Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Το Θιβέτ ξανά στο προσκήνιο Αλήθειες και ψέμματα για ένα καταπιεσμένο λαό

Προλεταριακή Σημαία φ.594, 05/04/08


εισαγωγή

Στις 14 Μάρτη ξέσπασαν στη Λάσα, πρωτεύουσα του Θιβέτ, διαδηλώσεις με αντικυβερνητικό και αντικινεζικό περιεχόμενο, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με εκτεταμένη χρήση των κατασταλτικών δυνάμεων, ενώ συγχρόνως έγιναν πρώτο θέμα στα δυτικά μέσα ενημέρωσης εκφράζοντας έτσι ανοιχτά τις προθέσεις των δυτικών ιμπεριαλιστών αλλά και καταδεικνύοντας έμμεσα το ρόλο τους στα γεγονότα. 

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες υπήρξαν πάντοτε εργαλείο πολιτικών πιέσεων και πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των κυρίαρχων μπλοκ. Είναι λοιπόν σίγουρο ότι μέχρι τον Αύγουστο που θα γίνουν οι επόμενοι αγώνες στο Πεκίνο, θα χρησιμοποιούνται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για πιέσεις και εκβιασμούς εις βάρος της κινεζικής ηγεσίας, η οποία επίσης θέλει να τους χρησιμοποιήσει για τους δικούς της φυσικά σκοπούς προβολής της Κίνας ως μιας μεγάλης οικονομικής και πολιτικής δύναμης.




Αφού άλλα ζητήματα, όπως τα “ανθρώπινα δικαιώματα” γενικά και αόριστα, δεν προσφέρονται τόσο στην περίπτωση της Κίνας -το βασικό “ανθρώπινο δικαίωμα” για τη Δύση, δηλαδή η ελεύθερη εκμετάλλευση των εργαζόμενων μαζών είναι κατοχυρωμένο και παγιωμένο από τους κινέζους ρεβιζιονιστές- σαν πλέον αδύναμο σημείο φαντάζει η περίπτωση του Θιβέτ. Χρησιμοποιώντας τον Δαλάι Λάμα, εξόριστο θρησκευτικό και πολιτικό ηγέτη του παλαιού φεουδαρχικού καθεστώτος και τις προσβάσεις μέσα στο ίδιο το Θιβέτ με τους χιλιάδες μοναχούς στα εκατοντάδες διάσπαρτα μοναστήρια, οι δυτικοί ιμπεριαλιστές προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τη δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών από την κινεζική πολιτική της καταπίεσης, εκμετάλλευσης και αφομοίωσης.
Το ξέσπασμα των διαδηλώσεων συνέπεσε, μάλλον όχι τυχαία, με την επέτειο της αντεπαναστατικής εξέγερσης, οργανωμένης από τη CIA, στις 10 Μάρτη του 1959, άλλη μία ένδειξη για τα κίνητρα και τις προθέσεις των υποκινητών. Από την άλλη μεριά, παρατηρούμε την ενεργοποίηση και ευαισθητοποίηση διαφόρων διεθνών επιτροπών, ΜΚΟ και λοιπών παρατηρητηρίων που κόπτονται για τις ελευθερίες σε φιλανθρωπικό επίπεδο, χρηματοδοτούμενες από ύποπτες πηγές, που ξαφνικά ανακάλυψαν τους αγρότες στο Θιβέτ και τα θρησκευτικά τους δικαιώματα, αλλά προσπερνούν τα καθημερινά δικαιώματα των αγροτών στην Ινδία και το Νεπάλ, για να περιοριστούμε σε γειτονικές χώρες. Παρόμοια στάση κρατούν και διάφορες αριστερές και προοδευτικές τάσεις που μηχανιστικά προσπαθούν να εφαρμόσουν λενινιστικές θέσεις για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την απόσχιση, δημιουργώντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση. Ο θιβετιανός λαός, μέσα στη χρόνια απομόνωσή του, βρέθηκε ξαφνικά μ’ ένα ευρύ φάσμα υποστηρικτών, από νεοχίπιδες, τροτσκιστές, αναρχοαυτόνομους έως συγκινημένους φιλεύσπλαχνους εθελοντές των ΜΚΟ, πέρα φυσικά από τους έμμισθους υπαλλήλους των υπουργείων Εξωτερικών και των μυστικών υπηρεσιών. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να δούμε λίγο πέρα από τη γελοιότητα και να προσεγγίσουμε μια ιδιαίτερα περίπλοκη περίπτωση.
Μέχρι το 1949

Δυστυχώς, πολύ λίγα πράγματα είναι γνωστά στην Ελλάδα για το τι πραγματικά συνέβη και συμβαίνει στο Θιβέτ, κι ακόμα λιγότερα από την πλευρά του επαναστατικού κινήματος. Με βάση λοιπόν διάσπαρτα στοιχεία από πηγές φίλα προσκείμενες στην κινεζική επανάσταση, αλλά κυρίως και από εχθρικές και κακόπιστες, θα γίνει παρακάτω προσπάθεια για μια σύντομη, συνοπτική παρουσίαση της ιστορικής διαδρομής που οδήγησε στις πρόσφατες εξελίξεις.
Θα πρέπει να διευκρινιστεί από την αρχή ότι οποιαδήποτε πολιτική ανάλυση θα πρέπει να αποφύγει την τυπική εθνικιστική παγίδα της αναδρομής στο απώτερο παρελθόν για να δικαιολογηθούν δήθεν ιστορικά δικαιώματα και υποτιθέμενες εθνικές ταυτότητες καλυμμένες με θρησκευτικούς μανδύες. Οι έννοιες του έθνους και της εθνικής ταυτότητας είναι σχετικά πρόσφατες στο ιστορικό γίγνεσθαι και συνδεδεμένες με τη μετάβαση στον καπιταλισμό των διαφόρων χωρών και την αλληλεπίδραση. Ακόμα πιο περίπλοκη είναι η περίπτωση των εθνικών χαρακτηριστικών, αφού διέπονται από τη διαμόρφωση συγκεκριμένων όρων για κάθε εθνότητα κάτω από συγκεκριμένες συγκυρίες.
Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να τονισθεί ότι οι πληθυσμοί που συνδέονται από την ίδια παραλλαγή της βουδιστικής θρησκείας και μιλάνε παραπλήσιες διαλέκτους απλώνονται σε μια τεράστια, αραιοκατοικημένη, έκταση (στο μέγεθος της μισής έκτασης των ΗΠΑ) που περιλαμβάνει, εκτός από την Αυτόνομη Περιοχή, μεγάλα τμήματα των όμορων κινεζικών επαρχιών Σετσουάν, Γκινκάι και Γιουννάν (βλ. χάρτη). Παρ’ ότι το γεγονός αυτό περιπλέκει τις καταστάσεις και τους τρόπους χειρισμού των προβλημάτων, τουλάχιστον μέχρι τώρα, το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις περιορίζεται στην Αυτόνομη Περιοχή.
Το Θιβέτ, ιστορικά, αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση θεοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού που για αιώνες κυριαρχούσε μία από τις χειρότερες μορφές φεουδαρχικού συστήματος με τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού να παραμένει στην κατάσταση της δουλοπαροικίας και της δουλείας. Οι εφιαλτικές συνθήκες εκμετάλλευσης συνδύαζαν θρησκευτικό σκοταδισμό και απάνθρωπη καταπίεση που είχαν οδηγήσει στη φυσική εξόντωση με τη συνεχή μείωση του πληθυσμού μέχρι το 1949. Για περισσότερες πληροφορίες, παραπέμπουμε στην μπροσούρα Η αληθινή ιστορία της μαοϊκής επανάστασης στο Θιβέτ, η οποία θα είναι διαθέσιμη παράλληλα μ’ αυτό το άρθρο στην ιστοσελίδα www.kkeml.gr και σύντομα σε έντυπη μορφή.
Σαν πολιτική οντότητα, το Θιβέτ ήταν τους τελευταίους αιώνες υπό τη χαλαρή επικυριαρχία της Κίνας και μόνο μετά την κινεζική επανάσταση του 1912 προσπάθησε να ανεξαρτητοποιηθεί. Κι αυτό έγινε μάλλον κατόπιν της παρέμβασης της Βρετανίας που επιδίωκε το διαμελισμό της Κίνας και των έλεγχο της Κεντρικής Ασίας ώστε να εμποδίσει την επέκταση της ρωσικής επιρροής. Το διεφθαρμένο φεουδαλικό καθεστώς του Δαλάι Λάμα ήταν εντελώς ανίκανο να δημιουργήσει στοιχειώδες κρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό ώστε να αποκτήσει την υπόσταση σύγχρονου κράτους. Για 40 περίπου χρόνια λειτουργούσε σαν βρετανικό προτεκτοράτο με αναλλοίωτες τις φεουδαρχικές δομές: μερικές χιλιάδες μοναχοί με τη δύναμη του σκοταδισμού και του βούρδουλα να ξεζουμίζουν εκατομμύρια αγρότες με τις υποχρεωτικές αγγαρείες (η μισθωτή εργασία ήταν άγνωστη έως το 1949).
Η επαφή όμως με τον υπόλοιπο κόσμο άρχισε να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για το πέρασμα στη νεωτερικότητα, δηλαδή την επαφή των διανοουμένων με τις σύγχρονες θεωρίες και τη διεθνή πολιτική πραγματικότητα. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που έστω και καθυστερημένα, στη δεκαετία του 1940, άρχισαν να εμφανίζονται νεαροί διανοούμενοι που έψαχναν τους όρους για τη διαμόρφωση μιας νεωτερικής θιβετιανής ταυτότητας ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις για τη μετάβαση του Θιβέτ από το θεοκρατικό σκοταδισμό σε σύγχρονες κοινωνικές δομές. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Ο Γκεντούν Κοέπελ (1903-1951) ήταν ένας ανοιχτόμυαλος μοναχός που ταξίδεψε στην Ινδία για να μελετήσει τις διαφορετικές τάσεις του βουδισμού, αλλά συγχρόνως ήρθε σ’ επαφή με το μαρξιστικό κίνημα της τότε βρετανικής αποικίας. Επηρεασμένος από τις φιλελεύθερες απόψεις, εντάχθηκε στο νεαρό Επαναστατικό Κόμμα του Θιβέτ κι επέστρεψε στη Λάσα με σκοπό τον αγώνα για εκσυγχρονισμό και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Φυλακίσθηκε από το φεουδαρχικό καθεστώς για τρία χρόνια και πέθανε πρόωρα λίγο μετά την είσοδο στο Θιβέτ του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ) το 1951 για την οποία είχε κρατήσει κριτική στάση.
Στη δεκαετία του 1940 ιδρύθηκε και το μικρό Κομμουνιστικό Κόμμα του Θιβέτ, ηγετική φυσιογνωμία του οποίου ήταν ο Πουνγουάνγκ, ένας νεαρός δάσκαλος από το Καμ, περιοχή του ανατολικού Σετσουάν με μεγάλη θιβετιανή μειονότητα. Ο Πουνγουάνγκ σπούδασε σε κινεζικό πανεπιστήμιο όπου ήρθε σ΄επαφή και εντάχθηκε στο επαναστατικό κίνημα. Θα δούμε περισσότερα για το ρόλο του παρακάτω. Ώς εδώ όμως βλέπουμε την καθυστερημένη εμφάνιση των νεωτερικών τάσεων στη διανόηση (σε άλλα χώρες είχαν εμφανιστεί από τις αρχές τουλάχιστον του 19ου αιώνα) και τη διαμόρφωσή τους πλέον τόσο από την αστικοδημοκρατική όσο και από την κομμουνιστική σκοπιά. Οι δύο αυτές τάσεις θα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη μελλοντική διαμόρφωση της θιβετιανής εθνικής ταυτότητας σε συνδυασμό με τις μεταλλάξεις του θρησκευτικού κατεστημένου και τις σχέσεις μαζί του.
1949-1966

Η νίκη της κινεζικής επανάστασης άλλαξε άρδην τις εξελίξεις και τους συσχετισμούς τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε περιφερειακό. Οι μεταπολεμικές εξελίξεις είχαν οδηγήσει στην ανεξαρτησία της Ινδίας το 1948 και την αντικατάσταση των Βρετανών από τους Αμερικανούς στην ιμπεριαλιστική ιεραρχία. Οι συνθήκες όμως δεν επέτρεπαν τίποτε περισσότερο από μικρή βοήθεια της CIA στον Δαλάι Λάμα, μ’ αποτέλεσμα ο στρατός του να διαλυθεί μόλις εμφανίστηκαν οι πρώτες διμοιρίες του ΛΑΣ το 1951. Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Θιβέτ δεν είχε καταφέρει να διευρύνει την επιρροή του πέρα από τον κύκλο διανοουμένων στις μεγάλες πόλεις, ενώ το 1949 είχε επίσημα συγχωνευθεί με το ΚΚΚ. Οι κινέζοι κομμουνιστές βρέθηκαν λοιπόν μπροστά σε μια κατάσταση θεοκρατικής φεουδαρχικής κοινωνικής δομής, μ’ ένα τοπικό επαναστατικό κίνημα στα σπάργανα και τον ιμπεριαλισμό να προσπαθεί να αντεπιτεθεί είτε άμεσα στο βορρά (βλ. Κορέα) είτε δημιουργώντας τους όρους στο νότο (βλ. εξέγερση στο Θιβέτ το 1959 και ινδοκινεζικό πόλεμο το 1962).
Από το 1951, τις εξελίξεις στο εσωτερικό του Θιβέτ θα πρέπει να τις εξετάζουμε όχι με στερεότυπα εθνικιστικού και θρησκευτικού περιεχομένου, όπως προσπαθούν αστοί και ρεβιζιονιστές, αλλά βάσει την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και τους κοινωνικούς συσχετισμούς. Διαφορετικά θα καταλήξουμε σε αυθαίρετα πολιτικά συμπεράσματα εκτός πραγματικότητας.
Συνειδητοποιώντας τις δυσκολίες και τις ιδιομορφίες της κατάστασης στο Θιβέτ, οι κινέζοι κομμουνιστές απέφυγαν την άμεση σύγκρουση με τις κυρίαρχες τάξεις, αφού το ίδιο το λαϊκό κίνημα μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Δεν θέλησαν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη του ΛΑΣ για να επιφέρουν αλλαγές στην κοινωνία, αλλά προσπάθησαν να βρουν τρόπους συνεργασίας με τα διάφορα κοινωνικά στρώματα χωρίς να αμφισβητήσουν αμέσως τις κοινωνικές δομές της φεουδαρχίας. Η κατ’ αρχήν λογική και γενικά σωστή αυτή πολιτική στάση φαίνεται ότι ανατέθηκε σε κομματικά στελέχη του στενού περιβάλλοντος του Τενγκ Ξιάοπινγκ, ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη για το Θιβέτ. Παρ’ ότι λοιπόν ο ίδιος ο Μάο Τσετούνγκ μιλούσε για ανάπτυξη της θιβετιανής ταυτότητας και το σεβασμό της αυτονομίας όλων των μειονοτήτων στη νεαρή Λαϊκή Κίνα, συμπεριλαμβανομένης και της θιβετιανής, η κομματική ηγεσία στο Θιβέτ, με την παρότρυνση του Τενγκ Ξιάοπινγκ και του Τσου Ενλάι, ερμήνευε αυτήν την αυτονομία σαν διαιώνιση του φεουδαρχικού κοινωνικού καθεστώτος και ενίσχυση της συμμαχίας με την αριστοκρατία και τους μοναχούς. Εκτιμήθηκε ότι δεν μπορούσε το Θιβέτ να περάσει στη φάση όχι μόνο του λαϊκοδημοκρατικού μετασχηματισμού αλλά ούτε καν του αστικοδημοκρατικού, και η μεταβατική αυτή περίοδος, όπως έλεγαν, θα κρατούσε για πάρα πολλές δεκαετίες (ο Τσου Ενλάι σαν τυπικός κεντριστής μιλούσε για τουλάχιστον 15 χρόνια). Φαίνεται ότι τη γραμμή του Τενγκ Ξιάοπινγκ τη δέχτηκε και ο Πουνγουάνγκ, ο οποίος έγινε ουσιαστικά διαμεσολαβητής μεταξύ του Δαλάι Λάμα και του ΚΚΚ.
Βέβαια, η ταξική πάλη προχωρά χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν της προθέσεις και σχεδιασμούς επί χάρτου. Η διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στις όμορες επαρχίες με το Θιβέτ με μεγάλες θιβετιανές μειονότητες οδήγησε στην ένταση της ταξικής σύγκρουσης με τα φεουδαρχικά υπολείμματα και τη φυγή αριστοκρατών και μοναχών προς την Αυτόνομη Περιοχή. Η ενίσχυση αυτή της κυρίαρχης τάξης στο Θιβέτ σε συνδυασμό με τις μηχανορραφίες της CIA αλλά κυρίως με τον αφοπλισμό των λαϊκών μαζών που συνέχιζαν να βιώνουν την ίδια εκμετάλλευση, χωρίς την παραμικρή βοήθεια για να αποτινάξουν το σκοταδισμό και την καταπίεση, δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα που περίμενε τις κατάλληλες συνθήκες για την έκρηξη.
Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι το 1958 ξεκίνησε το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός για τη βιομηχανική ανάπτυξη της Κίνας και τον ταχύτερο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που οδήγησε στην όξυνση της ταξικής πάλης και μέσα στο κόμμα. Παρά την έλλειψη επαρκών στοιχείων, είναι φανερό ότι η δεξιά τάση που κυριαρχούσε στον κομματικό μηχανισμό στο Θιβέτ, αντιστάθηκε με κάθε τρόπο στην παραμικρή εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων που γίνονταν στην υπόλοιπη Κίνα. Με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός, οι Αμερικανοί έκριναν ό,τι μπορούσαν να προκαλέσουν ανυπέρβλητα προβλήματα στον αδύναμο κρίκο του Θιβέτ γι’ αυτό και παρότρυναν το Δαλάι Λάμα να προχωρήσει σε εξέγερση, εξοπλίζοντας και οργανώνοντας συγχρόνως ένοπλες συμμορίες. Η εύκολη και ταχύτατη διάλυση της αντεπαναστατικής εξέγερσης από τον ΛΑΣ (μέσα σε 20 ώρες), καταδεικνύει την ουδετερότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού παρά τις φανφάρες του Δαλάι Λάμα και των ιμπεριαλιστών για την τυφλή υποστήριξη των βαθιά θρησκευόμενων αγροτών στους αφέντες τους. Με την ανοχή της κομματικής ηγεσίας στο Θιβέτ, ο Δαλάι Λάμα, μαζί με χιλιάδες οπαδούς του και τον πλούτο της χώρας σε χρυσάφι και πολύτιμους λίθους κατέφυγε στην Ινδία. Η ισχυρή θέση των ρεβιζιονιστών σε κεντρικό επίπεδο επέτρεψε τη διατήρηση της κομματικής ηγεσίας στο Θιβέτ με εξιλαστήριο θύμα τον Πουνγουάνγκ που φυλακίστηκε για 18 χρόνια με την κατηγορία της εθνικιστικής παρέκκλισης. Απελευθερώθηκε από τον Τενγκ Ξιάοπινγκ αμέσως μετά το ρεβιζιονιστικό πραξικόπημα του 1976.
Δεν μπορούμε εδώ να αναφερθούμε αναλυτικότερα στη συγκεκριμένη περίοδο (1960-1966), απλώς να επισημάνουμε την προσπάθεια αμέσως μετά την εξέγερση για δημοκρατικές αλλαγές στην ύπαιθρο. Αλλαγές διστακτικές και μεσοβέζικες υπό την καθοδήγηση του ΛΑΣ που ουσιαστικά απέτυχαν να κερδίσουν την υποστήριξη των αγροτών, αφού η πάλη δεν δόθηκε σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό, εποικοδόμημα). Οι σοσιαλιστικές αλλαγές δεν είναι γραφειοκρατική υπόθεση στελεχών, αλλά υπόθεση των ίδιων των λαϊκών μαζών που πρέπει να παλέψουν και να αλλάξουν οι ίδιες μέσα απ’ αυτές τις επαναστατικές διαδικασίες, ειδικά σε μια περιοχή με τόσο χαμηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης.

1966-1976
Η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση (ΜΠΠΕ), μάλλον το μαζικότερο λαϊκό κίνημα μέχρι σήμερα στην ιστορία, δεν θα μπορούσε να μην καθορίσει την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στο Θιβέτ. Και πάλι, δυστυχώς, δεν υπάρχει χώρος εδώ για αναλυτικότερη παρουσίαση των γεγονότων. Αναγκαστικά η προσέγγιση περιορίζεται σε γενικές επισημάνσεις. Το ξέσπασμα της ΜΠΠΕ το 1966 βρήκε τον κρατικό και κομματικό μηχανισμό στο Θιβέτ να ελέγχεται από τους ρεβιζιονιστές όπως και η τοπική ηγεσία του ΛΑΣ. Μετά την προτροπή του Μάο να φτιαχτούν επαναστατικές επιτροπές για να κριτικάρουν το ρεβιζιονισμό μέσα στο κόμμα και να προχωρήσουν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η ηγεσία του κόμματος στο Θιβέτ έφτιαξε αμέσως μία δική της επαναστατική επιτροπή στη Λάσα και στη συνέχεια ενημέρωσε το Πεκίνο ότι όλα βαίνουν καλώς και δεν χρειάζεται να πάνε στο Θιβέτ ομάδες κοκκινοφρουρών, αφού εκεί οι συνθήκες είναι ιδιάζουσες. Μάλιστα, εγκατέστησαν στρατιωτικές περιπόλους στα σύνορα της Αυτόνομης Περιοχής για να εμποδίσουν την είσοδο των κοκκινοφρουρών. Η μορφολογία του εδάφους και η έλλειψη κατάλληλου συγκοινωνιακού δικτύου επέτρεπε την απομόνωση και τον έλεγχο πρόσβασης στην τεράστια αυτή έκταση.
Υπολόγιζαν φυσικά αγνοώντας την επαναστατική δυναμική του κινήματος. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι οι ομάδες κοκκινοφρουρών που οργανώθηκαν και εισέβαλαν δια εφόδου στο Θιβέτ αποτελούνταν από θιβετιανούς φοιτητές που σπούδαζαν σε άλλες επαρχίες της Κίνας. Δηλαδή δεν ήταν ένα εισαγόμενο κίνημα κινέζων (Χαν) νεολαίων που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τη θιβετιανή πραγματικότητα, την κουλτούρα και τη γλώσσα. Οι κοκκινοφρουροί συνάντησαν ισχυρότατη αντίσταση από τη ρεβιζιονιστική ηγεσία στη Λάσα (ένοπλες συγκρούσεις), όπου ίδρυσαν παράλληλες επαναστατικές επιτροπές. Ήξεραν όμως ότι για να αλλάξουν τους συσχετισμούς έπρεπε να πάνε στις ίδιες τις λαϊκές μάζες, γι’ αυτό απλώθηκαν στα χωριά και ήρθαν σ’ επαφή με τους ίδιους τους αγρότες. Εκεί ο ταξικός εχθρός δεν ήταν τόσο οι ρεβιζιονιστές, που μόνο μέσω της γραφειοκρατίας είχαν επαφή με τον αγροτικό πληθυσμό, αλλά οι σύμμαχοι των ρεβιζιονιστών, δηλαδή η αγροτική αριστοκρατία και το ιερατείο. Οι κοκκινοφρουροί άναψαν τη σπίθα της επανάστασης και έκαψαν κυριολεκτικά τον κάμπο του σκοταδισμού και της αντίδρασης.
Την επαναστατική υπόθεση την πήραν στα χέρια τους οι ίδιοι οι αγρότες, αποτινάζοντας καταπίεση αιώνων. Στην πρώτη γραμμή το πλέον καταπιεσμένο στρώμα, οι γυναίκες, που για πρώτη φορά στην ιστορία του Θιβέτ ανέλαβαν καθοριστικούς ρόλους (η πλειοψηφία των νέων στελεχών ήταν γυναίκες), ανατρέποντας τις αντιδραστικές κοινωνικές σχέσεις, τις σχέσεις παραγωγής, δημιουργώντας κυριολεκτικά κάτι πρωτόγνωρο για μια αγροτική κοινωνία. Αστοί και ρεβιζιονιστές μιλάνε για σφαγές χιλιάδων και την καταστροφή της θιβετιανής κουλτούρας, δηλαδή των εκατοντάδων μοναστηριών. Σοβαρότεροι αναλυτές παραδέχονται σήμερα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τις υποτιθέμενες αυτές σφαγές. Ακόμα και για την καταστροφή των μοναστηριών, όλοι πλέον δέχονται ότι έγινε από τους ίδιους τους θιβετιανούς αγρότες και όχι από κινέζους νεολαίους. Ας προσπεράσουμε τις ψυχαναλυτικές θεωρίες μεσημεριανών τηλεοπτικών εκπομπών που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη δράση των ίδιων των θιβετιανών αγροτών και να δούμε την ουσία. Δηλαδή, πέρα από τις αναπόφευκτες υπερβολές, η ταξική πάλη ήταν υπόθεση των ίδιων των μαζών. Με λάθη, πισωγυρίσματα, περίπλοκες διαδικασίες αλλά πάντα στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η κορύφωση της ταξικής πάλης εκφράστηκε το 1969 όταν η επαναστατική τάση προσπάθησε να ιδρύσει Λαϊκές Κομμούνες, οπότε επακολούθησαν και πάλι σφοδρές ένοπλες συγκρούσεις.
Αν υπολογίσουμε ότι η χρονιά αυτή αποτελεί καμπή για την επαναστατική προοπτική σε ολόκληρη την Κίνα, γίνεται κατανοητό ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να προσεγγίσει κανείς τις εξελίξεις στο Θιβέτ χωρίς αρκετά δεδομένα, πολύ περισσότερο να εκφραστεί με δυο κουβέντες. Με βάση πάντως τα επίσημα στοιχεία, στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, έχουμε τη μόνη περίοδο που τέτοιο μεγάλο ποσοστό στελεχών θιβετιανής καταγωγής (πάνω από 35%) στελέχωσε τον κρατικό και κομματικό μηχανισμό. Για τα επιτεύγματα της επανάστασης στις αγροτικές περιοχές (δρόμοι, εργοστάσια, νοσοκομεία, σχολεία στη θιβετιανή γλώσσα), μπορεί κανείς να πληροφορηθεί στην προαναφερθείσα μπροσούρα.
1976-2008


Ας δούμε, πολύ συνοπτικά, και την περίοδο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, από τις πρώτες ενέργειες των ρεβιζιονιστών μετά το πραξικόπημα τον Οκτώβρη του 1976 ήταν να απελευθερώσουν τα 376 φυλακισμένα ηγετικά στελέχη της αντεπαναστατικής εξέγερσης του 1959, να αποκαταστήσουν 6.000 ρεβιζιονιστικά στελέχη στο Θιβέτ καθώς και να καταδιώξουν τα στελέχη της ΜΠΠΕ στη Λάσα και στις επαρχίες. Στις 28 Δεκέμβρη 1978, μία μόλις βδομάδα μετά την παγίωση του Τεγνκ Ξιάοπινγκ στην ηγεσία του ΚΚΚ, στην πρώτη συνέντευξη που έδωσε στα δυτικά ΜΜΕ διαβεβαίωσε για την έναρξη διαλόγου με τον ξεχασμένο Δαλάι Λάμα, που μέχρι τότε μόνο ίσως κάποια υποεπιτροπή της CIA για την Κεντρική Ασία τον θυμώτανε.
Φαίνεται ότι στην αρχή οι κινέζοι ρεβιζιονιστές έκριναν ότι μπορούσαν να στηριχθούν στον παλιό ηγέτη του κόμματος στο Θιβέτ, τον Πουνγουάνγκ, αλλά αποδείχθηκε ότι είχε μετατραπεί περισσότερο σε θιβετιανό εθνικιστή που επιδίωκε το συμβιβασμό με την παλιά ιερατική αριστοκρατία και την επιστροφή του Δαλάι Λάμα. Σε λίγα χρόνια τον έβγαλαν στη σύνταξη και μέχρι σήμερα, που έχει περάσει πια τα 80, απλώς δίνει σποραδικά συνεντεύξεις. Οι κινέζοι ρεβιζιονιστές όμως, έχοντας την εμπειρία του 1959, ακολούθησαν διαφορετική τακτική. Από τη μια μεριά προχώρησαν στο ξερίζωμα των κατακτήσεων της ΜΠΠΕ, διαλύοντας τις Λαϊκές Κομμούνες, μοιράζοντας τη γη στους αγρότες σαν ατομική ιδιοκτησία και μετά δίνοντας δάνεια και προνόμια στους παλιούς γαιοκτήμονες τους βοήθησαν να αρπάξουν τη γη των φτωχών αγροτών. Σε λιγότερο από δέκα χρόνια, η συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών βρέθηκε στην άθλια κατάσταση που βρισκότανε και στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Συγχρόνως επέτρεψαν το ξαναχτίσιμο των μοναστηριών και τη στελέχωσή τους με παιδομάζωμα. Από την άλλη μεριά, ακολούθησαν την πολιτική της αφομοίωσης και της κινεζοποίησης του Θιβέτ, ώστε να αντιμετωπιστεί ο αναδυόμενος θιβετιανός εθνικισμός που αναγκαστικά θα στηριζότανε στις θρησκευτικές παραδόσεις για να αποκτήσει λαϊκό έρεισμα και να καρπωθεί την κοινωνική δυσαρέσκεια από την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Σήμερα στο Θιβέτ η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι κινέζοι μετανάστες (Χαν και μουσουλμάνοι Χούι) που κυριαρχούν στις μεγάλες πόλεις, ελέγχοντας πλήρως το εμπόριο, τις επιχειρήσεις και τον κρατικό μηχανισμό. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη εγκαινίαση της υπερσύγχρονης σιδηροδρομικής γραμμής που συνδέει το Θιβέτ με την υπόλοιπη Κίνα: να συνδυάσει την υπερεκμετάλλευση των πρώτων υλών και της φθηνής εργατικής δύναμης με την ενσωμάτωση και την αφομοίωση.
Για να ερμηνευθούν οι πρόσφατες διαδηλώσεις στο Θιβέτ, εκτός από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, θα πρέπει να υπολογισθεί το βάθος των κοινωνικών αλλαγών που έχουν συντελεσθεί από το 1976 και μετά. Για παράδειγμα, σήμερα οι διάφοροι γνώστες των εξελίξεων στο Θιβέτ παραδέχονται, είτε έμμεσα είτε ανοιχτά, ότι στις εξεγέρσεις του 1989 σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα παλαιά στελέχη που αναδείχθηκαν κατά την περίοδο της ΜΠΠΕ και η επιρροή του Δαλάι Λάμα και των μοναχών ήταν πολύ περιορισμένη. Ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι αναλυτές αναγκάζονται να παραδεχθούν ότι η πλειοψηφία του κόσμου που συμμετέχει στις διαδηλώσεις δεν παλεύει τόσο για εθνικά και θρησκευτικά δικαιώματα όσο για τους ίδιους λόγους που διαδηλώνουν και αγωνίζονται οι κινέζοι εργάτες και αγρότες στην υπόλοιπη Κίνα. Δηλαδή, ενάντια στην εκμετάλλευση και την κοινωνική καταπίεση που έχει επιβάλει η νέα αστική τάξη. Σίγουρα στην περίπτωση του Θιβέτ η λαϊκή αγανάκτηση αποκτά και άλλα χαρακτηριστικά και επιτρέπει στους ανταγωνιστές της Κίνας να εκμεταλλεύονται τις περιστάσεις είτε προβάλλοντας τη γραφική φιγούρα του Δαλάι Λάμα είτε τη νεότερη κοσμική γενιά των εξόριστων που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει φιλελεύθερη φρασεολογία.
Τέλος, για όλους αυτούς τους new age θαυμαστές του υποτιθέμενου πασιφισμού των βουδιστών μοναχών και του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, δηλαδή του δικαιώματος στο σκοταδισμό, μπορεί να ειπωθεί ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού δεν κρύβονται πια εύκολα. Διότι, οι παραδόσεις και τα έθιμα του σκοταδιστικού θρησκευτικού παρελθόντος δεν καταστρέφονται σήμερα από επαναστατημένους νεολαίους αλλά από την αδίστακτη επιθετικότητα του καπιταλισμού (κινεζικού ή αμερικανικού δεν έχει σημασία) που θα ήθελε τους μοναχούς να καλλιεργούν την υποταγή στις μάζες αλλά από κει και πέρα να είναι απλώς μια τουριστική ατραξιόν που να αποδίδει και το ανάλογο κέρδος βεβαίως.
Όπως ειπώθηκε και από έναν ινδό αναλυτή σε πρόσφατο άρθρο στην Γκάρντιαν: “Οι Θιβετιανοί μοιράζονται την απογοήτευσή τους με τους αγρότες και τους ιθαγενείς στα ινδικά κρατίδια της Δυτικής Βεγγάλης και της Ορίσσας, οι οποίοι, αν και ζουν στη μεγαλύτερη υποτίθεται δημοκρατία του κόσμου, αντιμετωπίζουν το δολοφονικό πέλεκυ των πολιτικών, των επιχειρηματιών και των παραστρατιωτικών, που προσπαθούν να εντάξουν την προγονική τους γη στο παγκόσμιο δίκτυο του κέρδους”. Θα προσθέταμε ότι οι αγρότες στην Ινδία όλο και περισσότερο συνειδητοποιούν τη δύναμή τους και συμμετέχουν ενεργά και δυναμικά στις διάφορες μορφές αγώνα. Οι Θιβετιανοί έχουν κι αυτοί τη δική τους επαναστατική παράδοση και είναι σίγουρο ότι στο μέλλον θα τη μοιραστούν με τους γειτονικούς λαούς της Ινδίας, του Νεπάλ και της υπόλοιπης Κίνας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Mike Ely, “The True Story of Maoist Revolution in Tibet”, Revolution, 1994 και 1998
Wang Lixiong, “Reflections on Tibet”, New Left Review, 14, March-April 2002, σ.79-111
Proyect Louis, “The ‘Angry Monk’”, Europe Solidaire Sans Frontieres, 28 February 2007
Pankaj Mishra, “At war with the utopia of modernity”, The Guardian, 22 March 2008
Tserink Shakya, “Blood in the Snows”, New Left Review, 15, May-June 2002, σ.39-60
Tserink Shakya, “The Prisoner”, New Left Review, 34, July-August 2005, σ.153-159



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου