Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Η μαρτυρία του Βαγγέλη Γκονέζου για το τέλος του Άρη Βελουχιώτη



Κώστας Μιχαλάκης
Φιλόλογος-Ιστορικός

Μέλος ΔΣ της ΕΛΜΕ Τρικάλων


Κατ' αρχήν, και σαν εισαγωγικό, αντιγράφουμε ένα άρθρο από το Βήμα -Ραβανός Αρης, 30/03/2014- (τη φωτογραφία του Βαγγέλη Γκονέζου την πήραμε από την ιστοσελίδα της Κίνησης για την Ανασύνταξη του ΚΚΕ 1918-55):

Ηταν Ιανουάριος του 1998 όταν πρωτοσυνάντησα στην Αθήνα τον αντάρτη του ΕΛΑΣ Βαγγέλη Γκονέζο που δεν ζει πια. (Α.σ.Γ.: πέθανε στις 17 Μάη 2003). Ο Γκονέζος, μετέπειτα αξιωματικός του Δημοκρατικού Στρατού και εκ των στενών συντρόφων του Αρη Βελουχιώτη, έζησε από κοντά το τέλος του.


Θεωρείται ακόμη και σήμερα ο άνθρωπος που έχει δώσει την πιο αξιόπιστη μαρτυρία για τα γεγονότα της 15ης και της 16ης Ιουνίου του 1945, ενώ είναι γνωστή στον κόσμο της Αριστεράς η περίφημη «έκθεση Γκονέζου» που υπέβαλε τον Αύγουστο του 1955 στην Τασκένδη και στον Αλέκο Κουτσούκαλη. Συνομίλησα μαζί του επί αρκετή ώρα και με την άδειά του κατέγραψα ηχητικά την εξιστόρησή του.

Ο Γκονέζος εκ Μελισσουργών Αρτης αναφέρει ότι ο Βελουχιώτης την τελευταία ημέρα προτού αυτοκτονήσει ήταν πικραμένος και απογοητευμένος. Ο πρώτος λόγος ήταν η συμφωνία της Βάρκιζας και η παράδοση των όπλων. Επίσης τον επηρέασε πολύ «η πληροφορία ότι στις 13 του Ιούνη αποκηρύχθηκε και διαγράφηκε με απόφαση της 11ης Ολομέλειας του ΚΚΕ. Ολόκληρη τη μέρα ήταν σκεπτικός και λιγομίλητος».

Μια ακόμη παράμετρος της κακής ψυχολογικής κατάστασης του Βελουχιώτη ήταν η ενέδρα που στήθηκε. «Με πικρία έβλεπε να εγκαταλείπεται από πιστούς συντρόφους του. Τον πρόδωσαν και πανικόβλητοι έφυγαν από κοντά του». Επίσης, ο Γκονέζος μου είπε ότι το χτύπημα που είχε ο Αρης στη σπονδυλική στήλη κατά τη σύμπτυξη της ομάδας τού δυσκόλευε τις κινήσεις, ενώ τον επηρέασε πολύ και το αδιέξοδο στη ρεματιά της Κερασιάς στην περιοχή της Μεσούντας, όπου διαφαινόταν ο κίνδυνος της αιχμαλωσίας.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο Γκονέζος όταν περιγράφει τη στιγμή του αποκεφαλισμού. «Η αντίδραση έδειξε όλη την απανθρωπιά, την κακία και το μίσος στους νεκρούς αγωνιστές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Θέλησαν να εκδικηθούν τους αγωνιστές και ειδικά τον Αρη, χωρίς κανένα σεβασμό στους νεκρούς, στους οποίους φέρθηκαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο» αναφέρει.

Την τραγωδία της αυτοκτονίας, σύμφωνα με τον Γκονέζο, την έζησε ο ίδιος και ο Λέων, σύνδεσμος του Αρη που έπαθε νευρικό κλονισμό. «Περίπου στις 9 μ.μ. (της 15ης Ιουνίου) ακούω τον Αρη να λέει: "Εζησα 42 χρόνια και καλά και άσχημα. Κοιτάξτε εσείς τι θα κάνετε τώρα. Γεια σας". Βγάζει το πιστόλι του και αυτοκτονεί» μου είπε.

Για όσα λέει στη συνέχεια ο Γκονέζος είναι άκρως αποκαλυπτική για τη στιγμή του αποκεφαλισμού: «Στον Αρη επεφύλαξαν την πιο προσβλητική και απάνθρωπη συμπεριφορά που ακόμα και τώρα δεν μπορώ να περιγράψω εύκολα. Του βγάλανε τα ρούχα, τον ξεγύμνωσαν. Του πήραν τη στολή, τον οπλισμό του, τον σκούφο, τις σφαίρες και ό,τι είχε πάνω του. Στη συνέχεια με ψυχρό ύφος του κόψανε το κεφάλι λες και σφάζανε ζώο. Του κόψανε τα χέρια από τους ώμους και τα πόδια από τα γόνατα και κάτω... Στη συνέχεια, του Τζαβέλλα του κόψανε το κεφάλι και το δεξί χέρι. Ηταν ένα πραγματικά φριχτό θέαμα».

Ακολουθεί η συγκλονιστική αφήγηση του Βαγγέλη Γκονέζου που στο παρελθόν δημοσιεύτηκε σε κάποια ιστολόγια και ιστοσελίδες:

ΒΑΓΓΕΛΗ ΓΚΟΝΕΖΟΥ

Άρης Βελουχιώτης

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΤΡΑΓΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ

Υπάρχει εχθρός στα υψώματα του δρομολογίου μας, κινηθήκαμε προς Κοθώνι. Πάνω δε σ' αυτό το αντέρεισμα αφήσαμε μια ομάδα με αποστολή, να εμποδίσει τυχόν κίνηση του εχθρού προς την κατεύθυνση αυτή και να συμπτυχθεί μόλις φθάσουμε στο χωριό.
Φθάνοντας στο χωριό πληροφορηθήκαμε από ένα αχτιδικό, για την αποκήρυξη και διαγραφή του Άρη που έγινε με απόφαση της 11ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ. Παρ' όλα αυτά ο Άρης είχε εμπιστοσύνη στο Ζαχαριάδη και ήθελε οπωσδήποτε να τον συναντήσει. Πίστευε πως θα τον δικαιώσει.
Την ίδια μέρα πληροφορηθήκαμε πως στο γειτονικό χωριό Βαλκάνο, έφθασε και στρατοπέδευσε μια Διλοχία στρατού. Τότε είπα στον Άρη. Γνωρίζω καλά το μέρος αυτό. Δώσε μου μια Διμοιρία να ανεβώ και να πιάσω το ύψωμα ανάμεσα στο Μυρόφυλλο και τη Μεσοχώρα και στη συνέχεια να ακολουθήσετε κι εσείς. Πρέπει να φύγουμε από το δύσκολο αυτό μέρος και να κινηθούμε προς Πίνδο. Δεν δέχτηκε, λέγοντας πως «το βράδυ θα ακολουθήσουμε το προκαθορισμένο δρομολόγιο».

Ενέδρα
Το βράδυ 13-6-1945 κινηθήκαμε από το χωριό Κοθώνι και ακολουθήσαμε το προκαθορισμένο δρομολόγιο: Μυρόφυλλο, Μεσούντα, γέφυρα Κοράκου, Άγραφα, με προορισμό τη Ρούμελη. Προτού ξεκινήσουμε, ο Άρης έδωσε, να μεταφέρει υπεύθυνα το γυλιό με τα χαρτιά του (ντοκουμέντα του αγώνα) στον αντάρτη Αριστοτέλη Μπούση, από το χωριό Πράμαντα Ιωαννίνων. Επίσης το βράδυ αυτό, πήραμε από το χωριό έναν πολίτη με το ζώο του, για να μεταφέρουμε τα τρόφιμα.
Θα ήταν 11 μ.μ., όταν φθάσαμε και σταματήσαμε για ξεκούραση στο αντέρεισμα πάνω από το Χοιρόλακκο, που χωρίζει τα δυο χωριά Κοθώνι και Μυρόφυλλο. Τη στιγμή αυτή ο πολίτης μεταγωγικός, ζήτησε άδεια από τον αρχηγό να πάει προς νερού του. Του επέτρεψε, χωρίς καν να σκεφτεί πως είναι δυνατόν να εγκαταλείψει το ζώο του και να φύγει. Πράγμα που έγινε. Φαίνεται πως ο άνθρωπος αυτός, γνώριζε την ενέργεια αυτή των ΜΑΥδων καθώς και την τοποθεσία που θα στηνότανε η ενέδρα και πήγε να τους ειδοποιήσει για το πέρασμα μας, καθώς και τη θέση του Άρη στη φάλαγγα, ώστε να συγκεντρώσουν όλα τα πυρά τους στο μέρος αυτό και να εξοντώσουν τον Άρη.
Γυρίζοντας το αντέρεισμα προς Μυρόφυλλο και σε μικρή απόσταση, δεχόμαστε αιφνιδιαστικά πυρά ενέδρας που μας είχαν στημένη σε πλαγιά ανάμεσα στο αντέρεισμα και την τοποθεσία Μιλογγόζι. Το μέρος αυτό ήταν κατάλληλο για ενέδρα. Είχε μόνο μια υποχρεωτική διάβαση, η οποία θερίζονταν σε πλάτος και βάθος.
Στο σημείο αυτό κόβεται η φάλαγγα και o Άρης μένει πίσω με 25 αντάρτες.
Το μεγαλύτερο κομμάτι του τμήματος, δύναμη 70 ανδρών, πέρασε τα πυρά της ενέδρας, χωρίς απώλειες και βρέθηκε σε απυρόβλητο μέρος. Η Διοίκηση αυτού του τμήματος Νέστορας Βόκκας και Πελοπίδας, θάπρεπε αμέσως να πάρει πρωτοβουλία και να ανεβάσει μια ενισχυμένη ομάδα με αποστολή, πλευρικό χτύπημα και διάλυση του εχθρού, έτσι ώστε ολόκληρο το τμήμα μας, ενωμένο να συνεχίσει την πορεία του. Χρόνος υπήρχε και οι δυνάμεις του στρατού βρίσκονταν πολύ μακριά.
Δεν το έκανε κι εδώ βρίσκεται το εγκληματικό λάθος. Προτίμησε να φύγει, χωρίς ν' αντιδράσει, αδιαφορώντας για τη ζωή του Άρη και τη σοβαρότητα της αποστολής μας.
Με την αρνητική αυτή στάση της η Διοίκηση του τμήματος βοήθησε τον εχθρό στο να εξοντώσει γρηγορότερα τον Άρη. Όλοι τους είναι συνένοχοι στο εγκληματικό αυτό έργο.
Μου φάνηκε παράξενο και δεν ήθελα να πιστέψω, πως οι εθελοντές αυτοί αγωνιστές, που γνώριζαν εκ των προτέρων τις δυσκολίες και τους κινδύνους του νέου ξεκινήματος, να λιποψυχήσουν μπροστά στη μικρή αυτή δυσκολία με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν τον αρχηγό για να σώσουν τα κεφάλια τους.

Δυστυχώς αυτό κι έγινε.
Ο Άρης θα ζούσε, γιατί το μεγάλο αυτό τμήμα, αν και καθυστέρησε στο χωριό Μεσούντα, πέρασε στις 14 προς 15 Ιούνη 1945 τη γέφυρα Κοράκου χωρίς να συναντήσει εχθρό.
Το ξεκομμένο τμήμα με τον Άρη, που αποτελούνταν από 26 άνδρες, όπως οι: Γιάννης Τζαβέλλας, Θάνος, Ζαγκλάρας, Μοδονής (Έκτορας), Νικολόπουλος (Δέων), Γκονέζος, Δράκος, Δέσπω, Πάλλας, Γεροκόζιακας και άλλοι, σταμάτησε πάνω στη διαχωριστική γραμμή του αντερείσματος περιμένοντας τη βοήθεια του μεγάλου τμήματος.
Η σύνδεση μας είχε κοπεί. Καμιά ενέργεια δεν φαίνεται. Ακούγονται μόνο τα πυρά της ενέδρας. Η κατάσταση αυτή ανησύχησε και στενοχώρησε τον Άρη. Με πικρία βλέπει πως οι πιστοί σύντροφοι του, με το άκουσμα της αποκήρυξης και διαγραφής του, να χάνουν την εμπιστοσύνη και να τον εγκαταλείπουν στη μανία των εγκληματικών σχεδίων της ξένης και ντόπιας αντίδρασης.
Χωρίς να χάσει χρόνο, ψύχραιμα, παίρνει απόφαση να κατεβούμε προς το ποτάμι κι' από εκεί προς Μεσούντα..
Με μεγάλη δυσκολία μέσα στη νύχτα, κατορθώσαμε να κατεβούμε το απότομο και βραχώδες αυτό αντέρεισμα και τα χαράματα 14-6-45 να περάσουμε τον Αχελώο και να καλυφτούμε μέσα στους θάμνους της δεξιάς όχθης όλη τη μέρα.
Στη βαθειά αυτή χαράδρα του Φάγγου που βρεθήκαμε, κάθε κίνηση μας την ημέρα, ήταν καταδικασμένη και ο Άρης ποτέ δεν σκέφτηκε να εξοντώσει το τμήμα του. Το βράδυ της ίδιας μέρας, 14-6-45 κινηθήκαμε προς Μεσούντα.
Ταλαιπωρηθήκαμε όλη τη νύχτα. Οδηγό δεν είχαμε. Δρομολόγιο, για να περάσουμε από τους πυκνούς θάμνους και τους γκρεμούς, δεν γνωρίζαμε και πολλές φορές γυρίζαμε στο ίδιο μέρος. Χρειάστηκαν δέκα ώρες για να περάσουμε μια απόσταση τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων. Αν είχαμε ένα ντόπιο σύνδεσμο, που να γνωρίζει το μέρος αυτό, θα είχαμε φθάσει κατά τη διάρκεια της νύχτας στη γέφυρα του Κοράκου.
Φθάσαμε το πρωί 15-6-45 στο ύψωμα Κερασιά, που βρίσκεται ανατολικά του χωριού Μεσούντα και πάνω από τη χαράδρα του Φάγγου. Η ώρα ήταν 7 και ο ήλιος είχε ανεβεί ψηλά στον ουρανό. Πληροφορίες για τους δικούς μας (που μας εγκατέλειψαν ύστερα από την ενέδρα το βράδυ 13-6-45) και τον εχθρό δεν είχαμε. Σταματήσαμε στο μέρος του αντερείσματος που λέγεται Γκορτσούλα, μήπως συνδεθούμε και πάρουμε πληροφορίες.
Προωθήσαμε πιο πάνω στην τοποθεσία Αντές δυο παρατηρητές, τους γέρο Δράκο και Πάλλα, με αποστολή να ελέγχουν το μονοπάτι που έρχεται από το χωριό και να παρατηρούν τα γύρω υψώματα, σημειώνοντας κάθε κίνηση του εχθρού. Η σύνδεση με το παρατηρητήριο γινόταν κάθε μισή ώρα.
Το μεσημέρι 15-6-45 έφθασε ο στρατός κι έπιασε όλα τα γύρω υψώματα. Βρεθήκαμε τώρα κυκλωμένοι. Η κατάσταση μας γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και περιμέναμε με αγωνία πότε θα νυχτώσει για να κινηθούμε και να βγούμε από τον κλοιό.

Η Αυτοκτονία του Άρη
Ο εχθρός μας πρόλαβε. Έπιασε τους δυο παρατηρητές χωρίς να ρίξουν ούτε μια τουφεκιά. Φαίνεται πως παραδόθηκαν. Γιατί ενώ ήσαν δυο, η σύνδεση γινόταν κάθε μισή ώρα κι ο εχθρός βρισκόταν στα γύρω υψώματα, νομίζω πως όταν κινδυνεύει κανείς δεν κοιμάται εύκολα. Κι ακόμα το μέρος τους επέτρεπε να σημειώσουν την κίνηση του εχθρού με μια τουφεκιά και να συμπτυχθούν εύκολα.
Ο εχθρός χρησιμοποιώντας το πλεονέκτημα αυτό, και με τη βοήθεια των παρατηρητών, μας πλησίασε και μας αιφνιδίασε με τα πυρά του. Το μέρος ήταν ακατάλληλο για άμυνα. Ο Άρης ψύχραιμα δίνει εντολή: Σημείο συγκέντρωσης κάτω στο ποτάμι. Όλοι κατηφορίσαμε, ο καθένας όπως μπορούσε γρηγορότερα χωρίς να διαλέγει δρομολόγιο και να κοιτάζει πού βρίσκεται ο διπλανός του και τούτο για ν' αποφεύγουμε τα πυρά του εχθρού. Δέκα εννέα σύντροφοι μας είχαν φτάσει στο ποτάμι όταν εμείς οι πέντε, Άρης, Τζαβέλλας, Λέων, γερο-Κόζιακας κι εγώ, βρισκόμαστε πολύ ψηλά στη ρεματιά της Κερασιάς. Αργοπορήσαμε, γιατί κατεβαίνοντας το απότομο και βραχώδες αυτό μέρος, ο Άρης έπεσε και χτύπησε πολύ άσχημα στη σπονδυλική στήλη. Όσο το χτύπημα ήταν ζεστό προχωρούσε μόνος του, στη συνέχεια τον βοήθησα κι εγώ, ώσπου φθάσαμε και σταματήσαμε σ' ένα σημείο της ρεματιάς που βρίσκεται κάτω από το ύψωμα που λέγεται Μούλκες.
Η ώρα θα ήταν 9 μ.μ. Από την απέναντι πλευρά του Μυροφύλλου, ένα εχθρικό πολυβόλο χτυπούσε κατ' άξονα τη ρεματιά. Μπροστά μας σκοτώνεται ο γερο Κόζιακας και πιο κάτω τραυματίζεται ο Λέων, από ένα κομματάκι νικελίου εκρηκτικής σφαίρας, στο δεξιό μέρος του μετώπου πάνω από το μάτι και γυρίζει πίσω γεμάτος αίματα.
Για μια στιγμή ακούω από το στόμα του Άρη να λέει: «Έζησα 42 χρόνια, έζησα και καλά και άσχημα. Κυττάξτε εσείς τι θα κάνετε τώρα, γεια σας». Βγάζει το πιστόλι του κι αυτοκτονεί. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τη σκέψη του, ούτε και να αντιδράσω.
Ύστερα από το αναπάντεχο αυτό γεγονός, την αυτοκτονία του Άρη, προχωρήσαμε με τον Λέοντα λίγα μέτρα πιο κάτω και συναντήσαμε τον Τζαβέλλα. «Γιάννη, του είπα, ο αρχηγός αυτοκτόνησε». Αμέσως ο Τζαβέλλας, που ψυχή του ήταν ο Άρης, γύρισε πίσω κι αφού σταμάτησε αριστερά από το νεκρό αρχηγό, άνοιξε μια χειροβομβίδα, την κράτησε στα χέρια του κι αυτοκτόνησε.
Στο σημείο αυτό της ρεματιάς και κάτω από το υψωματάκι Μούλκες, έμειναν για πάντα οι τρεις σύντροφοι μας. Οι Άρης και Τζαβέλλας πεσμένοι στο δεξιό μέρος της ρεματιάς κι ο γερο Κόζιακας μέσα στο νερό.
Ο Λέων ύστερα από τον τραυματισμό του και τις αυτοκτονίες Άρη και Τζαβέλλα έπαθε ψυχικό κλονισμό. Σε κάβε κίνηση έπρεπε να τον βοηθάω. Χρειάστηκε να περάσουν δυο μέρες για να συνέλθει κάπως.
Προχωρήσαμε τώρα οι δύο μας, για να κατέβουμε κάτω στο ποτάμι και να συναντηθούμε με τους άλλους συντρόφους, να τους ενημερώσουμε για τις αυτοκτονίες και να πορευτούμε μαζί τους.
Πιο κάτω συναντήσαμε ένα κλειστό μέρος που δεν μας επέτρεπε να προχωρήσουμε άλλο. Δεξιά κι αριστερά μέρος αδιάβατο, μπροστά μας ένας μεγάλος βράχος που στάθηκε αδύνατο να τον πηδήσουμε. Σταματήσαμε για λίγο και κοιτάζαμε ολόγυρα μας, μήπως υπάρχει κανένα μονοπάτι και μπορέσαμε να κατεβούμε. Δυστυχώς, τίποτε. Η νύχτα είχε προχωρήσει και οι κινήσεις μας δεν φαίνονταν από τον εχθρό. Αποφασίζουμε και γυρίζουμε πίσω, μήπως πιο πάνω βρούμε μέρος και βγούμε από τη ρεματιά.
Περάσαμε ξανά από τους νεκρούς και σε μικρή απόσταση πιο πάνω, 10 έως 15 μέτρα, συναντήσαμε δυο πέτρες ενωμένες που πάνω τους κυλούσε το λίγο νερό της ρεματιάς και κάτω είχαν ένα άνοιγμα που χωρούσε δυο έως τρία άτομα - κι εκεί -περάσαμε τη νύχτα της 15.6.45.
Το μέρος αυτό ήταν έτσι φτιαγμένο, από τη φύση του, που δεν τραβούσε κανενός την προσοχή. Εδώ αποφασίσαμε, σε περίπτωση που ο εχθρός αντιληφθεί τη θέση μας, να τον πολεμήσουμε κι όταν δούμε πως κινδυνεύουμε να πιαστούμε ζωντανοί, ν' αυτοκτονήσουμε.
Την άλλη μέρα, 16.6.45, πρωί-πρωί κατέβηκε στη ρεματιά μια Διμοιρία στρατού με τους δυο παρατηρητές μας. Περάσανε από κοντά μας σε απόσταση ενός μέτρου, γιατί δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Τους μετρήσαμε, ήταν 33 τον αριθμό. Τους δικούς μας, φαίνεται πως τους πήραν για ν' αναγνωρίσουν τους νεκρούς. Ύστερα από αρκετή ώρα κι αφού τελείωσαν το βρώμικο έργο τους, ξαναγύρισαν από το ίδιο μέρος κι έφυγαν. Εκεί μέσα μείναμε 52 ώρες. Από 15 μέχρι 17 Ιούνη. Το βράδυ στις 17.6.45, μόλις νύχτωσε βγήκαμε και προχωρήσαμε προς τους νεκρούς. Φθάνοντας, είδαμε ένα τρομερό θέαμα.

Εδώ η αντίδραση έδειξε όλη την απανθρωπιά, την κακία και το μίσος στους νεκρούς αγωνιστές του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα. Θέλησε, χωρίς σεβασμό προς τους νεκρούς, να τους εκδικηθεί με τον πιο απάνθρωπο τρόπο. Τον Άρη, αφού τον ξεγύμνωσαν και του πήραν τη στολή και τον οπλισμό του, του κόψανε το κεφάλι, τα χέρια από τους ώμους και τα πόδια από τα γόνατα και κάτω. Του Τζαβέλλα του κόψανε το κεφάλι και το δεξί χέρι. Πραγματικά φριχτό θέαμα.

Τα πτώματα είχαν αρχίσει να μυρίζουν. Θέλαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να τους θάψουμε, γιατί δεν είχαμε κανένα εργαλείο, ούτε και μπορούσαμε να βρούμε - στο ερημικό αυτό μέρος. Κι έτσι έμειναν άταφοι, τροφή για τους λύκους και τα όρνια.

Γράφτηκε τότε στις εφημερίδες, πως, ο Άρης σκοτώθηκε στις 16.6.45. Αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί Άρης αυτοκτόνησε το βράδυ της προηγούμενης μέρας: Η ημερομηνία του αποκεφαλισμού του 16.6.45 θεωρήθηκε σαν μέρα του σκοτωμού του.

Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, αποχαιρετίσαμε για τελευταία φορά τον αρχηγό και τους άλλους συντρόφους και φύγαμε, ακολουθώντας το δρομολόγιο που είχε κινηθεί η Διμοιρία του στρατού. Κατορθώσαμε, ύστερα από μεγάλη ταλαιπωρία, να βγούμε από τη ρεματιά και να φτάσουμε κάτω στο ποτάμι. Προχωρώντας κατά μήκος του ποταμού, περάσαμε μέσα από ένα χωράφι σπαρμένο με καλαμπόκι. Στην άκρη του χωραφιού φάνηκε μια καλύβα. Προχωρήσαμε με προσοχή και μπήκαμε μέσα. Ένα γεροντάκι που ξεκουράζονταν, μόλις μας είδε, πετάχτηκε αμέσως επάνω. Έγινε αναγνώριση κι έτσι ησύχασε κι αυτός κι εμείς. Ήταν ο γέρο Λάκκας, από το χωριό Τετράκωμο. Δικός μας άνθρωπος. Ολόκληρη η οικογένεια του πήρε ενεργό μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Μας καλοδέχτηκε και μας πληροφόρησε για τις κινήσεις του εχθρού.
Τον παρακαλέσαμε και μας έδωσε μεταχειρισμένα παλιά πολιτικά ρούχα, τα οποία φορέσαμε, αφήνοντας εκεί τα στρατιωτικά. Αυτή η αλλαγή έγινε για να μη δώσουμε στόχο στα χωριά που θα περνούσαμε και μάλιστα τώρα που η αντίδραση σήκωσε πολύ ψηλά το κεφάλι. Το ίδιο βράδυ, έχοντας μαζί μας τα πιστόλια και από δυο χειροβομβίδες, περάσαμε με κίνδυνο της ζωής μας, το ορμητικό αυτό ποτάμι. Μόλις πατήσαμε δυο βήματα, μας άρπαξε και σα φτερό μας πέταξε, χωρίς να καταλάβουμε, εκατό μέτρα κάτω, στην αριστερή όχθη.
Βρεγμένοι μέχρι το κόκαλο και στραγγίζοντας τα ρούχα μας, ανεβήκαμε και φθάσαμε, ώρα 2.30 πμ. 18.6.45, στο χωριό Ελληνικό. Χτυπήσαμε την πόρτα του υπεύθυνου του ΕΑΜ. Μας άνοιξε, μας φιλοξένησε και μας πληροφόρησε, πως, στο χωριό Καλή Κώμη γλεντά ο συμμορίτης Μόκας με τους άντρες του και ότι πρέπει να απομακρυνθούμε όσο είναι νύχτα. Φύγαμε αμέσως. Ανεβήκαμε το ύψωμα και προτού φτάσουμε στο δρόμο προς τη Μεσοχώρα σταματήσαμε. Ήταν νύχτα ακόμη. Εδώ θα χωρίζαμε, εγώ για τα Τζουμέρκα και ο Λέων για τη Σπερχειάδα.
Τον συμβούλεψα να προσέχει στο δρόμο και μόλις με το καλό φθάσει στο χωριό του, αμέσως να συνδεθεί με το κόμμα και να παραδώσει τις 32 λίρες. Τα χρήματα αυτά είχε δώσει στον Άρη ο Τάκης Φίτσος, μέλος του Θεσσαλικού Γραφείου, για τις ανάγκες του τμήματος κατά τη διαδρομή προς την Αλβανία. Του είπα ακόμη, πως, αν περάσουμε αυτή τη μπόρα και βρεθούμε ζωντανοί, θα πρέπει να συναντηθούμε οπωσδήποτε, για να θυμηθούμε τις δύσκολες αυτές μέρες της τραγωδίας και να πούμε τις μετέπειτα περιπέτειες μας. Χαιρετηθήκαμε και χωρίσαμε.
Ύστερα από μεγάλη ταλαιπωρία κατόρθωσα να φθάσω στο χωριό μου, Μελισσουργοί. Εδώ έζησα σε βαθειά παρανομία. Πολλά ήταν τα μπλόκα της χωροφυλακής χωρίς αποτέλεσμα. Αργότερα διέφυγα με εντολή της οργάνωσης στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας και στη συνέχεια -πέρασα στις γραμμές του ΔΣΕ. Τον Οκτώβρη του 1949 βρέθηκα μαζί με άλλους συντρόφους στη Σοβιετική Ένωση. Επέστρεψα στην Ελλάδα το 1978, ύστερα από 29 χρόνια.

Μόλις έμαθα, το 1980, ότι, ο Δημήτρης Νικολόπουλος (Λέων) ζει και βρίσκεται στην Σπερχειάδα, θυμήθηκα τη συμφωνία που είχαμε κάνει όταν χωρίσαμε στις 18.6.1945, κι αμέσως του έστειλα ένα γράμμα με τον εξαδερφό μου, Αλέκο Πλάκα και τον παρακαλούσα να μου ορίσει τόπο και χρόνο για να συναντηθούμε. Δυστυχώς καμιά απάντηση. Δεν ξέρω ποιοι λόγοι τον ανάγκασαν να μην δεχτεί τη συνάντηση αυτή.
Την τραγωδία της αυτοκτονίας την ζήσαμε μόνο δυο άτομα, εγώ και ο σύνδεσμος του Άρη Λέων.

Φθάνοντας στο χωριό Μελισσουργοί, 22.6.45, αφηγήθηκα στο κόμμα, με κάθε λεπτομέρεια, την τραγωδία της αυτοκτονίας του Άρη. Αργότερα, το Νοέμβρη 1945, την αφήγηση αυτή έκαμα στον Αλέκο Κουτσούκαλη ο οποίος έγραψε σχετικά στο βιβλίο του «Η Εθνική Αντίσταση του Νομού Άρτας 1940-1945».

Το 1976, η ιδία μου αφήγηση γράφτηκε στην εφημερίδα «ΝΕΑ» από τον δημοσιογράφο Δημήτρη Γουσίδη, ύστερα από συνέντευξη που έγινε στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς επίσης γράφτηκε και στο βιβλίο του «Όπου ζεις δεν πατρίζεις».

Όλα αυτά τ' αναφέρω, γιατί γράφτηκαν ορισμένες αναλήθειες, σχετικά με την αυτοκτονία, σε βιβλία και άρθρα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Όπως:
α) Το μεγάλο τμήμα που έφθασε στην Μεσούντα, ύστερα από το χτύπημα της ενέδρας 13.6.45, έστειλε στις 14.6.45 σύνδεσμο τον Ηλία Τσουμάνη για να μας συνδέσει και να δώσει στον Άρη το φύλλο του «Ριζοσπάστη» που έγραφε την αποκήρυξη και διαγραφή του Άρη. Αυτό είναι ψέμα. Γιατί τον Ηλία θα τον έβλεπα, βρισκόμουν σαν επιτελής κοντά στον Άρη κι ακόμα τον γνώριζα πολύ καλά, γιατί υπηρετήσαμε μαζί στο 3/40 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Αν ερχόταν ο Τσουμάνης, ο άνθρωπος αυτός που σαν κτηνοτρόφος έχει περπατήσει όλο το ύψωμα αυτό, θα μας έβγαζε από σύντομο μονοπάτι και χωρίς ταλαιπωρία θα φθάναμε στη γέφυρα του Κοράκου.
Δεν στάλθηκε, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθούμε όλη τη νύχτα και να διανύσουμε απόσταση τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων μέσα σε δέκα ώρες. Επίσης ψέμα είναι ότι δώσανε το «Ριζοσπάστη» που δημοσίευε την αποκήρυξη και διαγραφή του Άρη. Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 15.6.45 και για να φθάσει η εφημερίδα στη Μεσούντα με την τότε συγκοινωνία θα χρειάζονταν τουλάχιστον τρεις ημέρες.
Την πληροφορία για την αποκήρυξη και διαγραφή του Άρη μας είπε προφορικά ένας αχτιδικός στο χωριό Κοθώνι, 13.6.45.
β) Γράφτηκε πως, την ώρα της αυτοκτονίας του Άρη, βρέθηκαν κοντά του, οι Θάνος, 'Εκτορας, Ζαγκλάρας και δυο ακόμα Θεσσαλοί. Δεν είναι αλήθεια, γιατί αν βρίσκονταν εκεί οι παραπάνω σύντροφοι θα φεύγαμε μαζί. θα τους ακολουθούσαμε, γιατί δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε στο μέρος αυτό διακινδυνεύοντας τη ζωή μας. Λίγη λογική χρειάζεται. Κι ακόμα, οι ηλικιωμένοι και μυαλωμένοι αυτοί σύντροφοι δεν θα μας εγκατέλειπαν και ιδιαίτερα το αγαπημένο παιδί της Διμοιρίας των Μαυροσκούφηδων Άγοντα που βρέθηκε σε δύσκολη ψυχική κατάσταση ύστερα από τον τραυματισμό, του και τις αυτοκτονίες Άρη και Τζαβέλλα και
γ) Ηρωοποιούν τον Δράκο με το να γράφουν, πως κατόρθωσε να ξεφύγει από τον κίνδυνο και να κρυφτεί σε μια τσακαλότρυπα και πως ο εχθρός ψάχνοντας, κατόρθωσε, ύστερα από δυο μέρες να τον ανακαλύψει, να τον πιάσει και να τον στείλει στη φυλακή.
Την πληροφορία αυτή έδωσε ο ίδιος ο Δράκος μέσα από τη φυλακή και οι έξω τη δέχτηκαν, τη θεώρησαν σημαντική, μια που δίνεται από άνθρωπο που πιάστηκε τελευταία και βρίσκεται στις φυλακές και άρχισαν να γράφουν.

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Ο Δράκος δεν πιάστηκε στην τσακαλότρυπα στις 17.6.45, αλλά παραδόθηκε πάνω στο παρατηρητήριο στις 15.6.45. Αυτό φαίνεται καθαρά από τα παρακάτω:
α) Το παρατηρητήριο έχει τέτοια θέα, που ο εχθρός γίνεται αντιληπτός από μακρινή απόσταση.
β) Η θέση του παρατηρητήριου είναι πλεονεκτικά κι ο αιφνιδιασμός είναι αδύνατος την ημέρα.
γ) Ο παρατηρητής με ευκολία μπορεί να σημειώσει την κίνηση του εχθρού, να τον σταματήσει με τα πυρά του σε απόσταση και να συμπτυχθεί ανενόχλητος. Το δρομολόγιο σύμπτυξης κατάλληλο. Κατήφορος και καλυμμένο από έλατα.
δ) Ο Δράκος άνθρωπος του ντουφεκιού! Παλιός κλέφτης με πείρα, που δύσκολα, νομίζω, πως ο εχθρός θα τον έβαζε στο χέρι του. Μπορούσε και μάλιστα με τον καλλίτερο τρόπο να εκπληρώσει την αποστολή του παρατηρητή, που του ανέθεσε ο αρχηγός. Δεν θέλησε. Προτίμησε να παραδοθεί μόλις εμφανίστηκε ο εχθρός και μάλιστα τον οδήγησε στο μέρος που βρισκόταν το υπόλοιπο τμήμα με αποτέλεσμα να το αιφνιδιάσει.

Δεν πρέπει να μας φαίνεται παράξενο, ότι, άνθρωποι με όχι μεγάλη πίστη στον αγώνα, στις δύσκολες στιγμές λυγίζουν και αλλάζουν γνώμη. Άλλες ήσαν οι συνθήκες στον ΕΛΑΣ και άλλες τώρα μετά τη Βάρκιζα. Την άλλη μέρα, 16.6.45, πρωί - πρωί οι δυο παρατηρητές με μια Διμοιρία στρατού κατέβησαν στους νεκρούς κι εκεί ο Δράκος με τα ίδια του τα χέρια έκοψε τα κεφάλια του Άρη και του Τζαβέλλα. Ο εχθρός, για τις καλές πράξεις του Δράκου, όπως, η παράδοση του, η υπόδειξη της τοποθεσίας του τμήματος και ο αποκεφαλισμός του Άρη και του Τζαβέλλα, του χάρισε τη ζωή, δεν τον εκτέλεσε επιτόπου, και τον έριξε στις φυλακές για να παρουσιαστεί στη συνέχεια σαν ήρωας. Αυτό πολλές φορές γίνεται, όταν δεν υπάρχουν οι σωστές πληροφορίες.

Τα παραπάνω έγραψε ο Δημήτρης Καραθάνος ΣΕ άρθρο του στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».
Ο Καραθάνος, είναι αυτός, που με το πρώτο χτύπημα της ενέδρας 13.6.45, εγκατέλειψε τον Άρη για να γλυτώσει το κεφάλι του. Είναι συνένοχος με τον εχθρό, γιατί με την ενέργεια του αυτή, βοήθησε στο σκοτωμό του Άρη. Δεν ξέρω από που παίρνει αυτό το θράσος και προσπαθεί με τη μέθοδο της παραπληροφόρησης, χρησιμοποιώντας το ψέμα, για να ανατρέψει την ιστορική αλήθεια των γεγονότων. Μήπως νομίζει πως με τα άρθρα του αυτά θα μπορέσει να κρύψει την ενοχή του και να εξιλεωθεί; Είναι προσβλητικό για τον ήρωα νεκρό Άρη και θα τρίζουν τα κόκαλα του για την χωρίς όρια ψευδολογία του Καραθάνου. Νομίζω, πως κάθε πιστός και τίμιος αγωνιστής, πρέπει να είναι φιλαλήθης και να αναφέρει τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν για να μπορέσει έτσι η ιστορία του αγώνα, όταν ολοκληρωθεί, να είναι αντικειμενική. Τα έργα τέτοιων ανθρώπων ας τα κρίνει ο λαός.

Ποιος ευθύνεται για το σκοτωμό του Άρη Βελουχιώτη
Η ευθύνη για το σκοτωμό του χιλιοτραγουδισμένου αρχηγού Άρη Βελουχιώτη φέρνει η ηγεσία του κόμματος, η οποία, συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν μπόρεσε στη δοσμένη στιγμή του αγώνα, να δει τη βρώμικη πολιτική των Άγγλων στη χώρα μας, να πιάσει τα προβλήματα του ελληνικού λαού και να χαράξει μια σωστή εθνική και δημοκρατική γραμμή για το συμφέρον του κινήματος.
Η 8η ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ (Γενάρης 1942) δείχνει καθαρά τις αυταπάτες που είχε η ηγεσία του κόμματος, όσον αφορά τις σχέσεις κινήματος και Άγγλων.
Η άγνοια αυτή της Αγγλικής πολιτικής, είχε σαν αποτέλεσμα τις ταλαντεύσεις, υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, με αποκορύφωμα την υπογραφή των προδοτικών συμφωνιών Λιβάνου, Καζέρτας και Βάρκιζας, που οδήγησαν το κίνημα μας στην καταστροφή κι έφεραν στη χώρα μας την πολιτική, οικονομική και κοινωνική υποδούλωση.

Τη Βάρκιζα ο Σιάντος τη θεώρησε σαν τη μεγαλύτερη επιτυχία του και την παραμονή της υπογραφής της έλεγε στους ντόπιους και ξένους δημοσιογράφους:
«Γνωρίζουμε ότι τα βρετανικά στρατεύματα βρίσκονται στην Ελλάδα για στρατιωτικούς λόγους» (και όχι επομένως για τους αποικιοκρατικούς σκοπούς τους, ως αυτό το σημείο της καταισχύνης έφθασε) και συνεχίζει: «Τη σύγκρουση των Άγγλων και των δυνάμεων του ΕΛΑΣ τη θεωρούμε ως ατυχή σύγκρουση που πέρασε και θα ξεχαστεί. Μα αν οι σύμμαχοι αποφάσισαν να διατηρήσουν εδώ τον Αγγλικό στρατό, εμείς λέμε ότι, αυτό είναι το συμφέρον και της Ελλάδος». Γιατί.

(Τέλος αφηγήσεως Γκονέζου)


Να δώσουμε στις επετείους το νόημα που τους αξίζει.


Τις ημέρες αυτές πραγματοποιείται μια πληθώρα εκδηλώσεων με αφορμή τα 70 χρόνια από τον θάνατο του Άρη Βελουχιώτη, πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ και την απεχθή πράξη του κρεμάσματος του κεφαλιού του, μαζί με αυτό του Τζαβέλα, στον περίφημο πια φανοστάτη της πλατείας Ρήγα Φεραίου Τρικάλων.
Θεωρώ ότι καλώς κάνουν και γίνονται όλες αυτές οι κινήσεις, κι εγώ ο ίδιος συμμετέχω εξάλλου, όμως νομίζω ότι για να τιμηθεί σωστά ένα πρόσωπο που χάραξε την ιστορία της χώρας μας και λευτέρωσε αυτήν την πόλη δυο φορές, το 1943 από τους Ιταλούς και το 1944 από τους Γερμανούς, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας μερικά πράγματα:
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο Άρης δεν ήταν κάποιος «Ρομπέν των Δασών», ο οποίος ξαφνικά πήρε τα όπλα και τον ακολούθησε ο ελληνικός λαός. Ήταν μέλος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Μόνο μετά από την σωστή προετοιμασία και οργάνωση, βγήκε στο βουνό ο Άρης και οι σύντροφοί του. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο ΕΛΑΣ ιδρύθηκε αρχές Μαρτίου του 1942, αλλά μόλις σαν αύριο, στις 7 Ιουνίου, κλείνουν 73 χρόνια από τότε που για πρώτη φορά ο Άρης και ένα μικρό τμήμα του ΕΛΑΣ μπαίνει στο χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας, συστήνεται ως «ταγματάρχης πυροβολικού Άρης Βελουχιώτης» και κηρύσσει επανάσταση εναντίον των κατακτητών και των ξένων συνεργατών τους.
Επίσης, πολλοί προσπαθούν να προσωποποιήσουν τον αγώνα εναντίον των κατακτητών γύρω από την μορφή του Άρη, χωρίς όμως να προσπαθήσουν να δουν την ολοκληρωμένη εικόνα. Κι εδώ ερχόμαστε σε μια δεύτερη επέτειο, η οποία αφορά την περιοχή μας και, κατά την γνώμη μου, θα πρέπει να τιμάται με ακόμη μεγαλύτερη λαμπρότητα από όσο μέχρι τώρα. Μιλώ για την μάχη της Πόρτας, η οποία έλαβε χώρα στις 8 και 9 Ιουνίου 1943 στην Πύλη. Εκεί, 200 μαχητές του ΕΛΑΣ, υπό τις διαταγές του θρυλικού Μίμη Μπουκουβάλα, αντιμετώπισαν σε εκ παρατάξεως μάχη 4000 ιταλούς και συνεργάτες τους και τους εμπόδισαν να ανέβουν στα ορεινά, όπου βρισκόταν τότε το στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Το κατόρθωμα αυτό είναι κατά την γνώμη μου μικρές «Θεμοπύλες» της Αντίστασης και θα πρέπει να στέκεται δίπλα στο ύψωμα 731.
Γιατί όμως αναφέρω την μάχη αυτή; Ο Άρης την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην Ρούμελη και δεν είχε ανάμειξη. Φυσικά, την μάχη την έδωσε ο ΕΛΑΣ, ο στρατός του οποίου ηγούνταν ο Άρης, είχαν την ίδια λάμψη, το ίδιο πάθος και την ίδια αγάπη στην ελευθερία.
Θα πρέπει να καταρριφθεί όμως ο μύθος ότι όλα όσα έγιναν, έγιναν εξ αιτίας του Άρη και μόνο με την παρουσία του. Είναι ένας μύθος που πηγάζει από βιβλία όπως αυτό του Χαριτόπουλου και καταλήγει σε φαινόμενα φετιχισμού και προσωπολατρείας, όπως η αναζήτηση του… αληθινού φανοστάτη στον οποίον κρεμάστηκε το κεφάλι του ή το μέρος στο οποίο τελικά θάφτηκε.
Τι θέλω να πω; Ότι η προσωπικότητα του Άρη Βελουχιώτη για να τιμηθεί, δεν πρέπει να ιδωθεί ξεκομμένη από τις συνθήκες τις εποχής, τις ιδέες που έβγαλαν χιλιάδες νέους στο βουνό, τον αγώνα που έδινε σχεδόν ολόκληρο το ελληνικό έθνος τότε. Ο Άρης Βελουχιώτης ήταν ο φυσικός ηγέτης, ο εκφραστής ενός ολόκληρου κινήματος και το κίνημα είναι αυτό που έβγαλε ανθρώπους σαν τον Άρη.
Όποιος προσπαθήσει να ξεχωρίσει τα δύο αυτά πράγματα, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αφήνει κουτσή την ιστορική μνήμη. Όταν τιμούμε την μνήμη του Άρη Βελουχιώτη, τιμούμε και τους ταλαιπωρημένους αντάρτες που μπήκαν με την ελληνική σημαία στην Δομνίστα, τιμούμε τους απλούς ΕΛΑΣίτες που έφραξαν των δρόμο των Ιταλών στην Πόρτα, τιμούμε τον αγώνα του λαού που μόνο με αυτήν του 1821 μπορεί να συγκριθεί.
Ο Άρης δεν ήταν άγιος, να του κάνουμε ευχέλαια και λιτανείες, ήταν ο άνθρωπος που συμπύκνωσε στο πρόσωπο του τις ελπίδες, τις αγωνίες και την πάλη ενός ολόκληρου λαού να γίνει νοικοκύρης στον τόπο του. Ο τραγικός του θάνατος έδειξε ότι δεν κατορθώθηκε να γίνει πράξη αυτή η πάλη και μας αφήνει μια βαριά παρακαταθήκη. Να την ολοκληρώσουμε.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου