Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Θεσσαλονίκη - Ομιλία του Βασίλη Σαμαρά (Μάρτης 2008)

Συναγωνιστές και συναγωνίστριες
Συντρόφισσες και σύντροφοι

Ζούμε σε μια περίοδο που σοβαρά προβλήματα απασχολούν τον εργαζόμενο λαό στη χώρα μας αλλά και σ’ όλο τον κόσμο. Που μεγάλοι κίνδυνοι απειλούν τους λαούς στην περιοχή και σ’ όλο τον κόσμο.
Ζητήματα που μας αφορούν, που πρέπει να μας απασχολήσουν, που πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο της πάλης μας. Σ’ αυτή μας τη συζήτηση θα ασχοληθούμε περισσότερο με ορισμένα βασικά από αυτά, έχοντας ταυτόχρονα επίγνωση ότι θα πρέπει να αντιμετωπισθούν στο σύνολό τους στη πορεία του αγώνα μας.

Οι κίνδυνοι που μας απειλούν

Αυτοί οι κίνδυνοι αφορούν την ειρήνη, την ασφάλεια, την ανεξαρτησία, το βιοτικό επίπεδο, τη δημοκρατία, τις ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις πηγές της ζωής, το ίδιο το δικαίωμα της ζωής.
Οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται και προέρχονται από την ίδια τη φύση του κυρίαρχου σήμερα καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Τον εκμεταλλευτικό του χαρακτήρα.
Την βία πάνω στην οποία είναι θεμελιωμένο και χαρακτηρίζει το σύνολο των σχέσεων και τον «πολιτισμό» του.
Την ασυγκράτητη τάση του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για επέκταση του πεδίου δράσης του για διεύρυνση των κατακτήσεων και της κυριαρχίας τους.
Οι ειδικότεροι όροι της περιόδου που διανύουμε προσδιορίζονται από τις ανατροπές που συντελέστηκαν στα 1989-1991. Την ανατροπή όλων των συσχετισμών υπέρ των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνάμεων και τάσεων του συστήματος και σε βάρος της εργατικής τάξης, των λαών και συνολικά των προοδευτικών δυνάμεων.
Είχαμε έτσι την πλήρη ανάπτυξη της επίθεσης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα ενάντια στην εργατική τάξη και με στόχο την επαναθεμελίωση της ταξικής του κυριαρχίας με όρους σύγχρονου Μεσαίωνα.
Την επέλαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στους λαούς και με στόχο την επανακατάκτηση, επαναποικιοποίηση του κόσμου.
Την επιθετική επέκταση των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην «Ανατολή» που στόχευαν στην υποταγή και την μετατροπή αυτών των χωρών σε «ενδοχώρα» της «Δύσης».
Την εγκληματικού χαρακτήρα επιθετική πολιτική των ΗΠΑ που με δολοφονικές επιδρομές ενάντια σε λαούς και χώρες επιχειρούσαν να θεμελιώσουν την παγκόσμια κυριαρχία τους.
Αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν οδήγησε βέβαια στο «τέλος της Ιστορίας» αλλά αντίθετα στην όξυνση όλων των αντιθέσεων.
Του κεφαλαίου με την εργατική τάξη.
Του ιμπεριαλισμού με τους λαούς.
Της «Δύσης» με την «Ανατολή».
Ταυτόχρονα στην ενεργοποίηση των αντιθέσεων στα πλαίσια των δυτικών ιμπεριαλιστών ανάμεσα σε ΗΠΑ-ΕΕ.
Κομβικό σημείο αποτέλεσε η επιδρομή στο Ιράκ που οδήγησε στην παραπέρα όξυνση των αντιθέσεων. Ακόμη περισσότερο η μεγαλειώδης αντίσταση του ιρακινού λαού που ανέδειξε το αδιέξοδο της στρατηγικής των ΗΠΑ και ταυτόχρονα όλα τα πραγματικά δεδομένα του όλου ζητήματος. Η κρίση στρατηγικής των ΗΠΑ αποτέλεσε ταυτόχρονα και έκφραση της κρίσης του σχήματος που φαινόταν να διαμορφώνεται μετά το 1989-1991 και στο οποίο ήλπιζαν ότι θα «σταματήσει» η Ιστορία.
Αναφερόμαστε στο σχήμα της «Νέας Τάξης Πραγμάτων» που διακήρυξε μετά την πρώτη επιδρομή στην Μ. Ανατολή (1991) ο πατήρ Μπους. Αυτό, που για να μην παραπέμπει στον ολόιδιο χιτλερικό όρο, μεταβαπτίστηκε και πλασαρίστηκε με τον όρο «παγκοσμιοποίηση». Ενα ιδεολόγημα που ήθελε να εκφράσει και ταυτόχρονα να συγκαλύψει την κατεύθυνση επιβολής της κυριαρχίας των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Των δυνάμεων εκείνων που ήδη από την εποχή της αποικιοκρατίας λειτούργησαν και συνεχίζουν να λειτουργούν σαν «ιδιοκτήτες του κόσμου».
Μια κατεύθυνση ωστόσο που δεν αντιστοιχούσε στα πραγματικά δεδομένα και συσχετισμούς στον κόσμο, όπως ακριβώς δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες των ΗΠΑ η επιδίωξη της παγκόσμιας κυριαρχίας. Η όξυνση όλων των αντιθέσεων οδηγεί στην εμφάνιση ενός ρήγματος στα πλαίσια του συστήματος από τα πάνω μέχρι τα κάτω.
Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων και συσχετισμών. Στο πεδίο της εσωτερικής ταξικής διάταξης και κοινωνικών ισορροπιών ακόμη και στις Μητροπόλεις του συστήματος.
Εχουμε έτσι το ξεκίνημα μιας διαδικασίας αφύπνισης των λαϊκών μαζών και ενίσχυσης των τάσεων ανασύνταξης των λαϊκών κινημάτων στον κόσμο.
Την «επανεμφάνιση» της Ρωσίας στο διεθνές προσκήνιο σαν μεγάλης ιμπεριαλιστικής δύναμης.
Την άνοδο της ισχύος και του ειδικού βάρους της Κίνας.
Ταυτόχρονα, και στα περιθώρια που διαμορφώνει το ρήγμα, εμφανίζονται μια σειρά ακόμη δυνάμεις διεκδικώντας αναβάθμιση της θέσης τους στο διεθνές πεδίο. Η Ινδία, η Βραζιλία, η Αργεντινή, το Ιράν, η Βενεζουέλα, η Σ. Αραβία, η Ν. Αφρική, η ίσως ενιαία αύριο Κορέα κ.ά.
Εχουμε την ανάδειξη ενός άλλου παγκόσμιου συσχετισμού από αυτόν που υπολογίζονταν και θα λέγαμε μάλλον του πραγματικού συσχετισμού.
Στενεύει ο κύκλος των χωρών που υπολογίζονταν να αποτελέσουν την «ενδοχώρα» της Δύσης και αντίθετα πληθαίνουν αυτές που διεκδικούν μερτικό. Μια εξέλιξη που μετατρέπει κατά κάποιον τρόπο σε μπούμερανγκ το σχήμα της «παγκοσμιοποίησης» καθώς πλευρές του χρησιμοποιούνται και από δυνάμεις που δεν υπολογίζονταν όταν διαμορφώνονταν οι προδιαγραφές του. Ταυτόχρονα μια εξέλιξη που «στενεύει» τη βάση του καθεστώτος των άνισων όρων «ανταλλαγών» δημιουργώντας έτσι όρους κρίσης σ’ ένα από τα βάθρα ισχύος του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Στο ίδιο πλαίσιο εξελίξεων, η οικονομική κρίση από όργανο «δημιουργικής καταστροφής» στην υπηρεσία των δυτικών και ιδιαίτερα των αμερικανικών μονοπωλίων «αυτονομείται». Εκδηλώνεται αρχικά σε περιφερειακή κλίμακα και στο χρηματιστικό πεδίο σπάζοντας μια σειρά «φούσκες», περνάει στο νομισματικό και ήδη αγγίζει το πεδίο της πραγματικής οικονομίας και μάλιστα στις Μητροπόλεις.
Εχουμε έτσι τα «παράδοξα» φαινόμενα αυτοί που επέβαλλαν την υποτιθέμενη «ελευθερία των συναλλαγών» να πρωταγωνιστούν στην επιβολή μέτρων ενός νεοπροστατευτισμού υψηλού επιπέδου. Αυτοί που εδώ και σαράντα περίπου χρόνια εξορκίζουν την «ανάμιξη του κράτους στην οικονομία» να αναζητούν εναγωνίως την κρατική παρέμβαση και στήριξη.
Εχουμε ταυτόχρονα ένα σύνολο σημαντικών και αλληλοδιαπλεκόμενων εξελίξεων που προκαλούν το άνοιγμα μιας διαδικασίας αναδιάταξης δυνάμεων. Επαναπροσδιορισμού στρατηγικών κατευθύνσεων όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Εξελίξεις που αναδείχνουν και θέτουν σε νέα βάση το κρίσιμο ζήτημα των συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα. Ανοίγει έτσι μια περίοδος διαμόρφωσης όρων και κινήσεων όλων προς όλους και σε όλα τα πεδία.
Στην πραγματικότητα και παρά την «αναστολή» μεγάλων στρατηγικών κινήσεων τύπου Γιουγκοσλαβίας, Αφγανιστάν και Ιράκ έχουμε περάσει σε μια περίοδο παρόξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Αυτού του κόσμου που είναι απέραντος και επαρκής για τα δισεκατομμύρια των λαών του πλανήτη αλλά ταυτόχρονα πολύ «μικρός» για να ικανοποιήσει τις ακόρεστες κατακτητικές διαθέσεις όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ο ανταγωνισμός αυτός εκφράζεται σε όλα τα πεδία. Το οικονομικό, το πολιτικό, το στρατιωτικό-στρατηγικό, το εδαφικό.
Για τις πηγές ενέργειας, πρώτων υλών και των δρόμων μεταφοράς τους.
Για τον έλεγχο της «πληροφορίας» και των ΜΜΕ.
Στο πεδίο των προϊόντων αιχμής και αναζήτησης οικονομικού πλεονεκτήματος.
Για το ζήτημα κλειδί, ελέγχου των αγορών και συνακόλουθα των πολιτικών δυνάμεων.
Για το εμπόριο όπλων, τα οπλικά συστήματα και με τον στρατηγικό ανταγωνισμό να εκτείνεται μέχρι το διάστημα. Ενας ανταγωνισμός που αναπτύσσεται πλέον στο πλέον επικίνδυνο πεδίο, της κατάκτησης -ουσιαστικά- εδαφών.
Ταυτόχρονα ένας ανταγωνισμός που εξελίσσεται σε σχέση αλληλοτροφοδότησης με την κρίση διαμορφώνοντας όρους αδιεξόδου. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογηθεί το ποιοι κίνδυνοι απειλούν τους λαούς ακόμη και την παγκόσμια ειρήνη απ’ αυτό.
Εκφραση αυτού του ανταγωνισμού αποτελούν και τα όσα εξελίσσονται αυτό το διάστημα στην βαλκάνια περιοχή μας. Βασικά του στοιχεία η «ανεξαρτητοποίηση» του Κοσσόβου, η επέκταση του ΝΑΤΟ, ενώ ιδιαίτερου ελλαδικού ενδιαφέροντος είναι η περίπτωση της ΠΓΔΜ.
Οπως ήδη έχουμε πει, οι κινήσεις αυτές αποτελούν συνέχεια και προσπάθεια ολοκλήρωσης της επιχείρησης κατάκτησης των Βαλκανίων από τους Αμερικάνους και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Μια επιχείρηση που ξεκίνησε με το κομμάτιασμα της Γιουγκοσλαβίας και το ματοκύλισμα των λαών της. Στόχος της ήταν και παραμένει η υποταγή των λαών και των χωρών των Βαλκανίων στους ιμπεριαλιστές της Δύσης. Το ξήλωμα της ρωσικής επιρροής και η διαμόρφωση των Βαλκανίων σε πλατφόρμα εξόρμησης των αμερικανονατοϊκών ιμπεριαλιστών προς Εύξεινο, Καύκασο και βορειότερα. Ταυτόχρονα μια ειδικού χαρακτήρα πλευρά ήταν η δημιουργία μιας μεγάλης αμερικανικής στρατιωτικής βάσης που να διασφαλίζει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον ευρωπαϊκό χώρο και απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο ή «δυστροπία» των «συμμάχων» τους.
Το νέο στοιχείο στην υπόθεση είναι η προσπάθεια της ανασυγκροτούμενης υπό τον Πούτιν Ρωσίας να «επιστρέψει» στα Βαλκάνια. Οχι μόνο μέσω των αγωγών αλλά και προσπαθώντας να ανασυστήσει τα ερείσματά της σε Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, κάνοντας ανοίγματα ακόμα και σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία.
Αυτό ακριβώς θέλει να «προλάβει» η εσπευσμένη αναγνώριση της «ανεξαρτησίας» του Κοσσόβου και η επέκταση του ΝΑΤΟ σε Αλβανία, Κροατία, ΠΓΔΜ.
Να «κλειδώσει» το ζήτημα της κυριαρχίας των Δυτικών στα Βαλκάνια πριν οι κινήσεις της Ρωσίας ή άλλες απρόβλεπτες εξελίξεις δημιουργήσουν τυχόν δυσμενέστερους όρους.
Γι’ αυτό άλλωστε και οι πιέσεις για να «κλείσει» «εγκαίρως» το «Μακεδονικό» ζήτημα.
Ολοφάνερα πρόκειται για μια ενδοϊμπεριαλιστική αντιπαράθεση υψηλού κινδύνου. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η επικινδυνότητα του πράγματος -που όλοι οι ενδιαφερόμενοι την αντιλαμβάνονται- ενισχύει τις τάσεις «αυτοσυγκράτησης». Μπορούμε όμως να πούμε με σιγουριά ότι τυχόν «παράταση» των «εκκρεμοτήτων» δεν σημαίνει και λύση τους. Οτι εάν και εφόσον αυτός ο ανταγωνισμός πάρει μορφή ενεργού αντιπαράθεσης, τότε οι κίνδυνοι που θα αντιμετωπίσουν οι λαοί των Βαλκανίων δεν θα έχουν προηγούμενο. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και άλλα μέτωπα, γίνεται καθαρή η συνολική διάσταση του ζητήματος και η επικινδυνότητα των εξελίξεων για όλο τον κόσμο.
Οπως από την πρώτη στιγμή εδώ και χρόνια επισημάναμε, η επέκταση του ΝΑΤΟ και πολύ περισσότερο όπως επιχειρείται στις μέρες μας με Ουκρανία και Γεωργία δεν είναι ένα απλό πολιτικό συμβάν. Είναι προετοιμασία, είναι διαμόρφωση όρων πολέμου. Πυρηνικού αν δεν έγινε αυτό αντιληπτό.
Απέναντι σε τέτοιες προοπτικές οι λαοί των Βαλκανίων αλλά και του κόσμου όλου έχουν έναν και μόνο δρόμο. Να ενωθούν σε κοινό μέτωπο αγώνα ενάντια στους φονιάδες των λαών. Ενάντια στην επέκταση του ΝΑΤΟ και την διεύρυνση της ΕΕ. Να αρνηθούν την υποταγή των χωρών και τον εξανδραποδισμό των λαών τους. Ενάντια στην παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων και βάσεων οποιουδήποτε ιμπεριαλιστή στον βαλκάνιο χώρο. Ενάντια σε κάθε ιμπεριαλιστική επέμβαση, ενάντια στην προοπτική να μετατραπούν οι λαοί των Βαλκανίων σε αναλώσιμη ύλη του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.
Ξέρουμε ότι στις σημερινές συνθήκες μια τέτοια άποψη δεν έχει προοπτικές άμεσης ή έστω βραχυπρόθεσμης υλοποίησης. Ξέρουμε όμως ότι είναι ο μόνος πραγματικά ρεαλιστικός δρόμος.
Στη βάση της ίδιας λογικής και της ίδιας κατεύθυνσης επιμένουμε στην άποψη που είχαμε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 για το «Μακεδονικό» ζήτημα. Δεν έχουμε καμιά αυταπάτη ότι τα προβλήματα ανάμεσα στις δύο χώρες θα λυθούν με μιας και μάλιστα με όρους ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας και υπαγορεύσεων. Ξέρουμε ότι το μόνο που -ίσως- μπορεί να γίνει σήμερα είναι ένα βήμα. Το ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση. Προς τη συνεννόηση των δύο λαών ή στην παράταση μιας εκκρεμότητας που θα αξιοποιείται από τους ιμπεριαλιστές σε βάρος και των δύο λαών.

Για τις εξελίξεις στη χώρα μας

Το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας και ιδιαίτερα αφότου έσκασε η υπόθεση Ζαχόπουλου και δώθε αναπτύχθηκε μια ολάκερη φιλολογία:
Για το «τέλος της μεταπολίτευσης».
Για την κρίση και το «τέλος» του δικομματισμού.
Για την κρίση του πολιτικού συστήματος και την ανάδειξη του πολιτικού ζητήματος σαν πρόβλημα που ζητάει απάντηση και μάλιστα επειγόντως.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλη αυτή η φιλολογία επισκιάζει, βάζει στη γωνία τα πραγματικά προβλήματα που απασχολούν τον λαό και τη χώρα. Αυτά που συνδέονται με την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και επικυριαρχία. Τα δεινά που φορτώνει στις πλάτες των λαϊκών μαζών η ανάπτυξη της επίθεσης του συστήματος.
Αλλά πριν φτάσουμε σ’ αυτά ας διευκρινίσουμε πρώτα την άποψή μας πάνω σε ορισμένα ζητήματα.
Οσον αφορά το «τέλος της μεταπολίτευσης» θα πρέπει να θυμίσουμε ότι θεμέλιο της μεταπολίτευσης του 1974 υπήρξε ο συμβιβασμός ανάμεσα σε Αμερικάνους και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και των αντίστοιχων αστικών μερίδων στη χώρα μας. Εχει κανείς την άποψη ότι αναιρείται αυτός ο συμβιβασμός; Αν την έχει ας μας το πει. Γιατί άλλο πράγμα είναι οι βάσεις ενός συστήματος και άλλο οι πολιτικές μορφές με τις οποίες αυτές κάθε φορά εκφράζονται. Πολιτικές μορφές με τις οποίες πιθανά και να αντανακλούν και τις διακυμάνσεις σε σχέσεις και συσχετισμούς, χωρίς απαραίτητα να τις αναιρούν στα βασικά τους στοιχεία.
Τέλος του δικομματισμού σαν μορφή πολιτικής λειτουργίας; Ισως. Να θυμίσουμε όμως και πάλι κάτι. Μόλις πριν λίγους μήνες είχαμε εκλογές στις οποίες ΝΔ-ΠΑΣΟΚ πήραν 80% των ψήφων και αν συνυπολογίσουμε το ΛΑΟΣ πάνε κοντά στο 85%. Από καθαρά εκλογική άποψη δεν είναι ποσοστό κρίσης, πόσο μάλλον αν αναλογιστούμε πως σε παλιότερες εκλογές ο «δικομματισμός» πήρε και χαμηλότερα ποσοστά χωρίς να αντιμετωπίσει κρίση. Στην πραγματικότητα πρόκειται βασικά για κρίση του ΠΑΣΟΚ. (Γιατί και πώς μπορούμε και να το συζητήσουμε). Είναι δυνατόν η κρίση στο ΠΑΣΟΚ (και εφόσον συνεχιστεί) να συμπαρασύρει και τον δικομματισμό; Είναι δυνατό. Αλλο όμως αυτό και άλλο η πολιτική κρίση και μάλιστα στις διαστάσεις που εμφανίζεται.
Πολιτική κρίση τέτοιου χαρακτήρα σημαίνει αδυναμία διακυβέρνησης. (Ανεξαρτήτως κατ’ αρχάς των αιτιών αυτής της αδυναμίας).
Εχουμε σήμερα τέτοιο πρόβλημα ή προβλέπεται να έχουμε στο άμεσο προσεχές διάστημα; Μα, τα γκάλοπ κ.λπ. Τα γκάλοπ είναι γκάλοπ και οι εκλογές είναι εκλογές. Και εκλογές έγιναν μόλις πριν έξι μήνες και τις κέρδισε η ΝΔ. Το πιο πιθανό μάλιστα αν ξαναγίνονταν άμεσα, να τις ξανακέρδιζε η ΝΔ.
Αυτά δεν σημαίνουν ότι από τη μεριά μας αποκλείουμε την πιθανότητα πολιτικής κρίσης. Μόνο που αυτή την πιθανότητα δεν τη συνδέουμε με τα γκάλοπ. Την συνδέουμε με τις εξελίξεις στα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός και η χώρα. Τις πιέσεις που ασκούν στο πολιτικό σύστημα και ειδικότερα στην κυβέρνηση και τις μεγαλύτερες που μπορεί να ασκήσουν με βάση την τέτοια ή αλλιώτικη εξέλιξή τους. Ας αναφερθούμε συνεπώς σ’ αυτά πριν ξαναγυρίσουμε στο «πολιτικό ζήτημα» και πώς το βλέπουμε από τη μεριά μας.
Μια κατηγορία προβλημάτων είναι αυτά που συνδέονται με την ειρήνη και την ασφάλεια του λαού και της χώρας, την ανεξαρτησία, το δικαίωμα του λαού μας να αποφασίζει για την τύχη του.
Ζητήματα που συνδέονται με το καθεστώς της εξάρτησης των σχέσεων επικυριαρχίας των ιμπεριαλιστικών κέντρων ΗΠΑ και ΕΕ και οι οποίες ταυτόχρονα διασφαλίζουν την κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στον λαό και τη χώρα. Μια σχέση από την οποία προήλθαν πολλά δεινά, από συστάσεως ελληνικού κράτους.
Ταυτόχρονα μια σχέση που αποτελεί πηγή μεγάλων κινδύνων με βάση τις διεθνείς εξελίξεις, τον εντεινόμενο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και ειδικότερα όπως αναπτύσσεται αυτός στην περιοχή μας.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα από την περίοδο που ξεκίνησε η εγκληματική ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Γιουγκοσλαβία, οι σχεδιασμοί και ιεραρχήσεις των ιμπεριαλιστών βρέθηκαν αρκετές φορές σε αντίθεση με τις «τοπικού χαρακτήρα» επιλογές και συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης. Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν κατά κανόνα η αστική τάξη να συμμορφώνεται τελικά στις ιμπεριαλιστικές υπαγορεύσεις.
Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια περίοδο όπου η αστική τάξη της χώρας μας δέχεται σοβαρές πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερη ευθυγράμμιση στους αμερικανονατοϊκούς σχεδιασμούς.
Για μεγαλύτερη συμμετοχή στις εγκληματικές ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και όπου αλλού.
Για πιο ενεργό συμβολή στην προώθηση των σχεδιασμών τους τα Βαλκάνια, την «αναγνώριση» του Κοσσόβου, την διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Για πλήρη ευθυγράμμιση στο ζήτημα της πυραυλικής ασπίδας.
Για το ζήτημα των αγωγών και των παραγγελιών στρατιωτικού εξοπλισμού.
Για το μοίρασμα της πίτας των «ιδιωτικοποιήσεων».
Για τον έλεγχο της δράσης του ελληνικού κεφαλαίου σε Βαλκάνια, Εύξεινο και τα ανοίγματα με τη Ρωσία.
Και βέβαια σε αναφορά με τα ελληνοτουρκικά, το Αιγαίο, την Κύπρο.
Οι πιέσεις αυτές θα εντείνονται όσο περισσότερο θα οξύνεται ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, και όσο η χώρα -με ευθύνη της αστικής τάξης- θα εμπλέκεται σ’ αυτόν. Εξελίξεις και πιέσεις οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν ασφυκτικό πλαίσιο για την αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό. Ολα αυτά μάλιστα χωρίς να συνυπολογίσουμε την πιθανότητα ενεργοποίησης των αντιθέσεων ΗΠΑ-ΕΕ που για την ώρα κινούνται σε ελεγχόμενα επίπεδα, κάτι που θα έθετε το όλο ζήτημα σε εντελώς διαφορετική βάση. Αν λοιπόν υπάρξει πολιτική κρίση στη βάση τέτοιου χαρακτήρα εξελίξεων αυτό είναι ένα ζήτημα που θα το δούμε συγκεκριμένα και θα το αντιμετωπίσουμε ανάλογα.
Εκείνο που έχουμε καθαρό από τα τώρα είναι πως η ουσιαστική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων αποτελεί ζήτημα πάλης των λαϊκών μαζών και ανασυγκρότηση του κινήματος.
Δεν περιμένουμε από καμιά κυβέρνηση να ξηλώσει τις αμερικανικές βάσεις, να διώξει το ΝΑΤΟ, να αποδεσμευτεί από την ΕΕ.
Δεν έχουμε καμιά αυταπάτη για το πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας τα υπαρκτά ή εκκολαπτόμενα κυβερνητικά σχήματα.

Η επίθεση στον εργαζόμενο λαό

Η άλλη κατηγορία προβλημάτων είναι αυτή που συνδέεται με την επίθεση που δέχεται εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος της δουλειάς στα πλαίσια της παγκόσμιας εκστρατείας του κεφαλαίου για την επαναθεμελίωση της ταξικής του κυριαρχίας.
Μια επίθεση που πλήττει άγρια την εργατική τάξη, την αγροτιά, τους μικρομεσαίους, τη νεολαία.
Κεντρικός της άξονας, το χτύπημα του δικαιώματος στη δουλειά με τις «ελαστικές» εργασιακές σχέσεις.
Η ένταση της εκμετάλλευσης με την μείωση των αμοιβών, την μαύρη υπερεργασία.
Η κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η ακρίβεια, η αύξηση των έμμεσων φόρων, συνολικά η μείωση του μεριδίου της εργατικής τάξης στο εθνικό εισόδημα.
Η παραχώρηση όλου του πεδίου εκμετάλλευσης και κερδοφορίας στο κεφάλαιο.
Με τις ιδιωτικοποιήσεις βιομηχανικών επιχειρήσεων.
Την «εκκαθάριση» της αγοράς από τους μικρομεσαίους.
Τα «κίνητρα», τις φοροαπαλλαγές και τις κάθε είδους διευκολύνσεις στο κεφάλαιο.
Την παραπέρα ανάπτυξη των ταξικών φραγμών στην εκπαίδευση, την κατάργηση του δικαιώματος της νεολαίας στη μόρφωση, τη δουλειά, την ελευθερία, τη ζωή.
Ακόμη, η μεγαλύτερη προώθηση της σύζευξης με το διεθνές ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο με όρους εξάρτησης και παραρτημοποίησης της ελληνικής οικονομίας.
Με τις εξαγορές επιχειρήσεων, τις «αποκρατικοποιήσεις», την γενικότερη διείσδυση του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου.
Ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι καθαρό ότι καμιά σχέση δεν έχουν όλα αυτά με τις «αντοχές της οικονομίας», τον «εκσυγχρονισμό», την «ανταγωνιστικότητα» και άλλα τέτοια με τα οποία βομβαρδίζει καθημερινά τον κόσμο η καθεστωτική προπαγάνδα. Γιατί είναι γνωστό σε όλους και προκύπτει από τα ίδια τα δικά τους στοιχεία πως το κεφάλαιο, ντόπιο και ξένο, πραγματοποιεί εδώ και χρόνια τεράστια κέρδη.
Από την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
Από την ασύδοτη, απάνθρωπη εκμετάλλευση των εκατοντάδων χιλιάδων αλλοδαπών εργατών.
Από την δράση του στον βαλκανικό και παραευξείνιο χώρο.
Τόσο ώστε να μας «ψάχνουν» για να μας «δώσουν χρήματα». Δηλαδή να μας αλυσοδέσουν «δανείζοντάς» μας τους μισθούς που μας κλέβουν, μετατρέποντάς μας έτσι σε σύγχρονους δουλοπάροικους.
Αυτός άλλωστε είναι ο στόχος τους. Η θεμελίωση της απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στον κόσμο της δουλειάς. Η ένταση της εκμετάλλευσης πέρα από κάθε μέτρο. Συνολικά η διαμόρφωση όρων ενός νέου εργασιακού Μεσαίωνα.
Στόχοι που ταυτόχρονα συνεπάγονται την ενίσχυση των μέτρων και των μηχανισμών καταστολής, δηλαδή την ενίσχυση σε τερατώδη βαθμό του …κράτους που κατά τα άλλα θέλουν να «περιορίσουν».
Αυτό λοιπόν που δεν μας λέει η φιλολογία που αναπτύσσεται (για την ακρίβεια το αποκρύβει) είναι ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο σκληρότατης ταξικής σύγκρουσης ανάμεσα στο κεφάλαιο από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς από την άλλη.
Μια αναμέτρηση που το κεφάλαιο από τη μεριά του την διεξάγει με όλα τα μέσα και στη βάση της πιο ανελέητης λογικής.
Σαν τέτοια θα όφειλε να αντιμετωπισθεί και από την «από εδώ», ας το πούμε έτσι, πλευρά και με όλα όσα θα συνεπαγόταν αυτό στο πεδίο συγκρότησης της λαϊκής αντίστασης και πάλης.
Αυτό ακριβώς που δεν έπραξε, που δεν επιχείρησε καν, που δεν θέλησε να αναλάβει την ευθύνη η υποτιθέμενη αριστερά.
Ας μην υπάρχουν αυταπάτες. Η απάντηση στα προβλήματα του λαού, περνάει μέσα από τη σύγκρουση με το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Για ποια «αριστερή» κυβερνητική διέξοδο να μιλήσουμε λοιπόν -δηλαδή σύγκρουση σε καθολική κλίμακα- με αυτές τις δυνάμεις και, αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, με μια «Αριστερά» που δεν τόλμησε να αναλάβει μια τέτοια ευθύνη σε αντιπαραθέσεις όπως αυτή που ανέδειξε η πάλη της νεολαίας και το ασφαλιστικό; Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα παρακάτω.
Ας ξαναγυρίσουμε λίγο στο ζήτημα μιας ενδεχόμενης πολιτικής κρίσης, ποιας πολιτικής διεξόδου και πώς αυτή μπορεί να αναζητηθεί κ.λπ.
Ενα τέτοιο ζήτημα από γενική άποψη μπορεί να τεθεί είτε στα πλαίσια των δυνάμεων και με όρους του συστήματος, είτε από τη μεριά του λαϊκού κινήματος εάν και εφόσον έχει αναπτυχθεί σ’ ένα τέτοιο επίπεδο.
Και όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, το σύστημα μπορεί να την απαντήσει είτε με την ανάδειξη μιας «ισχυρής» κυβέρνησης (α λά Σαρκοζί) είτε με συγκυβέρνηση (α λα Γερμανία) είτε με μια τέτοια ή αλλιώτική «κεντροαριστερή» παραλλαγή (α λα Ιταλία).
Για μας είναι καθαρό ότι η μόνη θέση απέναντι σε οποιαδήποτε από αυτές τις εκδοχές είναι η αποκάλυψη, η καταγγελία, η πάλη ενάντια στις δυνάμεις του συστήματος όποια μορφή κι αν ενδυθούν.
Ως προς την δεύτερη περίπτωση, το πρώτο που οφείλεται να απαντηθεί είναι αν το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος είναι που θέτει ένα τέτοιο ζήτημα. Οχι σαν ζήτημα προοπτικής αλλά σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης.
Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μόνο που δεν ξεκαθαρίζεται από πλευράς ΣΥΝ είναι ακριβώς αυτό.
Με την «άνεση» της μακρόχρονης θητείας τους στον καιροσκοπισμό, λεν και τούτο, μιλάνε και για κείνο. Πλασάρουνε το ένα, εμπορεύονται το άλλο. Βεβαίως είναι ολοφάνερο ότι αυτό που προβάλλουν και αυτό στο οποίο ποντάρουν είναι η δυνατότητα άμεσης «αριστερής» πολιτικής διεξόδου. Απλά προσπαθούν να συγκαλύψουν τον πραγματικό χαρακτήρα της πολιτικής τους. Γιατί τα πράγματα είναι πολύ συγκεκριμένα. Γιατί με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς, ακόμα κι αν υποθέταμε ότι συμφωνεί το ΚΚΕ, και πάλι δεν θα ‘φτανε και θα ‘ταν «απαραίτητο» το ΠΑΣΟΚ. Οχι όμως «αυτό» το ΠΑΣΟΚ, λέει η ηγεσία του ΣΥΝ, αλλά το «άλλο». Ελα όμως που το ΠΑΣΟΚ είναι αυτό και δεν είναι άλλο!
Οσον αφορά τώρα το ζήτημα της αριστερής προοπτικής, πρόκειται για ένα πρόβλημα που η απάντησή του βρίσκεται σ’ ένα πεδίο εντελώς «άλλο» από αυτό στο οποίο υποτίθεται πως την «αναζητούν» αυτές οι δυνάμεις.

Για το ζήτημα της Αριστεράς

Ας περάσουμε λοιπόν σ’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Η όλη συζήτηση περί Αριστεράς, έτσι όπως εξελίσσεται, εμφανίζει ένα διαρκές παράδοξο. «Ας ενωθούμε», ακούγεται από διάφορες πλευρές. Την επίκληση αυτή, προσωπικά, την ακούω εδώ και σαράντα χρόνια. Παρόλα αυτά δεν εισακούεται. Γιατί άραγε; Είναι ζήτημα ιδιοτροπίας, εγωισμού, μας έχουν ματιάσει;
Ή μήπως υπάρχουν πραγματικές αιτίες και ζητήματα που μόνο αν απαντηθούν θα υπάρξει και διέξοδος;
Από γενική άποψη οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά χαρακτηρίζονται από αυτά που κουβαλάν από την ιστορία τους και από το πώς στέκονται απέναντι στα σημερινά προβλήματα. Ας δούμε ορισμένα βασικά στοιχεία του ζητήματος με πλήρη επίγνωση ότι αναγκαστικά θα παραλείψουμε πολλά και ουσιώδη.
Η ιστορική μορφή με την οποία υπήρξε η Αριστερά εδώ και ενάμιση περίπου αιώνα και αποτέλεσε τον κοινωνικό και πολιτικό φορέα της ταξικής πάλης ήταν αυτή του εργατικού, σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού κινήματος. Με αυτή τη μορφή, το πρώτο μισό του 20ου αιώνα υπήρξε γι’ αυτό μια περίοδος εφόδου.
Αντίθετα, το δεύτερο και παρά τις εξάρσεις υπήρξε σαν περίοδος υποχώρησης, αποδόμησης αυτού του κινήματος που οδήγησε και στην τελική ήττα.
Θα προσπεράσουμε τα πώς και τα γιατί για να επισημάνουμε αυτά που θεωρούμε σαν βασικά στοιχεία αυτής της πορείας αποδόμησης.
Θεμελιακό της στοιχείο η διαδικασία αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης. Μια διαδικασία που είχε «εσωτερικές» αφετηρίες και που την ολοκλήρωσε η επίθεση του κεφαλαίου με τον Θατσερισμό αλλά και την «πολύτιμη» αρωγή των Γκορμπατσόφ και Τενγκ Χσιάο Πινγκ.
Σε συνάρτηση με το προηγούμενο η διαδικασία ιδεολογικής και πολιτικής αποσύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος. Εξελίξεις που οδήγησαν στον πλήρη αφοπλισμό του λαϊκού κινήματος και το οδήγησαν σε μια ιστορικών διαστάσεων ήττα. Αυτή η διαδικασία αποδόμησης ήταν που διαμόρφωσε τα ταξικά, ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του μεγαλύτερου μέρους των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Χαρακτηριστικά που σε σημαντικό βαθμό διατηρούν ως τα σήμερα.
Ταυτόχρονα τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά καθόρισαν και τον τρόπο που αντιμετώπισαν την ήττα και τους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν μετά το 1989-1991.
Το δέος απέναντι σ’ αυτό που φάνταζε σαν παντοδυναμία του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Την «αποδοχή», στην πραγματικότητα, του καπιταλιστικού «μονόδρομου».
Την «παραίτηση», στην ουσία, από τον ρόλο και τα καθήκοντα μιας αριστερής, πόσο μάλλον κομμουνιστικής πολιτικής δύναμης.
Μια αποδοχή που χαρακτηριστικά εκφράστηκε με την υιοθέτηση του αστικού θεωρήματος της «παγκοσμιοποίησης». Μιας θεωρίας που ακριβώς θεμελίωνε την άποψη του καπιταλισμού ως «μονόδρομου».
Μια παραίτηση που με τον πιο κραυγαλέο και ταυτόχρονα αναίσχυντο τρόπο εκφράστηκε από εκείνες τις δυνάμεις που σαν μόνη «Αριστερά» που είδαν να ‘χει λόγο ύπαρξης στη νέα πραγματικότητα ήταν η «αριστερά» των Κλίντον, Μπλερ, Ζοσπέν, Σρέντερ και σία.
(Ναι πρόκειται για τον ίδιο χώρο που σήμερα μας «προσφέρει» την πρόταση «διεξόδου» για την «Αριστερά»).
Αλλά και οι άλλες δυνάμεις, άλλες εν συγχύσει διατελούσες και άλλες αρμενίζοντας στα πελάγη της «νεοτερικότητας» υιοθετούσαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παρόμοιες αντιλήψεις.
Σ’ αυτή την ιδεολογική και πολιτική τους σχέση με την πραγματικότητα βρίσκονται και οι όροι που προσδιόρισαν τη στάση τους απέναντι στα ζητήματα που τέθηκαν σ’ εκείνο το διάστημα.
Απέναντι στην εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από τους ιμπεριαλιστές. Στο πόλεμο του Κόλπου το 1991. Το κομμάτιασμα της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του ’90. Την επιδρομή των Αμερικανών στο Αφγανιστάν.
Απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη. Την προώθηση ρυθμίσεων που διαμόρφωναν τους όρους ενός νέου εργασιακού Μεσαίωνα. Απέναντι στην ιδεολογική επίθεση του συστήματος, την εκστρατεία συκοφάντησης του κομμουνιστικού κινήματος, με τον αντικομουνισμό να βρίσκει έδαφος ακόμα και σε χώρους που κατά τα άλλα αναφέρονταν στον …κομμουνισμό. Απέναντι στις ανάγκες των λαϊκών μαζών και του κινήματος με κεντρικό στοιχείο της στάσης τους την έλλειψη εμπιστοσύνης στις μάζες και το κίνημα.
Η κατάσταση στον χώρο της Αριστεράς δεν άλλαξε ουσιαστικά, παρότι οι συνθήκες στην πορεία άλλαξαν προς το ευνοϊκότερο.
Η κυριαρχία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος υπήρξε ταυτόχρονα και η …«αδυναμία» του. Η όξυνση όλων των αντιθέσεων που προκάλεσε, οδήγησε σ’ αυτό που αναφέραμε σαν «ρήγμα» στα πλαίσια του συστήματος.
Στη διαδικασία αφύπνισης των λαϊκών μαζών, ενεργοποίησης της αντίστασής τους.
Το πρόβλημα βρισκόταν -και βρίσκεται- στο ότι με βάση όλα τα προηγούμενα η λαϊκή πάλη δεν είχε συγκροτήσει ακόμη τους δικούς της «κινητήρες». Ετσι τα αποτελέσματα αυτών των αγώνων κατά κανόνα «κεφαλαιοποιούνταν» πολιτικά από ρεφορμιστικές ή ακόμη και αστικές δυνάμεις. Σ’ αυτό συνέτεινε και η στάση των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Αυτό που «είδαν» στις νέες συνθήκες ήταν η «επιβεβαίωση» των σαπισμένων αντιλήψεων που κουβαλούσαν και η «ευκαιρία» προώθησης των καιροσκοπικών τους επιδιώξεων.
Ως προς αυτά θα περιορίσω εδώ την αναφορά μου σε δύο μόνο βασικά ζητήματα, αλλά αρκετά αποκαλυπτικά και διδακτικά. Το πρόσφατο κίνημα της νεολαίας και την τελευταία αντιπαράθεση για το ασφαλιστικό.
Είχαμε λοιπόν την εξέγερση της νεολαίας απέναντι στην επίθεση που δεχόταν και για την υπεράσπιση του δικαιώματός της στη μόρφωση, τη δουλειά, την ελευθερία, τη ζωή. Αυτός λοιπόν ο μεγαλειώδης αγώνας γνώρισε τη συστηματική υπονόμευση από τη μεριά των υποτίθεται αριστερών δυνάμεων, και σ’ όλες του τις εκφράσεις.
Στο περιεχόμενο, τους στόχους, τις διαδικασίες μαζικοποίησής του, την αναγκαιότητα διεύρυνσής του σε πανεκπαιδευτικό επίπεδο, την οργάνωση της λαϊκής υποστήριξης. Παρόλα αυτά χάρις στην αποφασιστικότητα, την μαχητικότητα της νεολαίας και την διάρκειά του αυτός ο αγώνας κατορθώθηκε να αναδειχτεί σε μια ταξικού πολιτικού χαρακτήρα αντιπαράθεση αποφασιστικής σημασίας. Εκεί δέχτηκε και την χαριστική βολή. Με τη γραμμή τής «μη εφαρμογής του νόμου στην πράξη». Με τις προσπάθειες «λύσης» του προβλήματος μέσω της μετατόπισης του ενδιαφέροντος στις επικείμενες εκλογές. Και ποιες «λύσεις» δώσαν οι εκλογές ήδη το γνωρίζουμε. Οσο για τη γραμμή της «ακύρωσης στην πράξη», οι πρώτοι που την «ξεχάσανε» είναι ακριβώς αυτοί που την προώθησαν. Στην πραγματικότητα και όπως από τα τότε αναφέραμε, με την πολιτική τους όχι μόνο πουλήσανε τον αγώνα της νεολαίας αλλά και ανάψανε το πράσινο φως στο σύστημα για κλιμάκωση της επίθεσης όχι μόνο ενάντια στη νεολαία αλλά ενάντια συνολικά στον λαό.
Και έτσι ακριβώς έγινε. Οπως ήταν αναμενόμενο η επίθεση του κεφαλαίου εκδηλώθηκε και συγκεκριμένα στο ασφαλιστικό. Και είχαμε μια από τα ίδια σε διευρυμένο πλέον πεδίο.
Ολοφάνερος ο ταξικός, ο ανελέητος χαρακτήρας της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στον εργαζόμενο λαό. Γι’ αυτό και η οργή, η αγανάκτηση του κόσμου. Η έξαρση των αγωνιστικών του διαθέσεων. Η κινητοποίησή του σε κλίμακες που καιρό είχαμε να δούμε.
Υπήρχαν οι πρωταρχικές προϋποθέσεις για την ταξική αντιπαράθεση που έτσι κι αλλιώς το κεφάλαιο από τη δική του μεριά την έδινε με όλα τα μέσα.
Το πρόβλημα βρισκόταν και πάλι στην από δω πλευρά. Στο ότι οι δυνάμεις της υποτίθεται αριστεράς αποδέχονταν ευθύς εξαρχής σαν «αναπόφευκτη» την προώθηση της κυβερνητικής πολιτικής.
Αυτό δεν είναι άσχετο ούτε με απόψεις τους περί αναγκαιότητας «εκσυγχρονισμών» και «μεταρρυθμίσεων» ούτε με προτάσεις «εξορθολογισμού» του ασφαλιστικού συστήματος.
Την αντιμετώπισή του σαν πρόβλημα διαχείρισης και όχι σαν ζήτημα ταξικής σύγκρουσης πάνω σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα. Τα όρια ηλικίας. Το ύψος των συντάξεων. Των εισφορών. Τα βαρέα ανθυγιεινά.
Γι’ αυτό και δεν έκαναν πραγματικές προσπάθειες οργάνωσης και ενοποίησης του αγώνα στο ζήτημα αιχμής -την απόρριψη του νόμου- και ανύψωσής του στο επίπεδο μιας συνολικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση.
Αντίθετα, όπως ακριβώς με τη νεολαία, βολεύτηκαν με την άποψη της «ακύρωσης του νόμου στην πράξη» και της παραπομπής του σε μια υποτιθέμενη «αριστερή διέξοδο» στο μέλλον. Σωθήκαμε!
Η ουσία του πράγματος. Ας ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ότι δεν λέμε πως αυτές οι μάχες θα κερδίζονταν οπωσδήποτε. Αυτά δεν προδικάζονται. Λέμε πως αυτές οι μάχες δεν δόθηκαν καν, μήτε καν επιχειρήθηκαν.
Και δεν δόθηκαν επειδή οι δυνάμεις που, ας πούμε, μπορούσαν δεν θέλαν και αυτές που θέλαν δεν μπορούσαν. Αυτό άλλωστε αποτελεί μια βασική έκφραση του προβλήματος που αντιμετωπίζει το κίνημα.
Και δεν θέλαν επειδή αποτελεί συνειδητή τους επιλογή η αποφυγή κάθε πραγματικής αντιπαράθεσης, σύγκρουσης με τις δυνάμεις του συστήματος.
Με αυτόν τον τρόπο ωστόσο ούτε τα άμεσα προβλήματα του λαού για τα οποία τάχα κόπτονται αντιμετωπίζουν, ούτε την προοπτική του κινήματος περί την οποία ασύστολα φλυαρούν την προωθούν. Γιατί κεντρικός μοχλός ανάπτυξης της ταξικής πάλης είναι οι ταξικού, πολιτικού χαρακτήρα αντιπαραθέσεις. Τόσο σε αναφορά με τα άμεσα προβλήματα του λαού όσο και σε σχέση με τη διαμόρφωση, ανάπτυξη των όρων προοπτικής του κινήματος.
Αυτές λοιπόν οι δυνάμεις που αρνήθηκαν να αναλάβουν την πολιτική ευθύνη αυτών των σημαντικών αλλά συγκεκριμένου βεληνεκούς αντιπαραθέσεων εμφανίζονται, λέει, διατεθειμένες να θέσουν ζήτημα αριστερής διακυβέρνησης. Δηλαδή -αν τους παίρναμε στα σοβαρά- να συγκρουστούν με το σύστημα καθολικά και στο ανώτερο επίπεδο.
Φυσικά και γνωρίζουν ότι το σύστημα δείχνει «κατανόηση» απέναντι στις ανάγκες τους να αμολάνε πού και πού και τέτοιες σαπουνόφουσκες και δεν θα τους «παρεξηγήσει».
Ας θέσουμε λοιπόν το πρόβλημα στις διαστάσεις που νομίζουμε πως έχει.
Υπάρχει κατ’ αρχάς ένα θεμελιώδες ζήτημα. Η αναγκαιότητα της «εκ νέου» συγκρότησης του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της».
Χωρίς αυτό και μέχρις ότου απαντηθεί τα πάντα θα βρίσκονται λίγο-πολύ «στον αέρα».
Χωρίς τη δύναμη κορμού της λαϊκής πάλης για ποια «αριστερή διέξοδο» να μιλήσουμε;
Χωρίς τον κοινωνικό φορέα της ανατροπής και της οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας για ποιον σοσιαλισμό και ποιον κομμουνισμό;
Σε διαλεκτική συνάρτηση με το προηγούμενο, η ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των σημερινών απαιτήσεων.
Αυτό το κομμουνιστικό ακούγεται βέβαια κάπως «ξύλινο». Ας μην το πούνε λοιπόν κομμουνιστικό όσοι ενοχλούνται. Ας το πούνε Θανάση.
Ας απαντήσουν όμως στο αν υπάρχει αναγκαιότητα πολιτικής συγκρότησης της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης ή αλλιώς η συγκρότηση της τάξης στο ανώτερο -ιδεολογικό, πολιτικό- της επίπεδο και ας το ονομάσουν όπως θέλουν.
Βασικοί όροι αυτής της ανασυγκρότησης.
Η θεώρηση του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αν πρόκειται για ένα σύστημα που με τις όποιες αδυναμίες του υπηρετεί την ανθρωπότητα, την πρόοδο της κοινωνίας, τα συμφέροντα των λαών. Αν πρόκειται για ένα σύστημα που εμφανίζει μεν κάποια προβλήματα αλλά μπορεί να βελτιωθεί, να διορθωθεί, να μεταρρυθμιστεί. Ή αν πρόκειται για ένα σύστημα θεμελιωμένο πάνω στην εκμετάλλευση, τη βία και το αίμα των λαών, ένα σύστημα που δεν επιδέχεται καμιάς ουσιαστικής αλλαγής αλλά που μόνο μπορεί και πρέπει να ανατραπεί.
Το ερώτημα δεν είναι ούτε ακαδημαϊκού χαρακτήρα, ούτε απλά θεωρητικό. Είναι βαθύτατα και ουσιαστικά πολιτικό.
Η τέτοια ή αλλιώτικη απάντηση προσδιορίζει τον προσανατολισμό και την κατεύθυνση των προσπαθειών μας, το τι είδους Αριστερά στοχεύουμε να οικοδομήσουμε. Σε συνάρτηση με το προηγούμενο ο προσδιορισμός της διεξόδου. Με ποια προοπτική κινούμαστε, σε ποια μορφή κοινωνίας στοχεύουμε. Και μια και -όσο μας αφορά- αναφερόμαστε σε μια σοσιαλιστική κομμουνιστική κοινωνία, εδώ αναδείχνεται ένα ακόμη, ιδιαίτερο, αλλά σοβαρό ζήτημα.
Της αναγκαιότητας κριτικής αποτίμησης αυτού που υπήρξε. Της εφόδου στον ουρανό. Της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Της παλινόρθωσης. Της ήττας. Της συναγωγής των απαραίτητων συμπερασμάτων. Αυτό δεν είναι απλά μια «υποχρέωση» που έχουν οι κομμουνιστές απέναντι στους λαούς.
Είναι ο εκ των ων ουκ άνευ όρος για τη συγκρότηση της εργατικής τάξης πρώτα απ’ όλα και της ανασυγκρότησης του κινήματος συνολικά.
Και βέβαια αυτή η ανασυγκρότηση δεν πρόκειται να γίνει σε συνθήκες εργαστηρίου. Θα πραγματοποιείται μέσα στην ταξική πάλη και με τους όρους αυτής της πάλης.
Για μας είναι καθαρό λ.χ. ότι η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της επίθεσης και του συστήματος συνολικά συναρτάται με την πορεία και τον βαθμό συγκρότησης της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κινήματος.
Από την άλλη μεριά έχουμε επίσης καθαρό ότι αυτή η συγκρότηση δεν μπορεί να γίνει έξω από τη διαδικασία αντιμετώπισης της επίθεσης του συστήματος, έξω από την ολόπλευρη διεξαγωγή της ταξικής πάλης και τους όρους που αυτή υπαγορεύει.
Αυτή η διαλεκτική συνάρτηση του πράγματος δεν γίνεται πάντα κατανοητή και με ουσιαστικό τρόπο από όλους. Από άλλους γιατί συνειδητά έχουν άλλες -ρεφορμιστικές, οπορτουνιστικές- στοχεύσεις και άλλους γιατί δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις ιδεοληψίες τους.
Συνολικά οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά δεν μπορούν και κυρίως «δεν θέλουν» καν να δουν το ζήτημα στις διαστάσεις που έχει, τις απαιτήσεις που θέτει, πόσο μάλλον να το αντιμετωπίσουν.
Την ηγεσία του ΣΥΝ «δεν την αφορά» καν το πρόβλημα. Ετσι ή αλλιώς εδώ και πολλά χρόνια κινείται συνειδητά σε «άλλη διάσταση». Ο κόσμος της Αριστεράς την ενδιαφέρει τόσο και όπως περίπου ενδιέφερε το ΠΑΣΟΚ. Πόσο μάλλον σήμερα που βλέπει τους αέρηδες να φουσκώνουν τα πανιά της.
Για την ηγεσία του ΚΚΕ πρόβλημα δεν υπάρχει καν, μια και θεωρεί ότι το έχει κιόλας απαντήσει «ανασυγκροτώντας» το ΚΚΕ. Προσκολλημένη στο «κληρονομικό της δικαίωμα» επαναπαυόταν σε μια «πρωτοκαθεδρία» που την θεωρούσε διασφαλισμένη στο χώρο της Αριστεράς. Πανικόβλητη σήμερα, βλέπει ότι παρόλα αυτά η γη κινείται.
Οσο για τους μεταλλαγμένους παραγοντίσκους που περιφέρονται στην αυλή του ΣΥΝ καμιά έκπληξη. Βρήκαν τον χώρο και το ρόλο για τον οποίο προορίζονταν. Των κάδων ανακύκλωσης της οργής ενός κόσμου και ιδιαίτερα νεολαίας.
Για μας είναι καθαρό ότι οι απαντήσεις στο ζήτημα της Αριστεράς, της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, βρίσκεται έξω και ενάντια στις ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις, τις νοοτροπίες και τις πρακτικές αυτών των δυνάμεων. Δεν είναι ζήτημα μιας αφηρημένης ενότητας, ούτε «αλλαγών» που ούτε τις θέλουν ούτε τις μπορούν. Είναι πρόβλημα συνολικής ανασύστασης στα βασικά στοιχεία που το συγκροτούν. Μέσα στην πάλη και με όρους ταξικής πάλης.
Αυτό σημαίνει ότι στις αναγκαιότητες οι οποίες αναφέρθηκαν προστίθεται και μια ακόμη.
Της ασυμβίβαστης ιδεολογικής πάλης ενάντια στις αστικές, ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις.
Της ενίσχυσης της επαναστατικής, κομμουνιστικής κατεύθυνσης στο κίνημα σαν όρο ανασυγκρότησής του.

Αγαπητοί σύντροφοι
Οπως και στην αρχή αυτής της ομιλίας αναφέρθηκα, σοβαροί κίνδυνοι απειλούν τον λαό μας, τους λαούς της περιοχής, τους λαούς όλου του κόσμου από την ασυγκράτητη επεκτατική επιθετική διάθεση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Συνεχίζουμε να κινούμαστε στο πεδίο μιας σκληρής ταξικής πάλης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη.
Αυτά είναι που κάνουν ακόμη πιο επιτακτικά τα καθήκοντα έντασης της αντιπολεμικής αντιιμπεριαλιστικής πάλης.
Της αντίστασης στην ανελέητη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στον κόσμο της δουλειάς.
Την αναγκαιότητα οικοδόμησης του μετώπου αντίστασης μέσα από την κοινή δράση και πάλη των εργαζομένων και της νεολαίας.
Την αντιμετώπιση μέσα απ’ αυτήν των άμεσων προβλημάτων του εργαζόμενου λαού.
Ταυτόχρονα τη διαμόρφωση με όρους ενότητας και πάλης, των προϋποθέσεων της συνολικής ανασυγκρότησης του κινήματος και στο ύψος των απαιτήσεων που θέτει η εποχή μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου