Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

«Παγκοσμιοποίηση» ή ιμπεριαλισμός

Προλεταριακή Σημαία 11-1-2001

Ποιος ο εχθρός που αντιμετωπίζουμε

Ο κόσμος έχει μπει -εδώ και καιρό- σε μια κρίσιμη περίοδο. Ειδικά μετά τις 11 Σεπτέμβρη του 2001 έχουν επιταχυνθεί όλες οι διεργασίες. Ηδη οι μακελάρηδες των λαών οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, ετοιμάζονται να επιτεθούν στο λαό του Ιράκ ενώ εδώ και καιρό οι Σιωναζιστές έχουν μετατρέψει την Παλαιστίνη σε σύγχρονο κρεματόριο. Συνεχίζεται και κλιμακώνεται η επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους και τα δικαιώματά τους, ενώ ενισχύονται τα αντιδημοκρατικά μέτρα με πρόσχημα την «τρομοκρατία» αλλά στην πραγματικότητα στα πλαίσια θωράκισης της επίθεσης του συστήματος ενάντια στους λαούς.



Γιατί αυτή η επίθεση θα συνεχιστεί. Σε όλες τις κλίμακες και σε όλο και μεγαλύτερο βάθος. Ο πόλεμος δεν πρόκειται να «τελειώσει» στο Ιράκ. Γιατί το Ιράκ δεν είναι παρά ένας κρίκος στην ματωμένη αλυσίδα που ξετυλίγεται εδώ και καιρό καθώς οι ιμπεριαλιστές κινούνται -ανταγωνιζόμενοι- σε τροχιά ξαναμοιράσματος του κόσμου και οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος εγκληματικός μηχανισμός στην Ιστορία της ανθρωπότητας επείγονται να «προλάβουν» το τρένο της παγκόσμιας κυριαρχίας.
Κι απ’ την άλλη ο κόσμος που αγωνίζεται. Που αντιστέκεται στην επίθεση, που εναντιώνεται στον πόλεμο, που αντιπαλεύει τον ιμπεριαλισμό, που αμφισβητεί τον καπιταλισμό, που διεκδικεί έναν καλύτερο κόσμο. Και είναι εδώ που αναδείχνεται το μέγα ζητούμενο. Σε ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί αυτός ο κόσμος, με ποια πολιτική γραμμή με ποιους πρακτικούς τρόπους, σε ποιες δυνάμεις πρέπει να στηριχτεί και ενάντια σε ποιες; Ερώτημα που γίνεται πιο σύνθετο καθώς πολλές προτάσεις έχουν ήδη τεθεί σε «κυκλοφορία». Προτάσεις δελεαστικές. Εύκολης και γρήγορης απάντησης στο πρόβλημά του. Προτάσεις που του υπόσχονται έναν «άλλο κόσμο» και μάλιστα μέσα από δρόμους ακίνδυνους και ανέξοδους. Από δρόμους που δεν απαιτούν απ’ αυτόν να συγκρουστεί ντε και καλά με το σύστημα, μήτε καν με τις καθημερινές του συνήθειες καθώς «δεν του ζητούν» καν να «στρατευτεί» πολιτικά. (όπως εκείνο το «απαρχαιωμένο και απεχθές» κομμουνιστικό κίνημα).
Είναι άραγε τα πράγματα τόσο απλά; Η μήπως εμείς «έχουμε μείνει πίσω» καθώς συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι οι συνταγές ταχύρυθμων λύσεων είναι όπως πάντα κάλπικες;

Η πραγματική κατάσταση

Οι μαθηματικοί λεν ότι η σωστή διατύπωση ενός προβλήματος αποτελεί κιόλας το μισό της λύσης του. Εχουμε την άποψη ότι αυτή η αλήθεια δεν αφορά μόνο τα μαθηματικά αλλά έχει γενικότερη ισχύ. Θα λέγαμε μάλιστα ότι ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει στο χώρο της πολιτικής, καθώς πολλοί είναι εκείνοι (και κατά κανόνα αυτοί που έχουν τα μέσα και δυνατότητες) που έχουν συμφέρον και προσπαθούν να θολώσουν την εικόνα της πραγματικότητας και να την παρουσιάσουν διαφορετική από ό,τι αυτή είναι. Οπως συμβαίνει λ.χ. με την επιβολή του θεωρήματος της «παγκοσμιοποίησης» σαν τρόπο ερμηνείας και κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας (και προσαρμογής σ’ αυτήν). Η άποψή μας ήταν και παραμένει διαφορετική. Ας τη δώσουμε κατ’ αρχήν και σε χοντρές γραμμές.
Θεωρούμε πως βασικό σημείο καμπής τα τελευταία χρόνια υπήρξαν οι ανατροπές του ’89-’91, η κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ, η διάλυση της ΣΕ. Οι εξελίξεις σήμαιναν την ολοκλήρωση της ανατροπής του παγκόσμιου συσχετισμού σε βάρος των λαών και υπέρ των πιο αντιδραστικών δυνάμεων, του ιμπεριαλιστικού-καπιταλιστικού συστήματος. Ειδικότερα τη νίκη του κεφαλαίου πάνω στο προλεταριάτο. Την επικράτηση του Δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ σε βάρος της «Ανατολής» (Ρωσία, Κίνα κλπ). Την ανάδειξη των ΗΠΑ σε μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη.
Οι ανατροπές αυτές είχαν και τις πολύ συγκεκριμένες συνέπειές τους σε όλα τα πεδία.
Την κλιμάκωση της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στο προλεταριάτο και γενικότερα τις εργαζόμενες μάζες σε πρωτοφανέρωτα επίπεδα. Το χτύπημα των κατακτήσεων και δικαιωμάτων του και στην κατεύθυνση διαμόρφωσης μονιμοποίησης ενός κοινωνικού, ταξικού συσχετισμού που θα διασφάλιζε την απόλυτη κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου. Την εξαπόλυση της πιο βάρβαρης επίθεσης του ιμπεριαλισμού ενάντια στους λαούς. Τη «νομιμοποίηση» της ληστείας και των επεμβάσεων και στην κατεύθυνση επιβολής ενός νέου αποικισμού στα πλαίσια ξαναμοιράσματος του κόσμου. Την επέκταση της «Δύσης» σε βάρος της «Ανατολής», την κατάκτηση της Ανατολικής Ευρώπης από τις Δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Τη διεύρυνση της ΕΕ, την επέκταση του ΝΑΤΟ μέχρι τα ρωσικά σύνορα, την επιβολή της Ευρωατλαντικής συμμαχίας σαν δεσπόζουσα δύναμη του πλανήτη με όλα όσα αυτό συνεπάγονταν.
Την ανάδειξη -αρχικά σε χαμηλούς τόνους- της διάστασης στο Δυτικό μπλοκ καθώς οι μεν ΗΠΑ είδαν στις εξελίξεις την «ιστορική ευκαιρία» για κατάκτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας, οι δε Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές (και Ιαπωνία) διεκδικούσαν επαναπροσδιορισμό ρόλων και αρμοδιοτήτων και ανακατανομή μεριδίων στα πλαίσια της συμμαχίας.
Το στοιχείο που τελικά δέσποσε ήταν η ανάπτυξη της μεγαλύτερης επιθετικότητας από πλευράς ΗΠΑ καθώς θεωρούσαν (όχι αδικαιολόγητα) ότι η «μεταφορά» του πεδίου αντιπαράθεσης στις περιοχές της έντασης υποχρεώνει «εχθρούς» και «φίλους» να συμμορφωθούν στους όρους τους.

Οι «εικόνες» των πραγμάτων

Βασικό στοιχείο της κυρίαρχης πολιτικής ήταν παντού και πάντα η συγκάλυψη της πραγματικότητας. Ο εξωραϊσμός της πολιτικής και των προθέσεών τους και με στόχο τον αποπροσανατολισμό, την ακινητοποίηση των μαζών. Το ίδιο όπως είναι «φυσικό» έγινε και σ’ αυτή την περίπτωση. Αρχικά προβλήθηκε ο όρος Νέα Τάξη Πραγμάτων. Εγκαταλείφθηκε γρήγορα καθώς παρέπεμπε αλλού και καθώς οι συνειρμοί, που αναπόφευκτα θα γίνονταν, θα διευκόλυναν την αναγνώριση της πραγματικότητας.
Υιοθετήθηκε έτσι ο όρος «παγκοσμιοποίηση», από κέντρα του Δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ σαν το «ρούχο» του ηγεμονικού του ρόλου στον κόσμο. Επιτελεία ολάκερα πανεπιστημιακών, δημοσιολόγων, οικονομολόγων κ.ά. ασχολήθηκαν με την επεξεργασία, τεκμηρίωση και θεμελίωση του θεωρήματος, ενώ τα ελεγχόμενα ΜΜΕ με τη διάδοση και καθιέρωσή του. Ενας καταιγισμός αναλύσεων απόψεων, «πληροφοριών» προωθούσε και επέβαλλε στον κόσμο ιδέες και αντιλήψεις. Πως η νέα κατάσταση αποτελεί την έκφραση της αντικειμενικής (φυσικής) εξέλιξης των πραγμάτων. Ετσι τα πράγματα επανέρχονται (μετά την «σκοτεινή» σοσιαλιστική παρένθεση) στη «φυσική» τους (καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική) τάξη πραγμάτων. (Εξ’ ου και ο όρος Νέα Τάξη). Οι αντικειμενικοί οικονομικοί νόμοι αποκαθίστανται πλέον στον (φυσικό) ρόλο τους και είναι αυτοί που ωθούν στην σύγκλιση, τη συνεργασία, τη συνένωση των χωρών δηλαδή την παγκοσμιοποίηση. Τα κράτη καταργούνται, τα οικονομικά (και όχι μόνο) σύνορα καταπίπτουν για να ανοίξουν οι δρόμοι της επικοινωνίας και της κοινής ανάπτυξης. Παύουν πλέον να υφίστανται οι αντιθέσεις, εθνικές, κρατικές, ταξικές (ιδίως αυτό), σχεδόν φτάνουμε στο «τέλος της ιστορίας». Ας συμπορευτούμε λοιπόν «όλοι μαζί» στο νέο κόσμο που προβάλει, της συνεργασίας, της ειρήνης, της ανάπτυξης, της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ενότητας.
Ετσι, η επίθεση στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δεν ήταν πλέον έκφραση ενός εκμεταλλευτικού συστήματος και της αδηφαγίας του κεφαλαίου, αλλά των αντικειμενικών οικονομικών νόμων. Η ληστεία των εξαρτημένων χωρών έπαυε να είναι έκφραση της ακόρεστης δίψας των μονοπωλίων για κέρδη αλλά μιας αναπτυξιακής εξέλιξης.
Ετσι το κομμάτιασμα λαών και χωρών δεν ήταν η έκφραση της ακατάσχετης ροπής του ιμπεριαλισμού για επέκταση, και της κτηνωδίας που τον χαρακτηρίζει αλλά αποκατάσταση της φυσικής τάξης πραγμάτων εκεί όπου διαταράσσεται από κάποιους «αδιόρθωτούς». Και έτσι ο αγώνας των εργαζομένων για ψωμί, δουλειά και δημοκρατία, των λαών για ανεξαρτησία και ελευθερία δεν ήταν έκφραση των πιο δίκαιων διεκδικήσεών τους αλλά ενέργειες που στρέφονταν ενάντια στους αντικειμενικούς νόμους της εξέλιξης και της προόδου.

Συνεργοί και συνένοχοι

Στην καθιέρωση του θεωρήματος συνήργησαν άπαντες. Οι «Ανατολικοί» εκόντες άκοντες στη βάση του δυσμενούς συσχετισμού και της δύσκολης θέσης στην οποία είχαν βρεθεί αλλά και προσδοκιών (καλύτερα αυταπατών) για αποδοχή τους στο κλαμπ των προνομιούχων της Δύσης. Στη διαμόρφωση συνολικά μιας λογικής που οδηγούσε στο να θεωρείται κάθε τι προερχόμενο από τη Δύση ως θέσφατο.
Και βέβαια οι «συνήθεις» ρεφορμιστές παρέα με τη Νέα και ultra προβληματισμένη (ή μήπως προβληματική;) Ευρωπαϊκή Αριστερά. Ακόμη και από δυνάμεις που αναφέρονταν στον κομμουνισμό και την επανάσταση και σε μια βάση υποτίθεται εναντίωσης στη συντελούμενη «παγκοσμιοποίηση».
Τίποτε το περίεργο και ανεξήγητο. Υπήρχε ήδη ένα ιδεολογικό (και όχι μόνο) υπόβαθρο με πολλά κοινά σημεία. Ολοι αυτοί για χρόνια πολλά «δυναστεύονταν» από τον δεσπόζοντα ρόλο του (τριτοδιεθνιστικού) κομμουνιστικού κινήματος αλλά και της («μουμιοποιημένης» κατ’ αυτούς) θεωρίας του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό.
Η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, το είδος του «σοσιαλισμού» που διαμορφώνονταν πλέον σ’ αυτές, οι σοσιαλιμπεριαλιστικές εκφράσεις της πολιτικής της ΣΕ, τους παρείχαν το απαραίτητο άλλοθι των «αναζητήσεών» τους. Η κατάρρευση και η ολοκλήρωση της παλινόρθωσης, η «επαλήθευση» των αντιλήψεων που άλλες πολύ και άλλες λιγότερο ή με υπολανθάνοντα τρόπο αγγίζανε τα όρια του αντικομμουνισμού. Ετσι όλοι τους, σαν έτοιμοι από καιρό, δαγκάσανε το φρούτο της «παγκοσμιοποίησης» που τους σέρβιραν οι εξπέρ του συστήματος.
Οι ρεφορμιστές πραγματικά ξεφάντωσαν. «Απαλλάχτηκαν» τάχιστα από τα υπόλοιπα σοσιαλιστικών αναφορών με τα οποία διάνθιζαν την πολιτική τους και ρίχτηκαν στο στίβο της… «παγκοσμιοποίησης» για να διορθώσουν, μεταρρυθμίσουν, εξωραΐσουν, υπηρετήσουν το …σύστημα. Φυσικά με το αζημίωτο.
Η Νέα Αριστερά βυθίστηκε στο πέλαγος εμβριθών αναλύσεων περί των νέων φαινομένων και ιστορικών περιόδων, των νέων δρόμων και ευκαιριών που ξανοίγονται για την αριστερή σκέψη και το κίνημα, και πάντα στη βάση των θεμελιωδών προδιαγραφών θεώρησης του («παγκοσμιοποιημένου») κόσμου που είχαν ήδη θέσει οι εκπρόσωποι του συστήματος. Η δε «αριστερή» πτέρυγα αντιτάχθηκε «σθεναρά» στη συντελούμενη «καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση» νομιμοποιώντας και κατοχυρώνοντας το αστικό θεώρημα από την …ανάποδη. Κάποιοι μάλιστα την είδαν σαν το έδαφος που στρώνει από μόνος του ο καπιταλισμός για την …παγκόσμια επανάσταση. Η κυριαρχία του μύθου ήταν τόσο καταλυτική ώστε για άλλη μια φορά το ΚΚΕ(μ-λ) φάνταζε σαν η «περίεργη» εκείνη μοναχική οργάνωση που «δεν αντιλαμβάνεται» τις εξελίξεις και τα μηνύματα των καιρών. Ας είναι.
Ομως όλα αυτά ήταν το «λιγότερο». Γιατί βεβαίως το πώς προσδιορίζεται η παγκόσμια κατάσταση δεν είναι ένα ζήτημα ακαδημαϊκού ή δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος. Είναι ζήτημα προσδιορισμού της κίνησης των πραγμάτων, των τάσεων που τα κινούν, των δυνάμεων που βρίσκονται πίσω τους, των προθέσεων, επιδιώξεων και δυνατοτήτων τους.
Και ταυτόχρονα η τέτοια ή αλλιώτικια θεώρησή τους προσδιορίζει και την πολιτική γραμμή αντιμετώπισής τους. Οπως ακριβώς έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είχαμε έτσι την αναπαραγωγή όλων εκείνων των απόψεων και αντιλήψεων που οδήγησαν σε προσαρμογές, στις υπαγορεύσεις του συστήματος, τον παραπέρα ιδεολογικό και πολιτικό αφοπλισμό των μαζών, την ακινητοποίησή τους.
Και για να μείνουμε σε ορισμένες μόνο χαρακτηριστικές εκφράσεις του πράγματος, ήταν αυτές οι αντιλήψεις που οδήγησαν στο αίσχος της υποστήριξης των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων τη δεκαετία που πέρασε, από μεριάς υποτίθεται προοδευτικών δυνάμεων. Στη ντροπή της αδρανοποίησης αριστερών δυνάμεων, στο όνομα των «ίσων αποστάσεων» ανάμεσα στην κτηνώδη ιμπεριαλιστική επέμβαση και το π.χ. «κακό» Μιλόσεβιτς. Στη σχιζοφρένεια «αποστασιοποίησης» από τα τεκταινόμενα κάποιων «επαναστατών», μιας και η πραγματικότητα τολμούσε να ανατρέπει την άψογη (επί τραπέζης) αρχιτεκτονική των αναλύσεών τους.

«Εσωτερικές» αντιθέσεις

Τα πράγματα έχουν βέβαια τη δική τους πορεία και δημιουργούν τους δικούς τους όρους. Καταλυτικό ρόλο στην πορεία του ζητήματος έπαιξε η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ειδικά ανάμεσα στις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. (και Ιαπωνία). Της πραγματικής δηλαδή βάσης της υπαρκτής «παγκοσμιοποίησης». Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές έβλεπαν ότι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα όχι μόνο δεν πετυχαίνουν την αναδιανομή που επεδίωκαν αλλά όλο και περισσότερο περιοριζόταν ο ρόλος τους από την επιθετική, ηγεμονική πολιτική των ΗΠΑ. Ηδη και στο εσωτερικό των διαφόρων χωρών μεγάλωναν οι αντιδράσεις και από αστικές δυνάμεις που οι ανακατατάξεις που προκαλούσε η νέα κατάσταση ωθούσαν σε υποβάθμιση της θέσης και του ρόλου τους στην ταξική, κοινωνική και πολιτική «ιεραρχία». Ετσι αρχίζουν οι αντιδράσεις και οι κριτικές σε μια «παγκοσμιοποίηση» που κατά την οπτική (όχι αβάσιμη) αυτών των δυνάμεων διαμορφωνόταν όλο και περισσότερο σε προνομιακό πεδίο των ΗΠΑ και των Αμερικανικών μονοπωλίων. Αυτές οι δυνάμεις αποτελέσανε και την αρχική βάση ενός ρεύματος «εσωτερικής κριτικής» της «παγκοσμιοποίησης». Στόχος τους, αυτά που επεδίωκαν εξαρχής. Η ανακατανομή και επαναπροσδιορισμός ρόλων στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού μπλοκ, με χρησιμοποίηση και της πίεσης «από τα κάτω». Ταυτόχρονα ο έλεγχος αυτής της από τα κάτω δυσαρέσκειας που όλο και μεγάλωνε και που θα μπορούσε σε μια πορεία να συγκροτηθεί σε μια δική της αυτόνομη -και «ανεξέλεγκτη»- βάση.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση, προστρέξανε πρόθυμοι όπως πάντα οι ρεφορμιστές αλλά και πλήθος εκπροσώπων της Αριστερής διανόησης παλιάς και νέας. Ολοι αυτοί που πάντα φιλοδοξούσαν να «διορθώσουν» τον καπιταλισμό στις χώρες τους. Τώρα πλέον τους προσφέρονταν ένα πολύ ευρύτερο πεδίο και μια μεγαλύτερη δόξα. Θα μεταρρύθμιζαν τον κόσμο ολάκερο. Θα κάναν εφικτή την άλλη παγκοσμιοποίηση. Την καλή!
Αυτοί -μαζί με τους προηγούμενους- αποτέλεσαν πλέον τη βάση και το κυρίως σώμα των διαφόρων φόρουμ. Στόχοι, αν αφαιρέσουμε τα λαμπρά περιτυλίγματα και τις ανέξοδες φλυαρίες οι ίδιοι που μόλις προηγούμενα αναφέραμε. Γιατί βεβαίως ο έλεγχος παραμένει στα χέρια αυτών που συγκροτούν τους ηγετικούς πυρήνες, που στηρίζουν την όλη επιχείρηση με τις προσβάσεις και την προβολή της από τα ΜΜΕ αλλά καλύπτουν και τα καθόλου ευκαταφρόνητα κόστη της. Ταυτόχρονα ένα τέτοιο σχήμα με τη μορφή που παίρνει και τη δυναμική που δημιουργεί προσφέρεται περισσότερο για την παγίδευση, τον αποπροσανατολισμό, τον έλεγχο της κίνησης των δυσαρεστημένων μαζών.
Σε μια τέτοια στόχευση βοηθιούνται από το ότι κατορθώνουν να ρυμουλκήσουν και άλλες δυνάμεις, υποτίθεται αριστερές έως και «επαναστατικές». Δε χρειάστηκε βέβαια και πολύ μεγάλος κόπος. Οι ιδεολογικές αφετηρίες πολλών από αυτούς (αναφερθήκαμε ως ένα βαθμό), ο τρόπος θεώρησης της παγκόσμιας κατάστασης, η πολιτικής τους γραμμή δεν βρίσκονταν και πολύ μακριά από μια τέτοια λογική. Ταυτόχρονα η ψευδαίσθηση ότι έτσι συμμετέχουν σε «μεγάλο παιχνίδι» πάντα σαγήνευε τους περισσότερους από αυτούς. Ασε που έτσι νομίζουν πως απαντούν και στο υπαρξιακό τους πρόβλημα. Μάταια πράγματα. Η ζωή και η πραγματικότητα της ταξικής πάλης θα δώσουν τελικά τις δικές τους απαντήσεις στον καθένα.

Η «άλλη» πλευρά

Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά. Αυτοί που θα ‘θελαν ίσως να βρίσκονται στην ίδια ή σε μια ανάλογη θέση αλλά «κωλύονται». Ας εξηγηθούμε. Πέρα από τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις που αναφέραμε και το πώς αυτές εκδηλώνονται στο συγκεκριμένο πεδίο, υπάρχουν και άλλες παρόμοιες, καθώς και σειρά αντιθέσεων «ενδιάμεσου», ας το πούμε έτσι, χαρακτήρα σε σχέση με τις ενδοϊμπεριαλιστικές από τη μια και την αντίθεση ιμπεριαλισμού-λαών από την άλλη. Ο «κοινός τόπος» όπου συναντώνται (όσο και όπως) είναι οι αντιθέσεις σειράς δυνάμεων στον κυρίαρχο ρόλο του Δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ, των δυτικών μονοπωλίων, και ιδιαίτερα με την ηγεμονική επιθετική πολιτική των ΗΠΑ.
Ετσι σ’ αυτή την περιοχή μπορούμε να συναντήσουμε δυνάμεις με ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά (Ρωσία, Κίνα), αστικές τάξεις άλλων χωρών (βρισκόμενες ή μη στην εξουσία), πολιτικές δυνάμεις του πρώην σοβιετόφιλου φάσματος, ή και δυνάμεις του μουσουλμανικού τόξου (εντός και εκτός εξουσίας επίσης).
Γενικότερα γι’ αυτές τις δυνάμεις μπορούμε να πούμε πως, αν κάποια πράγματα τις «ενώνουν» άλλα τόσα τις διαχωρίζουν και ταυτόχρονα, όσοι υπάρχουν διαχωρισμοί και αντιθέσεις με το κυρίαρχο μπλοκ άλλα τόσα είναι και τα κανάλια σύνδεσης μ’ αυτό. Στην περίπτωσή τους δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάποιο διεθνές -και μάλιστα συγκροτημένο- ρεύμα παρότι κάποιες απόπειρες (μερικού χαρακτήρα) έχουν γίνει.
Ας δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα τόσο σε αναφορά με τα πραγματικά δεδομένα όσο και με ιδεολογικές πολιτικές εκφράσεις με τις οποίες κατά περιπτώσεις εμφανίστηκαν.
Σε πρώτο πλάνο η αντίθεση Δύσης-Ανατολής (Ρωσία, Κίνα κ.ά.), από τις σημαντικότερες στην εποχή μας. Κατά καιρούς αναγγέλλεται η στρατηγική συμμαχία Ρωσίας Κίνας κ.ά. αλλά δεν προχωράει στην ολοκλήρωσή της. Βασικός λόγος το ότι η πλήρης συγκρότησή της θα σήμαινε πέρασμα σε φάση αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ και πιθανά συνολικά τη Δύση, πράγμα που οι ηγεσίες αυτών των χωρών ούτε το θέλουν αλλά ούτε αισθάνονται έτοιμες γι’ αυτό. Βασικά προσπαθούν να δημιουργήσουν γέφυρες με Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές ενώ το «συζητούν» και με τις ΗΠΑ. Κινούμενες στο πλέγμα των ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων-αντιθέσεων αυτό που επιδιώκουν είναι ένας συνολικός διακανονισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Αυτή η πολιτική επιλογή ωστόσο και η στάση στο «ανώτερο επίπεδο» προκαθορίζει τα όρια και τα χαρακτηριστικά κινήσεων στις κατώτερες κλίμακες.
Μια από τις ιδέες που προβλήθηκαν στη βάση αυτών των αντιθέσεων ήταν αυτή της συγκρότησης μετώπου αριστερών (κομμουνιστικών) και πατριωτικών δυνάμεων. Αν παρακάμψουμε εδώ χάριν οικονομίας λόγου το περί ποιου είδους αριστερών και πατριωτικών δυνάμεων πρόκειται, η πιο σαφής και σημαντική διατύπωση υπήρξε από πλευράς Ζουγκάνοφ (Ρωσία). Ταυτόχρονα και πάντα στη βάση της αίρεσης που θέσαμε, μπορεί να πει κανείς ότι ένα τέτοιο είδος (εθνικό) μέτωπο ήδη βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο συγκροτημένο και μάλιστα στην εξουσία στην περίπτωση της Κίνας. Ωστόσο ο Ζουγκάνοφ (το ΚΚΡΟ) ακόμη και αυτή την άποψη απλώς την προβάλλει και δεν την προωθεί σε αντιπαράθεση με το κυρίαρχο μπλοκ στη Ρωσία. Στην πραγματικότητα συναρτά την ύπαρξή του (του μετώπου) από την έγκριση και συμμετοχή αυτού του μπλοκ ή έστω μιας σημαντικής μερίδας του. Οσο για την Κίνα, αναφέραμε ήδη σε ποια τροχιά και σε βάση ποιων ορίων κινείται. Και πάλι λοιπόν και στο ζήτημα αυτό οι εξελίξεις στο ανώτερο επίπεδο επιδρούν στις κινήσεις που γίνονται παρακάτω.
Προβλήθηκε (προβάλλεται) σαν μια ακόμη από τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου, η αντίθεση ιμπεριαλισμού-κρατών, ενώ σ’ αυτή τη βάση επιχειρείται να ερμηνευτεί η αντίθεση και οι επιδρομές των ΗΠΑ και γενικότερα των ιμπεριαλιστών της Δύσης σε διάφορες χώρες, οι απειλές και οι εκβιασμοί σε άλλες κλπ, κλπ. Πρόκειται για υπαρκτή (όπως και τόσες άλλες) αντίθεση. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι είναι σε καθοριστικό βαθμό δευτερογενής και ετεροκαθοριζόμενη. Αντανακλά ως ένα βαθμό την αντίθεση των λαών-ιμπεριαλισμού αλλά κυρίως καθορίζεται από την προσπάθεια των (αστικών) ηγεσιών αυτών των χωρών να «αξιοποιήσουν» τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.
Με δεδομένο ωστόσο ότι με βάση τις ανατροπές, τις εξελίξεις και τους σημερινούς συσχετισμούς, τα περιθώρια τέτοιας «αξιοποίησης» είναι πλέον πολύ στενά, τα αποτελέσματα υπήρξαν κατά κανόνα πολύ οδυνηρά τόσο για τις αστικές τάξεις αυτών των χωρών όσο και πολύ περισσότερο για τους λαούς τους.
Μια ιδιαίτερη έκφραση της προηγούμενης αποτελεί και η σχέση-αντίθεση των Δυτικών κυρίως ιμπεριαλιστών και πάνω απ’ όλα των ΗΠΑ με τις Αραβικές-Μουσουλμανικές χώρες. Βεβαίως και δεν πρόκειται για αντίθεση Δύσης (ή Χριστιανισμού)-Ισλάμ όπως ορισμένες φορές παρουσιάζεται, όσο κι αν φορτίζεται με θρησκευτικά ιδεολογικά στοιχεία. Σαφέστατα αντανακλά την εδώ και χρόνια αντίθεση των λαών της περιοχής με τον ιμπεριαλισμό. Ωστόσο και με δεδομένο ότι η περιοχή αποτελεί πεδίο οξύτατων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εκφράζεται μ’ έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο στην πολιτική των (κυρίαρχων) αστικών τάξεων αυτών των χωρών. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η ίδια λογική διαποτίζει τη «φιλοσοφία» (σε διαφορετική διαβάθμιση και παραλλαγές) ακόμη και εκείνων των τάσεων και ομάδων που εμφανίζονται σαν οι πλέον ριζοσπαστικές και αδιάλλακτες.
Χάριν και πάλι συντομίας θα αρκεστούμε να αναφέρουμε ότι τα νήματα σύνδεσης όλων των ιμπεριαλιστικών, ακόμη και (ίσως περισσότερο) των Αμερικανών, διαπερνούν όλη την περιοχή και όλες τις ομάδες, από τις κυβερνήσεις της Αιγύπτου, του Ιράν ή το βασιλικό οίκο της Σ. Αραβίας μέχρι την …Αλ Κάιντα. Φυσικά αυτό δεν τις διασφαλίζει από τις ιμπεριαλιστικές επιδρομές και τη Ναζισιωνιστική θηριωδία (το ακριβώς αντίθετο) αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που τίθεται.

Σε αναζήτηση ταυτότητας

Αυτή η σχέση πραγμάτων εκφράζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και σ’ όλο εκείνο το φάσμα δυνάμεων που είχε διαμορφωθεί στη σκιά (και όχι μόνο) της πάλαι ποτέ Σοβιετικής επιρροής. Δυνάμεις «εκτός ισορροπίας» εδώ και μερικά χρόνια και όχι συμπτωματικά κάποιες απ’ αυτές την αναζητούν στην ΕΕ ή ακόμη και στο ΝΑΤΟ. Κάποιες από αυτές ή άλλες συνεχίζουν να αλληθωρίζουν ή και να βρίσκονται στη Ρωσική πλευρά και άλλες αναζητούν την ταυτότητά τους στις νέες συνθήκες. Ο τέτοιος ή αλλιώτικος προσανατολισμός τους συναρτάται με το σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, τις ιδιαίτερες συνθήκες (έως και γεωγραφικές), τις «ευθύνες» (π.χ. κυβερνητικές) που επωμίζονται, τις καταβολές τους και τις ανάγκες που έχουν να καλύψουν.
Σ’ αυτή την ευρύτερη περιοχή κινείται με μια έννοια και το ΚΚΕ στη χώρα μας, και εννοείται στη βάση των δικών του ιδιαίτερων καταβολών, χαρακτηριστικών και αναγκών.
Εχουμε την άποψη ότι μια λύση που κατά κάποιο τρόπο θα απαντούσε στο πρόβλημα της ηγεσίας του ΚΚΕ θα ‘ταν π.χ. ένα «αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο» που θα περιλάμβανε Ρωσία (Ζουγκάνοφ), Κίνα κλπ. Αυτό φάνηκε και από συγκεκριμένες κινήσεις του ΚΚΕ (επίσκεψη στην Κίνα κλπ) που αν δεν οδήγησαν σε κάτι τέτοιο ήταν γιατί δεν βρήκαν ανταπόκριση και όχι γιατί το ΚΚΕ δεν τις θέλησε.
Θα μπορούσε επίσης να «βολευτεί» ίσως και με το υπάρχον φόρουμ. Ας μην ξεχνάμε ότι με έναν τρόπο συμμετείχε στη διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού φόρουμ. Το δυστύχημα για την ηγεσία του ΚΚΕ ήταν ότι η ηγεσία του ΣΥΝ «πρόλαβε» να κατοχυρώσει το κοπιράιτ της προνομιακής Ελλαδικής συμμετοχής και του αντίστοιχου ρόλου.
Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει και σε αναφορά με την εκδοχή του μετώπου αριστεράς-πατριωτικών δυνάμεων, η συγκρότηση του οποίου αποτελεί την «εσωτερική» προϋπόθεση είτε για τη μια είτε για την άλλη από τις προηγούμενες περιπτώσεις. Οι αστικές δυνάμεις στη χώρα μας έχουν επιλέξει σαν προνομιακό συνομιλητή το ΣΥΝ αφήνοντας και πάλι το ΚΚΕ στη γωνία. Ετσι η ηγεσία του ΚΚΕ προωθεί υποκατάστατα είτε στο διεθνές (με διάφορες πρωτοβουλίες) είτε στο εσωτερικό πεδίο. Στην πραγματικότητα, επιστρατεύοντας και μια αριστερή αντιιμπεριαλιστική ρητορική (παλιά και δοκιμασμένη συνταγή από την πρώτη ρήξη με την άλλη πτέρυγα) προσπαθεί να διαμορφώσει «κεφάλαιο» εν αναμονή καλύτερων ημερών. Γιατί αν το ΚΚΕ ήθελε πραγματικά να συμβάλει στην ανάπτυξη ενός αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στηριγμένου στο λαό και με ξεκάθαρους προσανατολισμούς, θα κινούνταν με άλλες θέσεις, θα απευθύνονταν σε άλλες δυνάμεις, θα λειτουργούσε με λογική κινήματος και όχι μια κομματοκεντρική και την οποία με τόσο «άγχος» και με κάθε μέσο προσπαθεί να κατοχυρώσει και επιβάλει. Ισως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της αγωνίας είναι η αδυναμία του να αντιμετωπίσει έναν ΣΥΝ του οποίου οι πολιτικές θέσεις είναι -επιεικώς- για κλάματα. Το ότι η ηγεσία του ΚΚΕ «αφήνει γήπεδο» στον ΣΥΝ είναι γιατί ανησυχεί πως αυτές ακριβώς οι ρεφορμιστικές θέσεις έχουν απήχηση στο εσωτερικό του. (Και όχι σε επίπεδο «βάσης»).

Η συμμετοχή του κόσμου

Η πιο σημαντική εξέλιξη σ’ αυτή την υπόθεση υπήρξε η συμμετοχή του κόσμου και μάλιστα σε κλίμακα όλο και πιο μαζική. Αυτή η συμμετοχή ενός κόσμου που μπήκε σε κίνηση και μάλιστα με δικά του συνθήματα και διεκδικήσεις τροποποίησε σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά αυτών των κινητοποιήσεων και έθεσε σε διαφορετική βάση το όλο θέμα. Βεβαίως ο κεντρικός έλεγχος, ο προσδιορισμός (κεντρικά πάντα) των στόχων των κινητοποιήσεων παρέμενε στα χέρια συγκεκριμένων δυνάμεων. Οπως και η διοργάνωση, η θεματολογία και ο έλεγχος των συζητήσεων, η κατανομή ρόλων κλπ. Ολα αυτά σε συνδυασμό με την οικονομική στήριξη, την καθοριστική βοήθεια των ΜΜΕ διαμορφώνουν μια ορισμένη εικόνα προς τα έξω για το χαρακτήρα αυτών των κινητοποιήσεων και οπωσδήποτε διευκολύνουν την πολιτική «κεφαλαιοποίησής» τους -τουλάχιστον μέχρι σήμερα- για λογαριασμό κυρίως μιας ορισμένης πλευράς.
Αυτή η εξέλιξη και αυτή η δυνατότητα πάτησε από τη μια στις διαθέσεις του κόσμου να εκδηλώσει την αντίθεσή του στην υπάρχουσα κατάσταση και από την άλλη στο «κενό» που άφηνε η αδυναμία του κινήματος. Μια αδυναμία που είχε σαν γενικότερο φόντο την ήττα, την οπισθοχώρηση, την απογοήτευση και την αδρανοποίηση των μαζών και σαν ειδικότερή της πλευρά, την μικρή ανάπτυξη των επαναστατικών κομμουνιστικών οργανώσεων. Μια αδυναμία που είχε πολλαπλάσια έκφραση όσον αφορά τη διεθνή διάσταση της πάλης των λαών. Μια έλλειψη που εμφανιζόταν έντονη ακόμη και σε αναφορά με κινήματα που είχαν σοβαρή ανάπτυξη και δίναν σημαντικούς αγώνες στο εθνικό επίπεδο.
Με όλα αυτά διαμορφώνεται μια σύνθετη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από πολλές και αντιφατικές πλευρές. Ετσι ή αλλιώς η συμμετοχή, η κίνηση ευρύτερων μαζών έχει την δική της δυναμική.
Ειδικότερα στις διαδηλώσεις (όσο πιο μαζικές τόσο δυσκολότερα ελέγξιμες πολιτικά) τα συνθήματα που κυριάρχησαν, η μαχητική διάθεση του κόσμου ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια και τις προδιαγραφές που έθεταν οι οργανωτές. Ταυτόχρονα αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου προέρχονταν από τη χώρα που γινόταν η εκδήλωση. Από την άλλη μεριά αποτέλεσαν ευκαιρία, συνάντησης, επαφής, γνωριμίας, ανταλλαγής απόψεων και δημιουργίας δεσμών ανάμεσα σε δυνάμεις που βρίσκονταν έξω και πέρα από τις διάφορες Attac, τα Φόρουμ κλπ. Μια δυνατότητα που μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί στη συνέχεια.
Ας έχουμε ωστόσο καθαρό, ότι το ξεπέρασμα των ως τα τώρα «προδιαγραφών», το πέρασμα σε ένα άλλο επίπεδο προϋποθέτει πολύ περισσότερα πράγματα από αυτά που μπορούν να δώσουν οι αυθόρμητες τάσεις και διαθέσεις των μαζών. Ετσι ή αλλιώς ωστόσο, αυτό που είναι γεγονός, είναι πως η όλο και πιο μαζική συμμετοχή του κόσμου έθεσε το όλο ζήτημα με διαφορετικούς όρους για όλους.

Ο εχθρός είναι συγκεκριμένος

Οσον αφορά τώρα την παρέμβασή μας και κατ’ αρχήν από άποψη πολιτικής γραμμής. Εξυπακούεται ότι δεν κυνηγάμε το φάντασμα της «παγκοσμιοποίησης» είτε για να το «λογικέψουμε», είτε για να το «συντρίψουμε». Αγωνιζόμαστε πάντα ενάντια στους πολύ συγκεκριμένους εχθρούς των λαών και της εργατικής τάξης.
Αντιστεκόμαστε στην επίθεση του συστήματος ενάντια στις εργαζόμενες μάζες, εναντιωνόμαστε στον πόλεμο και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Κινούμαστε στη βάση της αντίθεσης που χωρίζει τους λαούς από τους εχθρούς τους, αυτής που συνενώνει τη μεγάλη πλειοψηφία των λαών στον κόσμο ενάντια στον ιμπεριαλισμό και με ορίζοντα την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και το σοσιαλισμό.
Επιμένουμε ότι βασικός χώρος ανάπτυξης του κινήματος παραμένει ο εθνικός. Εκεί λειτουργούν με συγκεκριμένο και κατανοητό από τις μάζες τρόπο οι αντιθέσεις, εκεί αναπτύσσονται οι καθημερινοί αγώνες, εκεί διαμορφώνονται, τροποποιούνται, ανατρέπονται οι συσχετισμοί. Αυτό πιστοποιούν ακόμη και αυτές οι διαδηλώσεις (Γένοβα, Φλωρεντία κ.ά.) όπου η συντριπτική πλειοψηφία των διαδηλωτών προέρχονταν από την «φιλοξενούσα» χώρα.
Βασικό πρόβλημα προς αντιμετώπιση, η διεθνής διάσταση της αντιιμπεριαλιστικής πάλη. Οπως ήδη αναφέραμε, αν σε εθνική βάση οι αδυναμίες είναι ενός επιπέδου, στη διεθνή τους διάσταση είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από όλες τις πλευρές. Από την άποψη κατ’ αρχήν του ότι οι ιμπεριαλιστές έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν δυνάμεις, να απομονώνουν και να συντρίβουν ένα κίνημα, έναν λαό, μια χώρα. Από την άποψη του ότι οι αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν ανέπτυξαν τη δυνατότητα -και φάνηκε αυτό στο προηγούμενο διάστημα- μιας διεθνούς αλληλεγγύης ανάλογης της σημασίας των ζητημάτων που τέθηκαν, ενώ βρίσκονται ακόμη πιο μακριά από τη δυνατότητα μιας ενεργούς και μαχητικής διεθνιστικής στήριξης ενός αγώνα.

Θεσσαλονίκη-Αντίσταση 2003

Τι κάνουμε πιο συγκεκριμένα και έτσι όπως μας τίθεται το ζήτημα με αφορμή τον Ιούνη του 2003. Από γενική άποψη θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα διαφορετικό από αυτά που έτσι ή αλλιώς θα κάναμε. Ετσι ή αλλιώς η πάλη μας και στα μέτωπα που ορίζουμε δεν άρχισε σήμερα και δεν πρόκειται να τελειώσει τον Ιούνη. Εκτιμούμε ωστόσο (και όχι μόνο εμείς), ότι θα δημιουργηθεί (ήδη εκδηλώνεται) μια πολύ μεγάλη κινητικότητα τοπικά και διεθνώς με αφορμή ακριβώς τη σύνοδο του Ιούνη. Αυτό δημιουργεί μεγαλύτερες δυνατότητες και υποχρεώσεις παρέμβασης αλλά και προσδοκίες καλύτερων αποτελεσμάτων. Αυτές ακριβώς οι εκτιμήσεις ήταν που οδήγησαν στη συγκρότηση της πρωτοβουλίας «Θεσσαλονίκη-Αντίσταση 2003» καθώς και η αναγκαιότητα να τεθούν με συγκεκριμένο τρόπο συγκεκριμένα ζητήματα και να ανοιχτούν τα αντίστοιχα μέτωπα.
Το πρώτο ζήτημα που οφείλουμε να θέσουμε άμεσα και με όλες μας τις δυνάμεις συνδέεται με την επικείμενη επιδρομή των Αμερικανών στο Ιράκ. Πρόκειται για το κρίσιμο ζήτημα των ημερών σαν τέτοιο θα παραμείνει πιθανότατα μέχρι τον Ιούνη ή και πέρα απ’ αυτόν και σαν τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί. Η «πρωτοβουλία» θα πρέπει άμεσα να πάρει …πρωτοβουλίες για την ανάδειξή του στην πρώτη γραμμή. Θα πρέπει να κινηθεί αποφασιστικά είτε μόνη της είτε με άλλες δυνάμεις στην κατεύθυνση της ευρύτερης δυνατής καταδίκης Ελλαδικά αλλά και διεθνώς καθώς και της οποιασδήποτε συμμετοχής σ’ αυτόν.
Παράλληλα συνεχής προσπάθεια για ανάδειξη και καταγγελία του ρόλου των ΗΠΑ σαν του μεγαλύτερου εχθρού των λαών και αυτόν από τον οποίο προέρχονται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τον κόσμο.
Την ίδια στιγμή, άνοιγμα μετώπου ενάντια στις αυταπάτες που ήδη προωθούνται «με τρόπο» για το ρόλο των άλλων ιμπεριαλιστών και ειδικότερα των Ευρωπαίων. Οι όποιες αντιθέσεις τους με τις ΗΠΑ είτε σαν ΕΕ είτε σαν κάθε ξεχωριστός ιμπεριαλιστής δεν αφορά καθόλου στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους λαούς αλλά στην κατανομή ρόλων και στη διανομή της λείας.
Προβολή και ανάδειξη κρίσιμων ζητημάτων όπως το Παλαιστινιακό, το Κυπριακό (πιθανά Βενεζουέλας κ.ά.) και άνοιγμα των αντίστοιχων μετώπων πάλης.
Διαρκής πάλη στο μέτωπο της αντίστασης στην επίθεση του συστήματος ενάντια στις εργαζόμενες μάζες σ΄ όλη τη διάρκεια και σε όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί ή θα τεθούν στην πορεία.

«Παγκοσμιοποίηση» ή ιμπεριαλισμός

Ενα ιδιαίτερο ιδεολογικό πολιτικό μέτωπο θα πρέπει να ανοιχτεί στη βάση της διάστασης «παγκοσμιοποίηση» ή ιμπεριαλισμός. Οι λόγοι πολλοί και σοβαροί.
Το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης» αποτελεί στις μέρες μας αυτό που αποτελεί τη βάση στήριξης της επιχείρησης αποπροσανατολισμού των μαζών και δημιουργίας σύγχυσης.
Είναι αυτό που με τη διαρκή συνδρομή των ΜΜΕ και με κάθε άλλο τρόπο δεσπόζει στην όλη πολιτική φιλολογία και διαμορφώνει τρόπους σκέψης. Τροφοδοτείται, ενισχύεται και αναπαράγεται όχι μόνο από κέντρα και παράγοντες του συστήματος αλλά και από ρεφορμιστές «παραδοσιακούς» και μεταμοντέρνους όπως ήδη αναφερθήκαμε.
Η σύγχυση τροφοδοτείται ακόμη και από τις δυνάμεις εκείνες της «άλλης πλευράς» που αντιτίθενται καθώς διακηρύσσουν στην «ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση».
Το θέμα εδώ είναι -και καθώς ήδη αναφέραμε- όχι τόσο στη σύγχυση ως προς την ορολογία, αλλά στην επαμφοτερίζουσα στάση ως προς την ουσία του ζητήματος.
Ανάλογα ζητήματα τίθενται -αλλά όχι από την ίδια κατεύθυνση και στην ίδια βάση- και για δυνάμεις που αντιτάσσονται στην «παγκοσμιοποίηση» τον «παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό» ή με όποιον άλλο ανάλογο όρο τίθενται κάθε φορά σε χρήση. Το κύριο πρόβλημα και πάλι δεν είναι στους όρους ή στην τυπική ιεράρχηση (αν τίθεται πρώτο το αντικαπιταλιστικό ή αντιιμπεριαλιστικό). Το πρόβλημα ουσίας με αυτές τις δυνάμεις είναι αν δέχονται πραγματικά την αντιιμπεριαλιστική διάσταση της πάλης των λαών και σ’ όλη τη σημασία της ή την «τσοντάρουν» απλώς σαν συμπλήρωμα της πάλης ενάντια στον «παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό». Ακόμη περισσότερο, το ότι η άποψή τους δεν απέχει όσο ίσως φαντάζονται (αν τη δεχτούμε σαν απλώς λάθος) από την κυρίαρχη άποψη, τόσο σαν σύλληψη και συνολική θεώρηση όσο και σε αναφορά με την πολιτική που αυτή υπαγορεύει.
Συνολικά υπάρχει μια σύγχυση με πιο χαρακτηριστική ίσως έκφρασή της το γεγονός ότι ακόμη και σε οργανώσεις και κινήματα με σαφέστατο αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό (από άποψη ουσίας θέσεων) και με σημαντική ανάπτυξη της πάλης τους σ’ αυτό το μέτωπο (έως και ένοπλης) βλέπουμε να ενσωματώνονται σε επίπεδο ορολογίας, στοιχεία της κυρίαρχης και αποπροσανατολιστικής άποψης.
Η αναγκαιότητα συνεπώς τού να ανοιχτεί ένα ξεκάθαρο μέτωπο ενάντια στην σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό είναι παραπάνω από φανερή. Αυτή η αναγκαιότητα προσδιορίζει (μαζί με άλλα στα οποία αναφερθήκαμε) την κίνηση και την πάλη μας, τόσο γενικά όσο και σε αναφορά με τη συγκεκριμένη περίπτωση (Θεσσαλονίκη 2003) και την τακτική της αντιμετώπιση.
Εκτιμούμε ότι ακριβώς σ’ αυτή την περίοδο όπου θα δεσπόζει το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης» (υπέρ και «κατά») όχι μόνο πρέπει αλλά διαμορφώνονται και ευνοϊκές προϋποθέσεις για το άνοιγμα ενός τέτοιου μετώπου.
Ο ένας και προφανής παράγοντας είναι το ότι θα υπάρξει αυξημένη κινητικότητα κόσμου, ο οποίος μάλιστα θα είναι δεκτικός σε μηνύματα και απόψεις. Ο δεύτερος συνδέεται με την ίδια την άποψη, τη δύναμή της ή αν θέλετε τη σαθρότητα των ιδεολογημάτων που προβάλλονται και που μόνο η απουσία συγκεκριμένου αντίλογου τα κάνει «ισχυρά». Μάλιστα και όπως έχει ήδη φανεί και παρά τις λιγοστές δυνάμεις, σε όσες περιπτώσεις κατορθώσαμε να θέσουμε το ζήτημα συγκεκριμένα, οι πάντες αναγκάζονται να προσθέσουν και ολίγον (ή περισσότερον) αντιιμπεριαλισμό στα θεωρήματά τους.

Υ.Γ.1: Το ότι οι ρεφορμιστές είναι αδιόρθωτοι φαίνεται και από κάποιες νέες προσπάθειες «μεταμόρφωσης» (για κάθε ενδεχόμενο και δια πάσαν χρήσιν) των αποπροσανατολιστικών διλημμάτων που προσπαθιέται να επιβληθούν στον κόσμο. Αναφερόμαστε στην άποψη των Νέγκρι και Χαρτ περί «Αυτοκρατορίας». Εδώ, πέρα από τα όσα ήδη ειπώθηκαν στην διεθνιστική εκδήλωση της Θεσσαλονίκης θα θέλαμε σύντομα να υπογραμμίσουμε τα εξής.
Πρόκειται για θεώρημα αποδοχής ακόμη και του ενδεχομένου ολοκληρωτικής κυριάρχησης της Αμερικανικής υπερδύναμης.
Πρόκειται (σε μια φάση που το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης φθείρεται και «από τα μέσα») για εμμονή σε μια αντίληψη που αγωνιά μη τυχόν και οι μάζες αναζητήσουν και -κυρίως- βρουν τον επαναστατικό, κομμουνιστικό, λενινιστικό δρόμο. Οχι, πρέπει να παραμείνουν στην κατεύθυνση «αναζήτησης» δρόμων «διόρθωσης» και «ανατροπής» (εννοείται «από τα μέσα») ακόμα και της πιο απόλυτης και ολοκληρωτικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.

Υ.Γ.2: Υπάρχει -εκ των πραγμάτων- ένα ζήτημα συντονισμού, διαφόρων κινήσεων, πρωτοβουλιών κλπ, και πολύ περισσότερο θα τεθεί (και σαν πρακτικό ζήτημα) όσο θα πλησιάζουμε στον Ιούνη. Ήμασταν πάντα και παραμένουμε θετικοί σε μια τέτοια λογική και εννοείται όχι σε βάρος των πολιτικών μας θέσεων, στοχεύσεων και ιεραρχήσεων, όπως άλλωστε ισχύει για τον καθένα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου