Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Μερικά στοιχεία για το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε η Κομμούνα

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία αρ. φ. 246, 3-4-1993

Τα γεγονότα της Κομμούνας από τον Μαρξ και τον Εγκελς

Η Κομμούνα του Παρισιού δεν ξέσπασε σαν «κεραυνός εν αιθρία» στην ιστορική αυτή πόλη, στην πόλη που γνώρισε στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν επαναστατικές στιγμές ανεξίτηλες στο πέρασμα του χρόνου και εξαιρετικά σημαντικές για τις εξελίξεις στην Ευρώπη και τον κόσμο ολάκερο. Μερικά στοιχεία της εποχής της Κομμούνας είναι αναγκαία να δοθούν για να κατανοηθεί καλύτερα το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι κομμουνάροι.
Πρώτα απ’ όλα και η Κομμούνα, αυτός ο ζωντανός θρύλος και προάγγελος των προλεταριακών επαναστάσεων του 20ου αιώνα, έχει τους δικούς της προδρόμους.



Ο Έγκελς αναφέρει -στον πρόλογο που έγραψε για την έκδοση της διακήρυξης του γενικού συμβουλίου της Διεθνούς, για τον «εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία»- τα παρακάτω για τα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν της Κομμούνας:
«Χάρη στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της Γαλλίας απ’ το 1789, διαμορφώθηκε εδώ και 50 χρόνια μια τέτοια κατάσταση στο Παρίσι, που καμιά επανάσταση δεν μπορούσε να ξεσπάσει σ’ αυτό χωρίς να πάρει προλεταριακό χαρακτήρα, έτσι που το προλεταριάτο που είχε κερδίσει τη νίκη με το αίμα του εμφανίστηκε ύστερα από τη νίκη με τις δικές του διεκδικήσεις. Αυτές οι διεκδικήσεις ήταν λίγο πολύ ακαθόριστες, ακόμα και μπερδεμένες, ανάλογα με τον κάθε φορά βαθμό ανάπτυξης των παρισινών εργατών. Τελικά όμως όλες έτειναν προς την κατάργηση της ταξικής αντίθεσης ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες και στους εργάτες. Είναι αλήθεια ότι δεν ήξεραν πώς έπρεπε να γίνει αυτό. Ωστόσο αυτή η διεκδίκηση, όσο ακαθόριστα και αν ήταν διατυπωμένη, έκλεινε μέσα της μια απειλή για το κοινωνικό καθεστώς που υπήρχε. Οι εργάτες που την πρόβαλαν ήταν ακόμη οπλισμένοι. Γι’ αυτό, για τους αστούς που κρατούσαν το τιμόνι του κράτους, πρωταρχική προσταγή ήταν να αφοπλιστούν οι εργάτες. Και έτσι, ύστερα από κάθε επανάσταση που κέρδιζαν οι εργάτες, ξεσπάει ένας νέος αγώνας που τελειώνει με την ήττα των εργατών.
Αυτό συνέβη πρώτη φορά στα 1848. Οι φιλελεύθεροι αστοί της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης οργάνωναν συμπόσια για να πετύχουν την εκλογική μεταρρύθμιση που θα εξασφάλιζε την κυριαρχία του κόμματός τους. Στον αγώνα τους με την κυβέρνηση αναγκάζονταν όλο και πιο πολύ να κάνουν έκκληση στο λαό και υποχρεώνονταν βαθμιαία να δίνουν το προβάδισμα στα ριζοσπαστικά και δημοκρατικά στρώματα της αστικής τάξης και των μικροαστών. Μα πίσω απ’ αυτούς βρίσκονταν οι επαναστάτες εργάτες και οι εργάτες αυτοί είχαν αποκτήσει από το 1830 (σ.σ. αναφορά στην αστική γαλλική επανάσταση του 1830) πολύ μεγαλύτερη πολιτική αυτοτέλεια απ’ ό,τι το υποπτεύονταν οι αστοί και οι δημοκρατικοί ακόμη. Τη στιγμή της κρίσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, οι εργάτες άρχισαν τη μάχη στους δρόμους. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος εξαφανίστηκε και μαζί του εξαφανίστηκε και η εκλογική μεταρρύθμιση, στη θέση της ξεπρόβαλε η δημοκρατία και μάλιστα μια δημοκρατία που οι ίδιοι νικητές εργάτες τη χαρακτήρισαν «κοινωνική» δημοκρατία. Ωστόσο κανένας δεν είχε ξεκαθαρίσει τι σήμαινε αυτή η κοινωνική δημοκρατία, ούτε και οι ίδιοι οι εργάτες. Όμως τώρα είχαν όπλα και αποτελούσαν μια δύναμη μέσα στο κράτος. Γι’ αυτό οι αστοί δημοκράτες που βρίσκονταν στην εξουσία, μόλις ένιωσαν λίγο-πολύ στέρεο το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους, ο πρώτος σκοπός που επιδίωξαν ήταν να αφοπλίσουν τους εργάτες.
Αυτό έγινε στην εξέγερση του Ιούνη του 1848, στην οποία τους έσπρωξαν με την άμεση αθέτηση του λόγου τους, με ανοιχτό χλευασμό και την απόπειρα να εξορίσουν τους άνεργους σε μια απόμακρη επαρχία. Η κυβέρνηση είχε φροντίσει να έχει συντριπτική υπεροχή δυνάμεων. Ύστερα από ηρωικό αγώνα που κράτησε πέντε μέρες οι εργάτες νικήθηκαν. Και τότε επακολούθησε σφαγή των άοπλων αιχμαλώτων, που παρόμοια δεν είχε γίνει από την εποχή των εμφύλιων πολέμων που προετοίμασαν την πτώση της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ήταν η πρώτη φορά που η αστική τάξη έδειχνε σε τι σημείο έξαλλης σκληρότητας μπορεί να φτάσει στην εκδίκησή της, μόλις τολμήσει το προλεταριάτο να ορθωθεί απέναντί της σαν ξεχωριστή τάξη με τις δικές του διεκδικήσεις και τα δικά του συμφέροντα. Και όμως, το 1848 δεν ήταν παρά παιχνιδάκι μπροστά στη λύσσα της αστικής τάξης το 1871.
Η τιμωρία ακολούθησε κατά πόδι. Αν ο προλεταριάτο δεν μπορούσε ακόμη να κυβερνήσει τη Γαλλία, η αστική τάξη δεν μπορούσε πια να την κυβερνά. Τουλάχιστον όχι τότε, που στην πλειοψηφία της ήταν ακόμη μοναρχική και ήταν χωρισμένη σε τρία δυναστικά κόμματα και σ’ ένα τέταρτο δημοκρατικό. Οι εσωτερικές της διαμάχες έδωσαν τη δυνατότητα στον τυχοδιώκτη Λουδοβίκο Βοναπάρτη να πάρει στα χέρια του όλα τα κλειδιά της εξουσίας -το στρατό, την αστυνομία, το διοικητικό μηχανισμό- και στις 2 του Δεκέμβρη 1851 να τινάξει στον αέρα το τελευταίο φρούριο της αστικής τάξης, την Εθνοσυνέλευση. Άρχισε η δεύτερη αυτοκρατορία, η εκμετάλλευση της Γαλλίας από μια σπείρα πολιτικούς και οικονομικούς τυχοδιώκτες, μα σύγχρονα άρχισε και μια βιομηχανική ανάπτυξη που ποτέ δεν ήταν δυνατή στο στενόκαρδο και φοβισμένο σύστημα του Λουδοβίκου Φιλίππου, κάτω από την αποκλειστική κυριαρχία μονάχα μιας μικρής μερίδας της μεγαλοαστικής τάξης.
Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης αφαίρεσε την πολιτική εξουσία από τους κεφαλαιοκράτες με το πρόσχημα ότι θα τους προστατέψει αυτούς, τους αστούς, από τους εργάτες και, από την άλλη, ότι θα προστατέψει τους εργάτες από τους αστούς. Σε αντάλλαγμα, όμως, η κυριαρχία του ευνόησε την κερδοσκοπία και τη βιομηχανική δραστηριότητα, με μια λέξη, την ανάπτυξη και τον πλουτισμό ολόκληρης της αστικής τάξης, σε πρωτάκουστο ως τότε βαθμό. Είναι αλήθεια ότι σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό αναπτύχθηκε η διαφθορά και η μαζική κλεψιά που κέντρο της ήταν η αυτοκρατορική αυλή, η οποία έβγαζε μεγάλα ποσά απ’ αυτό τον πλουτισμό.
Μα η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν μια έκκληση στο γαλλικό εθνικισμό, ήταν η διεκδίκηση των συνόρων της πρώτης αυτοκρατορίας που χάθηκαν το 1814, τουλάχιστον των συνόρων της πρώτης δημοκρατίας. Μια γαλλική αυτοκρατορία μέσα στα σύνορα της παλιάς μοναρχίας και μάλιστα μέσα στα πιο κουτσουρεμένα ακόμη σύνορα του 1815 δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί πολύ καιρό. Απ’ αυτό βγήκε η ανάγκη να κάνει από καιρό σε καιρό πολέμους και η ανάγκη για επέκταση των συνόρων. Καμιά, όμως, συνοριακή επέκταση δεν θάμπωνε τόσο τη φαντασία των γάλλων εθνικιστών όσο η επέκταση προς τη γερμανική αριστερή όχθη του Ρήνου. Ένα τετραγωνικό μίλι στο Ρήνο είχε γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από δέκα στις Άλπεις ή οπουδήποτε αλλού. Με τη δεύτερη αυτοκρατορία η διεκδίκηση ν’ αποδοθεί ξανά στη Γαλλία η αριστερή όχθη του Ρήνου, είτε μεμιάς, είτε τμηματικά, δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου. Η ώρα έφτασε με τον πρωσο-αυστριακό πόλεμο του 1866. Όταν ο Βοναπάρτης είδε ότι γελάστηκε και από τον Βίσμαρκ και εξαιτίας της δικής τους υπερπανούργας διστακτικής πολιτικής και δεν πήρε την «εδαφική αποζημίωση» που περίμενε, δεν του έμεινε τίποτα άλλο παρά να κάνει πόλεμο που ξέσπασε το 1870 και που τον οδήγησε πρώτα στο Σεντάν και από κει στη Βιλχεμσχέε.
Αναπόφευκτη συνέπεια ήταν η επανάσταση του Παρισιού στις 4 του Σεπτέμβρη 1870. Η αυτοκρατορία σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος και ανακηρύχτηκε πάλι η δημοκρατία. Ο εχθρός όμως βρισκόταν έξω από τις πύλες του Παρισιού, οι στρατιές της αυτοκρατορίας είτε ήταν κυκλωμένες στο Μετς, χωρίς ελπίδα να ξεφύγουν, ή κρατιούνταν αιχμάλωτες στη Γερμανία. Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση ο λαός επέτρεψε στους βουλευτές του Παρισιού του προηγούμενου νομοθετικού σώματος να εμφανιστούν σαν «κυβέρνηση εθνικής άμυνας». Και το δέχτηκε αυτό τόσο πιο εύκολα που, για το σκοπό της άμυνας, όλοι οι ικανοί να κρατούν όπλα Παρισινοί είχαν καταταχθεί τώρα στην εθνοφυλακή και ήταν οπλισμένοι, έτσι οι εργάτες αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει σε σύγκρουση η αντίθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από αστούς, και στο οπλισμένο προλεταριάτο. Στις 13 του Οκτώβρη εργατικά τάγματα κατέλαβαν με έφοδο το δημαρχείο και πιάσανε μερικά από τα μέλη της κυβέρνησης. Η προδοσία, η άμεση αθέτηση του λόγου της από την κυβέρνηση και η παρέμβαση μερικών μικροαστικών ταγμάτων τούς απελευθέρωσαν ξανά και οι εργάτες, για να μην ανάψουν τον εμφύλιο πόλεμο μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις άφησαν στη θέση της την παλιά κυβέρνηση.
Τέλος, στις 28 του Γενάρη 1871, συνθηκολόγησε το πεινασμένο Παρίσι. Συνθηκολόγησε όμως με τιμές άγνωστες ως τότε στην ιστορία των πολέμων. Τα φρούρια παραδόθηκαν, η οχυρωματική γραμμή που περιέβαλλε το Παρίσι αφοπλίστηκε, ο τακτικός στρατός και η κινητή φρουρά παρέδωσαν τα όπλα τους και θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Η εθνοφυλακή όμως κράτησε τα όπλα και τα κανόνια της και έκλεισε μόνο ανακωχή με τους νικητές. Οι ίδιοι οι νικητές δεν τόλμησαν να μπουν θριαμβευτικά στο Παρίσι. Το μόνο που τόλμησαν να καταλάβουν ήταν μια μικρή γωνιά του Παρισιού, που και αυτή αποτελούνταν κατά ένα μέρος από δημόσια πάρκα. Και αυτά μόνο για λίγες μέρες! Και σ’ όλο αυτό το διάστημα αυτοί, που 131 ολόκληρες μέρες κράτησαν περικυκλωμένο το Παρίσι, βρέθηκαν οι ίδιοι περικυκλωμένοι απ’ τους οπλισμένους εργάτες του Παρισιού που πρόσεχαν καλά να μην περάσει κανένας «Πρώσος» τα στενά όρια της γωνιάς που είχε παραχωρηθεί στους ξένους κατακτητές. Τέτοιος ήταν ο σεβασμός που ενέπνεαν οι εργάτες του Παρισιού στο στρατό, που μπροστά του είχαν καταθέσει τα όπλα όλες οι στρατιές της αυτοκρατορίας. Και οι πρώσοι γιούνκερς (Junkers), που είχαν έρθει να εκδικηθούν στην εστία της επανάστασης, αναγκάστηκαν να σταθούν με σεβασμό και να χαιρετίσουν τούτη ακριβώς την ένοπλη επανάσταση.
Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, οι εργάτες του Παρισιού περιορίστηκαν να ζητούν τη δραστήρια συνέχιση του αγώνα. Τώρα, όμως, που με τη συνθηκολόγηση του Παρισιού είχε γίνει ειρήνη, τώρα ο Θιέρσος, ο νέος αρχηγός της κυβέρνησης, αναγκάστηκε να καταλάβει ότι η κυριαρχία των κατεχουσών τάξεων -των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κεφαλαιούχων- θα βρισκόταν σε αδιάκοπο κίνδυνο όσο οι εργάτες του Παρισιού κρατούσαν τα όπλα στα χέρια τους. Η πρώτη του πράξη ήταν η απόπειρα να τους αφοπλίσει. Στις 18 του Μάρτη έστειλε δυνάμεις του τακτικού στρατού με τη διαταγή να αρπάξουν το πυροβολικό που είχε κατασκευαστεί στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και που είχε πληρωθεί με δημόσιο έρανο. Η απόπειρα απέτυχε, το Παρίσι ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος για να αντισταθεί. Έτσι κηρύχτηκε ο πόλεμος ανάμεσα στο Παρίσι και τη γαλλική κυβέρνηση, που είχε την έδρα της στις Βερσαλλίες. Στις 26 του Μάρτη έγιναν οι εκλογές της Κομμούνας του Παρισιού και στις 28 την ανακήρυξαν».

«Τα ξημερώματα της 18ης του Μάρτη 1871, το Παρίσι ξύπνησε με τη βροντερή ιαχή: ”Ζήτω η Κομμούνα!”. Τι είναι η Κομμούνα, αυτή η σφίγγα που υποβάλλει σε τόσο σκληρή δοκιμασία το αστικό μυαλό;»
Αυτό ανέφερε ο Μαρξ στη διακήρυξη του γενικού συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών για τον εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία το 1871 και απαντούσε στο παραπάνω ερώτημα μ’ ένα απόσπασμα από την εφημερίδα της εποχής «Journal Officiel de la Republique Francaise”: «Οι προλετάριοι του Παρισιού, έλεγε η Κεντρική Επιτροπή στη διακήρυξή της στις 18 του Μάρτη, μέσα από τις αποτυχίες και τις προδοσίες των κυρίαρχων τάξεων κατάλαβαν ότι έφτασε η ώρα να σώσουν την κατάσταση, παίρνοντας στα χέρια τους τη διεύθυνση των δημόσιων υποθέσεων… Κατάλαβαν ότι είναι επιτακτικό τους καθήκον και απόλυτο δικαίωμά τους να γίνουν κύριοι της τύχης τους και να πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία». Και ο Μαρξ ολοκλήρωνε την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα συμπληρώνοντας στα λεγόμενα της εφημερίδας τα παρακάτω: «Μα η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να πάρει τα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς». Εδώ έρχεται να τονιστεί η μαρξιστική θέση για το ρόλο του αστικού κράτους, αυτής της συγκεντρωτικής εξουσίας, σαν αντανάκλαση του «συστηματικού και ιεραρχικού καταμερισμού εργασίας» της καπιταλιστικής παραγωγής.
Στο έργο του Μαρξ, που γράφτηκε στις 30 του Μάη του 1871 (αφότου έπεσε και το τελευταίο οδόφραγμα της Παρισινής Κομμούνας) σαν διακήρυξη του γενικού συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, αναπτύσσεται παραπέρα η επαναστατική θεωρία για το ρόλο των βασικών τάξεων και των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων στην επαναστατική διαδικασία, για την ταξική πάλη και την ταξική βία, για το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου και για το αναγκαίο στάδιο μετάβασης στην αταξική κοινωνία.
Όταν λέμε ότι αναπτύσσεται παραπέρα η μαρξιστική θεωρία για την αναγκαιότητα συντριβής, τσακίσματος του αστικού κράτους και την αναγκαιότητα οικοδόμησης ενός νέου κράτους, διαμετρικά αντίθετου στη λειτουργία και τον προορισμό απ’ ό,τι το αστικό, είναι κάτι που το εννοούμε, γιατί ο Μαρξ δεν ήταν η πρώτη φορά που ασχολούνταν με αυτό το κομβικό ζήτημα και το είχε ξεκαθαρίσει νωρίτερα.
Με τα γεγονότα της Κομμούνας επαληθεύονταν και εμπεδώνονταν όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά αυτά που αναφέρονταν από το μεγάλο διανοητή του επιστημονικού σοσιαλισμού, τον Κ. Μαρξ, στη «Δέκατη όγδοη Μπριμερ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (Δεκέμβρης 1851-Μάρτης 1852). Τονιζόταν ότι η πάλη των τάξεων νομοτελειακά οδηγεί στην προλεταριακή επανάσταση και στη δικτατορία του προλεταριάτου, ότι κάτι τέτοιο αναγκαστικά περνάει μέσα από το τσάκισμα (Sprengung) του αστικού κράτους και την αντικατάστασή του με την προλεταριακή εξουσία, τη δικτατορία του προλεταριάτου. Και ο Ένγκελς έκλεινε τον πρόλογό του στην έκδοση της «διακήρυξης» που προαναφέραμε με τα εξής λόγια: «Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη Φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις ”δικτατορία του προλεταριάτου”. Ε λοιπόν, κύριοι, θέλετε να μάθετε τι είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου».

Τα γεγονότα και οι αποφάσεις της Κομμούνας

Τα τρία πολιτικά ρεύματα που συμμετείχαν ενεργά στην Κομμούνα ήταν οι μπλανκιστές, οι προυντονιστές και οι διεθνιστές. Οι μπλανκιστές απέβλεπαν στην εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Γαλλία μέσα από την τολμηρή δράση της ομάδας αποφασισμένων επαναστατών, η οποία θα παρασύρει τις μάζες στη συνέχεια. Η πραξικοπηματική τους αντίληψη και ενέργειες χρησιμοποιήθηκαν -σε ορισμένες περιπτώσεις- από την αντίδραση σαν πρόσχημα για την εξαπόλυση της τρομοκρατίας. Πλήρωσαν, ωστόσο και οι ίδιοι με τη ζωή τους τις συνέπειες άστοχων ενεργειών της πολιτικής τους πάλης, μολονότι ήταν προσηλωμένοι στις «εθνικές δημοκρατικές παραδόσεις» και αποστασιοποιημένοι από τους διεθνιστές.
Ο προυντονισμός, αντίθετα, πρόβαλλε ένα σοσιαλισμό μικροϊδιοκτητών, στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής ένωσης ελεύθερων κοινοτήτων. Πρόκειται για το σοσιαλισμό που περιγράφει στη «Φιλοσοφία της αθλιότητας» του Προυντόν και στη γνωστή κριτική που έκανε ο Μαρξ με το έργο του «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας».
Οι διεθνιστές ήταν η μειοψηφία μέσα στην Κομμούνα, όμως η θέσεις τους, οι απόψεις τους ήταν σεβαστές και έγιναν ακόμα πιο οικείες στο εργατικό κίνημα της Γαλλίας και της Ευρώπης στα κατοπινά χρόνια. Ο Μαρξ, που αποκαλούσε «τρέλα» την Κομμούνα στα 1870, δεν έδειξε κανέναν ενδοιασμό να την υποστηρίξει με τα πιο θερμά λόγια και να την υπερασπιστεί με πάθος. Ας αφήσουμε τον Μαρξ και τον Ένγκελς να μιλήσουν γι’ αυτά τα γεγονότα.
Έγραφε ο Ένγκελς στην εισαγωγή του στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία»:!
«…Η Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής που είχε ασκήσει ως τότε την εξουσία υπέβαλε την παραίτησή της στην Κομμούνα, αφού πρώτα κατάργησε με διάταγμα τη σκανδαλώδικη «αστυνομία ηθών» του Παρισιού. Στις 30 η Κομμούνα κατάργησε τη στρατιωτική θητεία και τον τακτικό στρατό και ανακήρυξε σαν μοναδική ένοπλη δύναμη την εθνοφυλακή, στην οποία θα ανήκαν όλοι οι πολίτες οι ικανοί να κρατούν όπλα. Χάρισε όλα τα νοίκια για τις κατοικίες από τον Οκτώβρη του 1870 ως τον Απρίλη του 1871, συμψηφίζοντας στα ενοίκια της περιόδου που θ’ ακολουθούσε τα ποσά που είχαν ήδη πληρωθεί, και ανέστειλε κάθε πώληση ενεχύρων στο δημαρχιακό ενεχυροδανειστήριο. Την ίδια μέρα επικυρώθηκε η εκλογή των ξένων υπηκόων στην Κομμούνα γιατί η ”σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας”.
Την 1η του Απρίλη αποφασίστηκε ο μεγαλύτερος μισθός οποιουδήποτε υπαλλήλου της Κομμούνας, συνεπώς και των ίδιων των μελών της, να μην ξεπερνάει τα 6.000 φράγκα (4.800 μάρκα). Την επόμενη μέρα ψηφίστηκε το διάταγμα για το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και την κατάργηση όλων των κρατικών επιχορηγήσεων για θρησκευτικούς σκοπούς καθώς και για τη μετατροπή όλων των εκκλησιαστικών κτημάτων σε εθνική ιδιοκτησία. Ύστερα απ’ αυτό διατάχτηκε, στις 8 του Απρίλη, και εφαρμόστηκε σιγά σιγά η απομάκρυνση απ’ τα σχολεία όλων των θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων και η κατάργηση όλων των θρησκευτικών δογμάτων και προσευχών -με μια λέξη «καθετί που ανάγεται στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης».
«Μπροστά στις καθημερινές εκτελέσεις αγωνιστών της Κομμούνας που πιάνονταν αιχμάλωτοι από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών, εκδόθηκε στις 5 του Απρίλη ένα διάταγμα για τη σύλληψη ομήρων, που ποτέ όμως δεν εφαρμόστηκε. Στις 6 του Απρίλη, το 137 τάγμα της εθνοφυλακής έβγαλε τη λαιμητόμο και την έκαψε δημόσια μέσα σε λαϊκό αλαλαγμό. Στις 12 του Απρίλη, η Κομμούνα αποφάσισε να κατεδαφίσει τη στήλη της νίκης στην Πλατεία της Βαντόμ (Place Vendome), που είναι χυμένη από μέταλλο των κανονιών που είχε ο Ναπολέοντας ύστερα από τον πόλεμο του 1809, γιατί αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς. Το διάταγμα αυτό εκτελέστηκε στις 16 του Μάη.
Στις 16 του Απρίλη η Κομμούνα διέταξε μια στατιστική απογραφή των εργοστασίων που είχαν κλείσει οι εργοστασιάρχες και την επεξεργασία σχεδίων για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων από τους εργάτες που εργάζονταν σ’ αυτά και που τώρα θα οργανώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς, καθώς και την οργάνωση αυτών των συνεργατικών συνεταιρισμών σε μια μεγάλη ένωση. Στις 20 του Απρίλη η Κομμούνα κατάργησε τη νυχτερινή δουλειά για τους αρτεργάτες καθώς και τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας που από τον καιρό της δεύτερης αυτοκρατορίας τα διαχειρίζονταν μονοπωλιακά ορισμένα υποκείμενα -πρώτης γραμμής εκμεταλλευτές των εργατών- που τα είχε διορίσει η αστυνομία. Τα γραφεία αυτά μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των είκοσι διαμερισμάτων (arrondissements) του Παρισιού.
Στις 30 του Απρίλη η Κομμούνα διέταξε το κλείσιμο των ενεχυροδανειστηρίων που αποτελούσαν μια ιδιωτική εκμετάλλευση των εργατών κι έρχονταν σε αντίθεση με το δικαίωμα των εργατών στα εργαλεία της δουλειάς τους και με το δικαίωμα να παίρνουν πιστώσεις. Στις 5 του Μάη αποφάσισε να κατεδαφίσει το παρεκκλήσι που είχε κτιστεί σαν εξιλέωση για την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΧVI.
Έτσι, από τις 18 του Μάρτη πρόβαλε καθαρά και έντονα ο ταξικός χαρακτήρας του παρισινού κινήματος που με τον πόλεμο ενάντια στην ξενική επέμβαση είχε ως τώρα απωθηθεί στο βάθος της σκηνής. Και μια και στην Κομμούνα έπαιρναν μέρος μόνο εργάτες ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι των εργατών, οι αποφάσεις  της είχαν αποφασιστική προλεταριακό χαρακτήρα. Είτε ψήφιζε μεταρρυθμίσεις, που η δημοκρατική αστική τάξη τις είχε παραλείψει μόνο από δειλία, που αποτελούσαν όμως απαραίτητη βάση για τη λεύτερη δράση της εργατικής τάξης, όπως η εφαρμογή της αρχής ότι η θρησκεία είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων στη σχέση τους προς το κράτος είτε έπαιρνε αποφάσεις που εξυπηρετούσαν άμεσα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και που μερικά έθιγαν βαθιά το παλιό κοινωνικό καθεστώς.
Για την πραγματοποίηση, όμως, όλων αυτών μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη μπορούσαν να γίνουν το πολύ πολύ τα πρώτα μόνο βήματα. Άλλωστε, από τις αρχές του Μάη όλες τις δυνάμεις τους τις απορροφούσε ο αγώνας ενάντια στα στρατεύματα που συγκέντρωνε όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό η κυβέρνηση των Βερσαλλιών».
Φρίντριχ Ένγκελς, από την εισαγωγή του στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία».

Ο Μαρξ, για την αιματηρή αναμέτρηση των κομμουνάρων με τους Βερσαλλιέρους, εκείνες τις μέρες του Μαγιού του 1871, αναφέρει: «Η ηρωική αυτοθυσία με την οποία εξακολουθούσε να πολεμά ο πληθυσμός του Παρισιού -άντρες, γυναίκες και παιδιά- οκτώ ολόκληρες μέρες ύστερα από την είσοδο των Βερσαλλιέρων, αντανακλά τόσο πολύ το μεγαλείο της υπόθεσης τους, όπως και οι κτηνώδεις πράξεις του στρατού αντανακλούν το έμφυτο πνεύμα αυτού του πολιτισμού του οποίου είναι μισθοφόρος εκδικητής τους».
Και συνεχίζει απαντώντας στους αστούς που ήθελαν να παρουσιάσουν τα γεγονότα και να γράψουν την ιστορία στα μέτρα τους:
«Ο ελεεινός αυτός πολιτισμός, που βασίζεται στην υπόθεση της εργασίας, σ’ όλους τους αιματηρούς θριάμβους του πάνω στους γεμάτους αυτοθυσία προμάχους μιας νέας, καλύτερης κοινωνίας, πνίγει το βογκητό των θυμάτων του μέσα σε ουρλιαχτά συκοφαντίας που βρίσκουν πλατιά παγκόσμια απήχηση. Στα χέρια των αιμοβόρων σκυλιών της «τάξεως», το χαρούμενα εργατικό Παρίσι της Κομμούνας μετατρέπεται ξαφνικά σε πανδαιμόνιο. Και τι αποδεικνύει στο αστικό πνεύμα όλων των χωρών η τρομερή αυτή μεταβολή; Τίποτα άλλο εκτός από το ότι η Κομμούνα συνωμότησε ενάντια στον πολιτισμό!
Ο λαός του Παρισιού θυσιάζεται με ενθουσιασμό για την Κομμούνα, ο αριθμός των νεκρών του ξεπερνάει τους νεκρούς οποιασδήποτε άλλης γνωστής μάχης στην ιστορία. Τι αποδεικνύει αυτό; Τίποτα άλλο εκτός από το ότι η Κομμούνα δεν ήταν κυβέρνηση του ίδιου του λαού αλλά η βίαιη κατάληψη της εξουσίας από μια χούφτα εγκληματίες! Οι γυναίκες του Παρισιού δίνουν χαρούμενα τη ζωή τους στα οδοφράγματα και στον τόπο της εκτέλεσης. Τι αποδεικνύει αυτό; Τίποτα άλλο εκτός από το ότι ο δαίμονας της Κομμούνας τις μετέτρεψε σε μέγαιρες και Εκάτες!
Η μετριοπάθεια της Κομμούνας στο διάστημα μιας δίμηνης αναμφισβήτητης κυριαρχίας βρίσκει το αντίστοιχό της μόνο στον ηρωισμό της άμυνάς της. Τι αποδεικνύει αυτό; Τίποτα άλλο εκτός από το ότι η Κομμούνα επί δύο ολόκληρους μήνες έκρυβε προσεκτικά, κάτω από το προσωπείο της μετριοπάθειας και του ανθρωπισμού, τη δίψα για το αίμα των σατανικών της ενστίκτων, για να τα ξαμολήσει την ώρα της επιθανάτιας αγωνίας της!
Μέσα στο ηρωικό ολοκαύτωμα, το Παρίσι των εργατών περιέβαλε μέσα στις φλόγες του κτίρια και μνημεία. Τη στιγμή που οι κύριοι του προλεταριάτου κομματιάζουν το ζωντανό κορμί του, δεν πρέπει πια να περιμένουν ότι θα ξαναγυρίσουν θριαμβευτικά στους άθικτους τοίχους των σπιτιών τους. Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών φωνάζει «εμπρησμός!» και ψιθυρίζει το σύνθημα αυτό σ’ όλους τους πράκτορές της ως το πιο απομακρυσμένο χωριουδάκι, για να κυνηγάνε τους εχθρούς της παντού σαν ύποπτους εμπρηστές εξ επαγγέλματος. Η αστική τάξη όλου του κόσμου βλέπει με ευχαρίστηση τη μαζική σφαγή ύστερα από τη μάχη, ταράζεται όμως από τη φρίκη μπροστά στη βεβήλωση των τούβλων και του σουβά!
Όταν οι κυβερνήσεις δίνουν στο πολεμικό τους στόλο την άδεια «να σκοτώνει, να καίει και να καταστρέφει», μήπως αυτό δεν είναι άδεια για εμπρησμό; Όταν τα βρετανικά στρατεύματα βάζουν επίτηδες φωτιά στο Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον και στο θερινό ανάκτορο του αυτοκράτορα της Κίνας, μήπως αυτό δεν είναι εμπρησμός; Όταν οι Πρώσοι, όχι για στρατιωτικούς λόγους αλλά απλώς από εκδίκηση, έβαζαν φωτιά με πετρέλαιο και καίγανε πόλεις και πλήθος από χωριά, σαν τη Σανοντέν, μήπως αυτό δεν ήταν εμπρησμός; Όταν ο Θιέρσος έξι ολόκληρες βδομάδες βομβάρδιζε το Παρίσι με το πρόσχημα ότι ήθελε να κάψει μόνο σπίτια (τα οποία βρίσκονταν άνθρωποι) μήπως αυτό δεν ήταν εμπρησμός;
Στον πόλεμο η φωτιά είναι ένα πέρα για πέρα νόμιμο όπλο, όπως και κάθε άλλο όπλο. Στον πόλεμο βομβαρδίζουν τα κτίρια που κατέχει ο εχθρός για να τα κάψουν. Αν οι υπερασπιστές τους αναγκάζονται να υποχωρήσουν και να εγκαταλείψουν, τότε τους βάζουν οι ίδιοι φωτιά για να εμποδίσουν τους επιτιθέμενους να τα πάρουν και να οχυρωθούν σ’ αυτά. Η μοίρα όλων των κτιρίων που βρίσκονται στο μέτωπο της μάχης όλων των τακτικών στρατών του κόσμου ήταν πάντα να καίγονται. Μα στον πόλεμο των υποδουλωμένων ενάντια στους υποδουλωτές τους, σ’ αυτόν τον μόνο δίκαιο πόλεμο στην ιστορία, αυτό δεν πρέπει καθόλου να ισχύει!
Η Κομμούνα χρησιμοποίησε τη φωτιά σαν μέσο άμυνας, με την πιο αυστηρή έννοια της λέξης. Τη χρησιμοποίησε για να φράξει στα στρατεύματα των Βερσαλλιών εκείνους τους μακριούς ολόισιους δρόμους που ο Οσμάν τους είχε επίτηδες ανοίξει για να είναι κατάλληλοι για πυρά πυροβόλου. Την χρησιμοποίησε για να καλύψει την υποχώρησή της, κατά τον ίδιο τρόπο που οι Βερσαλλιέροι χρησιμοποίησαν στην προώθησή τους τις οβίδες τους που κατάστρεψαν τουλάχιστον τόσα κτίρια όσα και η φωτιά της Κομμούνας. Ακόμα και σήμερα συζητιέται σε ποια κτίρια βάλαν φωτιά οι αμυνόμενοι και σε ποια οι επιτιθέμενοι. Και οι αμυνόμενοι κατέφυγαν στη φωτιά μόνο όταν τα βερσαλλιέρικα στρατεύματα είχαν πια αρχίσει να δολοφονούν μαζικά τους αιχμαλώτους.
Εξάλλου η Κομμούνα, πολύ πρωτύτερα, είχε δημόσια διακηρύξει ότι, αν την έσπρωχναν ως τα άκρα, θα θαβόταν κάτω από τα ερείπια του Παρισιού και θα έκανε το Παρίσι μια δεύτερη Μόσχα, όπως το είχε υποσχεθεί να το κάνει και η κυβέρνηση της εθνικής άμυνας, μα μόνο για να καλύψει την προδοσία της. Και ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό ο Τροσί είχε προμηθευτεί το απαραίτητο πετρέλαιο. Η Κομμούνα ήξερε ότι οι αντίπαλοί της δεν σκοτίζονταν καθόλου για τη ζωή του παρισινού λαού, μα ότι νοιάζονταν πάρα πολύ για τα κτίριά τους στο Παρίσι. Και ο Θιέρσος, από την άλλη, τους είχε δηλώσει ότι θα ήταν αμείλικτος στην εκδίκησή του. Μόλις ετοίμασε το στρατό του για τη μάχη από τη μια μεριά, ενώ από την άλλη οι Πρώσοι έκλειναν την έξοδο, ο Θιέρσος διακήρυξε: «Θα είμαι ανελέητος! Η τιμωρία θα είναι πλήρης και η δικαιοσύνη αυστηρή!».
«Αν οι πράξεις των εργατών του Παρισιού ήταν βανδαλισμός, ήταν βανδαλισμός της απεγνωσμένης άμυνας και όχι βανδαλισμός του θριάμβου, σαν το βανδαλισμό των χριστιανών όταν κατέστρεφαν τους πραγματικά ανεκτίμητους θησαυρούς της ειδωλολατρικής αρχαιότητας, μα κι αυτός ακόμα ο βανδαλισμός δικαιολογήθηκε από τον ιστορικό σαν ένα αναπόφευκτο και σχετικά ασήμαντο γεγονός στον τιτάνιο αγώνα ανάμεσα σε μια νέα κοινωνία που ανέβαινε και σε μια παλιά που κατέρρεε. Ακόμα λιγότερο έμοιαζε με το βανδαλισμό του Οσμάν, που σάρωσε το ιστορικό Παρίσι για να κάνει τόπο στο Παρίσι των σουλατσαδόρων.
Αλλά η εκτέλεση από την Κομμούνα των εξήντα τεσσάρων ομήρων, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο του Παρισιού! Η αστική τάξη και ο στρατός της τον Ιούνη του 1848 είχαν ξανακαθιερώσει μια συνήθεια από καιρό εξαφανισμένη από την πολεμική πράξη -τον τουφεκισμό των ανυπεράσπιστων αιχμαλώτων τους. Η κτηνώδικη αυτή συνήθεια εφαρμόστηκε από τότε λίγο-πολύ σε κάθε καταστολή μιας λαϊκής εξέγερσης στην Ευρώπη και τις Ινδίες, αποδεικνύοντας έτσι ότι αποτελούσε μια πραγματική "πρόοδο του πολιτισμού!".
Από την άλλη, οι Πρώσοι ξανάφεραν στη Γαλλία τη συνήθεια να παίρνονται όμηροι αθώοι άνθρωποι που εγγυώνταν με τη ζωή τους για τις πράξεις άλλων. Κι όταν ο Θιέρσος, όπως είδαμε επέβαλε την ανθρωπιστική συνήθεια να τουφεκίζονται οι κομουνάροι αιχμάλωτοι, η Κομμούνα, για να προστατέψει τη ζωή τους, αναγκάστηκε να καταφύγει στην πρωσική συνήθεια να πάρει ομήρους. Με τους συνεχιζόμενους τουφεκισμούς των αιχμαλώτων από τους βερσαλιέρους είχε χαθεί πολλές φορές η ζωή των ομήρων. Πώς θα μπορούσε να φεισθεί πια κανείς τη ζωή τους ύστερα από τη σφαγή με την οποία οι πραιτοριανοί του Μακ-Μαόν πανηγύρισαν την είσοδό τους στο Παρίσι; Μήπως θα έπρεπε να καταντήσει απλή κοροϊδία και το τελευταίο αντίβαρο ενάντια στην ανελέητη αγριότητα των αστικών κυβερνήσεων -η σύλληψη ομήρων; Ο πραγματικός φονιάς του αρχιεπισκόπου Νταρμπουά είναι ο Θιέρσος. Η Κομμούνα είχε επανειλημμένα προτείνει να ανταλλάξει τον αρχιεπίσκοπο, και ένα σωρό άλλους παπάδες μαζί, με μόνο τον Μπλανκί, που ήταν τότε στα χέρια του Θιέρσου. Ο Θιέρσος αρνιόταν επίμονα».
Κι ο Μαρξ κλείνει τη διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου για την Κομμούνα, με τα παρακάτω λόγια:
«Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Τους μάρτυρές της τους έχει κλείσει μέσα στη μεγάλη της καρδιά η εργατική τάξη. Τους εξολοθρευτές της τους κάρφωσε κιόλας η ιστορία στον πάσαλο της ατίμωσης, απ’ όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε όλες οι προσευχές των παπάδων τους».
Θα κλείσουμε αυτή την αναφορά μας στην Κομμούνα με τα λόγια του Μπλανκί, πού όσο κι αν προδίδουν τον επαναστατικό του βολονταρισμό και ανεξάρτητα από τη δίκαιη και σωστή κριτική που του έκαναν ο Μαρξ και ο Έγκελς (παρ’ όλη την εκτίμηση που του είχαν ως αγωνιστή), ακούγονται ωστόσο πολύ καλά στις σημερινές δύσκολες στιγμές που περνάει το κίνημα και γι’ αυτό τα επαναλαμβάνουμε:
«Το καθήκον ενός επαναστάτη είναι να αγωνίζεται πάντοτε, να αγωνίζεται παρ’ όλα αυτά, να αγωνίζεται μέχρι θανάτου».

Ποίημα του Μπρεχτ
Όλα ή μηδέν

Σκλάβε λύτρωση πού θα ‘βρεις;
Όσοι με το μόχτο ζούνε
μόν’ αυτοί κραυγές ακούνε
της απελπισιάς της μαύρης
απ’ αυτούς λύτρωση θα ‘βρεις.

Ποιος σου δίνει να χορτάσεις;
Κοινός στο ψωμί σε φέρνει
μ’ άλλους π’ όμοια πείνα δέρνει.
Δρόμο, σαν μ’ αυτούς, κοπιάσεις
στους πεινώντες θα χορτάσεις.

Πού εκδίκηση θε να ‘βρεις;
Μια και χτύπησαν και σένα
γίνε με τους άλλους ένα
Θύμα ανημπόριας μαύρης
με εμάς το δίκιο θα ‘βρεις.

Ποιος το τόλμημα θα κάνει;
Όποιος στη δυστυχιά φτάνει
που μπαίνει στο ανθρωπομάνι
που κινεί ανάγκη φόρα
τ’ αύριο να το φέρει τώρα.
Κανένας ή όλοι.
Ένας δεν έχει ελπίδες.
Όπλα ή αλυσίδες.
Κανείς ή όλοι - Όλα ή μηδέν.


(Μπρεχτ, «Οι μέρες της Κομμούνας»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου