτό θεωρείται ως τις ημέρες μας απαράδεκτος βολονταρισμός, τυχοδιωκτισμός και αριστερισμός.

Η ηγεσία του ΚΚΕ από τις πρώτες ημέρες της απελευθέρωσης μπαίνει μπροστά στα σκληρά διλήμματα που θεωρούσε ότι μπορούσε να αποφύγει. Οι Εγγλέζοι ήδη είχαν αποφασίσει να συγκρουστούν με τον ΕΛΑΣ και να επιβάλλουν την κυριαρχία τους, να επαναφέρουν το βασιλιά και να κρατήσουν έτσι την Ελλάδα στη σφαίρα επιρροής τους. Σε αντίθεση μ’ αυτή την ολοκάθαρη προοπτική, οι ταλαντεύσεις, οι αλλοπρόσαλλες κινήσεις και η υποχωρητικότητα συνεχίζονται, επικρατεί μια γενικευμένη αναποφασιστικότητα. Κύριο χαρακτηριστικό, η αντίληψη ότι με την άσκηση πιέσεων και εκβιασμών μπορεί να επιτευχθεί ένας πολιτικός διακανονισμός, ενώ ο ΕΛΑΣ συνεχίζει να αντιμετωπίζεται σαν διαπραγματευτικός κύρια παράγοντας. Ενώ είναι πλέον καθαρό ότι η κύρια δύναμη κρούσης, ο κύριος παράγοντας θα ‘ναι οι Εγγλέζοι, η ηγεσία του ΚΚΕ έχει την αυταπάτη ότι μπορεί να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του, να περιοριστούν αυτοί σε ρόλο επιδιαιτητή.

Μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευτεί και ο τρόπος που δόθηκε η μάχη της Αθήνας που από στρατιωτική σκοπιά ήταν επιεικώς απαράδεκτος, ηττοπαθής και χωρίς αποφασιστικότητα. Και δεν εννοούμε εδώ την μαχητικότητα και την ηρωική αυτοθυσία των τμημάτων του ΕΛΑΣ και του ένοπλου λαού. Οι Εγγλέζοι όχι μόνο επέλεξαν τον χρόνο της σύγκρουσης αλλά και είχαν -σε αντίθεση με την στρατιωτικο-πολιτική ηγεσία της Αντίστασης- ξεκάθαρους στόχους.

Με βάση τις δεσμεύσεις της Καζέρτας ο ΕΛΑΣ παραμένει καθηλωμένος στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας ενώ ένα σημαντικό τμήμα του στέλνεται για να αντιμετωπίσει τον Ζέρβα. Η ανάληψη της ευθύνης από τη νεοσυσταθείσα ΚΕ του ΕΛΑΣ και ο παραγκωνισμός του ΓΣ μπορεί να δικαιολογηθεί με την ανάγκη ενοποίησης του πολιτικού και στρατιωτικού κέντρου, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει ίχνος κατανόησης στο ότι ένα ολόκληρο στρατιωτικό (150 στελέχη) επιτελείο, διακλαδωμένο με αρκετά έμπειρα στελέχη βρέθηκε να παρακολουθεί από μακριά τη μάχη της Αθήνας, επιτελείο της οποίας ήταν μια ολιγομελής ομάδα. Η κίνηση των μονάδων του ΕΛΑΣ έγινε σε πλήρη αντίθεση με το σχέδιο κατάληψης της Αθήνας-Πειραιά που είχε εκπονήσει το ΓΣ του ΕΛΑΣ την προηγούμενη περίοδο.

Στην πραγματικότητα -και ανεξάρτητα από την σχετική ή απόλυτη συνείδηση των πρωταγωνιστών- η μάχη του Δεκέμβρη δόθηκε ατελώς και είχε στόχο έναν πολιτικό διακανονισμό με προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης με τους Εγγλέζους.

Ο Μακρίδης συνοψίζοντας παραθέτει τους βασικούς λόγους που χάθηκε η μάχη της Αθήνας με τον ιδιαίτερο στρατιωτικό λόγο που χαρακτηρίζει την έκθεσή του:

"α) Η αρχική κακή γενική κατανομή των δυνάμεων των αποστολών.

β) Η έλλειψις γενικού σχεδίου ενεργείας συνολικού, διηρθρωμένου και ενιαίου.

γ) Η μη επισυσσώρευσις περί το κύριον επίκεντρον Αττικής επαρκών δυνάμεων προ της ενάρξεως του ενόπλου αγώνος.

δ) Η μη επισυσσώρευσις περί το κύριον επίκεντρον Αττικής επαρκών δυνάμεων προ της ενάρξεως της αποφασιστικής φάσεως του ενόπλου αγώνος.

ε) Η κατά τάγμα, στάγδην προώθησις των εφεδρειών προς το επίκεντρον Αττικής και η άμεσος εμπλοκή των εις τον αγώνα.

στ) Η ηθελημένη, συστηματική και αδικαιολόγητος απόρριψις υπό της ΚΕ του ΕΛΑΣ πάσης προτάσεως του ΓΣ, σκοπούσης να βελτιώση την κατάστασιν.

ζ) Η υπό της ΚΕ του ΕΛΑΣ παράτασις του αγώνος τριβής εν Αττική, πέραν του ορίου κάμψεως των τμημάτων και η ως εκ ταύτης αχρήστευσις του πολεμικού δυναμικού των τμημάτων επί μακρόν χρόνον.

η) Η υπό της καθοδήγησης του ΚΚΕ-ΕΑΜ κτλ ανάθεσις της ανωτάτης Δ/νσεως (Αρχιστρατηγίας) εις τριμελή επιτροπήν μη διαθέτουσαν επιτελείον, υπηρεσίας, μέσα, κτλ, ενώ υπήρχε συγκροτημένον και λειτουργούν ΓΣ, διαθέτον εκτός των πεπειραμένων μελών της Δ/νσεως του, επιτελείον, υπηρεσίας, μέσα κτλ.

θ) Η υπό των μελών της ΚΕ του ΕΛΑΣ εξάσκησις της Δ/νσεως εκ σταθμού τινός Δ/νσεως (και δη μη διαθέτοντος επαρκή μέσα μεταβιβάσεων), χωρίς να επιζητώσι ή δέχωνται προσωπικάς επαφάς με τα μέλη των υποτεταγμένων Δ/νσεων και ειδικώς του ΓΣ.

ι) Η αποστολή προς το ΓΣ διαταγών της ΚΕ του ΕΛΑΣ αλλοπροσάλλου και αναιτιολογήτου περιεχομένου, η προς το οποίον συμμόρφωσις δεν ηδύνατο να έχει άλλο αποτέλεσμα εκτός της ήττης και των κατά του ΕΔΕΣ δρωσών δυνάμεων."

Πλήθος πλέον στοιχείων, μαρτυριών κλπ. διασταυρώνουν αυτές τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα. Ακόμη και εάν δεχθούμε ότι καλώς ή κακώς έπρεπε να εμπλακεί ο ΕΛΑΣ στη σύγκρουση από τις αρχές του Δεκέμβρη και όχι μετά από ένα δεκαήμερο-δεκαπενθήμερο, όπως ζητούσε το ΓΣ του ΕΛΑΣ, η κατεύθυνση της επίθεσης περιμετρικά του κέντρου της Αθήνας και αποκλειστικά στα τμήματα της ελληνικής αντίδρασης, η μη κινητοποίηση των υπόλοιπων δυνάμεων έξω από την Αττική, η έλλειψη αποφασιστικότητας ως προς τη σταδιακή ενίσχυση των Εγγλέζων που αφήνονταν να έρθουν στην Αττική από διαφορετικά σημεία της χώρας, η γενικότερη διεύθυνση αυτής της μάχης κλπ. δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική απαίτηση της στιγμής.

Έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τα αίτια, τις ρίζες, της Δεκεμβριανής ήττας και ευρύτερα του ΕΑΜικού αντικατοχικού απελευθερωτικού λαϊκού αγώνα. Στην ήττα συνήθως όλα μπαίνουν κάτω από μια συνεχή επανεξέταση, πιάνονται όλες οι πλευρές, κύριες, δευτερεύουσες ή ακόμα και ανύπαρκτες. Αυτό δεν είναι κακό. Κακό είναι η προσπάθεια να δικαιολογηθούν εκ των υστέρων πολιτικές στάσεις και επιλογές με ανακατασκευή των γεγονότων και των δεδομένων και διαφόρων τύπων αυθαιρεσίες.

Η μεταβαρκιζιακή ηγεσία του ΚΚΕ και ειδικά μετά τη λήξη του εμφυλίου προσπάθησε να απαντήσει το ζήτημα με έναν γνωστό αντι-ιστορικό τρόπο που έκλεινε τη συζήτηση και αναπαρήγαγε σχήματα που δεν βοηθούσαν σε μια βαθύτερη κατανόηση. Τα ‘ριξε όλα στον υπονομευτικό ρόλο ορισμένων ανθρώπων με επικεφαλής το Σιάντο και θεώρησε ότι έτσι έκλεινε το θέμα. Στη γραμμή αυτή υποτάχτηκαν και όλοι όσοι είχαν βαρύνοντα ρόλο στις εξελίξεις και συναποφάσιζαν.

Δεν είμαστε από εκείνους που υποτιμούν το ρόλο, το χαρακτήρα, τις ενέργειες του εχθρικού (ιμπεριαλιστικού-εσωτερικού) παράγοντα, που νομίζουνε ότι όλα γίνονται μόνο πάνω στο τραπέζι. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το ΚΚΕ είχε κακοπάθει αρκετά από αυτού του χαρακτήρα χτυπήματα. Είχε διαμορφωθεί μια ορισμένη αντίληψη πλατιά στο στελεχικό-κομματικό δυναμικό και αυτό όχι εντελώς άδικα. Οι Εγγλέζοι (και όχι μόνο) σαφώς κάνανε διαφόρων τύπων υπονομευτική δουλειά. Αυτό είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Μόνο που τα ιστορικά γεγονότα -και μάλιστα τέτοιας κλίμακας- δεν μπορούν να ερμηνευτούν με όρους πρακτορολογίας, πέρα από το ότι κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί, τουλάχιστον γι’ αυτούς που δέχθηκαν τις κατηγορίες.

Κατά τη γνώμη μας, η κύρια πλευρά, το κύριο ζήτημα που αναδείχθηκε και απαντήθηκε -όπως απαντήθηκε- αφορούσε ακριβώς τη βασική θεώρηση της ηγεσίας του ΚΚΕ ως προς τη διεθνή θέση της Ελλάδας, το ρόλο του ξένου παράγοντα, τις δυνατότητες ρήξης-αντιπαράθεσης με αυτόν. Αυτό περιπλέχτηκε επιπλέον με την απολυτοποίηση των χαρακτηριστικών της αντι-χιτλερικής συμμαχίας, τη λειψή κατανόηση των αντιφάσεων και των διαφορετικών προοπτικών που ανοίγονταν. Αυτό δεν ήταν ένα ζήτημα απλά διαβάσματος των δεδομένων της συγκυρίας, αλλά μια βαθύτερη αδυναμία.

Από την πρώτη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους ο ραγιαδισμός υπήρξε μαζί με την "Μεγάλη Ιδέα" η κύρια ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Ραγιαδισμός και Μεγαλοϊδεατισμός -εκ πρώτης όψης αντίθετα- ήταν δίδυμα αδέρφια, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όπως και τώρα ο ελληνικός εθνικισμός είναι η άλλη όψη της υποτέλειας στους ιμπεριαλιστές. Όποτε εκφράστηκαν δυναμικά, αυτό έγινε με την υποστήριξη-παρότρυνση των ξένων δυνάμεων, με τις πλάτες των ιμπεριαλιστών ή με την ιδέα ότι μπορεί να στηριχτούμε σ’ αυτές.

Παρά τις κατά καιρούς λοιδορίες, υποτιμήσεις και απαξιώσεις από διάφορους δήθεν ταξικούς αναλυτές και ειδικούς, η ιστορία έχει αποδείξει περίτρανα και όχι μόνο μια φορά, ότι το ζήτημα της ξένης επικυριαρχίας στην Ελλάδα είναι άρρηκτα δεμένο με την ιστορία της, την προοπτική, έχει επιδράσει καταλυτικά και είναι μια από τις κύριες πηγές των μεγάλων ιστορικών καμπών της. Όχι μόνο με την έννοια ενός εξωτερικού παράγοντα που θα επιδράσει, αλλά σαν καθοριστικό εσωτερικό ζήτημα, όπως είναι η πλήρης διαπλοκή της εσωτερικής αστικής εξουσίας με τους ξένους προστάτες της. Ο ραγιαδισμός, η θεωρία της αδύνατης Ελλάδας που είναι καταδικασμένη να ανήκει σε μια σφαίρα επιρροής, η αντίληψη ότι κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο σημαίνει και κυριαρχία στην Ελλάδα, επέδρασε ιστορικά και στο εργατικό κίνημα και στις λαϊκές μάζες αλλά και στο ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα.

Δεν είναι πρωτότυπη αυτή η κατάσταση. Η ιδεολογία της κυρίαρχης ελίτ επιδρά με διάφορους τρόπους στους κυριαρχούμενους, επιδρά στο κοινωνικό σώμα, αναπαράγεται, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει μια αντίθετη ανταγωνιστική ιδεολογία, μια αντίθετη δυναμική.

Το ΚΚΕ ήταν το κόμμα που πάσχισε να χτυπήσει αυτή την ιδεολογία και τις διάφορες εκφράσεις της. Άνοιξε πόλεμο με τον μεγαλοϊδεατισμό και τη ραγιάδικη ιδεολογία, τη θεωρία της Ψωροκώσταινας, της φτωχής Ελλάδας. Συσπείρωσε και ανέδειξε ένα πολύ αξιόλογο επιστημονικό-θεωρητικό δυναμικό ανθρώπων που άνοιξαν μέτωπο με τον σκοταδισμό, τις προλήψεις, τις θεωρίες της υποταγής. Έβαλε το ζήτημα της ανεξαρτησίας της χώρας και της διάρρηξης των δεσμών με την ξενική επέμβαση και εξάρτηση. Προσπάθησε να αναδείξει τις δυνατότητες του λαού να αυτοκυβερνηθεί, την δύναμη του λαϊκού πολιτισμού, της δυνατότητες μιας ανεξάρτητης οικονομικής παραγωγικής πολιτικής κλπ.

Το ΚΚΕ σαν κόμμα που αναδείχθηκε μέσα από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας έφερνε πάνω του και τα αρνητικά αποτυπώματά της. Η μάχη για την εξάλειψή τους δεν ήταν (δεν είναι) μια εύκολη μονόδρομη πορεία. Δεν αφορά απλά μια ορισμένη ιστορική φάση, δεν ολοκληρώνεται με ορισμένες αποφάσεις και κατευθύνσεις. Κρίνεται σε βάθος χρόνου, δοκιμάζεται σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές είναι μια συνεχής μάχη.

Στην κρίσιμη αυτή περίοδο το ζήτημα αυτό ξαναμπήκε με πολύ συγκεκριμένους όρους. Και δυστυχώς η κληρονομιά δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να γίνει η αναγκαία υπέρβαση. Παρότι υπήρξαν διαφορετικές φωνές, η γενική κατάσταση δεν μπόρεσε να περάσει σε μια άλλη ποιότητα.

Μην πάμε μακριά! Ας δούμε πως και σήμερα στέκονται αρκετοί απέναντι στον Δεκέμβρη και στο ΕΑΜικό κίνημα. Και δεν μιλάμε για την πλευρά της αντίδρασης και του αστισμού. Θεωρούν ότι ο Δεκέμβρης ήταν τυχοδιωκτικός, άσκοπος και από χέρι χαμένος. Θεωρούν ότι ήταν αδύνατο να ηττηθεί η Αγγλία. Φτάνουν μέχρι να δηλώνουν ότι εάν τα πράγματα πηγαίνανε διαφορετικά θα είχαμε μέχρι και τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο!

Εδώ ακριβώς είναι ένα επιπλέον οξύμωρο της ραγιάδικης λογικής. Από τη μια το αδύνατο της νίκης πάνω στους ισχυρούς από μια μικρή χώρα και έναν μικρό λαό και από την άλλη η αίσθηση του ομφαλού της γης, όπου όλα περίπου παίζονται σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου. Και αφού όλα παίζονται εδώ, αφού είχαμε την δυστυχία οι πρόγονοί μας Πελασγοί-Δωριείς-Ίωνες κλπ να διαλέξουν να κατοικήσουν σ’ αυτή την ακαταμάχητη γεωστρατηγική περιοχή που είναι κρίσιμη για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας, των Βαλκανίων, των δρόμων προς τη Μέση Ανατολή, ε τότε, είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε κάτω από την ισχύ και την εξουσία παλιών και σύγχρονων αυτοκρατόρων. Και για να τα έχουμε καλά με την τρικυμισμένη συνείδησή μας, κάνουμε λεπτομέρεια το ζήτημα της εξάρτησης, την καταργούμε, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε για το γεγονός ότι αυτή η χώρα έχει ξένα αφεντικά και ησυχάζουμε. Κάθε άλλη σκέψη είναι γραφική-τριτοδιεθνιστική-τυχοδιωκτική. Εδώ κρύβεται ο κ. μικροαστός, αυτός που καταργεί την πραγματικότητα για να είναι ήσυχος και να μην πολυσκοτίζεται. Αν σας θυμίζουν τίποτε αυτά σε σχέση με το σήμερα, καλά κάνουν και σας θυμίζουν.

Εδώ, βέβαια, μπορεί δίκαια να διατυπωθεί μια ένσταση. Και ο διεθνής συσχετισμός, ο συσχετισμός στην περιοχή, οι δυνατότητες, η αξιολόγηση των δυνατοτήτων των αντιπάλων πάνε περίπατο; Όχι βέβαια! Δεν ήμασταν ποτέ αφελείς και δεν σκοπεύουμε να γίνουμε τώρα.

Η Αγγλία ήταν τότε η παγκόσμια δύναμη, κατερχόμενη παγκόσμια δύναμη, εξασθενημένη κλπ αλλά παγκόσμια δύναμη για τα δεδομένα της εποχής. Η απόσυρση άρχισε λίγο αργότερα, οι όροι φυσικά προετοιμάζονταν, για να ενσκήψουν οι ΗΠΑ. Ειδικά στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που μας ενδιαφέρει περισσότερο, είχε αυξημένες δυνατότητες και δηλωμένο χωρίς περιστροφές ιμπεριαλιστικό ενδιαφέρον. Το ίδιο και για τα Βαλκάνια και φυσικά για την Ελλάδα που, όπως πηγαίνανε τα πράγματα, τη θεωρούσε σαν αυτό που μπορούσε να απομείνει στη χερσόνησο η προέκταση της οποίας στη θάλασσα έχει-είχε προφανή γεωστρατηγική σημασία για τον έλεγχο των διόδων. Αυτά ήταν γνωστά από πολύ παλιά.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, η Αγγλία είχε καθοριστική υπεροχή επιρροής σε διάφορα επίπεδα, δεσμούς, δικτύωση, κανάλια επηρεασμού κλπ. Φρόντισε και στην Κατοχή να έχει στενό μαρκάρισμα. Κυβέρνηση Καΐρου, η βασιλική δυναστεία στο Λονδίνο, η συγκρότηση του "εθνικού στρατού" μετά το μακελειό στη Μέση Ανατολή, η Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή, οι σχέσεις με τον κρυμμένο στα υπόγεια αστικό κόσμο, οι συμφωνίες με τους Γερμανούς κλπ, κλπ. Μέχρι και το τουρκικό χαρτί ήταν έτοιμη να παίξει. Αποφασιστικότητα; Βεβαίως! Σε σημείο μάλιστα να διοχετεύει και τη θεωρία ότι η μετέπειτα πορεία του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου θα κριθεί στην Ελλάδα! Υπερβολές και μπλοφάρισμα; Πάλι βεβαίως.

Έπρεπε η ηγεσία του ΚΚΕ να τα μετρήσει όλα; Οπωσδήποτε! Θα ‘ταν και αυτό ασυγχώρητο λάθος εάν δεν μετρούσε επιπτώσεις, συσχετισμούς, κινδύνους και θεωρούσε ότι απλά το ζήτημα ήταν να γίνει μια παρέλαση στο κέντρο της Αθήνας. Άλλωστε και να ήθελε να το νομίζει, ο αντίπαλος φρόντισε πολύ νωρίς να δείξει τα δόντια του.

Το σωστό διάβασμα των συσχετισμών, η εκτίμηση του εξωτερικού παράγοντα, οι δυνατότητες κάθε στιγμής για χώρες σαν την Ελλάδα ιδιαίτερα, έχει πολύ μεγάλη σημασία για τις πρωτοβουλίες του λαϊκού και επαναστατικού κινήματος. Γιατί το ζήτημα εξουσίας δεν είναι απλά εσωτερικό ζήτημα και τις περισσότερες φορές -όπως του Δεκέμβρη- δεν είναι κυρίως εσωτερικό ζήτημα. Απ’ αυτό το σημείο όμως μέχρι το σημείο η κάθε εξέταση να καταλήγει στο αδύνατον ή μάλλον να ξεκινάει απ’ αυτό, υπάρχει μεγάλη απόσταση που μόνο μια βαθιά, λαθεμένη, ηττοπαθής λογική και θεωρία μπορεί να τα ενώσει.

Αρκετοί πιάνονται με πεισματικό τρόπο από την τελική έκβαση της Δεκεμβριανής αναμέτρησης για να μας υποδείξουν με συντριπτικό τρόπο και στυλ, ότι η σύγκρουση ήταν από χέρι χαμένη, ότι αυτά ήταν τα όρια και η δυναμική της, αυτή ήταν η αναπόδραστη μοίρα της.

Διαφωνούμε! Τα πράγματα θα μπορούσανε να πάνε διαφορετικά και φυσικά χωρίς να ξεσπάσει ο τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ακόμη και τις πρώτες 15 μέρες του Δεκέμβρη, πριν αρχίσουν να ‘ρχονται οι αγγλικές ενισχύσεις η πλάστιγγα μπορούσε να γείρει, εάν υπήρχε μια διαφορετική αποφασιστική και σχεδιασμένη κατεύθυνση. Στο εξωτερικό το κλίμα δεν ήταν διόλου άσχημο. Κανένας δεν κινήθηκε πανικόβλητος να ετοιμαστεί για τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Εγγλέζοι επείγονταν να στείλουν δυνάμεις στην Παλαιστίνη ή να ξαναγυρίσουν δυνάμεις στην Ιταλία. Ο Σκόμπυ ήταν έτοιμος να διατάξει την σύμπτυξη γύρω από την περιφέρεια φοβούμενος την περικύκλωση και το αποδεκατισμό. Στην χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε να υπάρξει μια ανακωχή -διακανονισμός που δεν θα έβγαζε τον ΕΛΑΣ από την Αθήνα-Πειραιά. Για να μην αναφερθούμε στο μετέπειτα αίσχος της Βάρκιζας, αναντίστοιχο ακόμα και με τα στρατιωτικά δεδομένα της στιγμής. Τα πιο ισχυρά στρατιωτικά συγκροτήματα του ΕΛΑΣ με επικεφαλής της ΟΜΜ ήταν ανέπαφα. Και η τεράστια πλειοψηφία του λαού ήταν συσπειρωμένη γύρω από το ΕΑΜ. Δεν ήταν λοιπόν μονόδρομος όλα όσα έγιναν!

Ένα από τα αγαπημένα ζητήματα για να εξηγηθούν όσα συνέβησαν είναι η στάση της Σοβιετικής Ένωσης. Εδώ ο ραγιαδισμός -από την ανάποδη- παρουσιάζεται ξανά για να δικαιολογήσει την εξέλιξη και να βγει από τις δύσκολες ερμηνείες. Ο Μόσκοβος που θα στείλει τα σεφέρια του είναι μια παλιά και γνωστή ιστορία. Ο Μόσκοβος δεν ήρθε όμως ούτε την πρώτη ούτε τη δεύτερη φορά. Και αφού μας πούλησε και έδωσε την Ελλάδα στην Αγγλία, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς;

Εδώ πράγματι είναι αρκετά τα ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν και που ορισμένα υπερβαίνουν τα όρια αυτής της τοποθέτησης.

Τη Σοβιετική Ένωση την απασχολούσε πρωταρχικά και κύρια η συντριβή του ναζισμού, η αποτροπή χωριστής συμφωνίας με τους Αγγλοαμερικάνους, η συντριβή της υγειονομικής ζώνης γύρω από αυτήν, η προώθηση του αντιφασιστικού απελευθερωτικού μετώπου. Πράγματι στην πολιτική της τη δοσμένη εκείνη στιγμή κυριαρχούσε η διατήρηση της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Στο διάστημα του πολέμου έκλεισε διάφορες συμφωνίες που ήταν στις παραπάνω κατευθύνσεις, ορισμένες εκ των οποίων αφορούσαν και τις χώρες δράσης των συμμαχικών στρατευμάτων στην πορεία συντριβής του ναζισμού, περιείχαν συμβιβασμούς, ελιγμούς κλπ. Αυτό δεν μπορούσε να αποφευχθεί γενικά και νομίζουμε είναι προφανές το γιατί. Το ζήτημα είναι εάν όλες οι κινήσεις και συμφωνίες έπαιρναν υπόψη τους στη διάσταση που έπρεπε τον παράγοντα λαϊκά κινήματα, τη δυναμική τους, εάν έπρεπε όλες να "κλειστούν" με τον τρόπο που κλείστηκαν.

Όσο αφορά την Ελλάδα, υπάρχουν ορισμένα αξιοσημείωτα ζητήματα. Η ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης και της Κομμουνιστικής Διεθνούς δείχνουν να έχουν ένα περιορισμένο ενδιαφέρον για τις εσωτερικές εξελίξεις την κατοχική περίοδο. Μετά την ειδική απόφαση, πριν την ιταλική εισβολή, και αργότερα με τις τοποθετήσεις για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, η σχέση ατονεί, στην ουσία διακόπτεται. Μπορεί να υπάρχει μια εικόνα για όσα συμβαίνουν αλλά αυτό δεν περνάει μέσα από τη σχέση με το ελληνικό τμήμα. Αντικειμενικές δυσκολίες υπάρχουν και όχι μόνο από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης. Συγκριτικά με άλλες περιπτώσεις πάντως υπάρχει ένα μειωμένο ενδιαφέρον.

Ακόμα και όταν αποκαθίστανται ορισμένες επαφές, αυτές γίνονται μέσα από άλλα βαλκανικά κανάλια (κύρια μέσω του γιουγκοσλαβικού κόμματος) και όχι απευθείας. Εδώ φαίνεται ότι το παρελθόν βαραίνει, όπως επίσης και μια στρεβλή και στατική άποψη για τη δυναμική των εξελίξεων. Και όταν λέμε παρελθόν εννοούμε τη διαδεδομένη άποψη για τις αδυναμίες του ελληνικού τμήματος που ακόμα και μετά την παρέμβαση του 1931, η γνώμη δεν άλλαξε ουσιαστικά όσο αφορά τις γενικές δυνατότητές του.

Φυσικά στην Ελλάδα τα πράγματα είχαν άλλη δυναμική. Το 1944 ορισμένες κινήσεις δείχνουν να αυξάνεται το ενδιαφέρον, να ρίχνεται μια ιδιαίτερη προσοχή, τίποτε όμως παραπάνω.

Όσο αφορά τη σχέση-θέση της Ελλάδας στα πλαίσια των συμφωνιών της αντιχιτλερικής συμμαχίας, πριν τη λήξη του πολέμου και την αποχώρηση των Γερμανών, και εκεί κρατούνται αποστάσεις. Εδώ μπαίνουν οι προτεραιότητες, οι ιεραρχήσεις, η μονόπλευρη άποψη, ότι όλα κρίνονται με βάση τις σοβιετικές στρατιωτικές και πολιτικές δυνατότητες, το ρόλο στη Μεσόγειο κλπ.

Το σημαντικό είναι ότι η Σοβιετική Ένωση κρατά μια στάση αυστηρής ουδετερότητας. Αυτή είναι η κύρια πλευρά της συμπεριφοράς. Γίνονται ορισμένες προσεκτικές παρεμβάσεις που δεν ανατρέπουν όμως τη γενική εικόνα. Αυτό από αρκετούς θεωρήθηκε και θεωρείται αποδοχή της αγγλικής επέμβασης, πράσινο φως, ξεπούλημα κλπ. Έχουμε διαφορετική γνώμη.

Η στάση αυτή έδινε περιθώρια και προς τη μια αλλά και προς την άλλη πλευρά. Δεσμεύσεις δεν ζητήθηκαν, αυτό είναι δεδομένο. Ακόμα και στις παραμονές της Δεκεμβριανής σύγκρουσης, με την αποχώρηση των υπουργών, τους συμβιβασμούς του Σκόμπυ κλπ., δεν υπάρχει στοιχείο για κάποια παρέμβαση.

Ακόμα και όταν ξέσπασαν οι συγκρούσεις δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος πανικός τέτοιος που να δικαιολογεί τις εκτιμήσεις ορισμένων περί έναρξης του τρίτου Παγκόσμιου Πολέμου. Η παρέμβαση γίνεται περίπου στη μέση του Δεκέμβρη με το τηλεγράφημα του Δημητρόφ μέσω του βουλγαρικού καναλιού που δείχνει να απαντάει και στο αίτημα ενεργητικής υποστήριξης.

Μια διαφορετική, αποφασιστική επιλογή της ΕΑΜικής και αριστερής ηγεσίας είχε αρκετά περιθώρια να μπει σφήνα στις εξελίξεις και τότε θα ‘ταν διαφορετική, αναγκαστικά, η τροπή των διακανονισμών στα πλαίσια της αντιχιτλερικής συμμαχίας.

Δεν είναι λίγοι αυτοί στα πλαίσια της αριστεράς και παλιότερα, και τώρα που θεωρούν ότι το ΕΑΜικό αντιφασιστικό-αντικατοχικό λαϊκό κίνημα, ο ίδιος ο ΕΛΑΣ, είχαν ημερομηνία λήξης από τα πράγματα. Το σχήμα φαίνεται εκ πρώτη όψης ισχυρό. Τίποτε, ή σχεδόν τίποτε, επαναστατικό και κοινωνικά ανατρεπτικό δεν περιείχε η δυναμική και η προοπτική του αγώνα, ήταν ένας αγώνας εθνικοαπελευθερωτικός, καλώς ή κακώς ο ΕΛΑΣ ήταν μόνο για να χτυπάει τους κατακτητές (και σωστά δεν αναπτύχθηκε σαν κανονικός στρατός) και αυτό που θα ‘πρεπε να γίνει ήταν μια προσαρμογή ευθύς αμέσως στη λεγόμενη δημοκρατική εξέλιξη. Ο Δεκέμβρης ήταν τυχοδιωκτισμός, παραφωνία, και γιατί όχι, η μήτρα των κατοπινών δεινών μας και δημιούργησε όρους σύγκρουσης. Αυτά σε συνδυασμό με τις διεθνείς συνθήκες και συσχετισμούς που δεν επέτρεπαν άλλη προοπτική. Εάν συμπληρώνανε κιόλας ότι και μια ενδεχόμενη νίκη θα ‘ταν εξίσου καταστροφική με βάση τη γενικότερη εξέλιξη των λαϊκοδημοκρατικών και σοσιαλιστικών καθεστώτων θα ‘ταν πιο ειλικρινείς.

Ξεχνάνε σ’ αυτήν την όμορφη και ήσυχη διαδρομή μια μικρή λεπτομέρεια. Οι Εγγλέζοι και η ντόπια αντίδραση δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν τίποτε λιγότερο από μια πλήρη κυριαρχία και εξουσία. Αργά ή γρήγορα (μάλλον γρήγορα) η σύγκρουση για τον πλήρη αφοπλισμό-τσάκισμα του λαϊκού κινήματος, θα έμπαινε στην ημερήσια διάταξη. Η εξέλιξη δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Και αν η τότε ηγεσία του ΚΚΕ είχε ορισμένα ελαφρυντικά όσο αφορά την άποψη ότι θα μπορούσε η Ελλάδα να διατηρηθεί στην ενδιάμεση ζώνη, η εξέλιξη και η σύγκρουση με τον Ψυχρό Πόλεμο δεν δίνει καμία δικαιολογία στους κατοπινούς υπερασπιστές αυτής της λογικής.

Επιπλέον, για να στηρίξουν αυτή την άποψη (που στην πραγματικότητα θέλει να δικαιολογήσει προηγούμενους ή και τωρινούς συμβιβασμούς) βάζουν και το ζήτημα του ταξικού-επαναστατικού κενού, ότι έλειψαν οι αναφορές στο σοσιαλισμό, την κοινωνική ανατροπή κλπ.

Καμιά επανάσταση δεν χάθηκε λοιπόν, γιατί δεν έγινε καμιά επανάσταση, δεν υπήρχε τίποτε σοβαρά επαναστατικό κλπ. Τώρα πώς γίνεται να πραγματοποιείται η πιο πλατιά λαϊκή συσπείρωση, να κινητοποιείται και να συμμετέχει ενεργά η πλειοψηφία των πληβειακών μαζών στην ύπαιθρο και τις πόλεις, να δημιουργείται μια τεράστια λαϊκή ενότητα, να μπαίνει (όπως μπήκε) για πρώτη φορά ζήτημα εξουσίας, όλα αυτά ήταν στα πλαίσια απλά ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Και τι σημαίνει πλήρης, καθολικός και πραγματικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας για έναν κοινωνικό-πολιτικό και κρατικό σχηματισμό που στηρίχτηκε από τη γέννα του στον ξένο παράγοντα και αποτελεί ακρογωνιαία λίθο για την εσωτερική αστική κυριαρχία, αυτό δεν μας το εξηγούν.

Στην ουσία στριφογυρίζουν γύρω από το καθ’ εαυτό πρόβλημα αλλά δεν τολμάνε να το θίξουν, προσπαθούν να το προσπεράσουν γιατί ακριβώς είχαν διαφορετική γνώμη και το κρίσιμο ζήτημα ήταν αυτό της αποφασιστικής και ξεκάθαρης κατεύθυνσης για το πάρσιμο της εξουσίας! Εκεί υπήρξε πρόβλημα και όχι στο ζήτημα πόσες φορές αναφερόταν η λέξη σοσιαλισμός ή ποια ήταν τα αντικειμενικά όρια του αγώνα.

Στο διάστημα που προετοιμαζόταν αυτή η ομιλία και διαβαζόταν ή ξαναδιαβαζόταν ένα εκτεταμένο μέρος της ιστορικής και πολιτικής βιβλιογραφίας, οι ανάγκες επέβαλαν την ταυτόχρονη, αν και περιορισμένη, παρακολούθηση της διεθνούς πολιτικής επικαιρότητας. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο προσπάθειες η ιστορία, όπως το συνηθίζει, έπαιξε πάλι ένα παράξενο και αξιοσημείωτο παιχνίδι.

Όταν οι Αμερικάνοι αποφάσισαν να περικυκλώσουν και να εισβάλουν στην Φαλούτζα, πραγματοποίησαν μια μεγάλη αναδιάταξη των δυνάμεών τους, καλώντας τους Εγγλέζους να στείλουν ενισχύσεις στην ευρύτερη περιοχή και ειδικά να πιάσουν μια από τις όχθες του Ευφράτη. Οι Εγγλέζοι όπως ήταν αναμενόμενο, έστειλαν μια από τις επίλεκτες δυνάμεις τους, την περίφημη “Black Watch”. Στη Σκοτία για μια ακόμη φορά το αντιπολεμικό κίνημα ξεσηκώθηκε, μια και η “Black Watch” είναι μονάδα που στρατολογεί Σκοτσέζους και αποτελεί τη σκοτσέζικη συνεισφορά στην πάλαι ποτέ κοσμοκράτορα. Οι "Μαύροι Παρατηρητές", για πρώτη φορά από την αρχή της εισβολής, δέχθηκαν τόσες επιθέσεις και είχαν αρκετές απώλειες τόσο στην κίνηση προώθησής τους όσο και στις μάχες που έγιναν γύρω από την πόλη.

Ούτε οι σημερινοί στρατιώτες της “Black Watch”, ούτε, πολύ περισσότερο, οι Ιρακινοί αντάρτες οφείλουν να γνωρίζουν αυτές τις ημέρες που συγκρούονται, ότι ακριβώς 60 χρόνια πριν, σε μια άλλη πόλη, η “Black Watch”, σταλμένη επειγόντως από την Ιταλία, έπαιρνε μέρος στη μάχη της Αθήνας στο τελικό στάδιο όπου άρχιζε να γέρνει η ζυγαριά με το μέρος των Σκόμπηδων.

Οι Εγγλέζοι ιμπεριαλιστές είχαν φροντίσει να αναφέρουν αυτά τα κατορθώματα της στρατιωτικής μονάδας τους με μια ελάχιστη αναφορά στην επίσημη ιστοσελίδα του Βρετανικού Υπουργείου Πολέμου.

Οι εποχές έχουν αλλάξει, άλλο Αθήνα και άλλο Φαλούτζα, άλλο Ελλάδα του 1944 και άλλο το Ιράκ του 2004. Όλα διαφορετικά; Όχι εντελώς!

Ο ιμπεριαλισμός είναι παρών! Με τις παλιές σημαίες του, την ματοβαμένη ιστορία του και την ίδια αδίστακτη δολοφονική πολιτική του. Και με τους ίδιους σκοπούς και στόχους, την καθυπόταξη των λαών, την κυριαρχία, την παγκόσμια εξουσία.

Αλλά και η αντίσταση των λαών είναι παρούσα! Δε λείπει από κανένα ιστορικό ραντεβού και έχουμε εμείς σαν Ελληνες κομμουνιστές και αριστεροί, έναν επιπλέον λόγο να σκεφτόμαστε, να είμαστε αλληλέγγυοι στην Ιρακινή Αντίσταση! Οι μαχητές της Φαλούτζα μάχονται τους απόγονους των δολοφόνων, των εγκληματιών του Δεκέμβρη, τους απεσταλμένους μισθοφόρους του ιμπεριαλισμού. Αυτούς που με μια πρωτοφανή βαρβαρότητα επιτέθηκαν στο ελληνικό λαϊκό κίνημα και το πρωτοπόρο ένοπλο τμήμα του, τον ΕΛΑΣ, για να εγκαθιδρύσουν την Ελλάδα της ξενοδουλείας, του μοναρχοφασισμού, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Και σ’ αυτή τη φάση παίρνουν εκδίκηση για λογαριασμό όλων των λαών.

Αιώνια τιμή και δόξα στους νεκρούς του Δεκέμβρη, γυναίκες και άνδρες του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, τους άοπλους μαχητές και τους κομμουνιστές που έπεσαν για μια Ελλάδα λεύτερη και λαοκρατούμενη. Ο αγώνας για ανεξαρτησία και σοσιαλισμό συνεχίζεται!



Δεκέμβρης 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου