Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ

Προλεταριακή Σημαία φ. 616, 617, 619, 620 
(Μάρτης - Μάης 2009)

Η στρατηγική αναδιάρθρωση των αμερικανικών βάσεων στον κόσμο και τα Βαλκάνια

«Νούφαρα» και «Μεγάλες κυρίες» στην υπηρεσία των δολοφόνων

Η πραγματική έναρξη της προσπάθειας των ΗΠΑ να αναδιατάξουν στρατηγικά τις βάσεις τους στον πλανήτη πρέπει να αναζητηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και αυτό άσχετα από το πότε «ωρίμασαν» και άρχισαν να προωθούνται οι επιλογές τους σ' αυτό το ζήτημα. Εκείνη την περίοδο είχε υπάρξει πια η κατάρρευση των καθεστώτων του ανύπαρκτου σοσιαλισμού, που σήμαινε παράλληλα  τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας (αλλά και της ΚΟΜΕΚΟΝ). Σημαντικό ρόλο σ' αυτό έπαιξε η κατάρρευση του κεντρικού πυλώνα του ανατολικού συνασπισμού, της ΕΣΣΔ, και η διάλυσή της. Στη Ρωσία, τον «επίσημο κληρονόμο» της πρώην ΕΣΣΔ, οι ανάγκες αντιμετώπισης του εσωτερικού εχθρού (προλεταριάτο, λαός), η ανάγκη αποκοπής από το «αμαρτωλό» παρελθόν αλλά και οι αυταπάτες των ιθυνόντων περί «συγκατοίκησης» με τις ΗΠΑ οδήγησαν στην ανεκδιήγητη πολιτική της γιελτσινικής περιόδου. Βέβαια στο φόντο αυτών των επιλογών υπήρχε το ουσιαστικό πρόβλημα συγκρότησης και διάταξης του κοινωνικοοικονομικού μπλοκ της νεοαστικής τάξης. Ετσι, η Ρωσία παραδόθηκε στην αυτοκαταστροφική μανία της νεοαστικής της τάξης.

Οι ΗΠΑ, που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για την ενίσχυση αυτής της αυτοκαταστροφικής τάσης, είδαν στις καταρρεύσεις του 1989-1991 την ιστορική ευκαιρία να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Το κύριο εμπόδιο παρέμεινε η Ρωσία σαν η μόνη χώρα στον κόσμο που μπορούσε να πλήξει τις ΗΠΑ στο έδαφός τους, οπότε και η μόνη χώρα που δεν μπορούσε να εκβιαστεί πυρηνικά από τις ΗΠΑ. Αν και υπήρχαν (και υπάρχουν ακόμα) σκέψεις στην αμερικανική ιμπεριαλιστική τάξη για ένα συντριπτικό πυρηνικό πλήγμα, επικράτησαν άλλες επιλογές. Αυτές διαρθρώνονταν γύρω από μια κεντρική ιδέα: την περικύκλωση, αποδυνάμωση της Ρωσίας και την εξουδετέρωση του πυρηνικού της οπλοστασίου. Βασικός άξονας για την προώθηση αυτής της «ιδέας» των αμερικανικών επιτελείων ήταν η επέκταση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή.
Παράλληλα η διάλυση του αντίπαλου συμφώνου είχε θέσει για τις ΗΠΑ το ζήτημα της παρουσίας τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Με βάση τα νέα δεδομένα, είχε λήξει για τις ΗΠΑ η «ιστορική εντολή» της παρουσίας τους στην Ευρώπη, «εντολή» που είχαν πάρει από το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και η οποία ανανεωνόταν συνεχώς στη βάση της αντιπαράθεσης των δύο στρατοπέδων. Είτε αυτά τα στρατόπεδα αναφέρονταν σε διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα (όπως μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50) είτε σε αντίπαλες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (από τα μέσα του '50 ως και την κατάρρευση). Ετσι, η επέκταση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή, ενώ φανερά στόχευε και στοχεύει τη Ρωσία, έχει επίσης στόχο την ανανέωση της αμερικανικής παρουσίας και στρατιωτικής ηγεμονίας-επικυριαρχίας στην Ευρώπη. Ωστε και μέσω αυτής της «οδού» να πιέζουν τις βασικές ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και την Ευρωπαϊκή Ενωση στην κατεύθυνση της συμμόρφωσης-ευθυγράμμισης με τις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές.
Η στρατηγική αναδιάρθρωση των αμερικανικών βάσεων και ευρύτερα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας όσον αφορά την Ευρώπη και τα Βαλκάνια έχει διάφορες πλευρές. Κύρια και κατ' αρχήν περιελάμβανε (και συνεχίζει να περιλαμβάνει) τη μετεγκατάσταση ορισμένων από τις δυνάμεις των ΗΠΑ που στάθμευαν στη Δυτική Ευρώπη (κύρια αφορά τη Γερμανία, επίσης την Ιταλία, την Ισπανία και την Ισλανδία) προς την Ανατολική και στο πλαίσιο της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά. Χωρίς βέβαια -και παρά τη σχετική φιλολογία- οι αλλαγές σ' αυτό το επίπεδο να είναι θεμελιώδεις, παρά το γεγονός πως είναι μεγάλες (όπως π.χ. στην πιο τρανταχτή περίπτωση της Γερμανίας). Η στρατηγική αναδιάρθρωση περιλαμβάνει φυσικά και σαν αιχμή του δόρατος την άκρως επιθετική κίνηση της εγκατάστασης της «αντιπυραυλικής ασπίδας» σε Πολωνία και Τσεχία. Οσο για τη νέα ηγεσία του Λευκού Οίκου, ενώ φαίνεται να συζητά μια τακτική καθυστέρηση ή ακόμα και μια (επίσης τακτική) υπαναχώρηση ή διαφοροποίηση σ' αυτό το πεδίο (αντιπυραυλική ασπίδα), κύρια σαν τμήμα της προσπάθειας επανασυννενόησης με την «παλιά Ευρώπη», δεν δείχνει διατεθειμένη (και γιατί άλλωστε;) να την εγκαταλείψει στρατηγικά. 
Αυτή η διαδικασία στρατηγικής αναδιάταξης και επανεξέτασης των βάσεων από τις ΗΠΑ βοηθήθηκε και από την κατάταξη των βάσεων σε τρεις βασικές κατηγορίες γύρω από τις οποίες οικοδομείται το νέο σύστημα των αμερικάνικων βάσεων σε όλο τον κόσμο. Ετσι οι βάσεις διακρίνονται στις εξής κατηγορίες.
α) Τις «κύριες επιχειρησιακές βάσεις» (Main Operating Bases) που χαρακτηρίζονται από τις μεγάλες μόνιμες δυνάμεις που σταθμεύουν εκεί καθώς και την ουσιαστική υποδομή που έχει στηθεί για να τις στηρίξει. Αυτές έχουν επίσης εγκαταστάσεις για τις οικογένειες των στρατιωτικών, σχολεία και χώρους αναψυχής.
β) Τις «προκεχωρημένες επιχειρησιακές μονάδες» (Forward Operating Sites) ή τις «μονάδες προεγκατάστασης» (Preposition Sites) για την έγκαιρη προώθηση εξοπλισμού. Λέγονται και «θερμές εγκαταστάσεις», οι οποίες στεγάζουν μια σχετικά μικρή στρατιωτική δύναμη αλλά μπορούν να φιλοξενήσουν προσωρινά πολλαπλάσιες δυνάμεις. Χρησιμεύουν για την εκπαίδευση του προσωπικού και για ασκήσεις με τη συμμετοχή περιφερειακών στρατών.
γ) Τις «συνεταιρικές περιοχές ασφαλείας» (Cooperative Security Location). Αυτές δεν έχουν σχεδόν καθόλου μόνιμο προσωπικό και συντηρούνται από τις χώρες υποδοχής. Προσφέρουν σημαντικά σημεία πρόσβασης σε περιοχές όπου εκδηλώνονται κρίσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας είναι η αεροπορική βάση στο Ramstein της Γερμανίας. Ως βάσεις που κατατάσσονται στη δεύτερη κατηγορία αναφέρονται οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Αμερικανών σε Ρουμανία και Βουλγαρία. Βάσεις που εμπίπτουν στην τρίτη κατηγορία προωθούνται στην Αφρική. Αλλά στοιχεία αυτής της κατηγορίας χρησιμοποιούνται ευρέως και στις βάσεις που σπέρνουν οι Αμερικανοί στις βαλκανικές χώρες. Διότι είναι φανερό πως ο παραπάνω διαχωρισμός δεν ισχύει πάντοτε στην πραγματική ζωή και γι' αυτό στην πράξη μια αμερικανική βάση μπορεί να συνδυάζει στοιχεία περισσότερα της μιας κατηγορίας. 
Επίσης, όπως αναφέρεται στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (29 Απριλίου 2007), σύμφωνα με το Διεθνές Δίκτυο για την Κατάργηση των Ξένων Βάσεων, «η νέα στρατηγική έχει στόχο τη δημιουργία ενός ιστού μικρών βάσεων, γνωστών ως lily pads (σ.σ.: βάσεις νούφαρα, βλέπετε οι δολοφόνοι έχουν ενίοτε και ποιητική διάθεση), που επιτρέπουν τεράστια ευελιξία και ταχύτητα στην ανάπτυξη της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη αλλά και την ταυτόχρονη στρατιωτική δράση σε περισσότερα του ενός "εχθρικά μέτωπα"(...) Διαθέτει (σ.σ.: η κάθε lily pad) από 1.000 έως 3.000 στρατιώτες, αλλά έχει συγχρόνως την ικανότητα να υποδεχθεί πολλαπλάσιο αριθμό στρατιωτών ανά πάσα στιγμή».
Οι αμερικανικές βάσεις στα Βαλκάνια έχουν έντονο το προηγούμενο στοιχείο. Δηλαδή, πέρα από κατηγοριοποιήσεις που ορισμένες φορές δεν είναι ασφαλείς, οι ΗΠΑ στήνουν στα Βαλκάνια ένα αρκετά πυκνό δίκτυο-ιστό στρατιωτικών εγκαταστάσεων και βάσεων(Lily pads-νούφαρα). Που είναι ευέλικτες, έχουν αρκετή αυτονομία αλλά και λειτουργούν συμπληρωματικά τόσο μεταξύ τους όσο και με το υπόλοιπο «παλιό» δίκτυο των μεγάλων βάσεων της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μέσα σε αυτό το πυκνό δίκτυο κάποιες βάσεις, όπως το Camp Bondsteel (Grande Dame - Μεγάλη Κυρία την ονομάζουν οι Αμερικανοί), παίζουν το ρόλο κεντρικών κόμβων στο όλο πλέγμα, αποτελούν βάσεις κλειδιά στην όλη στρατιωτική διάταξη των βάσεων τόσο της περιοχής των Βαλκανίων όσο και γενικότερα της Ευρώπης αλλά και του κόσμου.
Συνοψίζοντας, οι στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στα Βαλκάνια συμπληρώνουν το κενό που υπήρχε στο τόξο-ζώνη περικύκλωσης της Ρωσίας. Συμβάλλουν ώστε να θωρακιστεί-σφραγιστεί η περιοχή των Βαλκανίων για λογαριασμό του αμερικανικού ιμπεριαλισμού απέναντι στις προσπάθειες επαναδιείσδυσης της Ρωσίας. Συμπιέζουν τις προσπάθειες των δυτικοευρωπαίων ιμπεριαλιστών να δράσουν αυτοδύναμα στην περιοχή και τους βάζουν να λειτουργούν κάτω από την αμερικάνικη επικυριαρχία. Συμβάλλουν στη συνολική πολιτική εξάρτησης και ελέγχου των χωρών αυτών από τις ΗΠΑ. Λειτουργούν σαν υποβοηθητικός παράγοντας ενίσχυσης της πολιτικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης των ντόπιων αστικών τάξεων απέναντι στην εργατική τάξη και τους λαούς της περιοχής.
Στην όλη γεωστρατηγική χρησιμοποίηση των βάσεων αυτών πρέπει να συνυπολογιστεί και η πλευρά του ελέγχου των δρόμων μεταφοράς ενεργειακών πόρων από την Κεντρική Ασία. Χωρίς να επεκταθούμε, να τονίσουμε μόνο πως και μόνο να δει κάποιος τους υπάρχοντες και τους υπό σχεδιασμό αγωγούς και δρόμους μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου που διέρχονται από τα Βαλκάνια αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα που έχει και αυτή η πλευρά και πώς επιδρά, αλλά προπαντός πώς επηρεάζεται καθοριστικά από τους στρατιωτικο-πολιτικούς προσανατολισμούς και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που παρεμβαίνουν στην περιοχή. 
Αυτό το τελευταίο είναι και το πιο σοβαρό. Γιατί είναι -τουλάχιστον για μας- προφανές πως το δίκτυο των αμερικανικών βάσεων στα Βαλκάνια, που σε συνάρτηση με τις επιδιώξεις των υπόλοιπων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αντικειμενικά μετατρέπει την περιοχή σε πεδίο άγριου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, έχει σαν αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζει τους κινδύνους να βρεθούν οι λαοί τους στη μέση μιας οξύτατης σύγκρουσης από την οποία θα είναι όλοι χαμένοι.


ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ - Α' ΜΕΡΟΣ

Οι αμερικανικές βάσεις στα ανατολικά Βαλκάνια - «lily pads» σε Βουλγαρία και Ρουμανία
Οι διαδικασίες εγκατάστασης αμερικανικών βάσεων σε Βουλγαρία και Ρουμανία επιταχύνθηκαν μετά και την είσοδό τους στην επιθετική ιμπεριαλιστική συμμαχία του ΝΑΤΟ το 2004. Ομως οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις των δύο χωρών κατά την εισβολή τους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Οι βάσεις αυτές αποτελούν τμήμα της νέας στρατηγικής αναδιάρθρωσης της αμερικάνικης στρατιωτικής παρουσίας, ώστε αυτή να προσαρμοστεί στις «νέες απειλές» μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όπως αναφέρουν αμερικανοί αξιωματούχοι.
Οι βάσεις σε Βουλγαρία και Ρουμανία κατατάσσονται -από τους αμερικάνους ειδικούς- από την άποψη του ρόλου τους στη δεύτερη κατηγορία (δες το άρθρο για τη στρατηγική αναδιάρθρωση των αμερικάνικων βάσεων), αυτή των «προκεχωρημένων επιχειρησιακών μονάδων».
Ταυτόχρονα όμως, από την άποψη του τι χρησιμοποιούν, δανείζονται στοιχεία και της τρίτης κατηγορίας, των «συνεταιρικών περιοχών ασφαλείας». Κι αυτό διότι οι βάσεις αυτές δεν φτιάχνονται από το «μηδέν», από τα θεμέλια δηλαδή, όπως έκαναν παλιότερα, αλλά για τις στρατιωτικές τους δυνάμεις χρησιμοποιούνται εθνικές εγκαταστάσεις των χωρών υποδοχής. Αυτό τους δίνει ευελιξία, μικρότερο κόστος αλλά και τη δυνατότητα να μην τις παρουσιάζουν σαν βάσεις, προσπαθώντας και με αυτόν τον τρόπο να μετριάσουν τις αντιδράσεις των ντόπιων πληθυσμών ή των ανταγωνιστών τους.
Ταυτόχρονα θα συμπληρώναμε πως η γειτνίαση των χωρών αυτών με τη Ρωσία, το γεγονός πως βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του πυρός και άρα πως είναι πλήρως αναλώσιμες σε μια ενδεχόμενη εμπλοκή δεν επιτρέπει τη δημιουργία από την αρχή τεράστιων στρατιωτικών εγκαταστάσεων, όπως παλιά, αλλά «σπρώχνει» στη δημιουργία «συνεταιρικών» lily pads με ρόλο «προκεχωρημένων» φυλακίων. Βέβαια, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, τίποτα δεν αποκλείει, ίσα ίσα το αντίθετο, μια από αυτές τις βάσεις -από την άποψη της ευθύνης, του ρόλου της αλλά και του μεγέθους της- να λειτουργεί σαν «κύρια επιχειρησιακή μονάδα» (Main Operating Base) και να έχει το χαρακτήρα καθοδηγητικού κέντρου για τις υπόλοιπες lily pads της χώρας υποδοχής. Ετσι, να αποτελεί επιπλέον έναν από εκείνους τους «κόμβους» στον ιστό των νέων βάσεων ο οποίος δίνει συνεκτικότητα στο όλο σύστημα.
Οι δύο λοιπόν χώρες έχουν παραχωρήσει η καθεμία από τέσσερεις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες θα μεταφέρουν εκεί τη Δύναμη Κρούσης της Ανατολικής Ευρώπης (Eastern European Task Force) που πριν ήταν εγκατεστημένη στη Γερμανία.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
Παρά την αντίθεση της πλειοψηφίας του λαού της, η Βουλγαρία, που έγινε μέλος του ΝΑΤΟ το 2004 και επιθυμεί να φανεί πρόθυμη σύμμαχος, έχει επιτρέψει τις ασκήσεις εκπαίδευσης ξένων στρατιωτών στις βουλγαρικές βάσεις. Οι «βουλγαρο-αμερικανικές κοινές στρατιωτικές εγκαταστάσεις» -όπως ονομάζουν οι δύο πλευρές τις βάσεις των ΗΠΑ στη Βουλγαρία- καθορίστηκαν από τη διμερή αμυντική συμφωνία που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2006 και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιουνίου του ίδιου έτους και έχει δεκαετή διάρκεια. Οι βάσεις αυτές μαζί με τις αντίστοιχες της Ρουμανίας θα ανήκουν στην Task Force East (Δύναμη Κρούσης Ανατολή) που μέχρι πρότινος στάθμευε στη Γερμανία. Οι βάσεις θα επανδρώνονται από εναλλασσόμενες αμερικανικές ταξιαρχίες, ενώ δεν θα ξεπερνούν τους 25.000 στρατιώτες. Η συμφωνία προβλέπει την παροχή ασυλίας στο στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ, ενώ δίνει τη δυνατότητα στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις για αποστολές σε «τρίτες χώρες» χωρίς να χρειάζεται η άδεια των βουλγαρικών αρχών.
Βάσει της συμφωνίας οι Αμερικανοί πήραν το δικαίωμα χρήσης των αεροδρομίων Bezmer και Graf Ignitievo, το πεδίο βολής στο Novo Selo. Επίσης, οι αμερικανοί στρατιώτες μπορούν να χρησιμοποιούν αποθήκες του βουλγαρικού στρατού (στο AYTOS Logistics Senter) κοντά στην παραθαλάσσια πόλη και σημαντικό λιμάνι Μπουργκάς.
Η Αεροπορική Βάση Μπεσμέρ (Air Base Besmer) βρίσκεται 10 χλμ. δυτικά της πόλης Yampol και 30 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης Sliven, μεταξύ των χωριών Besmer (από αυτό πήρε και το όνομά της) και Bolyasko και κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει τη Σόφια με το άλλο μεγάλο λιμάνι της Βουλγαρίας, τη Βάρνα. Η στρατηγική θέση και οι ιδιαίτερα ευνοϊκές καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή εκτιμήθηκαν ακόμα από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η γερμανική Imperial Air Service έχτισε στη Yampol αεροπορική βάση για ζέπελιν που χρησιμοποιήθηκαν για αναγνωριστικές αποστολές βομβαρδισμού στη Ρουμανία, τη Ρωσία, το Σουδάν και τη Μάλτα.
Μετά την παραχώρησή της στις ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκε σε μια σειρά κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, όπως την άσκηση της PfP (Partnership for Peace) και τη βουλγαρο-αμερικανο-ρουμάνικη το 2006 με την επωνυμία «Αμεση Ανταπόκριση 2006». Η βάση έχει σύγχρονα συστήματα επικοινωνίας, ενημέρωσης και πλοήγησης, ενώ ήδη σχεδιάζεται ο εκσυγχρονισμός και η ανάπτυξη των υποδομών της, όπως η επέκταση του διαδρόμου, που θα διευρύνουν το φάσμα των δραστηριοτήτων που μπορεί να υποστηρίξει. Η Besmer Air Base αναμένεται να καταστεί ένα από τα κυριότερα στρατηγικά αεροδρόμια για τη στέγαση των μαχητικών αεροπλάνων των ΗΠΑ στο εξωτερικό.
Η Daniel Widome, συγγραφέας και αναλύτρια θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, την κατέταξε στις έξι σημαντικότερες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις. Σε άρθρο της αναφέρει σχετικά: «Η βάση: Η Besmer αντανακλά μια ευρύτερη τάση για πιο ευέλικτες και λιτές βάσεις στην Ανατολική Ευρώπη, μακριά από τα μεγάλα στρατιωτικά συγκροτήματα της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Για να διατηρήσει ένα χαμηλό προφίλ στις χώρες υποδοχής, το Πεντάγωνο είναι ακόμα επιφυλακτικό στο να αναφερθεί η Besmer ως βάση και τονίζει ότι οι χώρες υποδοχής διατηρούν τον πλήρη έλεγχο των εγκαταστάσεών τους.
Η σημασία: Σε σύγκριση με τις αμερικανικές βάσεις της "παλαιάς" Ευρώπης, η βάση Besmer και γενικά οι βάσεις στην Ανατολική Ευρώπη είναι φθηνότερες και λειτουργούν πιο κοντά στα δυνητικά "καυτά σημεία" (σ.σ.: «hot spots») της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας. Στην περίοδο της σύγκρουσης, ο στρατός θα χρησιμοποιήσει αυτά τα εργαλεία για μεταφορά "κύματος" των ανδρών και υλικού προς τις γραμμές του μετώπου. Η ελπίδα είναι ότι στο πρώην σοβιετικό μπλοκ οι χώρες υποδοχής θα είναι πιο δεκτικές σε βάσεις των ΗΠΑ σε σχέση με τις άλλες χώρες της "παλαιάς" Ευρώπης που έχουν βάσεις και είναι λιγότερο πιθανό να μπλοκάρουν τη χρήση τους σε μια στιγμή της σύγκρουσης.»
Η Αεροπορική Βάση Graf Ignatievo (Graf Ignatievo Air Base) βρίσκεται στην κεντρική Βουλγαρία, στο χωριό με το ίδιο όνομα και περίπου 10 χλμ. βόρεια της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας, το Plovdiv. Συχνά αποκαλείται από τη βουλγάρικη κοινωνία «γερμανικό αεροδρόμιο» διότι το αεροδρόμιο κατασκευάστηκε με τη βοήθεια μηχανικών του Γ' Ράιχ κατά τη δεκαετία του 1930 και είχε σκοπό να στεγάσει μονάδες της Luftwaffe. Στις μέρες μας αποτελεί το μόνο αεροδρόμιο που στεγάζει μαχητικές αεροπορικές δυνάμεις της Βουλγαρίας. Η βάση είναι επίσης στη λίστα των πιθανών προσωρινών φυλακών της «Air CIA».

ΡΟΥΜΑΝΙΑ
Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν ήδη από το 1999 τέσσερεις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Ρουμανίας, ενώ αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εισβολή των Αμερικανών και των «πρόθυμων» συμμάχων τους τόσο στο Ιράκ όσο και στο Αφγανιστάν. Με τη συμφωνία -δεκαετούς διάρκειας- που υπογράφηκε το Δεκέμβριο του 2005 μεταξύ ΗΠΑ και Ρουμανίας και επικυρώθηκε από το ρουμάνικο κοινοβούλιο τον Ιούνιο του 2006 δόθηκε στις ΗΠΑ η άδεια για τη δημιουργία των πρώτων αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οπως είχε τότε δηλώσει η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις, «η παρουσία στρατιωτικών βάσεων κοντά στη Μαύρη Θάλασσα φέρνει τα αμερικανικά στρατεύματα σε πιο κοντινή απόσταση από “κρίσιμες περιοχές” όπως η Μέση Ανατολή και η Κεντρική Ασία» (σ.σ.: «ξέχασε» τη Ρωσία…).
Η συμφωνία προβλέπει πως θα δημιουργηθεί μια Δύναμη Επέμβασης (Κρούσης) της Ανατολικής Ευρώπης (EETAF, Eastern European Task Force), γνωστή και ως Joint Task Force East, η οποία, όσον αφορά τη ρουμάνικη συνιστώσα, θα αποτελείται από έως και 1.500 στρατιώτες που θα εναλλάσσονται στις βάσεις αυτές και ένα Γενικό Επιτελείο από περίπου 100 άτομα που θα εγκατασταθεί μόνιμα στην αεροπορική βάση Μιχαήλ Κογκαλνιτσεάνου. Το στρατιωτικό, δηλαδή, αεροδρόμιο που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι της Κοστάντζα στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ΗΠΑ θα στέλνουν στρατιωτικές μονάδες αποτελούμενες από 600 έως 1.200 άντρες για εκπαίδευση και οι οποίες θα αναπτύσσονται για περίπου τέσσερεις έως έξι μήνες. Οι στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν κατά περίπτωση να αυξηθούν, αλλά δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το μέγεθος μιας ταξιαρχίας (3.500 άντρες). Στη συμφωνία περιλαμβάνεται η εγκατάσταση και χρησιμοποίηση του στρατιωτικού αεροδρομίου Mihail Kogalniceanu καθώς και τριών άλλων κέντρων και περιοχών (Smardan, Babadag και Cincu) εκπαίδευσης και κατάρτισης για το πυροβολικό, το πεζικό, για ασκήσεις αεροπορικών βομβαρδισμών.
Πιο συγκεκριμένα, η συμφωνία περιελάμβανε τη μετατροπή του στρατιωτικού αεροδρομίου Mihail Kogalniceanu σε ομώνυμη αεροπορική βάση (Mihail Kogalniceanu Air Base) και, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, σε μια τεράστια αμερικανική στρατιωτική περιοχή ζωτικής σημασίας. Οι ΗΠΑ σκέφτονται να μετατρέψουν την Mihail Kogalniceanu Air Base σε μια «κύρια επιχειρησιακή βάση» (Main Operating Base) της Joint Task Force East και του στρατού των ΗΠΑ στην Ευρώπη, η οποία θα λειτουργεί σαν «καθοδηγητικό κέντρο» για τις υπόλοιπες βάσεις στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Ο διάδρομός του είναι αρκετά μεγάλος ώστε να μπορεί να «φιλοξενεί» για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα τα μεγαλύτερα αμερικανικά μεταγωγικά αεροσκάφη.
Το αεροδρόμιο βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ρουμανίας στην περιοχή Dobrogea, 26 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της παραθαλάσσιας πόλης της Κοστάντζα. Ηδη και πριν από την αμερικανορουμάνικη συμφωνία η Mihail Kogalniceanu Air Base (MKAB) χρησιμοποιήθηκε αρκετά από τις αμερικανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της εισβολής στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ τη χρησιμοποίησαν σαν κόμβο για τη μεταφορά 7.000 μάχιμων στρατευμάτων και του εξοπλισμού τους στο πρώτο στάδιο της εισβολής, ενώ είχαν εν λευκώ εξουσιοδότηση για τη χρήση του ρουμανικού εναέριου χώρου. Ταυτόχρονα η MKAB έχει κατηγορηθεί σαν μια από τις μυστικές φυλακές της περιβόητης Air CIA. Επίσης, και ενόσω διαρκούσε η πρόσφατη κλιμάκωση των απειλών προς το Ιράν, στη βάση προσγειώνονταν καθημερινά αμερικανικά F-15, F-16 και Α-10 αεροπλάνα, ενώ στη βάση είχαν ήδη αναπτυχθεί 2.000 άνδρες.
Μαζί με το MKAB οι Αμερικανοί έχουν ζητήσει από το ρουμανικό υπουργείο Αμυνας την άδεια να διεξάγουν αεροπορικές ασκήσεις χρησιμοποιώντας την Αεροπορική Βάση Fetesti (Air Base Fetesti) και την Αεροπορική Βάση Campia Turzii (Campia Turzii Air Base).
To Κέντρο Εκπαίδευσης Σμαρντάν (Smardan Training Range) στην Ανατολική Ρουμανία στην κομητεία Tulcea, του οποίου η έκταση φτάνει στα 850 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει πάνω από 600 στρατιώτες. Σ’ αυτό υπάρχει η δυνατότητα να πραγματοποιηθούν ασκήσεις που αφορούν προσομοιωμένες επιθέσεις χημικού πολέμου.
Το Κέντρο (ή η περιοχή) Εκπαίδευσης Μπαμπαντάγκ (Babadag Training Area) επίσης στην κομητεία Tulcea στα πυκνά δασώδη υψίπεδα της βόρειας Dobrogea, του οποίου η έκταση είναι 270 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει περίπου 250 στρατιώτες. Το Babadag Training Area είναι από τα μεγαλύτερα και πιο σύγχρονα κέντρα κατάρτισης και χρησιμοποιείται κυρίως για ασκήσεις πολέμου ξηράς.
Το Κέντρο Εκπαίδευσης Τσίνκου (Cincu Training Range and Rail Head) στα βουνά της κεντρικής Ρουμανίας, που χρησιμοποιείται για εκπαίδευση του πεζικού.
Στη χώρα λειτουργεί επίσης μια ναυτική αμερικανική βάση στο λιμάνι της Κοστάντζα που προσφέρει άμεση πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και από εκεί σε όλη την περιοχή και τις χώρες του Καυκάσου και της Κασπίας, σπάζοντας έτσι το μέχρι πρότινος μονοπώλιο της Μαύρης Θάλασσας από το ρώσικο ναυτικό στόλο.
Αμερικανικές βάσεις στα Κεντρικά και Δυτικά Βαλκάνια. Αναδιατάξεις και προσανατολισμοί - Β΄ ΜΕΡΟΣ

Οι βάσεις στην περιοχή των Κεντρικών και Δυτικών Βαλκανίων «προέκυψαν» σαν αποτελέσματα της αιματηρούς ανάμειξης και παρέμβασης των ΗΠΑ στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και σε δύο διαφορετικές φάσεις της επεμβατικής τους πολιτικής.
Οι βάσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη εγκαταστάθηκαν μετά το τέλος της πολεμικής εκεί σύγκρουσης και τη Συμφωνία του Ντέιτον που καθιστούσε την πρώην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Βοσνίας Ερζεγοβίνης αμερικανονατοϊκό προτεκτοράτο. Με τον ξένο διοικητή (ύπατος αρμοστής) του προτεκτοράτου να έχει πλήθος από εξουσίες τέτοιες που τον καθιστούσαν κάτι περισσότερο από τοπικό δικτάτορα και ο οποίος συνεργάζονταν με τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα κατοχής για την επιβολή της «τάξης».

Οι βάσεις στην περιοχή του Κοσόβου προέκυψαν έπειτα από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς που υπέστη η σέρβικη επικράτεια το 1999. Σήμερα το Κόσοβο έχει την «τιμή» να «φιλοξενεί» στο έδαφός του μια βάση-τέρας, το Camp Bondsteel, με καίριο ρόλο και σημασία στους αμερικανικούς γεωπολιτικούς-γεωστρατηγικούς επιθετικούς σχεδιασμούς.
Στην ΠΓΔΜ η αμερικανική στρατιωτική παρουσία χρονολογείται ακόμα από το 1992 και έπαιξε ρόλο σε όλη την εξέλιξη της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης στην περιοχή.
Στην Αλβανία λειτουργούν τουλάχιστον τρεις αμερικανικές βάσεις. Αυτές όχι μόνο είναι σαν να μην υπάρχουν στα επίσημα site της κυβέρνησης και των υπηρεσιών των ΗΠΑ, αλλά και οι αναφορές σε αυτές στον Τύπο καθώς και στο διαδίκτυο είναι με το σταγονόμετρο.
Κλείνοντας αυτή τη μικρή εισαγωγή να επισημάνουμε πως εδώ και μερικά χρόνια οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές έχουν μπει σε μια συνεχή διαδικασία αναδιάταξης-κλεισίματος-συγκεντροποίησης των βάσεών τους στην περιοχή των Κεντρικών και Δυτικών Βαλκανίων.

Αλβανία
Το πρώτο σημαντικό γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη της θεσμοποιημένης συνεργασίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Αλβανίας είναι η είσοδος της Αλβανίας στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας τον Ιούνιο του 1992. Ταυτόχρονα, από τότε και έπειτα η έδρα του ΝΑΤΟ θα γίνει τόπος προσκυνήματος για τις αλβανικές αντιπροσωπείες και αποστολές. Albania's inclusion into the North Atlantic Cooperation Council was soon followed by a deployment of an American Military Liaison Team to this Balkan country.The purpose of this American Military liaison team was to facilitate visits and exchanges between members of the US and Albanian militaries.Οι αυξανόμενοι στρατιωτικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών εδράζονται εκτός των άλλων σε μια στρατιωτική συμφωνία του 1993, η οποία έγινε γνωστή ως το Μνημόνιο Συμφωνίας για την Αμυντική Συνεργασία. Επιπλέον η Αλβανία θα γίνει η πρώτη χώρα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που θα ζητήσει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Τον Φεβρουάριο του 1994 συνδέθηκε με το ΝΑΤΟ μέσω της Σύμπραξης για την Ειρήνη (PfP)Albania has participated in numerous military training operations with the US and other NATO powers, and the CIA has used Albania as a base for air reconnaissance missions over Bosnia.. Η Αλβανία έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες στρατιωτικές ενέργειες κατάρτισης με τις ΗΠΑ και άλλες επεμβατικές δραστηριότητες του ΝΑΤΟ και η CIA έχει χρησιμοποιήσει την Αλβανία ως βάση για τις αεροπορικές κατασκοπευτικές αποστολές πάνω από τη Βοσνία. Στη συνέχεια η Αλβανία συμμετείχε στον λεγόμενο «Χάρτη της Αδριατικής» μαζί με την Κροατία και την ΠΓΔΜ, ένα πολιτικοστρατιωτικό εργαλείο των ΗΠΑ για την προσαρμογή των χωρών αυτών στα στάνταρ του ΝΑΤΟ και την εντονότερη πρόσδεσή τους στον αμερικανικό παράγοντα.In January 1995, the US Army finished building a radar station in northern Albania for use by the Albanian military. In addition, Albania opened its land, marine, and airport facilities to NATO operations in the former Yugoslavia. Η υπογραφή των πρωτοκόλλων για τη διαδικασία ένταξης της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ τελικά έγινε στη γνωστή σύνοδο του Βουκουρεστίου, τον Μάρτη του 2008. Πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ η Αλβανία θα γίνει στην «πανηγυρική» σύνοδο των 60χρονων του ΝΑΤΟ στα Κέελ-Στρασβούργο που πραγματοποιείται αυτές τις μέρες.
Για να ξαναγυρίσουμε πίσω στον χρόνο, η συμφωνία του 1993 (Μνημόνιο Συμφωνίας) επέτρεψε The agreement enabled the United States to use the Albanian military base Perlat, 35 miles southwest of Tirana, which became the first military facility to be used by the United States in a post Communist country.στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την αλβανική στρατιωτική βάση Perlat, 35 μίλια νοτιοδυτικά των Τιράνων. Επίσης τον Ιανουάριο του 1995, ο στρατός των ΗΠΑ κατασκεύασε έναν σταθμό ραντάρ στη Βόρεια Αλβανία για χρήση από τον αλβανικό στρατό. Επιπλέον, η Αλβανία άνοιξε τα χερσαία και θαλάσσια σύνορά της και τις αερολιμενικές της εγκαταστάσεις σε επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Οι ΗΠΑ επίσης χρησιμοποιούν τη ναυτική βάση στο Bisht Palle στην περιοχή Durres (Δυρράχιο), 50 χιλιόμετρα δυτικά των Τιράνων.
Επίσης στα Τίρανα λειτουργεί από το 2002, αρχηγείο του ΝΑΤΟ «για να συμβάλει διοικητικά και ελεγκτικά προς την KFOR», παρέχοντας επίσης «συμβουλές, βοήθεια και υποστήριξη προς την αλβανική κυβέρνηση» στην μεγάλη στρατιωτική αναδιάρθρωση (πλήρης αλλαγή του στρατιωτικού υλικού, αναδιάρθρωση όλων των μονάδων ξηράς, αέρος και θαλάσσης κ.λπ.) που με επιταγές των ΗΠΑ λαμβάνει χώρα στην Αλβανία.

Βοσνία-Ερζεγοβίνη
Στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μετά τη μεταβίβαση της ευθύνης τήρησης της Συμφωνίας του Ντέιτον από τη ΝΑΤΟϊκή SFOR στην Ευρωπαϊκή Δύναμη (EUFOR) της ΕΕ, οι Αμερικάνοι λειτουργούν μία βάση στην Tούζλα. Διαδοχικά από το 2002 έως το 2004 όταν έγινε η μεταβίβαση έκλεισαν η Comanche Βase -η οποία βρίσκονταν δίπλα στην Tuzla Air Base- και το BaseCamp Mc Govern. Σήμερα λειτουργεί επίσης -και υπό αμερικανική διοίκηση- ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο στο Camp Butmir που είναι ταυτόχρονα και η έδρα της EUFOR.
Η Αεροπορική Βάση της Τούζλας (Tuzla Air Base) άρχισε να χρησιμοποιείται από την πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ από τον Δεκέμβρη του 1995. Ο διάδρομος του αεροδρομίου θεωρούνταν ο καλύτερος που υπήρχε τότε στην περιοχή. Η διαδικασία εγκατάστασης των αμερικανικών δυνάμεων, των εφοδίων και του εξοπλισμού τους διήρκεσε αρκετούς μήνες, κατά τους οποίους έφταναν στη βάση έως και 40 φορτηγά αεροσκάφη την ημέρα. Μια από τις πιο σημαντικές βελτιώσεις της υποδομής της βάσης ήταν η ένταξή της στη στρατηγική εναέρια κυκλοφορία τον Οκτώβριο του 1998. Το αποτέλεσμα είναι πως από τότε αμερικανικά αεροπλάνα μπορούν να πετάξουν κατευθείαν από τις ΗΠΑ στην Τούζλα.

Κόσοβο και ΠΓΔΜ
Στο Κόσοβο λειτουργεί μία αμερικανική βάση το Camp Bondsteel, ενώ από το 1999 μέχρι το 2007 λειτουργούσε σε απόσταση μιας ώρας από το Camp Bondsteel και κοντά στο Γλκίνιανε το Camp Monteith με δύναμη 2.000 στρατιωτών. Όλες οι δραστηριότητες καθώς και το στρατιωτικό προσωπικό του BaseCamp Montieth μεταφέρθηκαν στο Camp Bondsteel.
Camp Bondsteel: η Grande Dame (Μεγάλη Κυρία) των Αμερικανών ή αλλιώς η (χερσαία) υπερβάση των ΗΠΑ στα Βαλκάνια
Σημαντικότερη βάση των Βαλκανίων αναδεικνύεται το Camp Bondsteel, στα σύνορα (που ακόμα είναι υπό αμφισβήτηση) του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ. Η βάση στεγάζει και το αρχηγείο της KFOR, της «ειρηνευτικής» ΝΑΤΟϊκής δύναμης κατοχής του Κοσόβου. Υποστηρίζεται ότι το αμερικανικό στρατόπεδο είναι το δεύτερο ανθρώπινο δημιούργημα, εκτός από το Σινικό Τείχος, το οποίο είναι ορατό από το Διάστημα.
Αμέσως μετά το τέλος των αεροπορικών βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία, τον Ιούνιο του 1999, οι ΗΠΑ απαλλοτρίωσαν με ταχείες διαδικασίες 955 στρέμματα στο Ουρόσεβατς, στο νοτιοανατολικό Κόσοβο. Ύστερα, σε χρόνο ρεκόρ, από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, προχώρησαν στην κατασκευή της βάσης Camp Bondsteel, που φιλοξενεί 7.000 αμερικανούς στρατιώτες (κάποιες πηγές αναφέρουν 9.000 στρατιώτες). Σύμφωνα με τον αξιωματικό Ρόμπερτ Μακ-Κλερ, μηχανικό του αμερικανικού στρατού, το πλάνο κατασκευής της υπερβάσης είχε ξεκινήσει προτού πέσει η πρώτη βόμβα στη Σερβία. Για την κατασκευή της μεγαλύτερης και πολυτελέστερης βάσης που φτιάχτηκε μετά τα χρόνια του Βιετνάμ, χρειάστηκε να δουλέψουν νυχθημερόν 7.000 αλβανοί εργάτες υπό την επίβλεψη 1.000 αμερικανών μηχανικών. Δαπανήθηκαν 36,6 εκατ. δολάρια, ενώ η ετήσια λειτουργία του κοστίζει κάπου 180. Κατασκευάστρια εταιρεία είναι η αμερικανική Halliburton μέσω της θυγατρικής της Brown & Root Services Corporation, διευθύνων σύμβουλος της οποίας υπήρξε ο επί Μπους αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Dick Cheney. Είναι χτισμένη στην είσοδο της κοιλάδας του Πρέσεβο, στον ενεργειακό διάδρομο νούμερο 8 τον οποίο η ΕΕ τον θεωρεί έναν από τους πιο σημαντικούς διαδρόμους Ανατολής-Δύσης για το παγκόσμιο εμπόριο και ο οποίος ήταν στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και των μονοπωλίων τους ακόμα από το 1992. Απέχει 149 χλμ. από τα ελληνικά σύνορα και 26 χλμ από τα Σκόπια. Διαθέτει από μονάδα υποκλοπής τηλεπικοινωνιών, μάζα κεραιών για επικοινωνίες, παραβολικό δίκτυο για δορυφορική επικοινωνία, ελικοδρόμιο, ουλαμό αρμάτων, έως υπερσύγχρονη νοσηλευτική μονάδα με τμήμα χημειοθεραπείας (εκεί νοσηλεύτηκε ο Ρουγκόβα), γήπεδο ράγκμπι, εκκλησία, γυμναστήριο αλλά και ...; οίκο ανοχής. Φιλοξενεί 60 επιθετικά ελικόπτερα Apache και Blackhawk, θα γίνει σύντομα βάση F-16 και Stelth που θα μεταφερθούν από τη βάση Aviano της Ιταλίας.
Η βάση-τέρας έχει περίμετρο 10 χιλιομέτρων, διαθέτει 300 κτίρια και είναι χτισμένη σε τρία επίπεδα. Γύρω της έχει προστατευτικό ανάχωμα ύψους 2,5 μέτρων και 9 παρατηρητήρια. Το οδικό δίκτυο μέσα στο στρατόπεδο ξεπερνά τα 25 χιλιόμετρα. Γύρω από τη βάση ο αμερικανικός στρατός ελέγχει 350 χιλιόμετρα δρόμων και 75 γέφυρες.
Είναι η δεύτερη, σε μέγεθος, αμερικανική βάση στον κόσμο μετά το Camp Anakoda στο Ιράκ. Ωστόσο το Camp Bondsteel φιλοδοξεί να πάρει την πρωτιά μετά την ολοκλήρωση μιας προσαρτημένης σε αυτή δίδυμης βάσης που ήδη κατασκευάζεται στην ΠΓΔΜ. Η δίδυμη βάση-τέρας περιλαμβάνει εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων, αεροδιάδρομο μαχητικών αεροσκαφών, ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης. Οι δύο βάσεις συνδέονται με διάδρομο μερικών χιλιομέτρων που διασχίζει τα (υπό αμφισβήτηση) σύνορα Κοσόβου-ΠΓΔΜ. Η υπερβάση Camp Bondsteel είναι φανερό πως παίζει σημαντικό στρατιωτικό ρόλο στον έλεγχο των Βαλκανίων από τις ΗΠΑ, και στην προσπάθεια εκπαραθύρωσης της Ρωσίας από την περιοχή, αλλά και στη συνεχή υπενθύμιση προς την ΕΕ για τις δυνατότητες που έχουν οι ΗΠΑ να αποσταθεροποιήσουν το μαλακό νοτιοανατολικό υπογάστριο της ΕΕ.
Ταυτόχρονα η υπερβάση γειτνιάζει με τον σημαντικό -και υπό σχεδιασμό- αγωγό πετρελαίου AMBO (ο αγωγός θα διέρχεται από τις νότιες παρυφές της δίδυμης βάσης). Άλλωστε οι περισσότερες από τις βάσεις που στήνουν τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ στα Βαλκάνια βρίσκονται πάνω στα «περάσματα» ήδη υπαρχόντων ή υπό σχεδιασμό αγωγών. Οι συγκρούσεις για τον έλεγχο των πηγών ενέργειας αλλά και των ενεργειακών δρόμων αποτελούν έτσι κι αλλιώς τμήμα του ανηλεούς ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και, πιο ειδικά, για το ζήτημα στο οποίο αναφερόμαστε, μέρος της στρατηγικής των ΗΠΑ για την παγκόσμια κυριαρχία.
Ο αμερικανικών συμφερόντων πετρελαιαγωγός AMBO -του οποίου την κατασκευή έχει αναλάβει η εταιρεία Halliburton- έχει προγραμματιστεί να ξεκινά από το βουλγαρικό λιμάνι Μπουργκάς και να καταλήγει μέσω της ΠΓΔΜ στο αλβανικό λιμάνι Viore (Αυλώνα). Είναι από τις σημαντικές κινήσεις των ΗΠΑ για τον έλεγχο των πετρελαίων και του φυσικού αερίου της Κασπίας. Μαζί με τον ήδη λειτουργούντα πετρελαιαγωγό BTC (Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϊχάν) καθώς και τον σχεδιαζόμενο αγωγό φυσικού αερίου NABUCO συμβάλλει στην προσπάθεια των ΗΠΑ να παρακάμψουν τη Ρωσία κατά τη μεταφορά των ενεργειακών πρώτων υλών της Κεντρικής Ασίας προς την Ευρώπη και τις ίδιες. Η αμερικανική εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ» είχε γράψει για το Camp Bondsteel πως «είναι φανερό πως οι ΗΠΑ έχουν αναλάβει μείζονες δεσμεύσεις στην περιοχή και σχεδιάζουν να μείνουν επί μακρόν» καθώς και ότι «η αυξανόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή υποχρεώνει τις ΗΠΑ να έχουν βάσεις και ελευθερία πτήσεων πάνω από τα Βαλκάνια για να μπορούν να προστατέψουν το πετρέλαιο της Κασπίας». Επίσης ο βρετανός στρατηγός Μάικλ Τζάκσον, όταν υπό τις διαταγές του ΝΑΤΟ βρίσκονταν στην ΠΓΔΜ όταν το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε τη Σερβία, είχε πει: «Είναι απολύτως απαραίτητο να εξασφαλίσουμε τη σταθερότητα στη Μακεδονία και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα είναι απαραίτητο να παραμείνουμε εδώ (το ΝΑΤΟ) για πολύ καιρό έτσι ώστε να μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια των ενεργειακών δρόμων που θα διασχίσουν τη χώρα ...;».

ΠΓΔΜ
Στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας η πρώτη βάση, το Camp Able Sentry, στήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας, το 1992.
Το Camp Able Sentry λειτούργησε σαν κόμβος διοικητικής μέριμνας και προσφοράς υλικοτεχνικής υποστήριξης κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία, την επέμβαση του ΝΑΤΟ και τους βομβαρδισμούς στη Σερβία και κατά τη διάρκεια των γεγονότων με τους αλβανούς αλυτρωτιστές στην ΠΓΔΜ. Πιο συγκεκριμένα, η βάση πρόσφερε στήριξη στα αμερικανικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια της ΝΑΤΟϊκής επεμβατικής επιχείρησης Joint Endeavor στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Υποστήριξε την επιχείρηση Allied Force (1999) στο Κόσοβο και αποτελούσε τον ενδιάμεσο χώρο στάσης για την ανάπτυξη όλων των αμερικανικών στρατευμάτων της Task Force Falcon στην περιοχή αμέσως μετά το τέλος των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών. Επίσης στήριξε την επιχείρηση Essential Harvest για τον «αφοπλισμό» των αλβανών αλυτρωτιστών μετά τα γεγονότα του 2001 στην ΠΓΔΜ που οδήγησαν στη Συμφωνία της Οχρίδας.
Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών δυνάμεων έχει αποσυρθεί και η βάση έχει το καθεστώς της «ζεστής βάσης» που σημαίνει ότι οι εγκαταστάσεις της συντηρούνται από μια μικρή ομάδα πολιτών για την περίπτωση που η βάση επαναχρησιμοποιηθεί. Ταυτόχρονα στη βάση στεγάζεται και ΝΑΤΟϊκό αρχηγείο.

Οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα - Το ιστορικό της εγκατάστασής τους - Γ' Μέρος

«Διά του παρόντος η Ελληνική Κυβέρνησις, υπό τας προϋποθέσεις και τους όρους τους καθοριζόμενους εν τη παρούση Συμφωνία, ως και επί τη βάσει των τεχνικών συνεννοήσεων μεταξύ των αρμοδίων αρχών των δύο κυβερνήσεων, εξουσιοδοτεί την κυβέρνησιν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να χρησιμοποιή οδούς, σιδηροδρομικάς γραμμάς και χώρους και να κατασκευάζη, αναπτύσση, χρησιμοποιή και θέτη εν λειτουργία στρατιωτικά και βοηθητικά έργα εν Ελλάδι, οία αι αρμόδιαι αρχαί των δύο κυβερνήσεων ήθελον θεωρήση κατά καιρούς ως αναγκαία διά την εφαρμογήν ή την προαγωγήν εγκεκριμένων σχεδίων του NATO. Η κατασκευή, ανάπτυξις, χρησιμοποίησις και θέσις εν λειτουργία τοιούτων έργων θα είναι σύμφωνος προς συστάσεις, τύπους και οδηγίας της Οργανώσεως της Βορειοατλαντικής Συνθήκης (NATO), όπου αύται είναι εφαρμόσιμοι.
Χάριν του σκοπού της παρούσης Συμφωνίας και συμφώνως προς τας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των δύο κυβερνήσεων διεξαχθησομένας τεχνικάς συνεννοήσεις η κυβέρνησις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δύναται να φέρη, εγκαθιστά και στεγάζη εν Ελλάδι προσωπικόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Αι ένοπλαι δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και το υπό τον έλεγχόν των υλικόν δύνανται να εισέρχωνται, εξέρχωνται, κυκλοφορούν, υπερίπτανται ελευθέρως εν Ελλάδι και εις τα χωρικά της ύδατα, υπό την επιφύλαξιν οιασδήποτε τεχνικής συνεννοήσεως εις ην ήθελον προέλθη αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο κυβερνήσεων. Αι ενέργειαι αύται απαλλάσσονται οιωνδήποτε τελών, δικαιωμάτων και φόρων».

Αυτά αναφέρονται στο πρώτο άρθρο της συμφωνίας για την εγκατάσταση των αμερικανικών βάσεων στη χώρα μας που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση του Α. Παπάγου στις 12 του Οκτώβρη του 1953. Είχαν προηγηθεί το Δόγμα Τρούμαν (12 Μαρτίου 1947) και το Σχέδιο Μάρσαλ (5 Ιουνίου 1947). Οπως επίσης η ίδρυση του ΝΑΤΟ (4 Απριλίου 1949) και η ένταξη της Ελλάδας σ' αυτήν την ιμπεριαλιστική δυτική στρατιωτικο-πολιτική συμμαχία (18 Φεβρουαρίου 1952).

Τα δύο μισά του «καρυδιού» και η είσοδος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ
Στις 24 Φεβρουαρίου του 1947, η Αγγλία κάνει σαφές μέσω του πρεσβευτή της στην Ουάσιγκτον πως δεν μπορεί πια να στηρίζει την ελληνική κυβέρνηση και το θρόνο. Ετσι, οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν την «προστασία» της Ελλάδας. Το «Δόγμα Τρούμαν» (ένα μήνα σχεδόν μετά) επισημοποιεί την αμερικανική εμπλοκή σε Ελλάδα και Τουρκία. Ο πρόεδρος Τρούμαν εξηγεί στο Κογκρέσο πως παρά το γεγονός πως δεν επρόκειτο για τέλειες δημοκρατίες (sic!) (σ.σ.: αυτές της Ελλάδας και της Τουρκίας) είχαν τεράστια στρατηγική σημασία μια και αποτελούσαν τις πύλες για τη Μαύρη Θάλασσα και την ΕΣΣΔ. Γενικότερα το «Δόγμα Τρούμαν» αποτελεί την έκφραση της στρατηγικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού απέναντι στην πρώην «σύμμαχο» ΕΣΣΔ και τις νεαρές Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης και συνολικότερα ενάντια στα αναπτυσσόμενα λαϊκά-εργατικά κινήματα.
Στις 5 του Ιούνη του 1947, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζορτζ Μάρσαλ, σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Χάρβαντ, ανακοινώνει ένα οικονομικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ θα ενισχύσουν οικονομικά της χώρες της Ευρώπης για την ανοικοδόμησή τους από τον πόλεμο.  Το «Σχέδιο Μάρσαλ», όπως έγινε ευρέως γνωστό, αποσκοπούσε τόσο στην ενδυνάμωση-επικυριαρχία των ΗΠΑ και των αμερικανικών μονοπωλίων στη δυτική Ευρώπη όσο και στην αποτροπή του «κομμουνιστικού κινδύνου». Αυτό το τελευταίο είχε δύο πλευρές. Η μία αφορούσε την εδραίωση της αστικής κυριαρχίας στο εσωτερικό των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, μιας και στο εσωτερικό πολλών από αυτές δρούσαν ισχυρά αριστερά και κομμουνιστικά κινήματα με σημαντική εμβέλεια -μέσα από την αντιναζιστική τους πάλη- στους λαούς. Η άλλη αφορούσε τις χώρες της Ανατολική Ευρώπης τις οποίες κυβερνούσαν συνασπισμοί με σημαντική έως καθοριστική την παρουσία κομμουνιστικών κομμάτων. Οι όροι για το πάρσιμο της «βοήθειας» ήταν τέτοιοι που εκβίαζαν τις χώρες αυτές και τους λαούς τους προς την κατεύθυνση της αποκομμουνιστικοποίησης και της «επαναφοράς» τους στον «ελεύθερο κόσμο». Δελέαζαν ενδιάμεσες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις να προχωρήσουν -όπως και έγινε- σε αντιπαράθεση και σε σύγκρουση με τους κομμουνιστές εταίρους τους στους συνασπισμούς-μέτωπα που κυβερνούσαν τις χώρες αυτές. Ηταν και αυτό μια πρώτη εκδήλωση της πολυπλόκαμης αντικομμουνιστικής επιχείρησης που εξαπέλυσαν παγκόσμια ο δυτικός κόσμος με επικεφαλής τις ΗΠΑ ενάντια στο σοσιαλισμό και το κομμουνιστικό κίνημα. Οπως έλεγε ο ίδιος ο Τρούμαν, αναφερόμενος στη σχέση μεταξύ του δόγματός του και του σχεδίου του υπουργού του των Εξωτερικών, «το εν και το άλλο αποτελούν τα δύο ημίσεα του ιδίου καρυδιού».  
Δύο χρόνια μετά ιδρύεται το ΝΑΤΟ. Στις 4 του Απρίλη του 1949, οι υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Βελγίου, του Καναδά, της Δανίας, της Ισλανδίας, του Λουξεμβούργου, της Νορβηγίας, της Ολλανδίας και της Πορτογαλίας στην Ουάσιγκτον υπογράφουν το Σύμφωνο του Βορείου Ατλαντικού και ιδρύουν τον Οργανισμό του Βορειοαντλαντικού Συμφώνου (North Atlantic Treaty Organization), το ΝΑΤΟ. Ο Χάρι Τρούμαν, αναφερόμενος στην επιρροή του συμφώνου, λέει ότι «δεν θα γίνει αισθητή μόνο εις την περιοχή την οποία καλύπτει αλλ' εις ολόκληρο τον κόσμο».
Το Φεβρουάριο του 1952 η κυβέρνηση Πλαστήρα-Βενιζέλου προχωρεί στην ένταξη της χώρας μας στο ΝΑΤΟ. Η ελληνική Βουλή κυρώνει το νόμο που βάζει τη χώρα στο ΝΑΤΟ. Η ΕΔΑ τον καταψηφίζει, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ από την πολιτική προσφυγιά καταγγέλλει την προσχώρηση της χώρας στον επιθετικό ιμπεριαλιστικό συνασπισμό και τα πολεμοκάπηλα σχέδια των ΗΠΑ και των υπόλοιπων ιμπεριαλιστών. Ταυτόχρονα εντάσσεται και η Τουρκία στο ΝΑΤΟ. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντιν Ατσεσον αναφέρει σχετικά: «Αρκεί να ρίξωμεν ένα βλέμμα στο χάρτην, διά να ειδώμεν ποια είναι η στρατηγική σημασία των δύο χωρών δια την δυτικήν άμυνα: φρουρούν τας ανατολικάς προσβάσεις προς την Μεσόγειον, περιλαμβανομένων και των στενών της Ιταλίας, από την Μαύρη Θάλασσαν προς την Κεντρικήν Μεσόγειον. Επιπλέον, η Τουρκία πλευροκοπεί τας χερσαίας οδούς, οι οποίες άγουν προς την Ρωσίαν προς τας πλούσιας πηγάς της Μέσης Ανατολής. Είναι δε γνωστή η απόφασις της Ελλάδος και της Τουρκίας να διατηρήσουν την ελευθερίαν και την ανεξαρτησίαν των και να αναπτύξουν περαιτέρω την δύναμίν των εις αποφασιστικόν φράγμα εναντίον του επιθετικού κομμουνισμού, ιδιαιτέρως εις την Μέσην Ανατολήν».

Η εγκατάσταση των βάσεων στην Ελλάδα
Η κυβέρνηση Πλαστήρα-Βενιζέλου, το 1952, αποδέχεται την παραχώρηση στις ΗΠΑ αεροπορικών βάσεων για να τις χρησιμοποιούν ανεξέλεγκτα. Το σχέδιο συμφωνίας που ήταν έτοιμη να υπογράψει έλεγε ότι  ««η βασιλική ελληνική κυβέρνηση παραχωρεί στην κυβέρνηση των ΗΠΑ το δικαίωμα να εγκαταστήσει στρατιωτικές αεροπορικές υπηρεσίες και επικοινωνίες σ' ολόκληρη την Ελλάδα, για μεταβατική περίοδο τριών χρόνων». Το σχέδιο λόγω εκλογών δεν υπογράφεται και τελικά η νέα κυβέρνηση του «Ελληνικού Συναγερμού» υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο σχεδόν ένα χρόνο μετά την ορκωμοσία της υπογράφει, στις 12 Οκτωβρίου του 1953, την πρώτη ελληνοαμερικανική συμφωνία για τις βάσεις. Οπως έκαναν γνωστό με ταυτόχρονη ανακοίνωσή τους οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι Ελλάδας και ΗΠΑ:
«Εις εκπλήρωσιν των εκ του άρθρου 3 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού απορρεουσών υποχρεώσεών των, η κυβέρνησις του Βασιλείου της Ελλάδος με την έγκρισιν της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως και η κυβέρνησις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής υπέγραψαν σήμερον μίαν Διμερήν Συμφωνίαν, παρέχουσα εις τας Ηνωμένας Πολιτείας το δικαίωμα όπως βελτιώσωσιν και χρησιμοποιήσωσιν από κοινού μετά της ελληνικής κυβερνήσεως ορισμένα αεροδρόμια και ναυτικάς εγκαταστάσεις εν Ελλάδι. Η συμφωνία έχει ως προορισμόν, διευκολυνομένης της ολοκληρώσεως της αμύνης της Ελλάδος, της αναπτυχθείσης κατά τα τελευταία πέντε έτη με την αμερικανικήν βοήθειαν, εντός του αμυντικού συστήματος του ΝΑΤΟ, να ενισχύση την ασφάλειαν της περιοχής του Βορείου Ατλαντικού και να διαφυλάξη την διεθνήν ειρήνην και ασφάλειαν. Η κοινή προσπάθεια των δύο χωρών όπως βελτιωθή και ενισχυθή η συλλογική ικανότης προς αντίστασιν εναντίον ενόπλου επιθέσεως αντικατοπτρίζει το επικρατούν πνεύμα συνεργασίας και τους δεσμούς φιλίας ήτις υφίσταται μεταξύ Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών».
Αυτή η πρώτη συμφωνία συμπληρώνεται το 1956, παραχωρώντας στις ΗΠΑ πλήρη ελευθερία στην εγκατάσταση όποιων βάσεων και στη διακίνηση όποιων στρατευμάτων ήθελαν. Επίσης νομοθετείται το καθεστώς της ετεροδικίας.
Στα χρόνια 1959-1961 έχουμε και την εγκατάσταση πυρηνικών στις βάσεις. Εν τω μεταξύ, παρά τη ρεβιζιονιστική πραξικοπηματική επικράτηση στο ΚΚΕ και την πολιτική ουράς που ακολουθεί η ΕΔΑ έναντι της Ενωσης Κέντρου, ο ελληνικός λαός και η αγωνιζόμενη νεολαία, οι κομμουνιστές έχουν στο διαρκές στόχαστρό τους την ιμπεριαλιστική εξάρτηση από ΗΠΑ και από ΕΟΚ (που αρχίζει να δυναμώνει) και με έναν ιδιαίτερο τρόπο την πάλη για το διώξιμο των βάσεων.
Με την επιβολή της αμερικανοκίνητης στρατιωτικής δικτατορίας, τον Απρίλη του 1967, η αμερικανοκρατία φτάνει στο απόγειό της. Η χώρα μας γίνεται βάση-ορμητήριο των ΗΠΑ για όλη την περιοχή. Σημαντικός είναι ο ρόλος που έπαιξαν οι στρατιωτικές βάσεις στην ενίσχυση του σιωνιστικού Ισραήλ στον πόλεμο των έξι ημερών, στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973. Αντίστοιχα καθοριστικές για το κίνημα της μεταπολίτευσης είναι οι γνωστές αντιιμπεριαλιστικές επιταγές της εξέγερσης του Νοέμβρη του 1973 που τότε συκοφαντούνταν ως αριστερισμός και τυχοδιωκτισμός από τα δύο αναθεωρητικά ΚΚΕ.

 Από την πτώση της χούντας στην «αλλαγή»
Η χρησιμοποίηση από τις ΗΠΑ των χουντικών μωροφιλοδοξιών για την προώθηση των δικών τους σχεδίων οδηγεί στην κυπριακή τραγωδία και στην ήττα της μεγαλοαστικής τάξης της χώρας από την αντίστοιχη της Τουρκίας. Η χούντα καταρρέει κάτω από το βάρος των προβλημάτων που δημιούργησε για το πολιτικοκοινωνικό καθεστώς της χώρας μας και γίνεται μεγάλη προσπάθεια ώστε η μετάβαση να είναι «ομαλή» και πλήρως ελεγχόμενη. Ταυτόχρονα έχει αναδειχτεί το αδιέξοδο μιας προσπάθειας από μεριάς των ΗΠΑ να ανακόψουν την ολοένα και κλιμακούμενη παρέμβαση και ρόλο που αποκτούσαν οι Δυτικοευρωπαίοι στη χώρα μας.
Το «συμβόλαιο του '74», ο επαναπροσδιορισμός των στηριγμάτων της μεγαλοαστικής τάξης, η προώθηση δηλαδή της διπλής εξάρτησης από ΗΠΑ-Δυτικοευρωπαίους, η δυσαρέσκεια της μεγαλοαστικής τάξης έναντι των ΗΠΑ για τη σχετική της υποβάθμιση έναντι της Τουρκίας και η ήττα της στην Κύπρο οδηγούν την κυβέρνηση Καραμανλή στην έξοδο της χώρας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (στο οποίο την ξαναβάζει λίγα χρόνια μετά).
Είναι φανερό πως οι παράγοντες της άρχουσας τάξης της χώρας επιδιώκουν και στο ζήτημα των βάσεων ένα είδος «εκσυγχρονισμού», προσαρμογής τους δηλαδή στα νέα δεδομένα και απαιτήσεις. Αλλά και η ηγεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για τους δικούς της λόγους επιζητεί έναν επαναπροσδιορισμό της χρησιμότητας των βάσεων στην περίοδο που έχει ανοιχτεί. Εχοντας αρχίσει να συνέρχεται από την ήττα στο Βιετνάμ, ξεκινά να διερευνά την επαναπροώθηση της επιθετικής της πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή και με στόχο την αποδυνάμωση του αντίπαλου -ιμπεριαλιστικού πια εδώ και καιρό- στρατοπέδου.
Το 1976 μονογραφείται ένα σχέδιο συμφωνίας το οποίο μένει ανενεργό για τρία χρόνια. Το 1980 γίνεται επανέναρξη των συνομιλιών για το καθεστώς των βάσεων στην Ελλάδα. Μετά από μια σειρά εμπλοκές οι ΗΠΑ καθιστούν σαφές πως θα διαπραγματευτούν το ζήτημα με τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.
αμερικανικες βασεις.jpgΗ πορεία ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση συνοδεύτηκε από εκτεταμένες αυταπάτες για το είδος και τα χαρακτηριστικά της «αλλαγής» που ευαγγελιζόν το ίδιο με προμετωπίδα το «σοσιαλισμός στις 18». Σημαντικότατο μερίδιο ευθύνης στον αφοπλισμό των λαϊκών και νεολαιίστικων μαζών έναντι της δημαγωγίας του ΠΑΣΟΚ έχουν οι δύο πόλοι της αναθεωρητικής-μεταρρυθμιστικής  «Αριστεράς» στη χώρα μας, το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ. Η βάφτιση του ΠΑΣΟΚ σε αντιιμπεριαλιστική δύναμη, εκείνο το αμίμητο «αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ», που απηχούσαν τις προσδοκίες της φλωρακικής ηγεσίας να επαναληφθεί το προηγούμενο της σύμπραξης του Σοσιαλιστικού Κόμματος του Μιτεράν με το ΚΚ Γαλλίας, οι μικρότερες -λόγω δυνατοτήτων και όχι λόγω διαφορετικών προσανατολισμών- προσδοκίες του «ανανεωτικού» ρεφορμισμού έστρωσαν το δρόμο για τη λεηλασία του αριστερού κόσμου από τη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του ΠΑΣΟΚ.
Στο ζήτημα των στρατιωτικών βάσεων, η διπλοπροσωπία, που την ανέδειξε σε επιστήμη το ΠΑΣΟΚ, δημιούργησε εκείνο το «φεύγουν οι βάσεις που μένουν» ή και αντίστροφα. Τον Οκτώβρη του 1982 αρχίζουν νέες διαπραγματεύσεις οι οποίες μετά από πολλές διακοπές οδηγούν στην υπογραφή της συμφωνίας για τις βάσεις στις 15 Ιουλίου του 1983, συμφωνία που το ΠΑΣΟΚ προπαγάνδιζε σαν συμφωνία απομάκρυνσης των βάσεων. Με τη συμφωνία παρατεινόταν η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μέσω των βάσεων για άλλα πέντε χρόνια και έπειτα, με το πέρας του χρόνου αυτού, η μη ανανέωσή της θα σήμαινε απομάκρυνσή τους. Ουσιαστικά ο Παπανδρέου επαναδιαπραγματευόταν το καθεστώς των βάσεων για τον προσπορισμό ωφελειών για λογαριασμό της μεγαλοαστικής τάξης. Εστελνε το μήνυμα στις ΗΠΑ ότι συνεχίζεται η καραμανλική «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική» (των πολλών «ισόρροπων» εξαρτήσεων ). Κέρδιζε πίστωση χρόνου για το ΠΑΣΟΚ και την άρχουσα τάξη της χώρας ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν και να μανουβράρουν τα αντιαμερικανικά και αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα και διαθέσεις του ελληνικού λαού που, παρά τα χτυπήματα από τα έξω και από τα μέσα, επέμεινε να θέλει να φύγουν οι βάσεις.
Το 1986, δύο χρόνια πριν από την εκπνοή της συμφωνίας, ο ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Τζόρτζ Σουλτς ανακοινώνει πως πέτυχε μια συμφωνία για τις βάσεις με τον έλληνα πρωθυπουργό Α. Παπανδρέου. Το Γενάρη του 1987 ο Παπανδρέου ανακοινώνει επίσημα -και υποκριτικά, διότι οι συνομιλίες είχαν ήδη αρχίσει- στη Βουλή την επανέναρξη των συνομιλιών για τις βάσεις «από μηδενική βάση». Λέει ακόμα πως το νέο κείμενο θα τεθεί σε δημοψήφισμα, προσπαθώντας να ελιχθεί απέναντι στο λαϊκό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα αλλά και για να δυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση της αστικής τάξης έναντι του υπερατλαντικού αφεντικού.

 Από την κρίση του 1989-1991 στην «Τεχνική Συμφωνία» του 2001
 Η ασθένεια του Α. Παπανδρέου, το γενικότερο λαχάνιασμα των φιλοδοξιών του ΠΑΣΟΚ αλλά και της άρχουσας τάξης, η ανάγκη της αστικής τάξης να προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς την αντιλαϊκή επίθεση μέσω του έτερου μεγαλοαστικού κόμματος, της ΝΔ, οδηγούν σε μια δίχρονη κρίση του πολιτικού συστήματος, με τη διενέργεια τριών εκλογικών αναμετρήσεων. Τότε η συνασπισμένη Αριστερά του ΚΚΕ και της ΕΑΡ (μετεξέλιξη του ΚΚΕεσ.) είναι που κάνει συγκυβέρνηση με τη ΝΔ και στη συνέχεια συμμετέχει στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Ξενοφώντα Ζολώτα, στρώνοντας έτσι το δρόμο στην καθαρόαιμη κυβέρνηση της ΝΔ υπό τον Κ. Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι που θα βάλει τις υπογραφές κάτω από το σχέδιο που συντάχθηκε επί ΠΑΣΟΚ και το οποίο το μόνο νέο που προβλέπει είναι η ετήσια ανανέωση της παρουσίας των αμερικανικών βάσεων ση χώρα μας, κάτι που συνεχίζεται ως τις μέρες μας.
Τον Ιούνη του 2001 υπογράφεται από τους ΥΠΕΞ Ελλάδας και ΗΠΑ, Γ. Παπανδρέου και Κ. Πάουελ, συμπληρωματική συμφωνία με τον τίτλο «Συνολική Τεχνική Συμφωνία μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και ΗΠΑ». Αυτή φέρνει προς ψήφιση στη Βουλή ο Γ. Παπανδρέου το Νοέμβρη του 2002 (δες και «Προλεταριακή Σημαία», ν. 467, σελ. 2). Με αυτήν επεκτείνεται το καθεστώς της ετεροδικίας-ατιμωρησίας σε όλους τους Αμερικανούς, στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό, που βρίσκονται για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης στη χώρα μας. Το καθεστώς της ετεροδικίας, της παραίτησης δηλαδή των ελληνικών αρχών από το δικαίωμά τους να ασκούν ποινική δίωξη κατά των Αμερικανών που διαπράττουν εγκλήματα στη χώρα μας, γενικεύτηκε για να δώσει πλήρη ελευθερία κινήσεων στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό να χρησιμοποιεί τη χώρα μας σαν ορμητήριο για τη διεξαγωγή επιθετικών πολέμων και στρατιωτικών επεμβάσεων στην περιοχή.
Εξήντα κοντά χρόνια οι «βάσεις του θανάτου», όπως σωστά τις αποκαλεί ο λαός μας, εξακολουθούν να αναδεικνύουν με τον πιο καθαρό τρόπο την εξάρτηση της χώρας μας από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και να θέτουν στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία το καθήκον της πάλης για το διώξιμό τους από την Ελλάδα.

Ο σύγχρονος ρόλος των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα - Δ' Μέρος

Εκτός από τις αμερικανικές βάσεις σε Σούδα και Ακτιο, στη χώρα μας βρίσκονται και μια σειρά άλλα ΝΑΤΟϊκά στρατιωτικά επιχειρησιακά κέντρα και στρατηγεία όπως το Πολυεθνικό Στρατηγείο Εκστρατείας (NDC-GR) του ΝΑΤΟ, το Πολυεθνικό Συντονιστικό Κέντρο Θαλάσσιων Μεταφορών στη Θεσσαλονίκη, το ΝΑΤΟϊκό κέντρο στη Λάρισα. Ενα στρατιωτικό, δηλαδή ΝΑΤΟϊκό, δίκτυο που δένει τη χώρα και το λαό μας στους επιθετικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των Αμερικανών.

Η ναυτική και αεροπορική υπερ-βάση της Σούδας

«Μπορεί ν' αποχωρήσουμε από πολλά σημεία του κόσμου,
όμως από την Κρήτη δεν πρόκειται να φύγουμε ούτε με πόλεμο»
Χένρι Κίσινγκερ


Στη ναυτική και αεροπορική υπερβάση των ΗΠΑ στη Σούδα έχουν μεταφερθεί όλες οι δραστηριότητες των άλλων βάσεων που έκλεισαν (Νέα Μάκρη, Ελληνικό κ.λπ.) τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. Επίσημα είναι η μόνη βάση που διέπεται από τη συμφωνία για την εγκατάσταση των αμερικανικών βάσεων στη χώρα μας και έχει χαρακτήρα αμερικανικού εδάφους. Διαθέτει μονάδες στο Ακρωτήρι, στο Μαράθι, τις Γούρνες, στο Ηράκλειο, στο Χάνι και τα Μάλια. Στη Σούδα έχει εγκατασταθεί επίσης και το Κέντρο Εκπαίδευσης Ναυτικών Επιχειρήσεων Αποτροπής (NMIOTC) και αποτελεί τμήμα των νέων δομών που αποφάσισε να δημιουργήσει το ΝΑΤΟ στη βάση των «νέων απειλών».
Σε αφιέρωμα του «ΙΟΥ» («Ελευθεροτυπία» 12/4/2003) με τίτλο «Η αμερικανική αποικία στη Σούδα» αναφέρεται σχετικά: «Ενας ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας μας διηγείται -με απόλυτη φυσικότητα- το πώς ανεβοκατεβαίνουν χιλιάδες φορές κάθε μήνα τα πάσης φύσεως μαχητικά και μεταγωγικά των ΗΠΑ με τη διαδικασία του "Emergency", χωρίς δηλαδή να δίνουν λογαριασμό σε καμιά ελληνική αρχή. Πολλοί Χανιώτες μαρτυρούν για το πλήθος των βαρέων πυρομαχικών που φορτώνονται και ξεφορτώνονται σχεδόν καθημερινά στις αεροπορικές και ναυτικές βάσεις, σαν να επρόκειτο για εμπόριο εσπεριδοειδών, μακριά από τα... αδιάκριτα βλέμματα των ελληνικών αρχών. Αλλοι μας δείχνουν σε ποια ξενοδοχεία των Χανίων αναπαύονται εκατοντάδες πιλότοι των B-52, των Stelth και των Α-10, λίγο πριν και λίγο μετά τους βομβαρδισμούς στο Ιράκ. Αν ρωτήσει κανείς στις ρεσεψιόν, στα γραφεία ενοικίασης αυτοκινήτων και αλλού, θα διαπιστώσει ότι οι χιλιάδες εξοδούχοι, αδειούχοι ή διερχόμενοι αμερικανονατοϊκοί στρατιωτικοί κυκλοφορούν χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα, δίχως άδειες των ελληνικών συνοριακών αρχών...
...Ανθρωποι της νομαρχίας Χανίων, αλλά και του ΓΕΝ, γνωρίζουν ότι γίνεται διακίνηση και ενδεχομένως εναπόθεση τοξικών αποβλήτων... Ο ίδιος ο νομάρχης Γ. Κατσανεβάκης προσπαθεί κατά καιρούς, μάταια όμως, να στείλει επιστημονικό συνεργείο να ελέγξει τις αμερικάνικες και τις νατοϊκές εγκαταστάσεις, ενώ οι καρκίνοι και οι παθήσεις του θυρεοειδούς, ιδίως στις περιοχές κοντά στο πεδίο βολής, έχουν αυξηθεί κατακόρυφα». Να συμπληρώσουμε εμείς πως η βάση αποτελεί εκτός των άλλων «βάση εξόρμησης» των νταήδων του αμερικανικού στρατού, οι οποίοι έχουν επανειλημμένα βιαιοπραγήσει εναντίον πολιτών στα Χανιά, εκμεταλλευόμενοι το καθεστώς πλήρους ασυδοσίας (ετεροδικία) που τους έχουν προσφέρει οι ελληνικές κυβερνήσεις.

Η ιστορία της βάσης της Σούδας
Η βάση της Σούδας έπαιζε σπουδαίο ρόλο ακόμα και όταν λειτουργούσαν οι υπόλοιπες αμερικανικές βάσεις κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Ετσι, χρησιμοποιήθηκε για τον ανεφοδιασμό αμερικανικών πολεμικών πλοίων κατά τους αραβοϊσραηλινούς πολέμους (τον πόλεμο των έξι ημερών το 1967 και τον πόλεμο του «Γιομ Κιπούρ» του 1973).
Σε όλη τη διάρκεια της αμερικανικής και ΝΑΤΟϊκής παρέμβασης που οδήγησε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας η Σούδα λειτουργούσε υποστηρικτικά της προετοιμασίας αλλά και της διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων. Αλλά σημαντικό ρόλο έπαιξε τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο ιμπεριαλιστικό πόλεμο των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ. Ο δημοσιογράφος Kώστας Mαρδάς στο βιβλίο του «Bάσεις, αίμα και πετρέλαιο» (εκδόσεις Α.Α.Λιβάνη) παραθέτει την αποκαλυπτική δήλωση του αμερικανού προέδρου Tζορτζ Mπους (του πρεσβύτερου), ο οποίος μπροστά στον τότε πρωθυπουργό Mητσοτάκη είπε σε εκδήλωση υποδοχής στο ναύσταθμο της Σούδας, στις 19 Iουλίου του 1991: «Aπό τις 2 Aυγούστου του 1990 η Σούδα συντήρησε 97 πλοία, φόρτωσε και ξεφόρτωσε 13.000 τόνους, εξυπηρέτησε 31.000 πτήσεις και τροφοδότησε αεροσκάφη με 4.500 λίβρες υγρών καυσίμων. Λειτούργησε 24 ώρες το 24ωρο με εξουθενωτικούς ρυθμούς 300% - 400% πιο γρήγορα από τους κανονικούς. Kάθε μέρα η βάση καλούνταν να διατηρεί τον ανεφοδιασμό των γραμμών και κάθε μέρα έπραττε το καθήκον της κατά τρόπο ανάλογο!».
Κατά τον δεύτερο πόλεμο, όσον αφορά τις αεροπορικές επιχειρήσεις, δεν είναι τυχαίο ότι για το κρίσιμο διάστημα της επίθεσης του 2003 (Μάρτιος-Απρίλιος) 5.270 αεροσκάφη, αμερικανικά και συμμαχικά, προσγειώθηκαν ή πέρασαν από τη Σούδα. Στην πλειοψηφία τους ήταν μεταφορικά αεροσκάφη, ενώ η βάση αποτέλεσε ορμητήριο για καθημερινή απογείωση 22-28 κατασκοπευτικών και ηλεκτρονικού πολέμου αεροσκαφών, ιπτάμενων τάνκερ και ραντάρ. Στο ναυτικό επίπεδο, περίπου 200 πλοία (αεροπλανοφόρα, φρεγάτες, υποβρύχια) έδεσαν στη Σούδα. Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της προετοιμασίας των ΗΠΑ για την επιχείρηση «Σοκ και Δέος» εγκαινιάστηκε η προβλήτα Κ14 με τη φιλοξενία 16 υποβρυχίων. Για πρώτη φορά λειτούργησε επιχειρησιακό σκέλος για τα πυρηνοκίνητα υποβρύχια των ΗΠΑ στη Σούδα, όπως επίσης και ένα δίκτυο κεραιών επικοινωνιών.
Αντίστοιχα στον πόλεμο και την εισβολή στο Αφγανιστάν η Σούδα χρησιμοποιείται για δεκάδες ανεφοδιασμούς πλοίων, ανεφοδιασμό και πτήσεις εκατοντάδων αεροσκαφών. Στη διάρκεια της πρόσφατης εισβολής του Ισραήλ στο Λίβανο η Σούδα λειτούργησε σαν ομπρέλα προστασίας του Ισραήλ, ενώ από αυτήν έφευγαν πλοία του ΝΑΤΟ για τη Μαύρη Θάλασσα κατά τη διάρκεια του πολέμου Ρωσίας-Γεωργίας στον Καύκασο.

Το κρητικό αεροπλανοφόρο
Η αεροναυτική βάση της Σούδας αποτελεί το βασικότερο στήριγμα του 6ου στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο, γι' αυτό και η Κρήτη έχει χαρακτηριστεί «αεροπλανοφόρο». Η βάση συνδέεται επιχειρησιακά με την αμερικανική βάση Βισμπάντεν στη Γερμανία, που αποστέλλει σε ζωντανό χρόνο (on line) πληροφορίες στο αμερικανικό Πεντάγωνο, και με την αεροπορική αμερικανική βάση στο Ιντσιρλίκ της Τουρκίας. Σε συνδυασμό με τα εγκατεστημένα ραντάρ στη Ζηρό της Κρήτης, όλα τα προηγούμενα αποτελούν έναν ενιαίο ιστό ναυτικής, αεροπορικής και τηλεπικοινωνιακής υποστήριξης των αμερικανοΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών σε ολόκληρη την περιοχή.
Από τον Ιούνιο του 2003 στις Βρυξέλλες κατά τη σύνοδο των υπουργών του ΝΑΤΟ είχε ληφθεί απόφαση για την ίδρυση Κέντρου Εκπαίδευσης και Επιχειρήσεων Ναυτικής Αποτροπής με την ονομασία (Maritime Interdiction Operations Training Center - M.I.O.T.C.) στη Σούδα καθώς και τη λειτουργία Κέντρου Συνδυασμένων Αεροπορικών Επιχειρήσεων - (C.A.O.C.) που προβλεπόταν να λειτουργήσει στη Λάρισα από το 2008.
Η εγκατάσταση του εν λόγω κέντρου στη Σούδα συνδυάζεται ακόμα και με τα παρακάτω πλεονεκτήματα για τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ:
-Εγγύτητα στην ενδεχόμενη περιοχή επιχειρησιακού ενδιαφέροντος του ναυτικού σκέλους της Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (Μέση Ανατολή, Β. Αφρική, Υποσαχάρια Αφρική, Μαύρη Θάλασσα).
-Δυνατότητα εκμετάλλευσης των ευκολιών του Πεδίου Βολής Κρήτης και της υποδομής διοικητικής μέριμνας του Ναυστάθμου Κρήτης.
-Αυξημένες δυνατότητες διαθεσιμότητας αεροπορικών μέσων λόγω γειτνίασης του αεροδρομίου της Πολεμικής Αεροπορίας.
-Γειτνίαση με τις εγκαθιδρυμένες περιοχές περιπολίας της επιχείρησης Active Endeavour μέσω της οποίας οι Αμερικάνοι και το ΝΑΤΟ ελέγχουν την κίνηση πλοίων σε όλη τη Μεσόγειο.
Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι το κέντρο από πλευράς διοίκησης δεν υπάγεται στη «σύνθετη διοίκηση» του ΝΑΤΟ στη Νάπολη ούτε στο Ευρωπαϊκό Στρατηγείο αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή δομή του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με γραπτές ανακοινώσεις του ίδιου του ΝΑΤΟ, θα υπάγεται εξ ολοκλήρου η διοίκησή του στη Συμμαχική Διοίκηση Μετατροπής (A.C.T.) στο στρατηγείο στο Norfolk στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ! Αυτό μπορεί να αποτελεί τυπικά ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο Ατλαντικού, στην ουσία όμως αυτονομείται από το ΝΑΤΟ, αφού ανώτατος διοικητής του είναι ο Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Αμυνας των ΗΠΑ.

Η βάση στο Ακτιο - ένα σημαντικό «μάτι» των ΗΠΑ στην περιοχή
Η αμερικανική βάση στο Ακτιο είναι προκεχωρημένη βάση εξόρμησης των ιπτάμενων ραντάρ ΑΒΑΚΣ. Αυτά χρησιμοποιήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της επεμβατικής πολιτικής των Αμερικανονατοϊκών στην περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Διοχέτευαν συνεχείς πληροφορίες για την κατάσταση όλων των εμπλεκομένων στους απανωτούς πολέμους που οδήγησαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Επαιξαν κατασκοπευτικό ρόλο και στην «τελευταία» (μέχρι στιγμής) φάση διάλυσής της, κατά τη διάρκεια δηλαδή των «ανθρωπιστικών βομβαρδισμών» κατά του σέρβικου λαού με πρόσχημα την «αυτοδιάθεση» των Κοσοβάρων Αλβανών και την αποτροπή της «εθνοκάθαρσής» τους από τη Σερβία.

Αντί επιλόγου: πρόλογος για μια συζήτηση και δράση που πρέπει να ξεδιπλωθεί
Αποτελεί σαφέστατα μια ολόκληρη συζήτηση η προσέγγιση της αναγκαιότητας της πάλης ενάντια στις αμερικανικές βάσεις που είναι σπαρμένες στα Βαλκάνια και στη χώρα μας. Στο «τέλος» αυτού του αφιερώματος θα θέλαμε ωστόσο να κάνουμε μερικές βασικές επισημάνσεις.
Η πάλη ενάντια στις βάσεις και για το διώξιμό τους από την περιοχή αποτελεί κομμάτι της αντιπολεμικής και αντιιμπεριαλιστικής πάλης του λαού μας και των βαλκανικών λαών. Είναι κρίσιμο λοιπόν να αναδειχθούν οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες της ύπαρξής τους όχι μόνο για τους βαλκανικούς λαούς αλλά για όλους τους λαούς της ευρύτερης περιοχής. Η αναφορά μας πιο ιδιαίτερα στην Ελλάδα γίνεται μιας και σ' αυτό το πεδίο μπορούν οι εργαζόμενοι και οι νέοι της χώρας μας πιο εύκολα να ελέγξουν την ορθότητα ή όχι όλων των απόψεων που υπάρχουν για το επίμαχο ζήτημα.
Παρά τη μεγάλη ιστορία και δράση που έχει η αντιβασική πάλη στη χώρα μας, ειδικά από το 1990 και έπειτα, το ζήτημα αυτό, όπως άλλωστε και το ζήτημα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης, «αντιμετωπίζεται» από μια σειρά δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (ΝΑΡ και όχι μόνο) από μια δήθεν καθαρή και ντούρα «αντικαπιταλιστική» σκοπιά, με θεωρητικό και πρακτικό αποτέλεσμα να υποτιμάται και να λοιδορείται η σημασία της. Να χρεώνεται η αντιιμπεριαλιστική πάλη σε μια πολιτική εύρεσης κοινής συνισταμένης με την αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό (ή τμήματά του).
Φυσικά δεν αποτελεί άλλοθι για κανέναν η καρικατούρα του «αντιιμπεριαλισμού» που έχει κατασκευάσει το ΚΚΕ ούτε και το γεγονός πως ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται σε αντιΝΑΤΟϊκή ρητορική από θέσεις υποστήριξης του «ευρωπαϊκού εγχειρήματος», δηλαδή από θέσεις στήριξης του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού που ακούει στο όνομα Ευρωπαϊκή Ενωση.
Ειδικά όσον αφορά το ΚΚΕ, η στάση του -δήθεν ντούρα αντιιμπεριαλιστική- είναι η άλλη όψη του μικροαστικού ρεφορμισμού που θεωρεί πως δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τους ισχυρούς. Απλώς, αντί να καταλήξει στο να μην αγγίζει το θέμα, όπως κάνουν παλιοί και νεότεροι «αντικαπιταλιστές», προτιμά -για λόγους φυσιογνωμίας και όχι μόνο- να το μετατρέπει σε έναν ακίνδυνο για το σύστημα βερμπαλισμό και ισχυρό στοιχείο πολιτικής «νομιμοποίησής» του στο λαό και τη νεολαία. Να «αναγνωρίσουμε» βέβαια στο ΚΚΕ πως και αυτό τα τελευταία χρόνια έχει κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μιλήσει (έστω και με ανακολουθίες) με «σύγχρονο τρόπο», όπως θα έλεγαν κάποιοι, αναφερόμενο στην «ιμπεριαλιστική Ελλάδα» και απορρίπτοντας τη θέση για την ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας μας, αντικαθιστώντας την με τη θεωρία της αλληλεξάρτησης.
Αυτή η κατάσταση δείχνει πως ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά δεν έχει (ή δεν θέλει ή και τα δύο) καταλάβει και δεν έχουν διδαχθεί τίποτε από την ένοπλη πάλη του λαού μας για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση στη δεκαετία 1940-1950. Από το ρόλο της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης στη διαμόρφωση του μετεμφυλιακού κράτους και στην εγκαθίδρυση της χούντας. Δεν έχουν διδαχθεί τίποτε και από την πιο πρόσφατη μεταπολιτευτική περίοδο, ούτε θέλουν να βγάλουν συμπεράσματα για το ρόλο και τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτή η πολιτική για το λαό και τη χώρα. Δεν έχουν κατανοήσει (ή δεν θέλουν να κατανοήσουν) πως η ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας μας (και συνακόλουθα, σαν τμήμα της, οι στρατιωτικές βάσεις των ιμπεριαλιστών) είναι οργανικά δεμένη με το καθεστώς της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης των εργαζομένων. Πως η ιμπεριαλιστική εξάρτηση δεν είναι ένα ρούχο που φοριέται από την αστική τάξη της χώρας μας και το οποίο άνετα μπορεί να το αλλάξει. Αλλά πως αποτελεί όρο και προϋπόθεση της κυριαρχίας της και της επιβολής της απέναντι στην εργατική τάξη, τη νεολαία και το λαό. Πως αποτελεί συνάμα πηγή τεράστιων κινδύνων για το λαό, κινδύνων που απορρέουν από το γεγονός πως η χώρα μας εντάσσεται σε επιθετικούς σχεδιασμούς αλλά και γίνεται πεδίο προβολής αντιθετικών επιδιώξεων από τους ιμπεριαλιστές. Πως άρα, και με αυτήν την έννοια, εάν παλευτεί μέσα στο λαό, αυτό το ζήτημα δεν αποτελεί προνομιακό πεδίο για διαταξικές συνεννοήσεις, συμβιβασμούς και υποταγή στην άρχουσα τάξη της χώρας μας. Εξάλλου, όποιος έχει στον προσανατολισμό του τέτοιες συνεννοήσεις, ακόμα και αν δεν υπάρχει ζήτημα, το εφευρίσκει ...;
Αλλά, αντίθετα, η αντιιμπεριαλιστική πάλη αποτελεί προνομιακό πεδίο συγκρότησης της εργατικής τάξης σαν ηγεμονεύουσας δύναμης στο λαό, σε αντιπαράθεση και πλήρη διαχωρισμό με το αντιλαϊκό εκμεταλλευτικό καθεστώς. Ακριβώς γι' αυτό, πολύ φοβούμαστε ότι αυτή η πολιτική και αντιιστορική «τύφλωση» των διάφορων «αντικαπιταλιστών», που καλύπτεται πίσω από τη στάση συνθηκολόγησης της επίσημης Αριστεράς, είναι παραγόμενο της ήττας και της υποταγής στους δεδομένους συσχετισμούς. Οτι πίσω από τις «καθαρές» τοποθετήσεις κρύβεται η εκτίμηση της αδυναμίας να τα βάλουμε με το καθεστώς της εξάρτησης. Αλλά και μια απέλπιδα προσπάθεια, μικροαστική στη βάση και στο χαρακτήρα της, να υπερπηδηθούν οι ιστορικές «ανορθογραφίες», να «καθαριστεί» η ιστορία από ό,τι μπερδεύει τα καθαρά, κλειστά σχήματα που έχουν κάποιοι στο μυαλό τους, αντιστρέφοντας-παρωδώντας ακόμα και την πραγματικότητα διαμέσου των αερολογιών περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας.
Αν αυτό το μικρό και με ελλείψεις αφιέρωμα συμβάλλει στο ξαναπιάσιμο του νήματος της αντιβασικής και αντιιμπεριαλιστικής πάλης, θα έχει επιτελέσει το ρόλο του. Ετσι κι αλλιώς, τα πιο πολλά βρίσκονται μπροστά μας: οι κίνδυνοι και οι δυνατότητες.

Πηγές του αφιερώματος

Έντυπος ελληνικός τύπος, εφημερίδες «Ελευθεροτυπία», «Βήμα», «Ριζοσπάστης».
Οι ιστοσελίδες: http://el.wikipedia.org/, http://www.defensenet.org/, http://www.setimes.com/, http://www.globalsecurity.org/, καθώς και οι επίσημες ιστοσελίδες της αμερικανικής κυβέρνησης, του ΝΑΤΟ και του αμερικανικού στρατού.
Αρκετές από τις πληροφορίες και τα ντοκουμέντα του Γ' Μέρους αντλήθηκαν από το άρθρο του Στέφανου Κρητικού στον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη» της 19 Οκτώβρη του 2003 «Αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα: ένα μαύρο καθεστώς πενήντα χρόνων».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου