Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Ομιλία του Β. Σαμαρά στο κάμπινγκ της Ασίζης (Σεπτέμβρης 2003)

Προλεταριακή Σημαία  20-9-2003

Ευρώπη - Αμερική. Μαζί ή χώρια; Σύμμαχοι ή αντίπαλοι; Σε ποια βάση, με ποιους όρους και με τι στόχους; Στην πρόσφατη ιστορία (μετά το 1945) κινήθηκαν μαζί (όχι χωρίς αντιθέσεις ή και «χτυπήματα κάτω από τη μέση» και κυρίως από τη μεριά των ΗΠΑ). Μετά τις ανατροπές του ’89-’91 κινήθηκαν κατ’ αρχάς στην ίδια κατεύθυνση και μάλιστα σαν η δεσπόζουσα πλέον συμμαχία στον κόσμο. Με την απόφαση των ΗΠΑ, τελευταία, να επιτεθούν στο Ιράκ εκδηλώθηκε μια σοβαρή διάσταση και με ενδείξεις ότι μπορούσε να οδηγηθεί σε ρήγμα. Αμέσως μετά υπήρξαν εκδηλώσεις τάσεων επαναπροσέγγισης. Τι πραγματικά ισχύει και ποιες είναι οι προοπτικές του πράγματος.


Η τρέχουσα φιλολογία αναφέρεται συχνά στην κοινή πορεία, τον πολιτισμό, τις κοινές παραδόσεις του φιλελευθερισμού, της δημοκρατίας, της ανάπτυξης κλπ. Εχουν βέβαια τη σημασία τους όλα αυτά, αλλά πολύ σχετική κατά την άποψή μας.
Κατ’ αρχάς «κάτω» από τις προβαλλόμενες απόψεις κινούνται (ως υπόβαθρο) και κάποιες άλλες που δεν διατυπώνονται πάντα ανοιχτά. Αναφερόμαστε σε αντιλήψεις περί υπεροχής του Δυτικού πολιτισμού, της χριστιανικής θρησκείας ή ακόμη της ανωτερότητας της λευκής φυλής. Μιας ανωτερότητας που δίνει το «δικαίωμα» στη Δύση να μεταχειρίζεται τους άλλους λαούς σαν κατώτερους και με τον «ευγενή» στόχο να τους οδηγήσει από τη «βαρβαρότητά» τους στον «πολιτισμό». Στην πραγματικότητα όλες αυτές οι αντιλήψεις και «προβληματισμοί» στριφογυρίζουν γύρω από την επιθυμία του «Δυτικού ανθρώπου» να διατηρήσει την προνομιακή θέση που του διασφαλίζει ο κυρίαρχος ρόλος της Δύσης στον κόσμο. Είναι ένα σοβαρό -υπέρ της επαναπροσέγγισης- αλλά καθόλου «ευγενές» κίνητρο.
Γιατί βεβαίως είναι γεγονός η κυρίαρχη θέση της Δύσης στον κόσμο τους τελευταίους αιώνες και με αφετηριακή βάση εξόρμησης τον Ευρωπαϊκό χώρο. Το γιατί και πώς είναι μια άλλη συζήτηση, μπορούμε όμως εδώ να πούμε πως η βάση αυτής της κυριαρχίας βρίσκεται στην ανάπτυξη στην Ευρώπη του πιο προχωρημένου οικονομικού συστήματος, του καπιταλιστικού. Αυτός ήταν ο όρος που έδωσε σε Ευρωπαϊκές χώρες τη δυνατότητα να αναπτυχθούν οικονομικά, να αναπτύξουν τη στρατιωτική τους ισχύ. Να επεκταθούν στη συνέχεια και να κυριαρχήσουν στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά, πολιτιστικά. Εμποροι, κονκισταδόρες και ιεραπόστολοι βάδισαν χέρι-χέρι στο «ευγενές» έργο της εξόντωσης λαών, του ρημάγματος ολάκερων ηπείρων, την καταστροφή πολιτισμών. Αυτή είναι -ο καπιταλισμός- η βάση της όποιας ενότητάς τους, αυτή και των διαχωρισμών και των πολέμων τους, αυτή και του «πολιτισμού» τους.
Γιατί αποτελεί επίσης γεγονός ότι ο καπιταλισμός -στην ιμπεριαλιστική του διάσταση σήμερα- παράγει και αντιθέσεις. Και δεν εννοούμε μόνο την αγεφύρωτη αντίθεση που τον αντιπαραθέτει με το προλεταριάτο και τους λαούς αλλά και αυτές που τους αντιπαραθέτουν μεταξύ τους. Αντιθέσεις που τους έχουν οδηγήσει σε σειρά πολέμων είτε για τη μοιρασιά της λείας, των αποικιών, του κόσμου, είτε για τη διασφάλιση της υπεροχής στο Μητροπολιτικό Ευρωπαϊκό χώρο. Από τον Τριακονταετή μέχρι τους Ναπολεόντειους και από τον Α’ μέχρι το Β’ Παγκόσμιους πολέμους αλλά και επόμενα μέχρι σήμερα υπάρχει μια μακρά ματωμένη πορεία που το πιστοποιεί.
Οσο για τον «πολιτισμό» τους, αυτό το διαρκές ματοκύλισμα έχει κάνει πολλούς να αναρωτιούνται για το πώς συμβιβάζεται με όλα αυτά τα «ιδεώδη». Ειδικότερα στις μέρες μας από πολλές πλευρές εκφράζεται η φρίκη, η οργή αλλά και η απορία για την άγρια επιθετικότητα του -του Αμερικανικού ιδιαίτερα- ιμπεριαλισμού για το διαρκές έγκλημα σε βάρος των λαών, τις δολοφονίες αμάχων, γυναικών, παιδιών.
Η εξήγηση βρίσκεται στο ίδιο το σύστημα και τον «πολιτισμό» που αυτό παράγει. Αυτή η διαρκής εγκληματικότητα έχει την αφετηριακή της βάση στο πρωταρχικό, το «προπατορικό» (όχι το «μήλο») έγκλημα. Την Κλοπή! Την ιδιοποίηση του προϊόντος της εργασίας των πολλών από τους λίγους. Από κει και πέρα η βία, το έγκλημα είναι το αναπόφευκτο και απαραίτητο συμπλήρωμα για τη διασφάλιση του προϊόντος της κλοπής. Οι νόμοι για τη θεσμική της κατοχύρωση. Η θρησκεία για την αγιοποίησή της (να πάρει και «θεός» το μερτικό του). Η επιστήμη για την τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς της. Η τέχνη για τον εξωραϊσμό της. Η φιλοσοφία για την αναγωγή της σε έκφραση της «φυσικής τάξης» πραγμάτων. Και -εννοείται- όλοι με το αζημίωτο.
Ολος ο υποτιθέμενος πολιτισμός έχει παραχθεί και έχει αναπτυχθεί σ’ αυτή τη βάση και σ’ όλες του τις μορφές και εκφράσεις εμπεριέχει το στίγμα, τη σφραγίδα αυτού του εγκλήματος.
Ο,τι διαφορετικό έχει υπάρχει, έχει δημιουργηθεί στη βάση της αντίθεσης, της αντίστασης, της πάλης ενάντια σ’ αυτή την τάξη πραγμάτων. Και μάλιστα ακόμη κι αυτά κουβαλάν -ασυνείδητα- πολλές φορές τις επιδράσεις της μακροχρόνιας κυριαρχίας αυτού του «πολιτισμού».
Είναι «ατέλειωτο» αυτό το κεφάλαιο. Ας αρκεστούμε λοιπόν στα λίγα που αναφέραμε για να ‘ρθουμε στο συγκεκριμένο ερώτημα. Η απάντηση σ’ αυτό βρίσκεται πέρα από αυτά τα σχήματα θεώρησης που χρησιμοποιούνται στην τρέχουσα φιλολογία. Βρίσκεται στην εξέταση των πραγματικών σχέσεων-αντιθέσεων που διαμορφώνονται στο έδαφος του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού, στους συσχετισμούς, τις τάσεις και τις πολιτικές που αναδείχνονται.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την αντίθεση που εκδηλώθηκε με αφορμή την επίθεση στο Ιράκ, το ρήγμα που φάνηκε να διαμορφώνεται στα πλαίσια του Δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ. Αναφέρονται πολλοί στο «σοκ της 11ης Σεπτέμβρη», το μεσσιανισμό της κλίκας Τσένι-Μπους για να ερμηνεύσουν τις εξελίξεις. Από τη μεριά μας έχουμε την άποψη ότι η επιθετικότητα των ΗΠΑ αποτελεί γέννημα του συστήματος και ειδικότερη συνάρτηση του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας. Ενός στόχου που το αφετηριακό του σημείο βρίσκεται στο «μακρινό» 1945 και που τέθηκε σαν θέμα προς υλοποίηση με τις ανατροπές του 1989-1991 που αντιμετωπίστηκαν σαν η «ιστορική ευκαιρία» για την πραγματοποίησή του. Από κει και πέρα οι εξελίξεις δώσαν μεν πολλά κέρδη στις ΗΠΑ αλλά όχι την ολοκλήρωση της βασικής τους επιδίωξης. Στην πραγματικότητα αυτό που αναδείχτηκε σε μια πορεία ήταν το αδιέξοδο της στρατηγικής των ΗΠΑ, καθώς ο επιδιωκόμενος στόχος βρισκόταν σε αναντιστοιχία με τα μέσα που διέθεταν -οι ΗΠΑ- για την πραγματοποίησή του. Μια εξέλιξη που όσο κυλούσε ο χρόνος μεγάλωνε τη «νευρικότητα» στους ηγετικούς κύκλους των ΗΠΑ για να οδηγήσει τελικά στην πραξικοπηματική «εκλογή» της ομάδας Τσένι-Μπους. Από κει και πέρα ήταν ζήτημα χρόνου και «ευκαιρίας» για να κλιμακωθεί αυτή η επιθετικότητα με ή χωρίς 11η Σεπτέμβρη, με ή χωρίς Μπιν Λάντεν ή Σαντάμ.
Μετά από σειρά γεγονότων και εξελίξεων, τα οποία προσπερνάμε χάριν οικονομίας, φτάσαμε στις πρόσφατες και την περίπτωση του Ιράκ. Εδώ, για πρώτη φορά είχαμε την ανοιχτή εκδήλωση της έντονης αντίθεσης όχι μόνο Ρωσίας, Κίνας, αλλά και από τη μεριά Γαλλίας, Γερμανίας. Ταυτόχρονα το τεράστιο κύμα των εκατομμυρίων διαδηλωτών που κατέκλυσε τις πόλεις του κόσμου.
Παρόλα αυτά οι Αμερικάνοι προχώρησαν. Και «νίκησαν»! Στη συνέχεια είχαμε τις αποφάσεις του ΟΗΕ και του G8 που στην ουσία νομιμοποιούσαν την εισβολή, κατάκτηση και κατοχή του Ιράκ. Ενα είδος προσωρινού συμβιβασμού και στη βάση των τετελεσμένων που είχαν δημιουργήσει οι ΗΠΑ.
Μόνο που ταυτόχρονα είχαμε και την …επανεμφάνιση του στρατηγικού αδιεξόδου των ΗΠΑ. Ενα αδιέξοδο που το ανέδειξε η ηρωική αντίσταση του ιρακινού λαού που συνεχίστηκε ακατάβλητη. Αναδείχτηκε πολύ πιο συγκεκριμένα πως οι ΗΠΑ δεν μπορούν -από μόνες τους- ούτε να κατακτήσουν τον κόσμο ούτε -και πολύ περισσότερο- διαθέτουν τα μέσα για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους.
Αυτές οι εξελίξεις -και όχι μόνο αυτές- έθεσαν εκ νέου ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα. Αυτό των συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα. Στο επίκεντρό του σήμερα η τύχη της Δυτικής συμμαχίας. Ενα ζήτημα που στην πραγματικότητα και με έναν τρόπο είχε τεθεί ήδη μετά τις ανατροπές του ’89-’91. Οι συνέπειες τυχόν διάλυσής της τεράστιες. Για το σύστημα συνολικά με την αποδιάρθρωση σχέσεων, λειτουργιών και σταθερών που έχουν διαμορφωθεί εδώ και πενήντα περίπου χρόνια. Για τα κάθε είδους κόστη, απώλειες και προβλήματα που θα συνεπάγονταν κάτι τέτοιο για τον καθένα εκ των εταίρων.
Ειδικότερα και από την πλευρά που εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερο. Σε μια τέτοια περίπτωση πιθανότατα θα πυροδοτούνταν διαδικασίες αναδιάταξης δυνάμεων και συμμαχιών. Αλλά αυτό είναι το τελευταίο που θα ‘θελαν οι ΗΠΑ. Βασικός άξονας της πολιτικής τους είναι η αποτροπή -και με κάθε μέσο- της δημιουργίας αντίπαλων συμμαχιών.
Δεν θεωρούμε πως οι ΗΠΑ ανακάλυψαν μόλις σήμερα την πιθανότητα ή τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης. Ούτε ότι θέλουν να προχωρήσουν «μόνες» τους και χωρίς συμμάχους. Ταυτόχρονα γνωρίζουν ότι ο αγγλοσαξονικός άξονας (ακόμη κι αν παρακάμψουμε τις βρετανικές ταλαντεύσεις) δεν μπορεί να υποκαταστήσει το ΝΑΤΟ στο ρόλο του και μόνο σαν εφεδρική λύση μπορεί να χρησιμοποιείται. Οσο για τη συζήτηση για τη λεγόμενη «Νέα Ευρώπη» είναι τόσο σοβαρή όσο σοβαρά μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι μπορεί η Πολωνία να αντισταθμίσει το βάρος μιας Γερμανίας και η Ρουμανία μιας Γαλλίας. Πάνω απ’ όλα το τελευταίο που θα ‘θελαν οι ΗΠΑ θα ‘ταν να «σπρώξουν» τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις σε μια συμμαχία με Ρωσία-Κίνα.
Θέλαν και συνεχίζουν να θέλουν τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις (και την Ιαπωνία) μαζί τους. Οχι όμως σαν ισότιμους εταίρους αλλά στην υπηρεσία τους. Και εκεί ήταν πάντα το πρόβλημα. Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές όχι μόνο δεν αποδέχονται αυτό το ρόλο αλλά και διεκδικούν (ιδιαίτερα μετά το ’89-’91) ανακατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων -εννοείται προς όφελός τους- στα πλαίσια της Ευρωατλαντικής συμμαχίας.
Ολα αυτά μαζί με τα ανοίγματα (των Ευρωπαίων) σε Ρωσία, Κίνα, τις τάσεις ανασυγκρότησης στη Ρωσία, τις κινήσεις προσέγγισης Ρωσίας Κίνας (κ.ά.) διαμορφώνουν τους όρους ενός άτυπου μετώπου απέναντι σε ΗΠΑ και την προοπτική ενός άλλου συσχετισμού. Η επιθετικότητα των ΗΠΑ -που δικιά τους ήταν πάντα η πρωτοβουλία κινήσεων- στόχευε στην αποτροπή μιας τέτοιας πιθανότητας, στο να εκβιάσει τη διαμόρφωση των συσχετισμών προς όφελός τους.
Οι εξελίξεις τους έβαλαν ουσιαστικά ξανά μπροστά στο ίδιο πρόβλημα-δίλημμα. Παραπέρα κλιμάκωση της επίθεσης; Και μέχρι που; Αν δεν τους απάντησε στο πρόβλημα η εκστρατεία στο Αφγανιστάν και η κατάκτηση του Ιράκ, γιατί θα απαντούσε η επανάληψη του εγχειρήματος σε Συρία, Ιράν ή Β. Κορέα; Και μετά τι; Χτύπημα μιας μεγάλης δύναμης και -εκ των πραγμάτων- πυρηνικό; Δεν είναι βέβαια καθόλου απλό. Οπως δεν είναι απλή και η αντίθετη επιλογή. Η στροφή από την επιδίωξη της κυριαρχίας στο στόχο της ηγεμονίας, άποψη προς την οποία απόκλινε σε μια φάση η διοίκηση Κλίντον. Αλλά με τους υπάρχοντες όρους μια τέτοια «οπισθοχώρηση» μπορεί να έπαιρνε ρυθμούς μη ελεγχόμενους και που κανείς στις ΗΠΑ δεν θα ‘θελε. Ετσι δεν είναι καθόλου τυχαίο που το πρόβλημα έχει «μεταφερθεί» για άλλη μια φορά και στο εσωτερικό των ΗΠΑ προκαλώντας σοβαρές τριβές και εντάσεις στο ανώτατο ηγετικό επίπεδο.
Στη βάση όλων αυτών παρατηρούμε στη σημερινή φάση κάποιο χαμήλωμα των τόνων απ’ όλες τις πλευρές, κινήσεις προσεκτικές και αποφυγή εκείνων που θα προκαλούσαν νέες εντάσεις, συζητήσεις, διαβουλεύσεις, διαπραγματεύσεις, ένα κάποιο είδος «ανάπαυλας». Η κάθε πλευρά αναμετρά τις δυνάμεις της, τις διαθέσεις των άλλων, προσπαθεί να ισχυροποιηθεί τόσο στο εσωτερικό όσο και σε επίπεδο διεθνών ερεισμάτων.
Τι σημαίνει αυτό, πόσο θα διαρκέσει και προς ποια κατεύθυνση θα εξελιχθεί; Οι προβλέψεις και ιδιαίτερα σε μια τέτοια κατάσταση, περίπλοκη και αντιφατική είναι πάντα παρακινδυνευμένες. Μπορούμε όμως να κάνουμε κάποιες εκτιμήσεις.
Το πρώτο και βέβαιο, είναι πως οι εξελίξεις δεν θα κριθούν στη βάση διαφόρων ιδεολογημάτων, θεωρημάτων και επιθυμιών. Θα κριθούν όπως πάντα στη βάση των πραγματικών δεδομένων, τάσεων και συσχετισμών.
Το δεύτερο, πως δεν θα κριθεί απλά και μόνο σαν πρόβλημα σχέσεων ΗΠΑ-Ευρωπαίων αλλά σαν ζήτημα που συνδέεται με το σύνολο των προβλημάτων και τη διαμόρφωση συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα.
Το τρίτο, ότι τα χαρακτηριστικά και οι βασικές επιδιώξεις της κάθε δύναμης παραμένουν ουσιαστικά ίδιες.
Οι ΗΠΑ επιδιώκουν την κυριαρχία, τους «συμμάχους» τους (Ευρώπη-Ιαπωνία) σε ρόλους βαλέδων και τις Ρωσία-Κίνα «στα σχοινιά».
Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές θέλουν τη συμμαχία με τις ΗΠΑ αλλά με αναβαθμισμένο το ρόλο τους, ενώ αφήνουν ανοιχτά και άλλα ενδεχόμενα.
Ρωσία, Κίνα επιδιώκουν έναν συνολικό διακανονισμό ανάμεσα σε όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, προσδοκώντας πάντα την οριστικοποίηση του ρήγματος στα πλαίσια του δυτικού μπλοκ.
Και βέβαια αυτό που είναι καθαρό με όλα αυτά, είναι πως πρόκειται για αντιτιθέμενες επιδιώξεις οι οποίες αποτελούν και τη βάση του σημερινού αδιεξόδου. Μπορούμε συνεπώς τη σημερινή κατάσταση να τη δούμε σαν φάση διαμόρφωσης όρων από την κάθε πλευρά και εν όψει των επόμενων κινήσεών τους.
Ετσι στο κεντρικό πεδίο έχουμε μια πολύπλευρη διαδικασία με διαπραγματεύσεις, πιέσεις από κάθε και προς κάθε πλευρά και με αντικείμενο τη διαμόρφωση της «βασικής ροπής». Διαδικασίες που όχι συμπτωματικά περιστρέφονται κυρίως γύρω από το ρόλο του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ. Οσον αφορά τις ΗΠΑ ζητούν τη στήριξη από ΝΑΤΟ και ΟΗΕ αλλά κρατώντας για τον εαυτό τους την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας».
Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές -ένα βήμα μπρος ένα πίσω- πηγαίνουν στο Αφγανιστάν με το ΝΑΤΟ αλλά αρνούνται τη «συμβολή» τους στο Ιράκ ενόσω οι ΗΠΑ κρατούν για λογαριασμό τους τον αποφασιστικό ρόλο.
Ρωσία, Κίνα ελίσσονται συνεχίζοντας να αφήνουν την πρωτοβουλία της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ στους Ευρωπαίους.
Ανάλογα σε βάση και κατεύθυνση διαμόρφωσης όρων, κινούνται σε όλα τα πεδία.
Στην κατεύθυνση συγκρότησης του εσωτερικού μετώπου της κάθε δύναμης η οποία μπορεί να αφορά έως και εσωτερικές πολιτικές ανακατατάξεις, έκφραση ακριβώς της κρισιμότητας των ζητημάτων, των εντάσεων, τριβών και αντιθέσεων που προκαλούν. Αυτό αφορά όλες τις δυνάμεις (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ρωσία, Κίνα) ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις (Αγγλία) συνδέονται έως και με τάσεις συνολικού αναπροσανατολισμού.
Αναζήτηση συμμαχιών και συμπράξεων μονιμότερων ή προσωρινών, κινήσεις όλων προς όλους, τόσο εκείνων που στοχεύουν στην απόκτηση ερεισμάτων όσο και αυτών που αποσκοπούν στη δημιουργία προβλημάτων στην πλευρά των αντίπαλων-ανταγωνιστών.
Ταυτόχρονα με όλα αυτά έχουμε την κλιμάκωση σε μεγάλη έκταση και βάθος της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στο προλεταριάτο. Το χαρακτηριστικό εδώ είναι ότι με ιδιαίτερη ένταση εκδηλώνεται αυτή στον ευρωπαϊκό χώρο, το κοινωνικό μοντέλο του οποίου υποτίθεται πως ήταν -κατά Σρέντερ κ.ά.- «αδιαπραγμάτευτο».
Η κλιμάκωση αυτή αποτελεί συνέχεια της μεγάλης επίθεσης του κεφαλαίου εδώ και πάνω από 20 χρόνια και αποτελεί έκφραση από τη μια της ακόρεστης δίψας του κεφαλαίου για κέρδη και από την άλλη συνάρτηση της ήττας, της αδυναμίας του Εργατικού, Κομμουνιστικού Κινήματος να προβάλλει αποτελεσματική αντίσταση.
Ταυτόχρονα στις σημερινές συνθήκες είναι και μια έκφραση του ανταγωνισμού που μαίνεται ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις -και- στο οικονομικό πεδίο. Από μια άποψη θα μπορούσε να ειπωθεί πως πρόκειται για μια ακόμα «νίκη» των ΗΠΑ μιας και φαίνεται να επιβάλλουν σε πλήρη κλίμακα το οικονομικό δόγμα που προωθούν, το νεοφιλελευθερισμό. Μόνο που, ειδικά για την ΕΕ, υπάρχει και μια άλλη πλευρά πέρα από αυτή της «συμμόρφωσης». Είναι η υιοθέτηση μιας πολιτικής που θεωρούν ότι θα τους επιτρέψει να κινηθούν και στο πεδίο της οικονομίας με ίσους ανταγωνιστικούς όρους.
Ανάλογες κινήσεις γίνονται και στο στρατιωτικό πεδίο. Αυξάνονται παντού οι στρατιωτικές δαπάνες, εκπονούνται νέα εξοπλιστικά προγράμματα, αναζητούνται -δημιουργούνται πολιτικο-στρατιωτικά ερείσματα και βάσεις, πρώτα και κύρια από την πλευρά των ΗΠΑ αλλά και με τους άλλους να ακολουθούν -και ειδικά σ’ αυτό το πεδίο- έστω και «ασθμαίνοντας».
Από κει και πέρα και στη βάση όλων αυτών θεωρούμε ότι η επιθετικότητα θα συνεχίσει να αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πολιτικής των ΗΠΑ. Και γιατί αποτελεί την καθεαυτή έκφραση της πολιτικής και γιατί αποτελεί το προνομιακό πεδίο άσκησης αυτής της πολιτικής. Το αν, πότε και πώς (με ή χωρίς αυτούς) και σε ποια κατεύθυνση θα εκδηλωθεί αυτή η επιθετικότητα μένει να το δούμε.
Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές (και η Ιαπωνία) από τη μεριά τους θα συνεχίσουν να διεκδικούν τους ρόλους τους και οι Ρωσία, Κίνα (αλλά και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις) τους δικούς τους.
Αυτό, όπως ήδη αναφέραμε, δεν αποκλείει την πιθανότητα συμβιβασμών περισσότερο ή λιγότερο προσωρινών. Αυτό που υποστηρίζουμε και με δεδομένη τη φύση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος, είναι πως ο κόσμος είναι «πολύ μικρός» για να μπορεί να «μοιραστεί» με τρόπο που να ικανοποιεί την απληστία του συνόλου των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Αλλά και πέρα από όλα αυτά, πέρα από τα σχέδια, τις επιδιώξεις και τις επιθυμίες της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης υπάρχουν και κάποιοι παράγοντες που λειτουργούν με το δικό τους αυτόνομο τρόπο και παράγουν τα δικά τους δεδομένα.
Ολες αυτές οι τάσεις και οι κινήσεις οι πολιτικές υπάρχουν και λειτουργούν στο έδαφος του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Ενα σύστημα που θα συνεχίσει να λειτουργεί με τους ίδιους όρους που οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα. Γιατί βεβαίως ούτε η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους πρόκειται να «καταργηθεί», ούτε οι κρίσεις να ελεγχθούν.
Και έτσι, για να σταθούμε σε μερικές βασικές επιδιώξεις. Παρατηρούμε καθημερινά το λυσσαλέο ανταγωνισμό σε μια σειρά οικονομικά πεδία. Δεν είναι θέμα διαπραγματεύσεων ή ρυθμίσεων μέσω ΠΟΕ ή όποιας άλλης μορφής διακανονισμού. Είναι ο αναπόφευκτος στο σύστημα πόλεμος αγορών. Παρακολουθούμε τον ανταγωνισμό στο νομισματικό -ένα κεντρικό νευραλγικό πεδίο- που συνδέεται με τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομικής λειτουργίας, της κίνησης κεφαλαίων, της διαμόρφωσης οικονομικών πολιτικών. Ενας πόλεμος που μόνο στην αρχή του βρισκόμαστε σήμερα.
Βλέπουμε την εναγώνια αναζήτηση της καινοτομίας, «νέων προϊόντων» (από το διάστημα μέχρι τα μεταλλαγμένα). Δεν είναι απλά ανταγωνισμός για το συγκριτικό πλεονέκτημα (που είναι και τέτοιος) ή «ευγενής άμιλλα» στο πεδίο της Ε.Τ.Ε. Είναι αγώνας δρόμου για την απόκτηση υπεροχής.
Εξελίσσεται ήδη ένας -και πραγματικός- πόλεμος για τον έλεγχο των πηγών ενέργειας, πρώτων υλών, των δρόμων της μεταφοράς τους.
Τον πόλεμο πληροφοριών και επικοινωνίας από τα Εσελον μέχρι την προσπάθεια μπλοκαρίσματος του ευρωπαϊκού δορυφορικού προγράμματος ή τον αποκλεισμό -στο όνομα της «ελευθερίας του εμπορίου»- της Ρωσίας από την αντίστοιχη παγκόσμια αγορά.
Την ενίσχυση σε τερατώδη επίπεδα της τάσης συγκέντρωσης-συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, που ασυγκράτητα εξαφανίζει επιχειρήσεις καταστρέφει παραγωγικές δραστηριότητες, ρημάζει ολάκερους οικονομικούς σχηματισμούς. Το χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι δεν κατευθύνεται σε επενδυτικές διεξόδους, δεν οδηγεί σε διεύρυνση των παραγωγικών δυνατοτήτων, αλλά σε χρηματιστηριακές κερδοσκοπικές δραστηριότητες και στην προσπάθεια της κάθε δύναμης να συγκεντρώσει όσο γίνεται μεγαλύτερη ισχύ. Οικονομική ή πολιτική στρατιωτική.
Βλέπουμε τις κινήσεις που υποτίθεται στοχεύουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος να το οξύνουν καθώς ο κάθε ιμπεριαλιστής απαντάει «για λογαριασμό του». Τις πολιτικές που επιχειρώντας να μετακυλίσουν τις συνέπειες της ύφεσης « προς τα κάτω» (προλεταριάτο-λαούς) να «επιστρέφουν» τα αποτελέσματά τους με όρους συνολικής κρίσης καθώς επιτείνουν το «στένεμα» των αγορών.
Ανάλογα αποτελέσματα έχουν και οι προσπάθειες του κάθε ιμπεριαλιστικού σχηματισμού να μεταθέσει την κρίση στους ανταγωνιστές του (με το νεοπροστατευτισμό από τη μια, την επιθετική πολιτική απέναντι στις αγορές «των άλλων» από την άλλη). Τον ανταγωνισμό να επιτείνει την κρίση και την κρίση να τροφοδοτεί τον ανταγωνισμό σε μια αμφίδρομη σχέση που ανακυκλώνει σε όλο και ψηλότερα επίπεδα τα αδιέξοδα του συστήματος. Γιατί η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση μπορεί να προβάλλεται ως παγκόσμια συνεργασία, μπορεί να εμπεριέχει και χαρακτηριστικά συνεργασίας (των δυνάμεων του συστήματος ενάντια σε προλεταριάτο-λαούς) αυτό όμως καθόλου δε σημαίνει ότι επιλύει αυτομάτως και τα μεταξύ τους προβλήματα και αντιθέσεις, ότι αλλάζει τη φύση και τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Συμπερασματικά αυτά που υπάρχουν και εξελίσσονται σ’ αυτή τη βάση όχι μόνο δεν οδηγούν στην κατεύθυνση εξομάλυνσης και άμβλυνσης των διαφορών και των αντιθέσεων αλλά αντίθετα στην όξυνσή τους.
Το δεύτερο αφορά τον άλλο «ανεξέλεγκτο» παράγοντα του ζητήματος. Τους λαούς και την πάλη τους. «Εκτός παιχνιδιού» για πολλά χρόνια σαν συνέπεια της ήττας. Ασύδοτο το κεφάλαιο επιτίθονταν ενάντια στα δικαιώματα και κατακτήσεις και ασυγκράτητος ο ιμπεριαλισμός επέδραμε κομματιάζοντας χώρες και λαούς. Μόνο που δεν θα ‘ναι πάντα έτσι. Ηδη η λαϊκή πάλη έχει περάσει σε φάση ανασύνταξης και θα αποτελέσει σε μια πορεία τον παράγοντα που θα τροποποιήσει όλα τα δεδομένα, που θα θέσει τους δικούς του όρους στην πορεία των πραγμάτων.
Ηδη ο παράγοντας που έκανε καταρχήν ορατό το αδιέξοδο της στρατηγικής των ΗΠΑ (και κατά προέκταση συνολικά των ιμπεριαλιστών) είναι τα εκατομμύρια του κόσμου που κατέβηκαν στους δρόμους ενώ αυτός που το ανέδειξε ήταν η συνεχιζόμενη αντίσταση του Ιρακινού λαού. Του λαού του Αφγανιστάν, της Παλαιστίνης, των λαών του κόσμου. Εξελίξεις που έδειξαν ότι το έδαφος θα πυρακτώνεται όλο και πιο πολύ κάτω από τα πόδια των εισβολέων, ότι σ’ όσες χώρες κι αν επιδράμουν, όσες πόλεις κι αν κυριέψουν θα τις μετατρέπουν στους τόπους όπου θα τους «περικυκλώσουν» οι λαοί. Θα είναι τα Στάλινγκρανγ, τα Ντιεν Μπιέν Φου, και τα Ντα Ναγκ του αύριο. Οσο λοιπόν ανασυντάσσεται και συγκροτείται το λαϊκό κίνημα και σε παγκόσμια κλίμακα τόσο και θα προβάλλει σαν ο παράγοντας εκείνος που θα έχει το δικό του λόγο και ρόλο στις εξελίξεις και τόσο περισσότερο θα μετατρέπεται σε δύναμη που θα μπορεί να τις στρέψει στην κατεύθυνση εξυπηρέτησης της υπόθεσης των λαών.
Συνοψίζοντας. Εμείς εδώ -και όπως θα έγινε ήδη αντιληπτό- δεν θα κάνουμε προβλέψεις για το πώς ακριβώς θα εξελιχθούν οι σχέσεις-αντιθέσεις ΗΠΑ και Ευρωπαίων (διάβαζε κύρια Γαλλία-Γερμανία) ιμπεριαλιστών. Μπορούμε να όμως να πούμε ότι διανύουμε μια περίοδο όξυνσης όλων των αντιθέσεων και αντιφάσεων του συστήματος, έντασης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών και ανεξάρτητα από περιοδικές υφέσεις ή συμβιβασμούς. Οσον αφορά το κεφάλαιο των πιθανών ανακατατάξεων στο πεδίο των στρατηγικών συμμαχιών, αυτές θα κριθούν μέσα από το σύνολο των εξελίξεων, το αντιφατικό και περίπλοκο πλέγμα σχέσεων-αντιθέσεων που αυτές συνθέτουν. Ειδικότερα μπορούμε να πούμε:
α) Εχουν σίγουρα τη σημασία τους τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα και σχέσεις (π.χ. η ύπαρξη του ΝΑΤΟ και γενικότερα της Ευρωατλαντικής συμμαχίας) αλλά όχι απόλυτη.
β) Οι εξελίξεις στο κεφάλαιο αυτό και ακριβώς επειδή η σημασία τους είναι κρίσιμου χαρακτήρα είναι κατά βάση απρόβλεπτες (βλέπε και ιστορικά προηγούμενα) ενώ οι όποιες μεταστροφές ή ανατροπές συντελούνται είναι συνήθως σε οριακές καταστάσεις.
γ) Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό σήμερα με τη διάσταση που έχουν πάρει τα προβλήματα ενώ οι ιστορικές αναλογίες ισχύουν μάλλον ως προς πλευρές του πράγματος και όχι στο σύνολό του. Αν δούμε τους παλιότερους ανταγωνισμούς ή και αναμετρήσεις, αυτές ήταν (μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) κατά βάση «Ευρωκεντρικές». Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά και ιδιαίτερα σήμερα το «ταμπλό» έχει μετατραπεί σε καθολικά και ολοκληρωτικά παγκόσμιο. Μάλιστα θα λέγαμε όχι απλά ή όχι μόνο με τη «γεωγραφική» ή στρατιωτική-πυρηνική- έννοια αλλά πρώτα και κύρια την πολιτική. Στο «τραπέζι» δεν μπαίνουν πια μόνο οι αποικίες, κάποιοι «τρίτοι» ή έστω και μια Αλσατία-Λορένη, αλλά και η ίδια η υπόσταση των ιμπεριαλιστικών χωρών.
Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει και πρέπει να ενδιαφέρει το κίνημα και τις δυνάμεις που το υπηρετούν είναι πρώτα απ’ όλα η δική του συγκρότηση. Μια συγκρότηση που δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσα από την πάλη και σε αναφορά με τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι λαοί. Την αντιμετώπιση του μεγαλύτερου σήμερα εχθρού των λαών, τον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, τον πιο επιθετικό, αυτόν που σέρνει το χορό κάθε αντιδραστικής εξέλιξης στον κόσμο και μεγαλύτερης απειλής ακόμα και για ένα συνολικό ολοκαύτωμα. Την πάλη ενάντια στις αυταπάτες για το ρόλο των άλλων ιμπεριαλιστών, τις λογικές που οδηγούν σε «στοίχιση» λαϊκών δυνάμεων πίσω από αυτόν ή εκείνο τον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό.
Την αντίσταση, την πάλη για την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στο προλεταριάτο. Για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζομένων αλλά και σαν το πεδίο πάλης όπου η εργατική τάξη διαμορφώνει τους πρωταρχικούς και θεμελιακούς όρους της συγκρότησής της.

Την ένταση των προσπαθειών και της πάλης σε όλα τα πεδία για την «εκ νέου» συγκρότηση του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της» και την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας σαν θεμελιακούς όρους για να οδηγηθεί η πάλη των λαών στη μοναδική πραγματική και ολοκληρωμένη της διέξοδο, την ανατροπή του ιμπεριαλιστικού-καπιταλιστικού συστήματος και το πέρασμα στο σοσιαλισμό. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου