Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Θωμάς Κοροβίνης, ο αχθοφόρος του σεβντά

του Γ. Χατζή
Προλεταριακή σημαία φ.527, 18/06/2005

Αυτές τις μέρες δύο εκδόσεις βιβλίων φέρνουν στην επικαιρότητα τον «μανικό έρωτα» για δημιουργία, το ύφος, το ήθος και το λόγο του Θωμά Κοροβίνη. Εκπαιδευτικός μ' όλη τη σημασία της λέξης, ερευνητής, λαογράφος, μεταφραστής, λογοτέχνης, τραγουδοποιός και τραγουδιστής, αχθοφόρος του σεβντά, λαμπάδα αναμμένη που λιώνει και καίγεται για να ξανααναστηθεί, μα πάνω από όλα μέσα «στο αίμα και στο λογισμό αδελφοποιτός και καρντάσης» πολλών ανθρώπων. 
«Οι δουλειές μου έχουν μέσα τους μια φωτιά που με καίει. Λατρεύω την ποίηση, την Ανατολή, την Αριστερά, τους ανθρώπους. Δεν είμαι ο παγωμένος δημιουργός που κάθεται στην άκρη και κάνει την κυρία, γι αυτό μ' αγαπούν» θα πει ο ίδιος. Κι έτσι είναι κι έτσι τον γνώρισα κι εγώ, τακίμι ακριβό και συνπυροβάτη πάνω στα ίδια κάρβουνα ενός «θείου μένους», που ποντάρει πάντα στο όνειρο.


Δυο εκδόσεις, λοιπόν, που ξεκινούν το δικό τους δρόμο στο μονοπάτι του πολιτιστικού γίγνεσθαι της χώρας. «Στέλιος Καζαντζίδης. Αφιέρωμα» από τις εκδόσεις «οδός Πανός». «Δημοσιογραφικό άθλο» θα το χαρακτηρίσει ο αείμνηστος Πάνος Γεραμάνης και οι «Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας» από τις εκδόσεις «Αγρα». «Εργο ζωής, που με εξάντλησε, με διέλυσε. Δεκαεπτά χρόνια δουλειάς» θα σχολιάσει ο ίδιος ο δημιουργός.

Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Υπηρέτησε για χρόνια στο Ζάππειο και Κεντρικό Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης. «Με την Ανατολή προέκυψε αρραβώνας, μπήκε το δακτυλίδι. Πρώτα η Κωνσταντινούπολη το μεγάλο πάθος και μετά η Ανατολή» εκμυστηρεύεται. Αυτή ακριβώς η αγάπη θα δώσει έργα όπως τους «Ασίκηδες» και τους «Ζεϊμπέκους», τις «Τούρκικες παροιμίες» και το «Φαχισέ Τσίκα», τη μετάφραση του «Λεϊλά και Μετζνούν» του Φουζουλή και το «Τσακιτζής» του Γιασάρ Κεμάλ (εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια. Α' βραβείο λαογνωσίας Ιπεκτσί – 1995), το «Κωνσταντινούπολη-Λογοτεχνική ανθολογία», «Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη». Ακόμα, «Ο Μάρκος στο χαρέμι», έργο που έμπασε τον Βαμβακάρη στο θέατρο σκιών και έγινε το έναυσμα για το καλλιτεχνικό σμίξιμό μας. Το έργο και με τη μουσική φροντίδα του Κοροβίνη παρουσιάστηκε σε διάφορα φεστιβάλ και φανέρωσε το εύρος και τη δυνατότητα μιας συνεργασίας που προχώρησε παραπέρα και θα έχει σίγουρα συνέχεια.
Αλλά τι να πρωτοαναφέρει κανείς από το πολύτροπο και πολύχρονο έργο του Κοροβίνη; «Είτε πρόκειται για το ποίημά μου για τον Γιώργο Κούδα ή για τα κείμενά μου για τη μεγάλη Πόλυ Πάνου ή για τον Γκιλμάζ Γκιουνέι που τόσο αγάπησα, πρόκειται για κατάθεση ψυχής, μιαν έλξη, ένα πάθος για πρόσωπα και πράγματα που ταιριάζουν ιδεολογικά και ιδιοσυγκρασιακά μαζί μου«.
Με τον δικό του μοναδικό τρόπο μιλά για τα μύρια όσα του πολιτιστικού σήμερα. Τη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, το χτες, το σήμερα και το αύριο. «Σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη και πρακτική γνώση, τα πολιτιστικά πράγματα, κοντά σε τόσα άλλα, οδηγούνται στον καταποντισμό από τα γνωστά κέντρα αποφάσεων. Η ποιότητα φθίνει και πριμοδοτούνται η ελαφρότητα και οι παραφυάδες της. Εχουμε το κράτος, τα διεθνή κέντρα, αυτό που λέμε παγκοσμιοποίηση, να ενδιαφέρονται για την ύπνωση. Εχουμε την άλωση και την εμπορευματοποίηση της τέχνης και της δημιουργίας. Επιχειρούν ό,τι τους συμφέρει. Υπάρχει σήμερα μια πολιτική και πολιτιστική κάμψη του λαού. Γενικά επιχειρείται η άλωση της τέχνης και της δημιουργίας προς τα κει που τους συμφέρει, εγώ όμως είμαι με τη μεριά του λαού, είμαι αντιστασιακός. Από τη φύση της η σωστή τέχνη είναι ενάντια στην εξουσία των λίγων, των προνομιούχων, αυτό είναι δεδομένο.
Το κακό σήμερα είναι ότι ο λαός μας είναι σ” ένα μούδιασμα. Να κατεβεί στους δρόμους ν” αντισταθεί, να έχουμε μεγάλη λαϊκή υποστήριξη. Με εντυπωσίασε η πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Πόλη, στο Κατίκιοϊ, στην ασιατική πλευρά. Πλήθος κόσμου διαδήλωνε με διπλωμένη στο πρόσωπο και τη φωνή την αγανάκτηση, την ανάγκη για δημοκρατία, για καλύτερες συνθήκες ζωής. Αυτά που συνέβαιναν σε μας μετά τη Χούντα και ύστερα κολοκάτσαμε. Ηταν εποχή συναδέλφωσης τότε. Ζούσαν ακόμα μεγάλοι λογοτέχνες, μουσικοί, τραγουδιστές, φορείς πολιτισμού που με το έργο τους δημιουργούσαν εστίες αντίστασης.
Αυτό χρειαζόμαστε, να συνειδητοποιηθούμε, να αναπτυχθεί λαϊκό κίνημα, να βοηθήσει και να προάγει την καλλιτεχνική δημιουργία. Ετσι διασφαλίζεται η οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του λαού και του δημιουργού. Δεν θέλω να κολακεύω το λαό, δεν είμαστε βουλευτές να ζητάμε ψήφους, πρέπει να συνέλθουμε. Οταν υπήρχε ανεπτυγμένο κίνημα, υπήρχαν και δημιουργίες σπουδαίες, που είχαν την αποδοχή του κόσμου. Για παράδειγμα, στίχοι σπουδαίων ποιητών μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν από το λαό, κάνοντας γνωστούς και τους δημιουργούς τους.
Σήμερα οι καλλιτέχνες υποφέρουν, δεν βοηθιούνται. Δεν μπορεί να μην αφήνουμε νέους ανθρώπους ούτε καν να δείξουν το έργο τους, αυτό είναι απανθρωπιά και βαρβαρότητα. Κάθονται λοιπόν και αυτοί στο κονάκι τους σε βάρος της τέχνης ή βάζουν οι ίδιοι τα χρήματα για να δει το φως η δουλειά τους. Οικονομικές θυσίες, εμπαιγμούς, μέχρι και διώξεις, να το σκηνικό, αυτό που εύστοχα λέει ο Βλαχογιάννης ”της τέχνης τα φαρμάκια”
».
Θωμάς Κοροβίνης και μια «εκ βαθέων» εξομολόγηση, παράπονο, πόνος και αγωνία. «Ζούμε σ” ένα περιβάλλον εχθρικό, που μισεί το χρώμα της φωτιάς, όταν εγώ σου δίνω τη φωτιά μου και εσύ μου ρίχνεις νερό, γίνομαι αντιρρησίας. Θέλω να ζήσω, να δημιουργήσω«.
«Σε είδα στις γραμμές να αντιστέκεσαι με μόνη σημαία
την ολοκάθαρη καρδιά σου.
Μπρος σε αγχωμένα τραίνα της ανάγκης με φορτίο σπαρταριστό…
…Πιάσε μακάμι στριφογυριστό, τραγούδι ανατολίτικο ως τα σύννεφα,
να αναλυθεί ο λυγμός. Εχει η ψυχή ντουζένια
«.
Αποκούμπι του Θωμά, η Σαλονίκη. Αυτή έθρεψε το «Κανάλ Ντ” Αμούρ», αφήγημα για το ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης, «Το χτικιό της Ανω Τούμπας», το «Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για το Γιώργο Κούδα». Η Θεσσαλονίκη. «Σαν πόλη πάρα πολύ πεσμένη και σ” ένα τέλμα. Δεν βοηθιέται ούτε από τους πολίτες της. Ζει ένα παρόν αναντοίστιχο με το παρελθόν της. Οσοι δημιουργοί μένουν, γιατί οι περισσότεροι φεύγουν στην Αθήνα, ασφυκτιούν. Δεν βρίσκουμε ούτε μια τραγουδίστρια να κάνουμε εκδήλωση. Ψέματα, έχει μία και κείνη είναι Τουρκάλα. Αξίζει όμως να μείνουμε και να την παλεύουμε, να στήνουμε πολιτιστικά μετερίζια».
Την αγάπη ενός λαού για το Στέλιο Καζαντζίδη ανθολόγησε στο αφιέρωμα που επιμελήθηκε και προλόγισε ο Θωμάς Κοροβίνης, μέσα από κείμενα, μαρτυρίες, ζωγραφιές κ.λπ. 390 ανθρώπων, ενώ η συλλογή, επεξεργασία και ολοκλήρωση του υλικού κράτησε πάνω από τριάμισι χρόνια. Στην πραγματικότητα, με πρόσχημα τον Καζαντζίδη ανθολογούνται τα πάθια και η φωνή μιας εποχής, τότε που «το ψωμί της ξενιτιάς ήταν πικρό, το νερό της θολό και το στρώμα σκληρό» για πολλούς Ελληνες, για όλους που «νιώθανε ποια είναι η κοινωνία, νιώθανε του κόσμου την τόση αδικία». Θα πει ο Κοροβίνης, «Με τις καταθέσεις τόσων ανθρώπων το αφιέρωμα αυτό συμβάλλει στη διαφώτιση μιας εποχής. Εχω την πεποίθηση ότι μετά από χρόνια θα είναι σημείο αναφοράς», για να συνεχίσει «υπηρέτησα έναν σκοπό, χρέος σε κάποιον άνθρωπο που ποτέ δεν πήγα να γνωρίσω. Ισως και γι” αυτό, έτσι σαν απολογία, σαν άφεση, να έγραψα το ποίημα που καταθέτω στην αρχή του αφιερώματος. Για τον Καζαντζίδη στο σύνολό της σχεδόν η Αριστερά είχε μικροπρεπή και μικρονοϊκή στάση. Πολύ αργά παίρνουμε χαμπάρι ορισμένα πράγματα. Ο Στέλιος ήταν ένας άνθρωπος που υπηρετούσε με τον δικό του αριστερό τρόπο τα πράγματα«.
Το ξέρει το τραγούδι ο Κοροβίνης, κάθε τόσο θα τον βρεις σε μια από τις μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης να μας θυμίζει με το τραγούδι του τα παλιά εκείνα του Μάρκου, του Στέλιου και τα δικά του από τα «Χριστιανόπουλος-Ζήκας-Κοροβίνης στην όμορφη νύχτα» (1986), «Από έβενο και αχάτη»(1992), «Τακίμια» (1998). Θέλοντας να σχολιάσει το χτες και το σήμερα του μουσικού είναι της χώρας θα δηλώσει: «Το δημοτικό, το ρεμπέτικο, το λαϊκό είναι παράδοση που ναι μεν κατά κάποιον τρόπο είναι ακόμα ζωντανή, όμως δεν έχει συνέχεια. Τώρα προσανατολίζουν άλλοι τι θα ακούει ο λαός. Οι εταιρείες τα κανονίζουν, οι δημιουργοί, ακόμα και μεγάλα ονόματα, αναγκάζονται να κάνουν μόνοι τους παραγωγές. Και εγώ έτσι θα κάνω. Αυτοί θέλουν άλογα κούρσας, όχι ανθρώπους«.
Από τον «Στέλιο» στους «Ζεϊμπέκους». Γι” αυτούς ο συγγραφέας θα πει «δουλειά χρονοβόρα, ψυχοφθόρα, ακριβοπληρωμένη ήδη από μένα. Θέλω να πιάσει τόπο γιατί συμβάλλει στην πολιτιστική σύνδεση και αλληλοκατανόηση των δύο λαών«. Του λόγου το αληθές θα διαπιστώσει κανείς φυλλομετρώντας τη σπουδαία και πλήρως εμπεριστατωμένη αυτή μελέτη. Τα κείμενα συνοδεύει μια πλουσιότατη συγκομιδή από φωτογραφικό και εικονογραφικό υλικό. Αξια λόγου είναι η προσπάθεια ερμηνείας και ανάλυσης της κοινωνικής και οικονομικής βάσης των ζεϊμπέκηδων που καθόρισε τη γενικότερη στάση ζωής τους, την ιστορική τους πορεία και τις τάσεις ανεξαρτησίας και αυτονόμησης, με αποκορύφωμα την κοινωνική ληστεία, αλλά και τις σχέσεις τους με το ελληνικό στοιχείο τα ζόρικα εκείνα χρόνια των δυο-τριών πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.
Αναλύεται ακόμα πολύ γλαφυρά η καθημερινή ζωή των ζεϊμπέκων, τα χούγια, τα ρούχα, ο οπλισμός, οι συνήθειές τους, οι χοροί τους και γενικότερα όλο το πολιτισμικό τους είναι. Μέσα από τα κείμενα και την οπτική πανδαισία της μελέτης, σεργιανά κανείς στον κόσμο των ζεϊμπέκων, όπως τους διέσωσε η λογοτεχνία, τα λαϊκά αναγνώσματα, η ζωγραφική, το θέατρο, ο Καραγκιόζης, το σινεμά. Και, πιστέψτε το, δεν θέλει και πολύ κλείνοντας τα μάτια να ταξιδέψεις στο χρόνο, το όνειρο, τη φαντασία και σκαρφαλώνοντας στα υψώματα του Οϊντεμίς να σμίξεις με τον νταϊφά του Τσακιτζή, του Εφέ του Αϊδινίου.
Ενας μικρόκοσμος, ένα μοντέλο ζωής που ξεκίνησε περήφανα και ασικλήδικα στην κεντροδυτική Ανατολία, για να εκπέσει με τις κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις σε φολκλόρ στοιχείο των διάφορων «γιαλατζί» αναβιώσεων στις παρελάσεις και επετείους της Πόλης και της Σμύρνης. Η όλη προσπάθεια διανθίζεται από ένα πλούσιο λαογραφικό και ηθογραφικό υλικό, γλωσσάρι, εξαντλητική βιβλιογραφία και δισκογραφία. Ακόμα το βιβλίο «Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας» αναμφίβολα πλουτίζει και σφραγίζει την έρευνα και τη μελέτη της νεοελληνικής πραγματικότητας και μιας μυθολογίας που θρέψαμε για κείνους που, όπως λέει ο Θωμάς Κοροβίνης, «οι άγγελοι τα φτερά τους δανείσαν – γι” αυτό πάνω στη γη ποτέ δεν προσκυνήσαν».
Παραφράζοντας ένα τραγούδι του Καζαντζίδη θα μπορούσε να πει κανείς για τον Θωμά Κοροβίνη ότι «η ζωή του όλη είναι ένα χαρτί και ένα μολύβι». Αυτά γι” αυτόν είναι τα όπλα ενός ανθρώπου της τέχνης. Του έλεγε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος: «μπορείς να βγεις στο δρόμο χωρίς κάλτσες και βρακί, αλλά ποτέ χωρίς χαρτί και μολύβι«. Ακόμα δεν τέλειωσε καλά καλά με τους ζεϊμπέκους, με τον Στέλιο, και να τον πάλι με τα όπλα του, το χαρτί και το μολύβι, να σκαρώνει το μυθιστόρημα «Ομορφη νύχτα». Θέμα… η ζωή ενός καλλιτέχνη από την Κατοχή μέχρι σήμερα.
Ηταν μια προσπάθεια σκιαγράφησης του Θωμά Κοροβίνη και της δουλειάς του. Ηταν ένα ταξίδι «εκεί που σμίγει η δύση με την ανατολή». Ηταν μια κουβέντα με παλιούς σ” έναν καφενέ, στο Κουλέ Καφέ της πάνω πόλης. Ηταν μια ζάλη από χρώματα περίσσια στο Καπαλί τσαρσί της Πόλης και γεύση από καφέ σκέτο στα μεράκια και τους καημούς μιας δύσης στο λιμάνι της μάνας Σαλονίκης. Μα πάνω από όλα ήταν το κλείσιμο ματιού σ” έναν άνθρωπο «ταγμένο για φίλια έργα ελληνικά, της αγάπης και της ειρήνης».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου