Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

100 χρόνια από την ίδρυση της ΓΣΕΕ


Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 829, στις 28/7/2018

Τα 100 χρόνια από την ίδρυση της ΓΣΕΕ συμπίπτουν -καθόλου τυχαία- με την αντίστοιχη επέτειο από την ίδρυση του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ). Αν και η ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, όπως παντού στον κόσμο, είναι δεμένη με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, η ιστορία του συνδικαλισμού σχετίζεται αλλά δεν συμπίπτει με την ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Αυτό γιατί η αστική τάξη, και στη χώρα μας, συνειδητοποίησε σχετικά νωρίς πρώτο, ότι η ταξική πάλη, οι εργατικές διεκδικήσεις, δεν μπορούν να πάψουν με κάποιο «διάταγμα» και δεύτερο, ότι η οργάνωση των εργατών παίζει σπουδαίο ρόλο στην αποτελεσματικότητα των αγώνων τους. Φρόντισε λοιπόν να εντάξει στην τακτική της απέναντι στην εργατική τάξη, παράλληλα με την κάθε είδους καταστολή, την αδιάκοπη προσπάθεια παρέμβασης και ελέγχου των συνδικαλιστικών οργάνων. Ειδικά στο ανώτερο επίπεδο πέτυχε, για το μεγαλύτερο διάστημα της 100χρονης ιστορίας της, η ΓΣΕΕ να την υπηρετεί, οργανικά αποκομμένη από τη βάση των εργαζόμενων και συχνά σε αντίθεση με τις ανάγκες με τις προσδοκίες αυτών που -θεωρητικά- αντιπροσωπεύει.

 
Οι εργατικοί αγώνες ακολούθησαν την ανάπτυξη της αστικής τάξης, με τις ιδιαιτερότητες της, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Οι πρώτες σχετικά μαζικές απεργίες εκδηλώθηκαν το 1879 στη Σύρο, που αποτελούσε τότε το κέντρο του εμπορίου, την κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα του κεφαλαίου στη χώρα. Την ίδια περίοδο συγκροτούνται και τα πρώτα γνωστά σωματεία (όπως στο Ναυπηγείο Σύρου). Στη συνέχεια τα σωματεία πληθαίνουν και, μετά το 1908, ιδρύονται εργατικά κέντρα, πρώτα στο Βόλο και μετά σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Ιδιαίτερη ανάπτυξη σημειώθηκε και στη Θεσσαλονίκη, με καθοριστική τη συμβολή της σοσιαλιστικής «Φεντερασιόν». Τα σωματεία συνδέονται άμεσα με απεργιακούς αγώνες για τη βελτίωση των άθλιων συνθηκών και της οικονομικής θέσης των εργαζόμενων στην Ελλάδα. Καθώς ξεφεύγουν από την αρχική συντεχνιακή αντίληψη, οι κινητοποιήσεις αρχίζουν να παίρνουν πολιτικά χαρακτηριστικά και αποκτούν αποφασιστικότητα, παρά την εκτεταμένη καταστολή. Στις διοικήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων αποτυπώνεται η πολιτική διαμάχη βενιζελικών - αντιβενιζελικών, ενώ η εργατική τάξη παραμένει βασικά ασυγκρότητη. Εμφανίζεται η εργατική νομοθεσία (χωρίς να τηρείται στο παραμικρό), αναγνωρίζεται τυπικά το δικαίωμα στο συνδικαλισμό αλλά το κράτος ταυτόχρονα κατοχυρώνει νομικά το «δικαίωμα» στην εκτεταμένη παρέμβαση του στα συνδικαλιστικά όργανα. Οι όποιες νίκες διαρκούν λίγο και η απόλυτη εξαθλίωση εξακολουθεί.
Καταλύτης για τις επόμενες εξελίξεις ήταν ο ιστορικός θρίαμβος της εργατικής τάξης με την Οκτωβριανή Επανάσταση και η ακτινοβολία της και στην Ελλάδα. Τον Οχτώβρη του 1918, μετά από προηγούμενες αποτυχημένες απόπειρες, υλοποιείται το 1ο Πανελλαδικό Συνέδριο στην Αθήνα με συμμετοχή 44 σωματείων που εκπροσωπούσαν περίπου 60.000 μέλη. Ιδρύεται η ΓΣΕΕ, με τους βενιζελικούς να «ανέχονται» προσωρινά τους σοσιαλιστές. Λίγες μέρες αργότερα συγκροτείται και το ΣΕΚΕ, αναβαθμίζοντας την παρέμβαση του σε όλα τα επίπεδα. Μετά από μερικούς μόλις μήνες, η βενιζελική ηγεσία διαγράφει τους σοσιαλιστές συνδικαλιστές και η κυβέρνηση τους φυλακίζει, εγκαινιάζοντας «από τα γενοφάσκια της» την πρακτική της βίαιης κρατικής επέμβασης στα συνδικαλιστικά ζητήματα με την παρότρυνση των συνδικαλιστών στελεχών των αστικών κομμάτων.
Παρά την αστική αντίδραση, το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ και οι σοσιαλιστικές ιδέες εμπνέουν ολοένα πλατύτερες μάζες εξαθλιωμένων εργαζόμενων. Η ίδρυση, της ΓΣΕΕ δίνει ώθηση στις εργατικές διεκδικήσεις, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι απεργίες πολλαπλασιάζονται, αποκτούν αντικυβερνητικό χαρακτήρα και θέτουν κεντρικά πολιτικά ζητήματα. Αποκαλύπτουν ταυτόχρονα την αντιδραστική φύση της αστικής τάξης, των κυβερνήσεων και των μηχανισμών της. Οι δολοφονίες, οι εξορίες, οι φυλακίσεις, ο στρατιωτικός νόμος, δεν μπορούν να κάμψουν την αγωνιστική ανάταση των πρώτων σχεδόν 20 χρόνων.
Όλη αυτήν την περίοδο, τα συνδικαλιστικά στελέχη των αστών, σε συνεργασία με κράτος και παρακράτος, κάνουν ό,τι μπορούν για να αποκλείσουν τους κομμουνιστές από τη ΓΣΕΕ. Όσο περισσότερο οι αγωνίες της εργατικής τάξης συνδέονται (και οργανωτικά) με το ΚΚΕ, τόσο περισσότερο η νοθεία, τα συνδικάτα-σφραγίδες, οι διώξεις και κάθε μορφής μεθοδεύσεις απομακρύνουν την επίσημη συνδικαλιστική ηγεσία από τους εργαζόμενους και τους αγώνες τους. Επιπλέον, η νομοθεσία διαμορφώνει εκτεταμένους μηχανισμούς ελέγχου των συνδικαλιστικών οργάνων και της δράσης τους, με υποχρεωτική διαιτησία, έγκριση ή μη των συμφωνιών με τις εργοδοτικές ενώσεις, έλεγχο των οικονομικών τους, ορισμό της σύνθεσης των διοικήσεων από δικαστήρια κ.ά. Νομοθεσίες και μηχανισμοί που διατηρήθηκαν σχεδόν ανέπαφοι μέχρι σήμερα, με κάθε κυβέρνηση να τους αξιοποιεί τόσο για τις δικές της ιδιαίτερες επιδιώξεις όσο και συνολικά για τις ανάγκες του συστήματος.
Απέναντι στις προσπάθειες απομόνωσης τους, οι κομμουνιστές συνδικαλιστές που αποκλείστηκαν από το 4ο συνέδριο της ΓΣΕΕ, ιδρύουν το Φλεβάρη του 1929 την Ενωτική ΓΣΕΕ με συμμετοχή 300 σωματείων και 70.000 μέλη. Ο Βενιζέλος απαντά με την ψήφιση του «ιδιώνυμου», δεκάδες δολοφονίες και χιλιάδες φυλακίσεις ενώ βγάζει στην παρανομία την Ενωτική ΓΣΕΕ. Η τρομοκρατία δεν μπόρεσε να περιορίσει την ανάπτυξη του κινήματος, που υποχρέωσε την κυβέρνηση σε ψήφιση σειράς νόμων (8ωρο, κοινωνικές ασφαλίσεις, Συλλογικές Συμβάσεις, Εργατική Εστία κ.ά.). Αρκετές βέβαια από τις ρυθμίσεις δεν εφαρμόστηκαν παρά αργότερα, στα πλαίσια της προπαγάνδας περί «φιλεργατισμού» της δικτατορίας Μεταξά, με τη συνεργασία πλήθους συνδικαλιστικών στελεχών της προηγούμενης περιόδου. Χαρακτηριστικά όμως της δυναμικής του εργατικού κινήματος ήταν τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς του '36 στη Θεσσαλονίκη και ο πανελλαδικός χαρακτήρας που πήραν άμεσα οι κινητοποιήσεις, παρά την άρνηση επί 10 μέρες της ΓΣΕΕ να προκηρύξει πανελλαδική απεργία.
Οι συνεχείς προσπάθειες του ΚΚΕ για ενοποίηση της ΓΣΕΕ και των διασπασμένων σωματείων και ομοσπονδιών οδήγησαν τελικά στην ίδρυση του Εργατικού ΕΑΜ τον Ιούλη του 1941, υπό ναζιστική κατοχή. Εκτός από τη διάσωση του εργαζόμενου λαού από την πείνα στα αστικά κέντρα, οργάνωσε αρχικά τις διαμαρτυρίες και στη συνέχεια τις απεργίες και τις διαδηλώσεις, όπως τις μεγάλες απεργίες των «Τριατατικών» και όλων των δημοσίων υπαλλήλων και άλλων εργαζόμενων το 1942. Ιστορικής σημασίας ήταν το κύμα απεργιών και διαδηλώσεων στις αρχές του 1943, που ματαίωσε την απόφαση των Γερμανών να επιστρατεύσουν τους Έλληνες εργάτες για να τους στείλουν μαζικά στα γερμανικά εργοστάσια.
Μετά την απελευθέρωση, η ΚΕ του Εργατικού ΕΑΜ μετατρέπεται σε προσωρινή διοίκηση της ΓΣΕΕ και αποφασίζει τη διοργάνωση του 8ου συνεδρίου. Η διαδικασία διακόπτεται βίαια, το Δεκέμβρη του 1944, με τον υπουργό Εργασίας να διορίζει νέα διοίκηση με μεταξικούς συνδικαλιστές και συνεργάτες των ναζί. Το 8ο συνέδριο τελικά γίνεται το Μάρτη του 1946, με το Μήτσο Παπαρήγα να εκλέγεται πανηγυρικά γραμματέας, παρά την τρομοκρατία. Τέσσερις μήνες μετά, το ΣτΕ ακυρώνει το συνέδριο και ορίζει γραμματέα το Φώτη Μάκρη καθ' υπόδειξη των Άγγλων και των Αμερικάνων. Το 9ο συνέδριο το 1948, με τη συμμετοχή μόνο των δεξιών παρατάξεων, επιβεβαιώνει την αμερικάνικη επιλογή του Μάκρη, όνομα-σύμβολο του υποταγμένου συνδικαλισμού που παρέμεινε γραμματέας μέχρι το 1969 (με μια μικρή διακοπή από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου).
Η ΓΣΕΕ αποτέλεσε για δεκαετίες τον υπηρέτη του συστήματος, με τη συνδικαλιστική ηγεσία να αμείβεται πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες της στην κατάπνιξη κάθε αγωνιστικής διάθεσης. Η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα οδήγησε σε παρατεταμένη ύφεση του εργατικού κινήματος, αν και σε αρκετά σωματεία συνέχισαν να εκλέγονται αριστεροί αγωνιστές, γι' αυτό και διαγράφονταν. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και τα σωματεία των οικοδόμων, που οργάνωσαν τις εμβληματικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του '60, με τη ΓΣΕΕ απέναντι τους. Η πολιτική ουράς όμως στην Ένωση Κέντρου, που ακολούθησε η ΕΔΑ, εκφράστηκε και στο συνδικαλισμό. Το 1963 δημιουργήθηκε η Συντονιστική Επιτροπή Οργανώσεων 115 από την ΕΔΑ σε συνεργασία με τους συνδικαλιστές της Ε.Κ. Από 115 διαγραμμένα από τη ΓΣΕΕ σωματεία, έφτασε να εκπροσωπεί 720 το 1967, παρέμεινε όμως δέσμια της ρεφορμιστικής πλέον γραμμής του ΚΚΕ. Η χούντα έβγαλε εκτός νόμου τη ΣΕΟ115, ενώ διατήρησε αρχικά τη διοίκηση Μάκρη.
Η κατάσταση δεν άλλαξε στη μεταπολίτευση, με την κυβέρνηση Καραμανλή να διατηρεί αυτά τα σωματεία εκτός νόμου και τη ΓΣΕΕ να οργανώνει συνέδρια χωρίς αντιπολίτευση. Έτσι εκλέχτηκε κυβερνητική διοίκηση το 1976, ενώ στις μεγάλες απεργίες της περιόδου, η κυβέρνηση απάντησε με σκληρή καταστολή, εκλέγοντας ακόμα και ανθρώπους της χούντας στη ΓΣΕΕ το 1978. ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ εσ. ιδρύουν από κοινού το συνδικαλιστικό σχήμα ΣΑΔΕΟ το 1979, αλλά η κυβερνητική παράταξη συνεχίζει να ελέγχει τη διοίκηση της ΓΣΕΕ μέχρι το Γενάρη του 1982. Τότε, μέσω δικαστικής απόφασης, η νέα κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ την καθαίρεσε. Εφάρμοσε ταυτόχρονα την τακτική ενσωμάτωσης, μέσω της οποίας το ΠΑΣΟΚ άλωσε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις τις ρεφορμιστικής αριστεράς και τα στελέχη της και μαζί απέκτησε τους δεσμούς που μέχρι τότε δεν είχε με την εργατική τάξη. Νέα κρατική παρέμβαση, που προκλήθηκε από τα φιλοκυβερνητικά στελέχη της ΠΑΣΚΕ πλέον, προκάλεσε την καθαίρεση της εκλεγμένης διοίκησης της ΓΣΕΕ το 1985 και μια σειρά συνεδρίων ξανά χωρίς αντιπολίτευση. Οι «δυνάμεις της αλλαγής» απέδειξαν, παρά τις αυταπάτες της ρεφορμιστικής αριστεράς, ότι η αστική πολιτική στο συνδικαλισμό προωθείται εξίσου «καλά» από κάθε είδους κυβέρνηση του συστήματος για να υπηρετήσει την αντεργατική πολιτική του. Η συνδικαλιστική οργάνωση, και μάλιστα σε τριτοβάθμιο επίπεδο, αποτέλεσε κατάκτηση για το εργατικό κίνημα και συνέβαλε στην ανάπτυξη του. Ο έλεγχος της διοίκησης των ανώτερων οργάνων όμως ήταν πάντα στόχος της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού. Αξιοποιώντας την ισχύ και τους κρατικούς μηχανισμούς της, η αστική τάξη βασικά πέτυχε και πετυχαίνει να διατηρεί αυτόν τον έλεγχο. Ταυτόχρονα, πέτυχε ο συνδικαλισμός να έχει απαξιωθεί στις συνειδήσεις των εργαζόμενων και να έχει συνδεθεί, σχεδόν χωρίς «εναλλακτική», με τις πρακτικές των εργατοπατέρων κάθε απόχρωσης. Η ανατροπή αυτής της πραγματικότητας προϋποθέτει την αναγνώριση της και δεν μπορεί παρά να περάσει από την επίμονη δουλειά για την ισχυροποίηση της αγωνιστικής λογικής ανάμεσα στους εργαζόμενους, στην κατεύθυνση συγκρότησης της εργατικής τάξης. Με το συνδικαλισμό που θα την υπηρετεί, ελεύθερος από την κρατική παρέμβαση και ανεξάρτητος από την αστική τάξη και την αστική πολιτική και ιδεολογία.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου