Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

ΜΜΕ και διαπλεκόμενα

του Μανόλη Αρκολάκη
 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Έναυσμα» το 1999

Σε μια περίοδο όπου η προβολή μέσω της τηλεοπτικής οθόνης έχει γίνει, υποτίθεται, ψύχωση για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, όπου ο καθένας επιζητά μερικά δευτερόλεπτα φήμης, έρχονται οι αγωνιζόμενοι μαθητές και αρνούνται αυτού του είδους την προβολή, παραμένοντας καχύποπτοι για τον τρόπο που καταλήγει ο λόγος τους και η εικόνα της δράσης τους στον αποδέκτη, δηλαδή τα λαϊκά στρώματα. Βέβαια, δεν είναι κάτι καινούργιο. Έχουμε δει και παλαιότερα εφημερίδες να καίγονται σε αγροτικά συλλαλητήρια, ενώ είναι πασίδηλη η συνειδητοποίηση λαϊκών στρωμάτων, που βρίσκονται σε διαδικασία αγώνων, ότι τα ΜΜΕ βρίσκονται σε αγαστή συμμαχία με τους υπόλοιπους μηχανισμούς εξουσίας στο κατασταλτικό έργο για την τελική εφαρμογή των αντιλαϊκών νόμων. Η μάχη της πληροφόρησης, ενάντια στη δυσφήμηση των αιτημάτων και των μορφών πάλης προκάλεσε λοιπόν την αυθόρμητη άρνηση από την πλευρά των μαθητών του τρόπου προβολής και διαστρέβλωσης των αγώνων τους από τα ΜΜΕ. Διαπίστωσαν ότι ο λόγος και η πράξη τους αποκόπτονται και διαμορφώνονται ως τμήματα των επιχειρημάτων του κυρίαρχου μηνύματος, στη διαμόρφωση του οποίου δεν έχουν τη δυνατότητα της παραμικρής παρέμβασης.



Τίθεται λοιπόν σε αμφισβήτηση, για άλλη μια φορά, ο μύθος του κυρίαρχου λόγου για την απόλυτη ή τη σχετική αυτονομία και ανεξαρτησία των ΜΜΕ από τους μηχανισμούς εξουσίας και της δυνατότητάς τους να διαδραματίσουν ουσιαστικό αντιπολιτευτικό ρόλο και να συνεισφέρουν στην αποκάλυψη διαφόρων πτυχών του καπιταλιστικού συστήματος. Η πολυπλοκότητα των σχέσεων, η διαπλοκή αντικρουόμενων συμφερόντων και η άμεση επίδραση των ταξικών εκφάνσεων που αναδεικνύονται από τις κοινωνικές σχέσεις και αντεπιδράσεις, επιζητούν προσεκτική και αναλυτική αντιμετώπιση ώστε να αναδυθούν, από τη μια μεριά, όλες οι παράμετροι που διέπουν τις διαπλεκόμενες σχέσεις μεταξύ ΜΜΕ και εξουσίας μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, και από την άλλη, η φύση του εικονικού και λεκτικού μηνύματος, που εκπέμπεται και διαμορφώνεται στο συγκεκριμένο πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο δομής και λειτουργίας των μέσων, με αποδέκτη τις λαϊκές μάζες.
Η αναφορά στην αυτονομία ή στο βαθμό αυτονομίας παραμένει καθοριστική στην εξέταση της δομής των ΜΜΕ ως κανάλια ενημέρωσης και διασκέδασης και αποκαλύπτει τις περίπλοκες σχέσεις μεταξύ οικονομικών μηχανισμών, ιδεολογικών θέσεων και κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Οι σχέσεις αυτές καθορίζονται από την κοινωνική δράση του ανθρώπινου υποκειμένου στο ιστορικό προτσές και δεν μπορούν να ειδωθούν ξεχωριστά μ' έναν αφηρημένο τρόπο. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, "η επικοινωνία και οι μορφές επικοινωνίας δεν μπορούν να διαχωριστούν από την υλική βάση", ενώ αυτές οι μορφές "καθορίζονται καθ' ολοκληρίαν από τις σχέσεις παραγωγής και την κοινωνικοπολιτική τάξη" (Βολοσίνοφ). Η συγκεκριμένη οικονομική δομή της βιομηχανίας των ΜΜΕ καθορίζει το τελικό προϊόν της, δηλαδή τις μυθοπλαστικές και μη-μυθοπλαστικές αφηγήσεις, διότι "ο οικονομικός παράγοντας είναι καθοριστικός στον καπιταλισμό επειδή ο καπιταλισμός είναι ένας τρόπος κοινωνικής οργάνωσης που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία ενός αφηρημένου συστήματος σχέσεων ανταλλαγής" (Γκάρνχαμ).

Οι κοινωνικές δραστηριότητες και η διαπλοκή των σχέσεων διαμορφώνονται από το συγκεκριμένο τρόπο ανταλλαγής της οικονομίας της αγοράς. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών ομάδων στο να εξασφαλίσουν την κυρίαρχη θέση τους στην κοινωνία και γι’ αυτόν το σκοπό οι ομάδες αυτές αρθρώνουν τον ξεχωριστό λόγο τους για ιδεολογική επικοινωνία. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια περίπλοκη διαλεκτική σχέση μεταξύ της υλικής δομής και του συστήματος σημείων. Οι κοινωνικές αντιθέσεις σηματοδοτούν την ασταθή κοινωνική τάξη ή μάλλον τη δυναμική σταθερότητα όπου το νόημα διαμορφώνεται από την αντεπίδραση του γενικού με το συγκεκριμένο. Για παράδειγμα, οι ειδήσεις παράγονται από τη βιομηχανία των ΜΜΕ όπως επίσης από τον πολιτισμό της κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Αντανακλούν τις απόψεις και τα συναισθήματα τόσο των κοινωνικών ομάδων όσο και των ιδιωτών. Αυτό σημαίνει ότι η ιδεολογική οπτική γωνία που εκφράζεται στις ειδήσεις εξαρτάται από τον τρόπο παραγωγής τους ενώ ο τρόπος που γίνονται αποδεκτές αντανακλά, ή καλύτερα διαθλά, τις αντεπιδράσεις μεταξύ των μελών της κοινωνίας.
Σύμφωνα με την κλασική αστικοφιλελεύθερη άποψη, τα ΜΜΕ απεικονίζουν πραγματικές κοινωνικές καταστάσεις και παράγουν, με αντικειμενικό τρόπο, μηνύματα που αντανακλούν την πραγματικότητα μέσω της προβολής του τι είναι σημαντικό και την παρουσίαση των διαφόρων απόψεων. Αυτό είναι δυνατόν, διότι τα ΜΜΕ έχουν υποτίθεται σημαντικό βαθμό αυτονομίας ως ιδιωτικές οντότητες ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές πολιτικές. Ένας άλλος λόγος για την αυτονομία των ΜΜΕ είναι ότι η ανάπτυξη της βιομηχανίας πληροφόρησης είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές αλλαγές στο ιδιοκτησιακό με το πέρασμα από την οικογενειοκρατία στις ανώνυμες εταιρείες πολλών μετόχων που αδυνατούν να έχουν άμεση επιρροή στο παραγόμενο υλικό. Μ’ αποτέλεσμα, οι πραγματικοί ελέγχοντες της παραγωγής των ειδήσεων να είναι οι πελάτες-καταναλωτές, οι θεατές που επιβάλουν με τις προτιμήσεις τους τη μορφή και το περιεχόμενο του μηνύματος.
Αυτή βεβαία θα ήταν η ιδανική λειτουργία ΜΜΕ στις συνθήκες της "αυτορρύθμισης της ελεύθερης αγοράς," όπου τα αυτόνομα μέρη των σχέσεων ανταλλαγής εκλαμβάνουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και ο τελικός κάτοχος της εξουσίας καταλήγει να είναι ο ιδιώτης πελάτης. Μια ματιά βέβαια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς τα τελευταία 20 χρονιά θα δείξει ότι τα ΜΜΕ ελέγχονται από ένα πολύ μικρό αριθμό εταιρειών. Ειδικά στις αναπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες, το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο απ’ ότι στην Ελλάδα. Συν τοις άλλοις, ο βιομηχανικός τομέας των ΜΜΕ, συνήθως, είναι πλέον ένα μόνο μέρος των δραστηριοτήτων μεγάλων πολυεθνικών συγκροτημάτων που έχουν εξαπλωθεί σε διάφορους, παραγωγικούς και μη, τομείς της οικονομίας (1). Γίνεται βέβαια κατανοητό ότι οι τομείς υπηρεσιών -όπου ανήκουν και τα ΜΜΕ- δεν μπορούν να υπερβούν τα καθοριζόμενα από τον άμεσα παραγωγικό τομέα όρια. Υπάρχει λοιπόν μια σαφής διαπλοκή μεταξύ παραγωγικού τομέα και πνευματικής παραγωγής, όπου το σημαντικό και καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική βάση.
Άλλο ένα αστικοφιλελεύθερο επιχείρημα είναι ότι η αυτορρύθμιση και οι επαγγελματικοί κώδικες επιτρέπουν υψηλό βαθμό αυτονομίας στους διευθυντές οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να ελεγχθούν άμεσα από τους μετόχους. Στη βάση της "ελευθερίας της πληροφόρησης," το ίδιο συνήθως λέγεται και για τους δημοσιογράφους. Εδώ θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη η έννοια του "δημοσιογραφικού πεδίου, όπως τίθεται από τον Μπουρντιέ (1998): "Ένα πεδίο είναι ένας χώρος κοινωνικά δομημένος, ένα πεδίο δυνάμεων - υπάρχουν κυρίαρχοι και κυριαρχημένοι, υπάρχουν σταθερές, μόνιμες σχέσεις ανισότητας οι οποίες ασκούνται στο εσωτερικό αυτού του χώρου- το οποίο είναι επίσης πεδίο αγώνων για τη μεταμόρφωση ή τη διατήρηση αυτού του πεδίου δυνάμεων. Στο εσωτερικό αυτής της σφαίρας, καθένας δεσμεύει στον ανταγωνισμό του με τους άλλους τη (σχετική) δύναμη την οποία κατέχει και η οποία ορίζει τη θέση του μέσα στο πεδίο και, κατά συνέπεια τις στρατηγικές του."
Ο ρόλος λοιπόν των δημοσιογράφων ως εργαζομένων και διανοουμένων, σηματοδοτεί συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και δραστηριότητες στη δομή της εξουσίας των ΜΜΕ, σε σχέση με τα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα. Οι διευθυντές έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις προς τους μετόχους για την αύξηση των κερδών, ενώ γενικά υποστηρίζουν και προάγουν τα συμφέροντα των εταιρειών που συνήθως δεν περιορίζονται μόνο στο χώρο των ΜΜΕ. Γι αυτό το λόγο πληρώνονται αδρά και οι δημοσιογράφοι ξέρουν καλά τους κανόνες της αυτολογοκρισίας. Απ' την άλλη μεριά, οι κοινωνικές αντιθέσεις αποκαλύπτουν ένα πιο περίπλοκο πλαίσιο, όπου οι εσωτερικές διαφορές δεν είναι μόνο για την ελευθερία έκφρασης. Είναι ένα ζήτημα να παρουσιάζονται κάποια εγκλήματα σε πολέμους κι ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα η αμφισβήτηση της ίδιας της ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Για να μην ξεχνάμε, παρ' όλο το μύθο για το ρόλο των ΜΜΕ στο Βιετνάμ, τα αμερικανικά μέσα ποτέ δεν αμφισβήτησαν την παρουσία των αμερικανικών στρατευμάτων στο Βιετνάμ. Ενώ τα γεγονότα στον Κόλπο έδειξαν -και δείχνουν ότι υπάρχει απόλυτος έλεγχος του τι παρουσιάζεται καθώς και πως προετοιμάζεται για μήνες η κοινή γνώμη για κάποια νέα επέμβαση. (Η προοπτική της επέμβασης στο Κοσσυφοπέδιο, είχε θέσει σε εφαρμογή ένα καλοστημένο προπαγανδιστικό μηχανισμό στα αμερικανικά και βρετανικά μέσα, αμέσως μόλις άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις).
Το προϊόν λοιπόν που παρουσιάζεται, παρά τις όποιες εσωτερικές αντιθέσεις, καθορίζεται από πανίσχυρους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τον Τσόμσκι και το «μοντέλο προπαγάνδας» υπάρχουν πέντε φίλτρα απ’ όπου περνάνε οι ειδήσεις και βεβαιώνουν ότι τα μηνύματα της κυβέρνησης και των κυρίαρχων ιδιωτικών συμφερόντων φτάνουν στο κοινό: συγκεντρωτική ιδιοκτησία, διαφήμιση, πηγές πληροφόρησης, δίαυλοι δημοσιότητας και αντικομμουνισμός. Μέσω αυτών των φίλτρων, μπορεί να παρατηρηθεί η πραγματική υπηρεσία των ΜΜΕ στα σημαντικά κέντρα εξουσίας. Παρά την αναλυτική παρουσίαση των μηχανισμών πληροφόρησης, η προβληματικότητα της ανωτέρω θέσης έγκειται στο ότι η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στα χαρακτηριστικά των διαφόρων τμημάτων αλλά κυρίως στην επικέντρωση στις κοινωνικές σχέσεις και αντεπιδράσεις που, σε τελευταία ανάλυση, διαμορφώνουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Η μη ιστορική προσέγγιση στη δομή του κειμένου ή θεωρώντας τον θεατή ιδιώτη χωρίς κοινωνική αλληλεπίδραση αποδέχεται ουσιαστικά την ανεξαρτησία και αυτονομία της βιομηχανίας. (2).
Οι εξωτερικοί παράγοντες που καθορίζουν τη λειτουργία των μέσων και των προϊόντων τους είναι η  διαφήμιση και η κρατική παρέμβαση. Οι σχέσεις μέσων και κράτους είναι περίπλοκες και πολυεπίπεδες. Το κράτος μπορεί να είναι είτε ιδιοκτήτης είτε ρυθμιστής ή  τέλος ο κύριος προμηθευτής ειδήσεων. Οι σχέσεις δηλαδή χαρακτηρίζονται από αλληλεξάρτηση, όπου οι εταιρείες στηρίζονται στο κράτος για γενική υποστήριξη υπό τη μορφή επιχορηγήσεων, φορολογικών ελαφρύνσεων και προώθησης γενικότερων οικονομικών συμφερόντων. Η διάρρηξη των σχέσεών τους δεν σημαίνει ανταγωνιστική σχέση αλλά αντανακλά αντιθέσεις στους κόλπους της αστικής τάξης και των μερίδων που επιζητούν την ηγεμονία στη διαχείριση του συστήματος.
Η σχέση αλληλουχίας μεταξύ διαφήμισης και μεσών καταδεικνύεται από την κοινή τους ανάπτυξη στο ιστορικό προτσές της οικονομίας της αγοράς. Η διαφήμιση οδηγεί στην ομογενοποίηση του τύπου που στηρίζεται στη διαφήμιση. Σοσιαλίζοντες εφημερίδες που στηρίχτηκαν στη διαφήμιση για την επιβίωσή τους βρέθηκαν χωρίς εισόδημα παρά το σημαντικό τιράζ, μεγαλύτερο τέλος πάντων από άλλες βιώσιμες αστικές εφημερίδες. Τα διαφημιστικά κριτήρια όμως δεν είναι μόνο πολιτικά αλλά και πολιτισμικά Αυτό που πράγματι συμβαίνει είναι η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής ζωής και η μετατροπή της σφαίρας του πολιτισμού και της επιθυμίας, μέσω της διαφήμισης, σε σφαίρα της καπιταλιστικής οικονομίας. Ειδικά η δύναμη των διαφημιστών στα προγράμματα της τηλεόρασης εκφράζεται στον καθοριστικό τους ρολό στη μορφή και το περιεχόμενο των διαφορών προγραμμάτων. Τα τηλεοπτικά προγράμματα είναι προϊόντα και η αξία τους υπολογίζεται σύμφωνα με την ακροαματικότητα, η οποία τελικά καθορίζει την ποσότητα και την τιμή των διαφημίσεων. Προγράμματα που χάνουν την προτίμηση των τηλεθεατών ή έχουν χαμηλή ακροαματικότητα αποσύρονται. Ετσι η τηλεόραση γίνεται περισσότερο μέσο συγκεκριμένης διασκέδασης με σαπουνόπερες και κουτσομπολιά παρά κανάλι πληροφόρησης. Αλλά η ακροαματικότητα δεν είναι πάντα ο κύριος παράγοντας. Ουσιαστικά, ο διαφημιστής δεν ενδιαφέρεται για την "ποσότητα" αλλά για την "ποιότητα". Δηλαδή για τηλεθεατές με εισόδημα που επιτρέπει την αυξημένη κατανάλωση. Οι τηλεθεατές χαμηλών εισοδημάτων δεν είναι οι ιδανικοί πελάτες για τους διαφημιστές. Για παράδειγμα, ο έντονος ανταγωνισμός των ιδιωτικών σταθμών έχει οδηγήσει στη δημιουργία μακρόσυρτων δελτίων ειδήσεων χωρίς αρχή και τέλος (δελτία μιάμισης ώρας!!!) παραφουσκωμένα με "κοινωνικά" θέματα. Αποτέλεσμα, για πρώτη φορά το ποσοστό των γυναικών που παρακολουθούν ειδήσεις υπερέβη αυτό των ανδρών. Η "θηλυκοποίηση" των ειδήσεων, που βλέπονται από σημαντικό αριθμό νοικοκυρών, γίνεται ξαφνικά σοβαρότατο πρόβλημα για την προσέλκυση, λόγου χάρη, διαφημίσεων ακριβών αυτοκίνητων. Από την άλλη πλευρά, οι δημοφιλείς σειρές πλαισιώνονται αποκλειστικά με μικροαστικούς χαρακτήρες, ενώ η εργατική τάξη απουσιάζει από τα δρώμενα. Η περιβόητη επιλογή και ο πλουραλισμός ξεχνιούνται εμπρός στην αποφυγή ρίσκου και την επανάληψη δοκιμασμένων τύπων προγραμμάτων. Οι θεατές λοιπόν είναι στην πραγματικότητα οι ίδιοι το κύριο προϊόν με το να ανταλλάσσονται για διαφημιστική εισροή. Η επιλογή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κυρίαρχες πολιτιστικές αντιλήψεις που προωθούν και αναπαράγουν την αστική ιδεολογία.
Οι σχέσεις εξουσίας που αναδύονται από τις συγκεκριμένες οικονομικές και πολιτικές δομές φτάνουν στο κοινό ως συγκεκριμένος εννοιακός λόγος, μέσω της δομής του κείμενου των ΜΜΕ. Αυτός ο λόγος είναι ο κυρίαρχος, που εξάγεται από τη σύγκρουση μεταξύ των διαφόρων λόγων μέσα στην κοινωνία. Οι κυρίαρχοι πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί προσπαθούν να επιβάλουν τις κατάλληλες μορφές, που να εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα τους. "Οι πολιτιστικές μορφές είναι μηχανισμοί για να ρυθμίζουν το δημόσιο λόγο" (Γκόλντινγκ και Μέρντοκ), για να πείθουν το λαό να αποδέχεται τα ιδεολογικά οχήματα που υποστηρίζουν τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας. Ο Ελλις σημειώνει, ότι η τηλεόραση έχει αναπτύξει ξεχωριστές αισθητικές μορφές που να ταιριάζουν και να χρησιμοποιούνται στις εκάστοτε περιστάσεις. Αυτό σημαίνει, ότι η τηλεόραση προσφέρει ιδιαίτερες εικόνες, όπως επίσης ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ ήχου και εικόνας. Μέσω αυτής της ιδιαίτερης τηλεοπτικής αφήγησης, νόημα και μήνυμα παράγονται προτείνοντας στους θεατές μια συγκεκριμένη ιδεολογία με τις διάφορες μορφοποιήσεις της. Τα ΜΜΕ λειτουργούν σαν προμηθευτής ιδεολογίας και σαν διακινητής μιας συνείδησης που δεν αντανακλά υποχρεωτικά τα συμφέροντα του κάθε θεατή. Για να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά το κείμενο των ΜΜΕ πρέπει να είναι προϊόν άλλου είδους κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ του ιδιοκτήτη του μέσου παραγωγής και του επαγγελματία δημιουργού του κειμένου. Τότε η διαδικασία της τηλεοπτικής αφήγησης θα μπορούσε να ήταν ξεχωριστή και αντιπολιτευτική στην κυρίαρχη ιδεολογία.
Πρέπει να τονιστεί εδώ, ότι η αντίδραση του κοινού δεν μπορεί να είναι η παθητική αποδοχή του μηνύματος και του νοήματός του, λόγω του ότι το μήνυμα έχει διαμορφωθεί μέσω της κοινωνικής δραστηριότητας σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, έτσι αυτή ή δραστηριότητα καθορίζει επίσης τα χαρακτηριστικά της αντίδρασης του κοινού. Έχουν υπάρξει και μαρξίζουσες απόψεις (ο Αντόρνο και η Σχολή της Φρανκφούρτης), που βλέπουν μόνο την παθητική αποδοχή από μέρους των μαζών σε οτιδήποτε τους προτείνεται. Η μαζική κουλτούρα δρα σαν υποδόρια ένεση στις μάζες, οι οποίες εθίζονται και αφομοιώνουν χωρίς κριτικό πνεύμα τα κυρίαρχα μηνύματα, με (την μείωση της όποιας αντίστασης και την αύξηση της παθητικότητας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η άποψη ότι οι θεατές αντιστέκονται στην προσφερόμενη τηλεοπτική αφήγηση, αποδεχόμενοι μεν το μήνυμα δίνοντάς του δε το δικό τους νόημα. Έτσι όμως, η διάκριση μεταξύ προοδευτικού και αντιδραστικού κείμενου εξαφανίζεται, ενώ ο τρόπος λειτουργίας της εξουσίας και της προώθησης της ιδεολογίας της παραμένει ακατανόητος.
Κάθε έννοια αντίστασης και άρθρωσης αντιπολιτευτικής φωνής απαιτεί την κατανόηση του προτεινομένου μηνύματος. Η αντιπολιτευτική ανάγνωση απαιτεί, κατ' αρχήν, ακριβή αποκωδικοποίηση. Το προτεινόμενο από τον Χωλ μοντέλο (κωδικοποίηση/αποκωδικοποίηση) προσπαθεί να αποφύγει τον ισχυρισμό του παθητικού κοινού. Η διαδικασία παραγωγής του τηλεοπτικού μηνύματος το εκλαμβάνει ως κωδικοποιημένο σημείο που απαιτεί αποκωδικοποίηση. Ο τηλεοπτικός παραγωγός ερμηνεύει ένα γεγονός μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο, σύμφωνα με την πρεσβεύουσα ιδεολογία, και κωδικοποιεί ανάλογα το δομημένο μήνυμα. Αυτό όμως μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους, αφού ως σημείο η συνδηλωτική του πλευρά εξαρτάται από την επέμβαση των κωδίκων. Ως επακόλουθο, η αποκωδικοποίηση επιτρέπει διάφορες αναγνώσεις και αντιδράσεις. Όπως επισημαίνει ο Μόρλευ, κατ' αυτόν τον τρόπο, το μήνυμα είναι μια δομική πολυσημία, παρ' ότι μέσα στο μήνυμα υπάρχει πάντα η προτεινομένη από τον παραγωγό ανάγνωση που επιδιώκεται να γίνει αποδεκτή από το δέκτη-θεατή.
Ναι μεν ο αποδέκτης του μηνύματος είναι ενεργός συμμετέχων, τελικά όμως παίρνει θέση σύμφωνα με τη συνείδησή του και την προσωπική του προτίμηση, η οποία εξαρτάται από το κοινωνικό του ρόλο και το πολιτιστικό του κεφάλαιο. Η έννοια του πολιτιστικού κεφαλαίου (Μπουρντιέ, 1978) είναι αναγκαία εδώ για να ερμηνευθεί η περίπτωση της λανθασμένης κατανόησης, μια πλευρά που παραμένει περιφερειακή στην ανάλυση του Χωλ. Το κάθε μέλος της κοινωνίας διαμορφώνεται σ' ένα συγκεκριμένο οικογενειακό περιβάλλον και μορφώνεται ανάλογα την κοινωνική του θέση. Ο τρόπος που ο θεατής ενεργεί, επηρεάζεται από την καταγωγή, την εμπειρία και κυρίως τη δράση του μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι η ένταση της ταξικής πάλης που διαμορφώνει το βαθμό κατανόησης και τελικά το επίπεδο και τις μορφές αντίστασης που επιφέρουν τη ρήξη με την κυρίαρχη ιδεολογία. Η αποτελεσματικότητα των σχέσεων εξουσίας αντανακλάται στον τρόπο που ο λαός αντιλαμβάνεται τα κυρίαρχα μέσα, τα μηνύματα και νοήματα τους, καθώς και το είδος της απόλαυσης που νιώθει από αυτά.
Η ερμηνεία των σχέσεων εξουσίας στα ΜΜΕ απαιτεί την εξέταση κάθε παράγοντα, όχι απομονωμένο αλλά στη διαδικασία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Η παγκόσμια εξάπλωση της βιομηχανίας της πληροφόρησης δεν αντανακλά μόνο την τεχνολογική εξέλιξη αλλά πάνω απ' όλα τις γενικές τάσεις στην ιστορία και την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική του φάση. Η τεράστια ανάπτυξη των ΜΜΕ σε οικονομικά μεγέθη, όπως επίσης και σε πολιτική σημασία, επισημαίνει, από τη μια μεριά, τη συσσώρευση του κεφαλαίου και την αδυναμία πλέον απορρόφησής του σε παραδοσιακές παραγωγικές επενδύσεις και από την άλλη, την αναγκαιότητα απολύτου ιδεολογικού ελέγχου λόγω της όξυνσης της κρίσης Είναι ξεκάθαρο, ότι το παραγόμενο από το ΜΜΕ υλικό δεν είναι ούτε μια οντότητα έξω από το ιστορικό προτσές ούτε ένα αυτόνομο κείμενο αλλά η τελική μορφή και το περιεχόμενό του εξαρτιόνται από τις οικονομικές συνθήκες παραγωγής του και τον τρόπο που λαμβάνεται και καταναλώνεται από το λαό. Διότι είναι ακριβώς σ' αυτή την τελική φάση της κατανάλωσης που οι σχέσεις εξουσίας είτε επιβεβαιώνονται είτε αμφισβητούνται. Αυτό όμως προϋποθέτει υποκείμενα που δρουν και αντιδρούν στα κοινωνικά τεκταινόμενα. Όπως δηλαδή οι μαθητές που διέρρηξαν τις αυταπάτες της "εικονικής πραγματικότητας" κι έστησαν για μήνες το πανηγύρι του αγώνα και της εξέγερσης, που στάθηκε αδύνατον να διαστρεβλωθεί από τους υποτακτικούς του συστήματος.
Σημειώσεις
(1) Ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρείται είναι ότι τα δημοσιογραφικά συγκροτήματα προχωρούν σε κάθετο έλεγχο της παραγωγής (όπως συνέβαινε παλαιότερα με τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ): "Οι μεγάλοι όμιλοι της επικοινωνίας προχωρούν σε μια διαδικασία συγκεντρώσεως προς δυο κατευθύνσεις: από τη μια στον έλεγχο των πηγών (δημιουργία, πληροφορία, διαφήμιση) και, από την άλλη, στον έλεγχο των τριών βαθμίδων της τηλεοπτικής παραγωγής (παραγωγή, δικαιώματα των προγραμμάτων, δίαυλοι διανομής)." (Ignacio Ramonet)
(2) Για αναλυτικότερη κριτική των θέσεων του Τσόμσκι, βλ. Κώστας Μπεκιάρης: "ΜΜΕ: ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός". Έναυσμα, τ.3. Χειμώνας 1995.
Παραπομπές
Th. Adorno, Ανασκόπηση της πολιτιστικής βιομηχανίας, 1989
Β. Ν. Βολοσίνοφ, Ο μαρξισμός και η φιλοσοφία της γλώσσας, 1998
P. Bourdieu, Distinction, 1978
P. Bourdieu, Γιο την τηλεόραση, 1998
J. Ellis, Visible Fictions, 1982
N. Garnham, “Contribution to a political economy of mass - communication”, στο R. Collins et al. (eds.), Media Culture and Society, 1986
P. Golding and Murdock, “Culture, communication, and political economy” στο J. Curran et al. (eds.) Mass Media and Society, 1996
S. Hall, “Encoding/Decoding” στο S. Hall et al. (eds.) Culture, Media, Language, 1980
E. Herman, N. Chomsky, Manufacturing Consent, 1988
D. Morley, “Theories of consumption in media studies” στο D. Miller (ed.) Acknowledging Consumption, 1995
I. Ramonet, "Η εμπορευματοποίηση του κόσμου", Le Monde diplomatique (Αφιερώματα), τ. 14, Ιούλιος 1998






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου