Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Φώτης Αγγουλές. Σαράντα χρόνια από το θάνατο του.

Προλεταριακή Σημαία φ. 522 9-4-2005


Ελάτε να θυμηθούμε τον λαϊκό ποιητή Φώτη Αγγουλέ. Τώρα που οι προβολείς για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21η Μαρτίου), που καθιέρωσε τo 2001 η UNESCO σβήσαν, ελάτε να ξαναδιαβάσουμε Αγγουλέ. Ελάτε να γνωρίσουμε τη δικιά του ευαισθησία για τόπους, χρόνια και πεπρωμένα, μιας εποχής που βίωσε το χρώμα της φωτιάς. Ελάτε να βρούμε στους στίχους του την απαντοχή, τη δύναμη, την απλότητα και τη λαϊκότητα που τόσο βασανιστικά για τον ίδιο, τόσο σπάταλα για τους άλλους χάρισε. Κάποιο πρωί, θυμούνται συγκρατούμενοι του στα Βούρλα, σκαρφάλωσε ψηλά στο παραθύρι της φυλακής κι αγνάντεψε ολούθε, «όμορφος που ναι ο κόσμος» είπε και κατέβηκε. Γι αυτόν τον κόσμο κάποτε έγραψε «…βάλαμε χρέος μα πως ξεπληρώνεται…».


Προσφυγάκι από τον Τσεσμέ ήταν ο Φώτης. Εκεί γεννήθηκε το 1911 και το 1918 με την οικογένεια του πέρασε στη Χίο και μαζί στην εποχή της στέρησης και της πείνας. Από πολύ μικρός δουλεύει σε ψαρόβαρκα, ξεχνώντας σχεδόν το σχολείο. Δευτέρας δημοτικού, ότι έμαθε μόνος του το πάλεψε, μόνος του το κατάφερε. Κάποτε έκανε αίτηση να κοιμάται μέσα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη «Κοραής» της Χίου για να ξενυχτά διαβάζοντας. Για το πρωί άστε το, γύρα στο μεροδούλι – μεροφάι. Στα χρόνια του τα τρυφερά ήταν που διάβασε ποιήματα σε εφημερίδα και πάει του κόλλησε το μεράκι και δεν του ματάφυγε ποτέ. Χασομέρια τα θεωρούσε όλα αυτά ο πατέρας του και θύμωνε, αλλά πες-πες και πείσμα ο Φώτης τα κατάφερε να πάει μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».

Αρχίζει να γράφει ποιηματάκια απλά, τρυφερά και ρομαντικά που γρήγορα ξεπερνά με την άνοδο της κοινωνικής και αγωνιστικής του συνείδησης, ήταν και που οι εποχές δεν άφηναν πολλά περιθώρια. Ο Φώτης Αγγουλές τάσσεται με το δίκιο του λαού, με το νέο ενάντια στο παλιό, το γερασμένο. Αυτά θα σημαδέψουν του έργο του, αυτά και η βεβαιότητα ενός κόσμου, ενός αύριου καλύτερου και λαμπερού όπου «δεν θα μισεύουν οι γερανοί», «δεν θα μένουν οι φωλιές χωρίς χελιδονολαλιές» και «δεν θ’ ανθούν οι κήποι χιόνια». Από το μουχλιασμένο κελί του θα φωνάζει «Αγαπούμε το φως – λαχταρούμε το φως». Γι αυτό το φως και με την προτροπή «Τον κόσμο ας ομορφαίνουνε τα εργατικά μας χέρια» θα ψάλει λυρικά σ’ όλη τη ζωή του.

Ο Αγγουλές νέος με άλλους συνομήλικους του βγάζουν το εβδομαδιαίο περιοδικό «Το νησί μας» που γρήγορα κλείνει. Το 1935 στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» δημοσιεύει μια τσουχτερή σάτιρα για τον Μουσολίνι. Οι διώξεις αρχίζουν, παραπέμπεται σε δίκη και αθωώνεται. Στο μεταξύ ο φασισμός σ’ Ευρώπη και Ελλάδα φουντώνει. Τα σύννεφα του πολέμου, μαύρα σαν τη ψυχή του φασισμού σκεπάζουν τα πάντα στην Ισπανία, την Ελλάδα, την Ευρώπη. Ο Φώτης φεύγει για τη Μέση Ανατολή να πολεμήσει. Το 42 τον βρίσκει σε θέσεις τυπογράφου σε Ιεροσόλυμα και Κάιρο. Στην Ελλάδα το Αντάρτικο θεριεύει. Στη Μέση Ανατολή η αντίθεση στα σχέδια των `Αγγλων, δεν αργεί να γίνει δυναμική αναμέτρηση, πολιτική σύγκρουση. Τότε ολοκληρώνεται και η πολιτική συνείδηση του Αγγουλέ.

Αρχές του 44, οι στρατευμένοι δημοκράτες απαιτούν νέα σχήματα κυβερνητικά, παραμερισμό της μοναρχίας, αναγνώριση της αντίστασης του λαού στην Ελλάδα, συνεργασία με τις αντάρτικες ομάδες. Η αντίδραση προχωρά σε συλλήψεις. Ο Αγγουλές με χιλιάδες άλλους δημοκράτες αγωνιστές συλλαμβάνεται και κλείνεται σ’ ένα στρατόπεδο για αιχμαλώτους πολέμου στο Ντεκαμερέ της Ασμάρας. Ακολουθούν φυλακίσεις και απομονώσεις σε Παλαιστίνη και Αίγυπτο. `Αρρωστος μεταφέρεται σε νοσοκομείο και απολύεται. Επιστρέφει στη Χίο για να αντιμετωπίσει όπως κι όλοι οι αγωνιστές της αντίστασης τους διωγμούς, τον χωροφύλακα, τον μεταξικό, τον μοναρχικό, τον δοσίλογο, τους συνεργάτες των `Αγγλων που τώρα, «ράβουν και κόβουν κουστούμια» τρομοκρατίας. Ο Εμφύλιος αρχίζει.

Το 1948 ο Αγγουλές συλλαμβάνεται μ’ ένα φίλο του στο Βροντάδο να τυπώνει παράνομη εφημερίδα μέσα σε μια στέρνα. Δεμένους τους διαπομπεύουν στη χώρα και από κει στα Γιούρα. `Αρρωστος πάλι σοβαρά μεταφέρεται σε νοσοκομείο της Σύρας. Η δίκη του έγινε στην Αθήνα, ο κίνδυνος θανατικής καταδίκης άμεσος. `Ολο το νησί κινητοποιείται για τον Φώτη που τελικά δικάζεται δώδεκα χρόνια ειρκτή. Θα γυρίσει από μεταγωγή σε μεταγωγή όλες τις φυλακές της χώρας.

Οι κακουχίες κλωνίζουν για μια ακόμη φορά την ήδη κακιά υγεία του. Το 54 δεν μπορεί να φάει καθόλου, τον πάνε για εγχείρηση στομάχου κι αυτός με διάθεση καλή «….θα φάω πάλι χταπόδι» διακωμωδεί αριστοφανικά. Στα 2/3 της ποινής του το 56 αποφυλακίζεται και γυρνά στο νησί. Εκεί, μια από τα ίδια, παρακολουθήσεις, καθημερινό παρών στη Ασφάλεια, τρομοκρατία, εκφοβισμούς σ’ όσους τον πλησίαζαν, στους συγγενείς. `Επρεπε να σπάσει, να υπογράψει. Αυτός ακλόνητος αντιστέκεται,

«Μην καρτεράτε να λυγίσουμε

μήτε για μια στιγμή,

μήδ’ όσο στην κακοκαιριά

λιγά το κυπαρίσσι.

`Εχουμε τη ζωή πολύ

πάρα πολύ αγαπήσει»

θα γράψει. Σαν θόλωσε αργότερα από τα τόσα «καλά» ο νους του, στην κλινική του φέρανε να υπογράψει ένα χαρτί του ΙΚΑ, ο Φώτης δεν υπέγραφε τίποτα, μόνο κοίταζε πονηρά σαν να έλεγε «δεν με ξεγελάτε εμένα». Τελικά το υπέγραψε μια αδερφή του. Αυτός ήταν ο Φώτης! Απλός και ταπεινός, σύχναζε σε κάτι πολύ φτωχικά ταβερνάκια στο λιμάνι, με τους ανθρώπους της θάλασσας. Αυτοί τον κέρναγαν και του δίναν κάνα ψάρι για μεταπώληση από γειτονιά σε γειτονιά να βγάλει μια βούκα ψωμί. Κάποιοι φίλοι τον βοήθησαν να βρει δουλειά στο τυπογραφείο της εφημερίδας «Χιακός λαός». Κάτι ήταν κι αυτό, βρέθηκε με ΙΚΑ όταν αρρώστησε. Εκεί με τα ίδια του τα χέρια τυπώνει ποιήματα του.

Το 63 αρρωσταίνει από μολυβδίαση, την αρρώστια των τυπογράφων, αλλά και οι ταλαιπωρίες βάλαν ένα χέρι να πάθει το μυαλό του. Φίλοι από το κίνημα τον βάλαν σε ψυχιατρική κλινική και σε τρεις τέσσερις μήνες βρίσκει τον εαυτό του. Του παραστέκονται οι αδερφές και οι φίλοι, αυτοί του βγάλαν και μια σύνταξη σαν τυπογράφο που δεν ήταν γραπτό να τη χαρεί. Βρέθηκε νεκρός τη νύχτα 26 προς 27 Μαρτίου 1964, στη τουριστική θέση, στο κατάστρωμα του «Κολοκοτρώνη» στη γραμμή Χίος – Πειραιά. Τα βάσανα, οι διώξεις, οι στερήσεις υπέγραψαν τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του. Στην τσέπη του βρέθηκε η περιουσία του, 20 δραχμές όλο κι όλο, ήταν όπως είπαν κάποιοι «ποιο φτωχός κι από σπουργίτι».

Θάφτηκε στη Χίο του, στη Μητρόπολη, με έξοδα του Δήμου και μουσικές. Κόσμος πέρναγε μπροστά στη σορό του αδιάκοπα για το στερνό του αντίο. Απλοί άνθρωποι, φίλοι, αγωνιστές, σύντροφοι στο καλό και στο κακό, που θέλαν να κάνουν αυτοί τα έξοδα της κηδείας. Εκεί και εκπρόσωποι της αριστεράς και μέλη της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Στα χέρια τον πήραν και τον κατέβασαν στον τάφο οι φίλοι. `Αλλοι πάλι λέγανε πως αν είχε ο Φώτης τα μισά λεφτά από την κηδεία, θα περνούσε πλούσια έναν χρόνο. `Ηταν πολύτιμος ο Φώτης, μόνο που δεν το ήξερε, μόνο που δεν το έδειχνε.

Η `Ελλη Παπαδημητρίου που συνόδεψε τον νεκρό Αγγουλέ στη Χίο έγραψε.

«`Εχουμε στ’ αμπάρι έναν νεκρό – τον Φώτη Αγγουλέ ποιητή, αγωνιστή….». Στους στίχους αυτούς βρίσκει κανείς όλο το νόημα της ζωής και της ποίησης του Φώτη Αγγουλέ. Ο άνθρωπος, ο αγωνιστής και ο ποιητής ποτέ δεν ήταν κάτι το ξέχωρο γι αυτόν. Τα στιχάκια του ήταν προέκταση από τα ροζιασμένα στο μεροκάματο χέρια του, του αγωνιστικού του φρονήματος και της στραπατσαρισμένης από τις κακουχίες και στερήσεις υγείας του. Το έργο του το διακρίνει η τρυφερότητα και το πείσμα του στο να προχωρήσει η ζωή. Κάποτε έγραψε για τα παιδιά της Κατοχής «…οι θαλασσοδαρμένες μας βαρκούλες που θ’ αράξουν…». `Εδειχνε το νέο που έρχεται με την κίνηση των μαζών, της κοινωνικής εξέλιξης. Από αυτή την άποψη το έργο του έχει προοπτική.

Την ποίηση του την έθρεψαν τα ζόρια των απλών ανθρώπων και ο αντιφασιστικός αγώνας, έβαλε χρέος στο λαϊκό κίνημα και το ξεπλήρωσε. Θα ήταν άδικο να μετρηθεί το έργο του Αγγουλέ με φιλολογικές μεζούρες ή με τον όγκο του. `Εγραψε με παραπανήσια ευκολία στιχάκια στη γλώσσα των απλών ανθρώπων και έκφρασε λιτά και στοργικά τα όνειρα και τα μεράκια τους, τις ελπίδες και τα τόσα πάθια τους και κάτι πολύ περισσότερο από όλα τη δυναμική τους. Τη δυναμική να μεταπλάθουν το αύριο, τη μοίρα τους, με όποιο τίμημα. Και το ήξερε καλά αυτό το τίμημα ο Φώτης. Το ήξερε καλά η εποχή του.

Τόσοι σταυροί πού στήθηκαν

τόσοι σταυροί που θα στηθούνε,

εμάς μονάχα με σταυρούς

μπορούν να μας μετρούνε.



Σταυροί, παντού σταυροί.



Είμαστε «οι αδάκρυτοι κι οι αγέλαστοι».

Δεν κλαίμε, ούτε γελούμε,

Τα σπίτια μας καπνίζουνε

πεινούνε τα παιδιά μας, δεν λυγούμε

ήρθαμε να χαράξωμε του πόνου μας τα σύνορα

και στήνουμε σημάδια και περνούμε.



Σταυροί, παντού σταυροί.



Το τάξιμο και η αγωνιστική του συνέπεια είναι το μέτρο που του ταιριάζει. Ελάτε να ξαναδιαβάσουμε ποιήματα του. Σαράντα χρόνια από το θάνατο του, ελάτε να ξαναθυμηθούμε τον Φώτη Αγγουλέ, έτσι όπως το απαιτούν οι καιροί, οι νέοι αγώνες. `Ετσι όπως προέτρεπε ο στίχος του Γιάννη Ρίτσου στις 29-3-1964, δυο ημέρες μόλις από τον θάνατο του αγωνιστή, λαϊκού ποιητή.

«`Εφυγε ο Φώτης. Μην κλάψτε. Τραγουδήστε τον».



--------------------------- ------------



Νανούρισμα.



Νάνι γλυκέ μου αυγερινέ, της μέρας π’ ανατέλλει

που στάζουν τα λογάκια σου, μεσ’ στην καρδιά μας μέλι.



Νάνι που σε βυζαίνουνε λεύτερης μάνας κόρφοι,

και φέγγεις μεσ’ στα στήθια της σαν διαμαντένιο γκόρφι.



Αμύριστο φουλάκι μου, ζεστή φωλίτσα γίνου,

για τ’ όνειρο του γιασεμιού και τη χαρά του κρίνου.



Κοιμήσου. Ο κόσμος σ’ αγαπά κι έχει σ’ Εσέ πιστέψει,

και δεν θ’ αφήσει το βραχνά, το γέλιο να σου κλέψει.





Αλλάξτε τη μοίρα σας.



`Αβουλος μη σταθείς στιγμή μπρος στης ζωής τη στράτα

κι είν’ όμορφα τα γηρατειά κι είναι γλυκά τα νιάτα.

Χιλιόγλωσση είν’ η προσευχή κι έχει απ’ τα χρόνια πια γεράσει

κι όμως ως του θεού τ’ αφτιά ποτέ δεν έχει φτάσει.



Τίποτα – Τίποτα καλό σε σας δεν έχουν δώσει

όσοι σοφοί κι αν πέρασαν και παντογνώστες και μεγάλοι.

Ποιόν περιμένετε ναρθεί; Ποιόν καρτερείτε να σας σώσει;



Εσεις οι ίδιοι με τα χέρια σας

με το μυαλό σας, με την πράξη,

αν δεν αλλάξετε τη μοίρα σας,

ποτέ της δεν θ’ αλλάξει.



Ναγκασάκι.



Ε, Τσάρλυ, τραβήξου από τον ήλιο.

Σήμερα έπεσε η Ατομική…

Σήμερα στα λιμάνια,

οι σωματέμποροι κι οι πορτοφολάδες,

μπορούν να περηφανεύονται

που δεν έγιναν Εφευρέτες….

Σήμερα,

Θα μπορούσε να λεει στην προσευχή της,

μια πόρνη:

«Θεέ μου σ’ ευχαριστώ,

που δεν γέννησα….»



Στη μάνα.



Μανούλα,

Τα μωρά θα πεθάνουν στις κούνιες τους.

Θα σκοτωθούν οι έφηβοι άδικα.

Θα μαραθούν τα λουλούδια στις γλάστρες,

κι εσύ, να μην περιμένεις

να πραγματοποιήσεις

κανένα σου όνειρο…..



Αυτό…..είναι, ΠΟΛΕΜΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου