Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΑΛΤΑ Ή ΠΟΤΣΝΤΑΜ. ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΑΧΟ ΣΤΟ ΠΟΤΣΝΤΑΜ (1938-1945)

του Βασίλη Σαμαρά

δημοσιεύτηκε στην ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΣΗΜΑΙΑ σε σειρά άρθρων με τον γενικό τίτλο «Από το Μόναχο στο Πότσνταμ»

1 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας, όπως είναι γενικά παραδεκτό, δεν είναι μια καθόλου εύκολη υπόθεση.
Μάλιστα, αν αναλογιστούμε ότι δύσκολη υπόθεση είναι η προσέγγιση της αλήθειας ακόμα και σε σχέση με γεγονότα που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο, τότε ίσως μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα το πρόβλημα που υπάρχει σε σχέση με γεγονότα που συνέβηκαν στο παρελθόν. Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα υπάρχει σε σχέση με το πώς φτάνει η εικόνα των πραγμάτων στις μάζες. Το ζήτημα αυτό σχετίζεται όχι μόνο με τις προθέσεις όσων ασχολούνται μ’ αυτό το αντικείμενο, αλλά και με κύριο το συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Και, όπως είναι γνωστό, ο συσχετισμός αυτός στις μέρες μας δεν είναι καθόλου ευνοϊκός για τις προοδευτικές απόψεις, το κίνημα, την εργατική τάξη, το λαό γενικότερα.

Μια τέτοια κατάσταση «επιτρέπει» σε διάφορους επιτήδειους να παρουσιάζουν ή να «ερμηνεύουν» την ιστορία σύμφωνα με τα συγκεκριμένα κάθε φορά συμφέροντα και επιδιώξεις τους. Γράφουν μελέτες, εκπονούν πραγματείες, δημοσιεύουν έρευνες, άρθρα, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Όλα αυτά για την «αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας» και το πέρασμά της στον κόσμο που κατ’ αυτούς έχει εν πολλοίς μια στρεβλή εικόνα των πραγμάτων στη σκέψη του. Έτσι, αν ο κόσμος -που δεν έχει πια και εντελώς χάσει τη μνήμη του- έχει μια συγκεκριμένη εικόνα π.χ. για το ρόλο που έπαιξε η μπολσεβίκικη επανάσταση, η 3η Διεθνής, για το ρόλο και τη συμβολή της Σ.Ε. και του Στάλιν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλα αυτά γι’ αυτούς είναι προϊόντα «πλάνης».
Είναι «στρεβλές» εικόνες, προϊόντα μιας «παραχάραξης» της Ιστορίας, που κατά τους κονδυλοφόρους μας με κάποιο «σατανικό» τρόπο πέρασε στις συνειδήσεις και τις μνήμες των ανθρώπων.
Εδώ κάπου επιστρατεύεται και ο Όργουελ. Και με τη βοήθειά του εξορκίζονται όλα τα διαβολικά κατάλοιπα. Ο συνεχής βομβαρδισμός διαμορφώνει, πλέον, ένα κλίμα. Έτσι, όλοι αυτοί δεν «αποκαθιστούν» απλώς την ιστορική αλήθεια. Ταυτόχρονα, μας απαλλάσσουν από κάποια «δεσμά». Μας «λυτρώνουν» από κάποιους εφιάλτες. Γιατί εφιαλτικός, βεβαίως, είναι ο κόσμος που περιγράφει ο Όργουελ. Όπως εφιαλτικοί είναι και οι παραχαράκτες της ιστορίας, όπως τους περιγράφει στο «1984». Δεν μοιάζουν καθόλου με τους λαμπρούς επιστήμονες-ιστορικούς, που έχουν τρεις τέσσερις έδρες κι άλλα πεντέξι προσοδοφόρα πόστα (τόσο λαμπροί!). Δεν έχουν καμιά σχέση με τους εξαίρετους δημοσιογραφικούς κονδυλοφόρους που αναλαβαίνουν να καμπανιάρουν τα πορίσματα των «ερευνών». Είναι το ακριβώς αντίθετο με τους αστραφτερούς καλλιτέχνες που προσπαθούν να αποδώσουν τη νέα ιστορική αλήθεια σε μια «άλλη διάσταση».
Τέλος δεν μοιάζουν μήτε καν στους μάνατζερ-χρηματοδότες της όλης εκστρατείας. Στις μέρες μας, σαν γνώστες αυτοί οι τελευταίοι του πιο προωθημένου μάρκετινγκ, έχουν πλέον κι αυτοί τη δική τους «φινέτσα».
Έτσι, θεωρούν ότι έχουν όλη την άνεση να προχωρούν στις πιο απροκάλυπτες διαστρεβλώσεις των ιστορικών γεγονότων, να επιχειρούν μια συνολική παραχάραξη-ανατροπή της ιστορίας, ώστε να τη φέρουν στα μέτρα των σημερινών απαιτήσεων του συστήματος.
Γιατί βεβαίως αυτό είναι το ζήτημα. Γιατί αν στην αιχμή της επίθεσης βρίσκεται π.χ. το «ζήτημα Στάλιν», ο «σταλινισμός» και άλλα παρόμοια, ο πραγματικός στόχος είναι ο συνολικός ιδεολογικός αφοπλισμός των μαζών στα πλαίσια της γενικευμένης επίθεσης του συστήματος σε παγκόσμια κλίμακα.
«Μα, να μη γίνεται κριτική»; Είναι το κερασάκι που σερβίρεται από μερικούς στην τούρτα για να της δώσει έναν τόνο προς το κόκκινο. «Η κριτική και η αυτοκριτική δυναμώνει το κίνημα, έλεγε ο Λένιν». (Εδώ θυμούνται τον Λένιν, τρομάρα τους). Και βέβαια η κριτική δυναμώνει το κίνημα. Και έχουμε τη γνώμη ότι όχι μόνο πρέπει να γίνει κριτική, αλλά ακριβώς η ολοκλήρωση της επαναστατικής κριτικής εκείνης της περιόδου, όχι απλά θα βοηθήσει, αλλά θα συμβάλλει καθοριστικά στην αποφασιστική προώθηση του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος.
Μόνο που -τι να κάνουμε- εμείς δεν γίνεται να δεχτούμε ότι τα διάφορα συγκροτήματα του ιμπεριαλισμού που δρουν στον ιδεολογικό χώρο, κόβονται για το προχώρημα της επανάστασης. Ή ότι π.χ. -για να αναφερθούμε στα της χώρας μας- το συγκρότημα Λαμπράκη ή τον Τεγόπουλο και άλλους παρόμοιους, τους έπιασε ο καημός για την πρόοδο του κομμουνιστικού κινήματος. Δεν δεχόμαστε καν τις «αυτοκριτικές» των ρεφορμιστών, που δεν είναι τίποτε άλλο από προσπάθειες να γίνουν αρεστοί και αποδεκτοί από το σύστημα.
Τέλος δεν δεχόμαστε καθόλου, ότι η πολιτική Γκορμπατσόφ στοχεύει στο να «φωτίσει» και να «αποκαταστήσει» την ιστορική αλήθεια. Το σύνθημα της «διαφάνειας» (γκλασνόστ) είναι πολύ διάφανο για να μπορέσει να αποκρύψει τους πραγματικούς στόχους αυτής της σταυροφορίας. Που είναι οι ακριβώς αντίθετοι από αυτούς που διακηρύσσονται.
Και για να μην πάμε πολύ μακριά, και για να μην αναλωνόμαστε σε πράγματα ίσως περίσσια. Υπάρχει ένα πολύ «απλό» βήμα για να γίνουν στοιχειωδώς πειστικές κάποιες υποτιθέμενες προθέσεις. Να ανοίξουν τα αρχεία. (Ναι δεν είναι οι «σταλινικοί» που τα κρατούν κλειστά). Να δοθεί η δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στο σύνολο των πηγών και των στοιχείων που αφορούν αυτή την ιστορική περίοδο. Δεν έχουμε βέβαια την αυταπάτη ότι θα γίνει κάτι τέτοιο. Απλώς θα συνεχίζεται το ψάρεμα στα θολά νερά, με επιλεγμένη κάθε φορά δημοσιοποίηση στοιχείων και «στοιχείων».
Όμως τα πράγματα έχουν και μια άλλη πλευρά. Και το δυστύχημα για όλους αυτούς που στις μέρες μας έχουν αναλάβει εργολαβικά να «αποκαταστήσουν» την ιστορική αλήθεια, είναι ότι αυτή υπάρχει. Τα γεγονότα συνέβηκαν μ’ έναν ορισμένο τρόπο. Έναν και μοναδικό. Γι’ αυτό και οι κατά καιρούς «ερμηνείες» όλων αυτών, είναι καταδικασμένες να στριφογυρίζουν γύρω από αυτή την «μοναδικότητα», να μπερδεύονται μ’ αυτήν και μεταξύ τους να πέφτουν σε μύριες αντιφάσεις.
Και παρ’ όλες τις προσπάθειές τους να κρύψουν, να διαστρεβλώσουν την αλήθεια, να τους ξεφεύγει αυτή, και να τρυπώνει ανάμεσα στις γραμμές και τις λέξεις των κειμένων τους.
Σ’ αυτό ακριβώς να στηριχτούμε κι εμείς σ’ αυτό εδώ το κείμενο. Δεν θα στηριχτούμε στις απόψεις και τα στοιχεία που μας δίνουν οι «σταλινικοί» συγγραφείς και ιστορικοί. Μας «φτάνουν» τα στοιχεία που παίρνουμε από συγγραφείς αστούς, ρεβιζιονιστές ή ακόμα και φανατικούς αντικομουνιστές και άκρως αντισταλινικούς, όπως π.χ. ο Ρεϊμόν Καρτιέ.

Πρόλογος 2
Ο στόχος μας δεν είναι να γράψουμε την ιστορία αυτής της τόσο σημαντικής περιόδου όπως είναι ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αυτό είναι δουλειά των ιστορικών. Εμείς βασιζόμενοι ακριβώς στη δουλειά των ιστορικών, και διασταυρώνοντας στοιχεία και πληροφορίες, θέλουμε να στοιχειοθετήσουμε κάποιες απόψεις πάνω σ’ ορισμένα σημαντικά ζητήματα. Η αντισταλινική εκστρατεία που έχει εξαπολυθεί στις μέρες μας, αγκαλιάζει το σύνολο, όχι μόνο της πολιτικής δράσης του Στάλιν, αλλά της ζωής του ολάκερης από τα γεννοφάσκια του. Πολλοί περισπούδαστοι και λαμπροί μελετητές ψάχνουν και ψάχνονται για τα «τραύματα» που άφησε στον Στάλιν η ευλογιά που τον σημάδεψε μικρό, για «κάτι που είχε» το αριστερό του χέρι και άλλα τέτοια πολύ σοβαρά ζητήματα. Και στα πολύ σοβαρά ασχολούνται με όλα αυτά ελπίζοντας ότι ο κόσμος θα τους πάρει επίσης στα σοβαρά (καημένε Φρόιντ). Ανάμεσα στους παλιότερους από αυτούς και ο πολύς Τρότσκι, που στο πάθος του «διολισθαίνει» μέχρι σε αντιλήψεις που ελάχιστα απέχουν από τον ρατσισμό.
Εμείς, βέβαια, δεν πρόκειται να ασχοληθούμε -ούτε τώρα ούτε ποτέ- με τα «παιδικά τραύματα» του Στάλιν ή του Τρότσκι, είτε οποιουδήποτε άλλου. (Αυτό μας έλλειπε!). Μας ενδιέφεραν και μας ενδιαφέρουν πάντα τα πολιτικά ζητήματα.
Στην τρέχουσα αντισταλινική φιλολογία, μια σημαντική θέση έχουν οι κατηγορίες για το σύμφωνο μη επίθεσης ανάμεσα στη Σ.Ε. και τη Γερμανία το 1939 (γνωστό στην αστική φιλολογία σαν σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ), για τη Γιάλτα και τη «μοιρασιά» του κόσμου, για τον «αιφνιδιασμό» του Στάλιν από τη γερμανική επίθεση, για το ρόλο και τη συμβολή του γενικότερα στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η οποία προσπαθιέται να μειωθεί και να αμαυρωθεί εντελώς. Μάλιστα, πέρα από τις προσπάθειες όλων αυτών υπήρξε και ένα ακόμη πρόβλημα. Η τότε ηγεσία της Σ.Ε. και για λόγους που θα γίνουν κατανοητοί στη συνέχεια, δεν είπε πάντα όλα τα πράγματα με το όνομά τους και στην πράξη δεν υπεράσπισε τον εαυτό της σ’ ορισμένες περιπτώσεις στην προσπάθειά της να διαφυλάξει σημαντικότερα πράγματα.

Στην πραγματικότητα, αυτός ο πόλεμος ήταν μια σειρά από πολιτικά γεγονότα, που εναλλάσσονταν με τα στρατιωτικά σε συχνότητα, και κυρίως σε σημασία και κρισιμότητα. Η επαλήθευση της ρήσης ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, πραγματώνονταν καθημερινά στο μεγαλύτερο βαθμό και σ’ όλη του τη διάρκεια.
Εκείνο, ωστόσο, που θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε από τη μεριά μας, είναι ότι το κρισιμότερο ζήτημα που «παίχτηκε» στο προηγούμενο διάστημα, ήταν το «ποιος θα ήταν» αυτός ο πόλεμος. Γιατί ο πόλεμος οπωσδήποτε θα γινόταν. Οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στο προηγούμενο διάστημα, οδηγούσαν σ’ αυτόν με τρόπο αναπόφευκτο. Το ερώτημα ήταν ποιος θα πολεμήσει ενάντια σε ποιον, γιατί και με ποιους στόχους θα πολεμήσει, ποιος θα συμμαχήσει με ποιον και για ποιους σκοπούς. Η εικόνα που έχει ο πολύς κόσμος είναι αυτή των συμμαχιών που τελικά διαμορφώθηκαν. Ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές με τη «συμβολή» και των μέσων ενημέρωσης (κινηματογράφου κ.λπ.) έχουν μια αρκετά «απλοποιημένη» εικόνα του πολέμου. Μπορούμε να πούμε με αρκετή σιγουριά, ότι το ζήτημα των συμμαχιών υπήρξε όχι μόνο ένα άκρως αποφασιστικό και κρίσιμο ζήτημα, αλλά και αυτό που ακολούθησε τις πιο «περίεργες» διαδρομές μέχρι να πάρει την τελική του μορφή (όπως και για όσο διάστημα την πήρε).
Ταυτόχρονα, υπήρξε και ένα ζήτημα που «παίχτηκε» όχι μόνο στο διάστημα πριν τον πόλεμο, αλλά σ’ αυτόν ή σ’ εκείνο το βαθμό συνέχιζε να «παίζεται» σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Οπωσδήποτε υπήρξε και ένα ζήτημα που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο να πάρει ο πόλεμος τη μορφή και το χαρακτήρα που τελικά πήρε, στη διαμόρφωση των συσχετισμών και συνεπώς στην έκβαση και τα αποτελέσματά του.
Είναι επόμενο συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό να μας απασχολήσει ιδιαίτερα, στο βαθμό που εμάς αυτό που κύρια μας ενδιαφέρει είναι η πολιτική διάσταση των γεγονότων.

Σημείωση: Για να είμαστε «εν τάξει» πρέπει να πούμε ότι ο τίτλος του κειμένου είναι παραλλαγή του τίτλου που έχει χρησιμοποιήσει ο Χόροβιτς στο βιβλίο του «Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ».

  
Α’ ΜΕΡΟΣ

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΜΗ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΣΣΔ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος

Στα χρόνια πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο έχουμε την εμφάνιση μεγάλων και οξύτατων προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος όχι μόνο δεν έλυσε τα προβλήματα του παγκόσμιου καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος, αλλά δημιούργησε νέα και πολύ οξύτερα.
Ανάμεσα στα αποτελέσματα του πολέμου υπήρξε και ένα «αποτέλεσμα» εξαιρετικά σημαντικό. Η πραγματοποίηση της μπολσεβίκικης επανάστασης, η ίδρυση του πρώτου προλεταριακού κράτους στον κόσμο. Η οικοδόμηση της ΕΣΣΔ, όχι μόνο «αφαιρεί» μια μεγάλη αγορά από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά ταυτόχρονα ενέπνευσε και οδήγησε σε μια μεγάλη ανάπτυξη το εργατικό και γενικότερα το λαϊκό κίνημα σ’ όλον τον κόσμο, προκαλώντας πολύ σοβαρά προβλήματα, αλλά και την αβυσσαλέα έχθρα του συστήματος.
Από την άλλη μεριά, αμφισβητούνταν έντονα από πολλές πλευρές τα αποτελέσματα του πρώτου πολέμου. Αμφισβητούνταν η κατανομή των αποικιών, των αγορών, η χάραξη των ευρωπαϊκών συνόρων, η κατανομή των ρόλων στο παγκόσμιο σύστημα. Οι δυνάμεις που έχασαν τον πόλεμο, και βασικά η Γερμανία, δεν έκρυβαν τον ρεβανσισμό τους, που βρήκε την πιο δυναμική του έκφραση στο ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ. Ταυτόχρονα και άλλες δυνάμεις πρόβαλαν στο προσκήνιο, όπως η Ιαπωνία και η Ιταλία, και ζητούσαν νέα «διευθέτηση» των πραγμάτων. Ακόμα και οι ΗΠΑ (πιο «διακριτικά» είναι αλήθεια) αναζητούν έναν άλλο ρόλο που να αντιστοιχεί στο ραγδαία αναπτυσσόμενο δυναμικό τους. Ο ρόλος που παίζαν στα παγκόσμια πράγματα Μ. Βρετανία και Γαλλία, ολοφάνερα πλέον, δεν αντιστοιχούσε στον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφωνόταν.
Η μεγάλη οικονομική κρίση που έκανε σκόνη όλα τα φτιασίδια του καπιταλιστικού συστήματος, πυροδότησε την έκρηξη στο σύνολο των αντιφάσεων και των αντιθέσεων του συστήματος που αντιδρούσε ολοένα και πιο σπασμωδικά.
Η γέννηση του φασισμού αποτελούσε μια συγκεκριμένη έκφραση των εξελίξεων και των τάσεων που διαμορφώνονται σ’ όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Αν σε ορισμένες από αυτές (π.χ. Γερμανία) ενσάρκωσε στη μια πλευρά του τον ρεβανσισμό, στο σύνολο των καπιταλιστικών χωρών (και στη Γερμανία) αποτελούσε ένα είδος «απάντησης» του καπιταλιστικού συστήματος στην ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Πανικόβλητη η αστική τάξη στράφηκε «προς τα πίσω», αναζήτησε τη σωτηρία, ανάδειξε και πόνταρε στις πιο αντιδραστικές δυνάμεις που περιέκλειε στους κόλπους της.
Στο ίδιο διάστημα σημαντικά γεγονότα διαδραματίζονται αρκετά νωρίς και δείχνουν αρκετά καθαρά προς τα πού βαδίζουν τα πράγματα. Η Ιαπωνία επιτίθεται στην Κίνα το 1932 και καταλαμβάνει την Μαντζουρία. Λίγο αργότερα η Ιταλία εισβάλει στην Αιθιοπία.
Η έκρηξη του ισπανικού εμφύλιου πολέμου το 1936 είναι ένα είδος πρόβας τζενεράλε εν όψει του μεγάλου πολέμου με την απροκάλυπτη επέμβαση της Γερμανίας και της Ιταλίας στο πλευρό του Φράνκο, και την «μη επέμβαση» των δυτικών. Ενώ η μόνη χώρα που ενισχύει το δημοκρατικό στρατόπεδο στην Ισπανία είναι η Σ.Ε.
Ο Χίτλερ ανασυγκροτεί το γερμανικό στρατό και το Μάρτη του 1938 εισβάλει στην Αυστρία και με τη βοήθεια του αυστριακού ναζιστικού κόμματος επιβάλλει το Άνσλους (ένωση) Γερμανίας-Αυστρίας.
Η έκρηξη όλων αυτών των αντιφάσεων και αντιθέσεων του συστήματος, αναδείχνοντας και ισχυροποιώντας σε μια πορεία τις πιο αντιδραστικές, τις πιο επιθετικές δυνάμεις, έκανε ολοένα και πιο φανερό το αναπόφευκτο του πολέμου. Το ερώτημα που κυριαρχούσε δεν ήταν πλέον αυτό, αλλά το «ποιος θα ήταν» αυτός ο πόλεμος.

Ποιος πόλεμος ετοιμαζόταν

Με όλες τις αντιφάσεις στις οποίες παράδερναν και όλες τις αντιθέσεις οι οποίες τις χώριζαν, οι αστικές κυβερνήσεις σ’ ένα πράγμα ενώνονταν. Στην αντίθεσή τους στην ύπαρξη της Σ.Ε. Στην πρόθεσή τους -που πολλοί δεν την έκρυβαν- να εξαλείψουν από το χάρτη αυτή την «κόκκινη έκταση». Και αυτό είναι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει με καθοριστικό τρόπο τις διάφορες κινήσεις και εξελίξεις για ένα μεγάλο διάστημα.
Η απειλή ενάντιά της, η περικύκλωση της Σ.Ε. δεν είναι παρά ένα σχήμα λόγου ή ένα προϊόν της «μανίας καταδιώξεως» του Στάλιν. Για την περικύκλωση, δεν έχει κανείς παρά να ρίξει μια ματιά σ’ ένα χάρτη εκείνης της εποχής. Όσο για την απειλή, αποτελεί αυτή ένα πραγματικό γεγονός που στοιχειοθετείται από συγκεκριμένες πολιτικές βλέψεις και απροκάλυπτες ενέργειες. Άλλωστε οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης του σοβιετικού κράτους προσπάθησαν να το πνίξουν στη γέννησή του ακόμη. Ενισχύοντας κατ’ αρχήν με κάθε τρόπο τις αντιδραστικές δυνάμεις μέσα στη Ρωσία (Βράγγελ-Ντενίκιν κ.ά.) αλλά και μη διστάζοντας να στείλουν και δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις να πνίξουν την επανάσταση.
Η αποτυχία τους, δεν τους έκανε και να παραιτηθούν από τους στόχους τους.
Η τακτική του οικονομικού στραγγαλισμού, της ολοκληρωτικής απομόνωσης της Σ.Ε. αποτέλεσαν μόνιμα στοιχεία της πολιτικής τους απέναντι στη Σ.Ε.

Ωστόσο εκείνο που είναι χαρακτηριστικό, και που συνδέεται ιδιαίτερα με τον προετοιμαζόμενο πόλεμο, είναι η ενθάρρυνση του Χίτλερ. Μια πολιτική που από μια πλευρά μπορεί να θεωρηθεί αρκετά «παράδοξη», αν λάβουμε υπόψη ορισμένες βασικές πλευρές της πολιτικής και των επιδιώξεων της ναζιστικής Γερμανίας. Το γερμανικό κεφάλαιο ζητάει νέο μοίρασμα του κόσμου, των αποικιών, των αγορών, των ρόλων. Απαιτήσεις που πρώτα και κύρια στρέφονται ενάντια σε Αγγλία-Γαλλία.
Η διεκδίκηση της Αλσατίας και Λορένης (που η έκβαση του πρώτου παγκόσμιου πολέμου έχει κατακυρώσει στη Γαλλία) αποτελεί κυρίαρχη «εθνική ιδέα» του γερμανικού σοβινισμού. Παρ’ όλα αυτά, ο Χίτλερ έχει θαυμαστές και υποστηρικτές σ’ όλες αυτές τις χώρες (και όχι μόνο σ’ αυτές). Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αγγλία Τζόζεφ Κένεντι (πατέρας του μετέπειτα προέδρου) δεν έκρυβε καθόλου τον φιλοναζισμό του, με αποτέλεσμα όταν η αμερικανική πολιτική προσανατολίστηκε οριστικά στην παρέμβαση στον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία, ο Ρούσβελτ αναγκάστηκε να τον αντικαταστήσει.
«Στην Αγγλία, στις ιθύνουσες τάξεις, οι ναζιστικές διαβρώσεις, οι διαλείψεις του πατριωτισμού είναι τόσο σοβαρές όσο και στη Γαλλία… η εφημερίδα «Ντέιλι Μέιλ» του Λόρδου Ράδερμερ έγραψε πως οι «λεβέντες νεαροί ναζίδες της Γερμανίας είναι το προπύργιό μας κατά του κομμουνισμού». (Ρ. Καρτιέ). Ανάλογα δημοσιεύματα γέμιζαν τις αστικές εφημερίδες σ’ όλο το διάστημα του μεσοπολέμου, και διαμόρφωναν ένα αντίστοιχο κλίμα.
Όλα αυτά τα «παράδοξα», μ’ έναν τρόπο μονάχα μπορούσαν να ερμηνευτούν. Με την προσπάθεια όλων αυτών να προσανατολίσουν τη γερμανική επιθετικότητα στην κατεύθυνση της Σ.Ε. θεωρώντας μάλιστα ότι έτσι πετυχαίνουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια απαλλάσσονται από τη γερμανική πίεση και τις διεκδικήσεις της, και από την άλλη εξαλείφουν εκείνη την κόκκινη εστία που απειλεί την κυρίαρχη ταξική τους θέση και γεμίζει εφιάλτες τον ύπνο τους.
Μια τέτοια προοπτική εξάλλου δεν βρισκόταν καθόλου έξω από τις προθέσεις και τους σχεδιασμούς της χιτλερικής Γερμανίας, που σαν βασικό χώρο επέκτασης της εδαφικής κυριαρχίας της (ο «ζωτικός χώρος») έβλεπε τις ευρωπαϊκές περιοχές της Σ.Ε. Ας δούμε κάτι πάνω σ’ αυτό. «Αναφορά του Ρόμπερ Κουλόντρ πρεσβευτή της Γαλλίας στο Βερολίνο. ”Φαίνεται ότι το σχήμα της μεγάλης γερμανικής επιχείρησης είναι … να θέσει υπό γερμανικό έλεγχο την Κεντρική Ευρώπη υποτάσσοντας Τσεχοσλοβακία και Ουγγαρία, και ύστερα να δημιουργήσει την Μείζονα Ουκρανία υπό γερμανική ηγεμονία… Όσο για την Ουκρανία εδώ και καμιά δεκαριά μέρες, όλο το εθνικοσοσιαλιστικό προσωπικό της πρεσβείας μιλάει γι’ αυτήν … στους στρατιωτικούς κύκλους μιλάνε κιόλας για μια προέλαση μέχρι τον Καύκασο και το Μπακού”». (Ζ. Έλλενσταϊν, «Ιστορία της Σ. Ένωσης»).

Πέρα από όλα αυτά ωστόσο, υπάρχουν κάποια πράγματα ακόμη πιο σημαντικά. Τα ίδια τα γεγονότα. Αυτά που κύρια βαραίνουν στις εξελίξεις και πιστοποιούν με τρόπο που δεν σηκώνει παρερμηνείες, ποιες σκέψεις, ποιες απόψεις έχουν πραγματική υπόσταση και δημιουργούν τα αντίστοιχα δεδομένα.
Η ανασυγκρότηση της Βέρμαχτ (του γερμανικού στρατού) μετά την άνοδο του Χίτλερ, προχωρεί με ραγδαίο ρυθμό. (Να σημειωθεί ότι οι συνθήκες τερματισμού του πρώτου πολέμου περιόριζαν το γερμανικό στρατό σ’ έναν μικρό αριθμό ανδρών, χωρίς θωρακισμένα, αεροπορία και λοιπά). «Η επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας και η ανασυγκρότηση ενός εθνικού στρατού 36 μεραρχιών διατάχτηκαν από τον Χίτλερ το 1935. Ο αρχιστράτηγος Φον Φριτς θεωρώντας τον αριθμό υπερβολικό και προκλητικό δήλωσε πως 24 μεραρχίες έφθαναν για την άμυνα της Γερμανίας. Ο Χίτλερ δεν το έλαβε υπ’ όψη (Ρ. Καρτιέ, «Ιστορία του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου»). Κανείς δεν αντέδρασε. Και η ανασυγκρότηση του γερμανικού στρατού συνεχίστηκε με ραγδαίους ρυθμούς ξεπερνώντας στην πορεία κατά πολύ τον αριθμό των 36 μεραρχιών, που ο Φον Φριτς θεωρούσε προκλητικό.
Στην περίπτωση του ισπανικού εμφυλίου, Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ αποδέχονται τον περιορισμό τους σε ρόλο παρατηρητή και κομπάρσου σε σχέση με εξελίξεις που επηρεάζουν τον παγκόσμιο συσχετισμό. Ακριβώς την ίδια στιγμή που Χίτλερ και Μουσολίνι κάνουν ένα άλμα στην πορεία της διεκδίκησης από μεριάς τους ενός ρόλου ρυθμιστικού στις εξελίξεις των ευρωπαϊκών -και όχι μόνο- πραγμάτων. Ανάλογα (δεν) αντιδρούν στο Άνσλους. Και το αποκορύφωμα όλης αυτής της πορείας των πραγμάτων το συναντάμε στο Μόναχο. Στις 30/11/1938 Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ, Μουσολίνι και Χίτλερ επικυρώνουν την ήδη παρμένη απόφαση του τελευταίου να προσαρτήσει τη Σουδητία (περιοχή της Τσεχοσλοβακίας).
Γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Ρουμανία, επιβάλλουν τον Αντονέσκου και διασφαλίζουν την κυριαρχία των πετρελαιοπηγών στο Πλοέστι (όρος εκ των ων ουκ άνευ για τη διεξαγωγή του πολέμου). Ο Χίτλερ προσαρτά το Μέμελ της Λιθουανίας, και 6 μήνες μετά το Μόναχο προσαρτά το σύνολο της Τσεχοσλοβακίας.
Τίποτε, ωστόσο, δεν δείχνει ότι μπορεί να βγάλει τους δυτικούς από την τροχιά πάνω στην οποία κινούνται. Αντίθετα, στις 6/12/1938 υπογράφεται γαλλογερμανική συμφωνία ανάμεσα στους Ρίμπεντροπ και Μποννέ, με βάση την οποία ο Χίτλερ αποδέχεται στα χαρτιά το γαλλικό καθεστώς της Αλσατίας και Λορένης. Και μόνο αυτό το γεγονός θα αρκούσε σαν απόδειξη των προσανατολισμών που ίσχυαν σ’ εκείνη τη φάση.
Η διεκδίκηση της Αλσατίας και της Λορένης ήταν ένα από τα πρώτα (αν όχι το πρώτο) πράγματα που πάνω τους πάτησε ο Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα για να αναδειχτεί κυρίαρχη δύναμη στη Γερμανία. Η «παραίτηση» από αυτή τη διεκδίκηση, έστω και μόνο στα χαρτιά, έστω και μόνο προσωρινά, μόνο για χάρη ενός πολύ μεγάλου στόχου μπορούσε να γίνει. Και αυτός ήταν η επίθεση στην Σ.Ε., την οποία ήθελε να πραγματοποιήσει ο Χίτλερ χωρίς ανοιχτούς λογαριασμούς στην πλάτη του.

Σημαντικά γεγονότα επίσης εξελίσσονται και σε άλλα σημεία του πλανήτη, που όλα σχεδόν συγκλίνουν σε μια ορισμένη κατεύθυνση. Από το 1938 σοβαρά συνοριακά επεισόδια εκδηλώνονται στα σύνορα Σ.Ε.-Ιαπωνίας, στη Λίμνη Χασάν, που εξελίσσονται σε αιματηρές μάχες ανάμεσα στον κόκκινο και το γιαπωνέζικο στρατό. Τα γεγονότα επαναλαμβάνονται το 1939 στο Χαλκίν Γκολ, και τον Αύγουστο του 1939 στον ποταμό Κάλχα. Στο μεταξύ η Ιταλία επιτίθεται στις 7/4/1939 και καταλαμβάνει την Αλβανία.

Οι προσπάθειες της Σ.Ε. για σταμάτημα του Χίτλερ

Σ’ όλο αυτό το διάστημα η ηγεσία της Σ.Ε. έβλεπε πολύ καλά βέβαια τα γεγονότα που εξελίσσονταν, διέκρινε επίσης καθαρά τις χιτλερικές βλέψεις, όσο και τους ευσεβείς πόθους των ιμπεριαλιστών της Δύσης.
Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστική η εισήγηση του Στάλιν στο 18ο Συνέδριο του ΚΚ(μπ): «Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα απροκάλυπτο ξαναμοίρασμα του κόσμου και των ζωνών επιρροής σε βάρος των συμφερόντων των μη επιθετικών κρατών, χωρίς καμιά απόπειρα αντίστασης από μέρους τους, και μάλιστα με κάποια ανοχή…». Στη συνέχεια και ως προς τον ορισμό των καθηκόντων που μπαίνουν για τους κομμουνιστές μπολσεβίκους προσδιόριζε σαν βασικό καθήκον τη «συνέχιση της πολιτικής της ειρήνης» και να «ενεργεί σωστά (το κόμμα) και να μην επιτρέπει στους υποκινητές του πολέμου που είναι συνηθισμένοι να βάζουν τους άλλους να βγάζουν τα κάστανα από τη φωτιά να παρασύρουν τη χώρα μας σε συγκρούσεις…να ενισχύει με κάθε μέσον την μαχητική ισχύ του κόκκινου στρατού και του ναυτικού μας…» και τέλος προειδοποιεί: «…οι οπαδοί της μη επέμβασης έχουν αρχίσει ένα επικίνδυνο παιχνίδι, που υπάρχει κίνδυνος να τελειώσει πολύ άσχημα γι’ αυτούς».
Αν εντυπωσιάζει κάτι σ’ αυτές τις εκτιμήσεις, είναι το πόσο καθαρά έβλεπε ο Στάλιν τις διαγραφόμενες εξελίξεις, και μάλιστα μέσα στη δίνη των γεγονότων. Ακόμη και σήμερα, από την απόσταση των πενήντα χρόνων, και αφού ήδη έχουν εξελιχτεί τα γεγονότα, αυτό που έχουμε να προσθέσουμε από τη μεριά μας σ’ αυτές τις εκτιμήσεις είναι βασικά η περιγραφή των εξελίξεων και των γεγονότων που τις επαληθεύουν.

Η σοβιετική ηγεσία εκτιμούσε ότι ο κύριος κίνδυνος προερχόταν από τη Γερμανία. Η πολιτική που υιοθέτησε και προώθησε με συνέπεια ήταν η προσπάθεια σύσφιξης συμμαχίας βασικά με Αγγλία, Γαλλία και γενικότερα με χώρες που θίγονταν από το φασιστικό επεκτατισμό (ο χαρακτηρισμός «μη επιθετικά κράτη» σ’ αυτούς αναφέρεται, και είναι βέβαια ένας συμβατικός όρος που αναγκαστικά χρησιμοποιείται με βάση τα κρίσιμα προβλήματα εκείνης της περιόδου). Σ’ όλο αυτό το διάστημα μέχρι το καλοκαίρι του 1939 γίναν σειρά προτάσεων σ’ αυτές τις χώρες από τη Σ.Ε., για σύσταση συμμαχίας ενάντια στον επεκτατισμό των χωρών του άξονα, που όλες τους απορρίφτηκαν.
«Στις 23 Μαρτίου 1939 η Γερμανία καταλαμβάνει το Μέμελ στη Λιθουανία χωρίς μεγάλη αντίδραση των Δυτικών… Η αγγλική κυβέρνηση αποσύρει την πρότασή της για τετραμερή δήλωση εναντίον των απειλών επίθεσης (Έλλενσταϊν). (Η δήλωση επρόκειτο να υπογραφεί από Μ. Βρετανία, Γαλλία, Σ. Ένωση, Πολωνία).
«Στις 17/4/1939 ο Λιτβίνοφ προτείνει τη σύναψη ενός συμφώνου αμοιβαίας βοήθειας ανάμεσα στη Γαλλία, τη Μ. Βρετανία και την ΕΣΣΔ μαζί με μια στρατιωτική σύμβαση που να εγγυάται την ανεξαρτησία όλων των κρατών από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα» (Έλλενσταϊν). Μέχρι και τις παραμονές της σύναψης του περίφημου «συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ» γίνονταν συζητήσεις στη Μόσχα για το ζήτημα αυτό. Κατά τον Ρ. Καρτιέ η επίτευξη συμφωνίας σκάλωσε στην άρνηση της Πολωνίας να επιτρέψει την είσοδο σοβιετικών στρατευμάτων στο έδαφός της (σε περίπτωση κρίσης) μια και δεν υπήρχαν κοινά σύνορα Γερμανίας-Σ. Ένωσης.
Στην πραγματικότητα όλες οι συζητήσεις ανάμεσα στη Σ. Ένωση με Γαλλία-Αγγλία φτάναν σε αδιέξοδο γιατί ο τελευταίες δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να δεσμευτούν με αμοιβαίες και σαφείς στρατιωτικές υποχρεώσεις. Δέσμιες μιας πολιτικής που η πιο χαρακτηριστική της έκφραση ήταν η συμφωνία του Μονάχου, συνέχιζαν να επιμένουν σ’ αυτήν, παρόλο που οι εξελίξεις δείχναν ότι τα πράγματα δεν βάδιζαν σύμφωνα με τα σχέδια και τις προσδοκίες τους.

Ο αιφνιδιασμός της 23/9/1939

Η Σ. Ένωση απάντησε τελικά σ’ όλα αυτά με την υπογραφή συμφώνου μη επίθεσης με τη Γερμανία το Σεπτέμβρη του 1939. Τι ήταν αυτό το σύμφωνο και ποια η σημασία του; Με έναν τρόπο απαντάει ο ίδιος ο Στάλιν στην εισήγηση που αναφέραμε. Η Σ. Ένωση δεν είχε καμιά διάθεση «να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά». Ταυτόχρονα έδειχνε καθαρά πλέον στους Δυτικούς ότι το «παιχνίδι που άρχισαν μπορούσε να τελειώσει πολύ άσχημα γι’ αυτούς». Ως προς τις εξηγήσεις που δόθηκαν αργότερα (π.χ. λόγος του Στάλιν μετά τη γερμανική επίθεση) σαν βασικός λόγος προβάλλονταν το κέρδισμα χρόνου. Αυτός πράγματι ήταν ένας πολύ σοβαρός λόγος. Ωστόσο κατά τη δική μας γνώμη, ο πιο σοβαρός ήταν αυτός που δεν ειπώθηκε. Και δεν ειπώθηκε γιατί δεν μπορούσε να ειπωθεί χωρίς να αυτοαναιρεθεί την ίδια στιγμή. Πριν αναφερθούμε όμως σ’ αυτό το ζήτημα, ας παρακολουθήσουμε για λίγο ακόμη τα γεγονότα.
Το σύμφωνο μη επίθεσης ανάμεσα σε Σ.Ε.-Γερμανία, όχι μόνο αιφνιδίασε Άγγλους και Γάλλους, αλλά και τους δημιούργησε μεγάλη σύγχυση. Η πολιτική βέβαια που μέχρι τότε ακολουθούσαν στηριζόταν σε βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις και είχε πολύ σοβαρά ερείσματα για να μπορέσει ν’ αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Οπωσδήποτε από το σημείο αυτό και πέρα, αναδείχνονται ολοένα και περισσότερο οι αντιφάσεις αυτής της πολιτικής, ενώ η επίθεση στην Πολωνία (1/9/39) τις οξύνει ακόμα πιο πολύ.
Βεβαίως η επίθεση στην Πολωνία δείχνει να ακολουθεί την προβλεπόμενη κατεύθυνση (προς την Ανατολή). Από την άλλη πλευρά όμως η Πολωνία είναι σύμμαχός τους, την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της οποίας έχουν εγγυηθεί Αγγλία και Γαλλία με συγκεκριμένες συνθήκες. Χαρακτηριστικό της κατάστασης που δημιουργήθηκε είναι ο πανικός -μέχρι και της …ιταλικής κυβέρνησης μπροστά σε μια τροπή των πραγμάτων έξω από τις «προβλεπόμενες». Στο Παρίσι ο υπουργός των εξωτερικών Μπονέ γαντζώνεται απεγνωσμένα από την ιταλική πρόταση για τετραμερή διάσκεψη. Ανάλογες ταλαντεύσεις εκφράζονται και στην Αγγλία. Ήδη ωστόσο αρχίζουν να εκδηλώνονται και άλλες τάσεις. «Άγγλοι βουλευτές επιφυλάσσουν άγρια πρόγκα στις άτονες δηλώσεις του Τσάμπερλαιν … στους διαδρόμους του Ουέστμινστερ κουβεντιάζουν την πιθανότητα να ανατραπεί ο Τσάμπερλαιν και να αντικατασταθεί από τον Τσόρτσιλ». (Ρ. Καρτιέ).
Τελικά κηρύσσεται ο πόλεμος ενάντια στη Γερμανία, αρχικά από την Αγγλία και στη συνέχεια («ρυμουλκούμενη») από τη Γαλλία. Ωστόσο αυτή η κήρυξη πολέμου πολύ απέχει από του να έχει κάποιο συγκεκριμένο υλικό αντίκρισμα. Και το χαρακτηριστικό είναι ότι αυτή η κήρυξη πολέμου, στρατιωτικά τουλάχιστον, δεν ανησύχησε καθόλου τον Χίτλερ. (Για την πολιτική διάσταση του πράγματος θα αναφερθούμε πιο κάτω).
«Η Γερμανία δεν έχει αφήσει στη Δύση παρά 11 μόνο μεραρχίες εν ενεργεία, και θα χρειαστούν πολλές βδομάδες για να αποκτήσουν μια σοβαρή συνοχή οι 35 μεραρχίες της τρίτης και τέταρτης φουρνιάς που πρόκειται να τις αντικαταστήσουν…»
«Στις 7/9/39 (όταν ήδη έχει ουσιαστικά νικηθεί ο πολωνικός στρατός σ.σ.) η Γαλλία «επιτίθεται»… Στις 9 του μήνα η γαλλική «επίθεση» έχει τελειώσει… και ο γαλλικός στρατός παίρνει αμυντικές θέσεις». «Στις αιτήσεις των Πολωνών για αεροπορική ενίσχυση, τους απαντούν ότι η ΡΑΦ (αγγλική αεροπορία) πηγαίνει κάθε βράδυ και ρίχνει προκηρύξεις στη Γερμανία κι όσο για τη Γαλλία, η γαλλική κυβέρνηση δεν βλέπει για ποιο λόγο πρέπει να προκαλέσει αντίποινα σε βάρος των πολεμικών της βιομηχανιών».
«…Παράξενος πόλεμος, κατά δεκάδες τα τρένα περνούν κάθε μέρα τη δεξιά όχθη του Ρήνου σ’ απόσταση 500 μ. από τα γαλλικά αυτόματα όπλα που ήταν στημένα στη γέφυρα του Σαλαμπέ…». «…Μια διαταγή της βρετανικής κυβέρνηση απαγορεύει τον βομβαρδισμό των γερμανικών πολεμικών μέσα στα λιμάνια, ενώ τον επιτρέπει στο ανοιχτό πέλαγος…» (Ρ. Καρτιέ).
Έτσι κάπως πολέμησαν Αγγλία και Γαλλία για την υπεράσπιση της συμμάχου τους Πολωνίας.

Ανατροπή Τσάμπερλαιν-Νταλαντιέ - Αλλαγή πλεύσης

Έτσι ή αλλιώς, ωστόσο, ο πόλεμος ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος, ο πιο μεγάλος από τους μέχρι τώρα πολέμους έχει ξεκινήσει. Μόνο που εξακολουθεί να είναι ερωτηματικό το «ποιος είναι» αυτός ο πόλεμος. Άγγλοι, Γάλλοι εξακολουθούν να παραδέρνουν μέσα στις αντιφάσεις τους. «Στην Αγγλία ο νόμος για την υποχρεωτική θητεία που άργησε να ψηφιστεί δεν εφαρμόζεται ακόμη παρά μόνο για τους νεαρούς εργένηδες. Οι απαλλαγές από αυτήν επεκτείνονται μέχρι και το επάγγελμα των ξεκαμπιαστών, αυτών δηλαδή που καθαρίζανε τους δρόμους από τις κάμπιες» (Ρ. Καρτιέ).
Ακόμη και στις ΗΠΑ υπάρχει ένα ανάλογο κλίμα. «Όταν ήρθα στην πατρίδα μου από το Βερολίνο τα Χριστούγεννα του 1940 βρήκα τους συμπατριώτες μου να αγνοούν αυτό που πραγματικά επεδίωκε ο Χίτλερ…» (Ουίλιαμ Σίρετ, «Το τέλος του ημερολογίου»).

Στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων έχει ήδη τεθεί το ζήτημα της Νορβηγίας για την οποία ενδιαφέρεται και ο Χίτλερ. Συζητώνται διαφόρων ειδών ενέργειες ανάμεσα στις οποίες και η πόντιση ναρκών στον Ρήνο. Η Γαλλία αντιτίθεται σ’ αυτό και ο Τσάμπερλαιν γαντζώνεται απ’ αυτό για να μην κάνει τίποτε και αναβάλλει και την πόντιση ναρκών στις ακτές της Νορβηγίας. Αντίθετα καταπιάνονται με ζέση με το ζήτημα της παρέμβασης στον ρωσο-φιλανδικό πόλεμο, την αποστολή εκστρατευτικού σώματος και την επίθεση στη Σ.Ε. μέσω του φιλανδικού εδάφους. Οι ίδιες αυτές δυνάμεις δεν χτύπησαν τον Χίτλερ όταν αυτός συνέθλιβε την Πολωνία και ενώ η απάντηση στο πρόβλημα βρισκόταν μπροστά στις κάνες των όπλων τους. Τώρα ετοιμάζονται να εκστρατεύσουν στον πολικό κύκλο. Από στρατιωτική άποψη το εγχείρημα μοιάζει σαν προϊόν σύλληψης νηπιακής σκέψης. Η πολιτική πλευρά ωστόσο του πράγματος δεν περιέχει καμιά αφέλεια. Αποτελεί μια τελευταία προσπάθεια των κυβερνήσεων Αγγλίας και Γαλλίας να στρέψουν τον πόλεμο στην αρχική του κατεύθυνση.
Τα γεγονότα ωστόσο τραβούν το δικό τους δρόμο. Αν στη μια πλευρά ο ρωσο-φιλανδικός πόλεμος τερματίζεται με συνθήκη ειρήνης που υπογράφεται ανάμεσα στις δυο χώρες, από την άλλη πλευρά ο Χίτλερ αιφνιδιάζει ξανά. Στις 9/4/1940 επιτίθεται και καταλαμβάνει τη Νορβηγία. Είναι ένα σημείο καμπής. Η Νορβηγία δεν βρίσκεται στο δρόμο της «Ανατολής». Ταυτόχρονα βρίσκεται σε μια θέση που μπορεί να δώσει ναυτικές βάσεις στο γερμανικό στόλο ακριβώς μπροστά στις θαλάσσιες πύλες της Αγγλίας, η οποία νοιώθει να απειλείται ακριβώς στο πεδίο όπου κυρίως βασίζεται η ισχύς της.

Ταυτόχρονα ακόμη πιο σοβαρές-συγκλονιστικές εξελίξεις άρχισαν να διαγράφονται στον ορίζοντα. Η προετοιμασία της γερμανικής επίθεσης ενάντια στη Γαλλία, δεν ήταν κάτι που μπορούσε εύκολα να αποκρυβεί. Όλα αυτά, και τα περισσότερα που προμηνύανε προκαλέσανε σοβαρές πολιτικές ανακατατάξεις σε Γαλλία-Αγγλία. Στις 19/3/1940, πέφτει ο Νταλαντιέ και σχηματίζει κυβέρνηση ο Πολ Ρεϊνό. Στις 7/5/1940 ανατρέπεται ο Τσάμπερλαιν και ανεβαίνει στη θέση του ο Τσόρτσιλ.
Πρόκειται για το πιο αποφασιστικό ως την ώρα εκείνη σημείο στροφής στους προσανατολισμούς και τις κατευθύνσεις των δύο χωρών. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η νέα κατεύθυνση στην πορεία δεν γνώρισε δοκιμασίες, κλυδωνισμούς και διαφοροποιήσεις. Κάτι τέτοιο υπογραμμίζεται ακόμη και από τον τρόπο που γίναν αυτές οι αλλαγές. Ο Νταλαντιέ ανατρέπεται σαν πρωθυπουργός αλλά διατηρεί το υπουργείο εθνικής άμυνας και καλύπτει και τον αρχιστράτηγο Γκαμελέν στην παρουσία του οποίου αντιτίθεται μέχρι και ο νέος πρωθυπουργός Ρεϊνό. Ο Τσάμπερλαιν ανατρέπεται αλλά προσπαθεί να αποκλείσει τον Τσόρτσιλ επιχειρώντας να προωθήσει στην πρωθυπουργία το λόρδο Χάλιφαξ. (Μόνο που ο Χάλιφαξ δεν είναι λόρδος και δεν μπορεί να γίνει δεκτός στη Βουλή των Κοινοτήτων). Με όλα αυτά ωστόσο η σημασία της αλλαγής είναι πολύ μεγάλη και καθοριστική για τις παραπέρα εξελίξεις.

Μερικά συμπεράσματα

Είναι καιρός ωστόσο να προσπαθήσουμε να βγάλουμε μερικά συμπεράσματα από τη μέχρι το σημείο αυτό πορεία των πραγμάτων. Είναι αλήθεια ότι και οι μετέπειτα εξελίξεις μπορούν να δώσουν πρόσθετα στοιχεία, θεωρούμε ωστόσο αναγκαίο και χρήσιμο για την καλύτερη κατανόηση και αυτών των εξελίξεων, μια πρώτη καταγραφή κάποιων συμπερασμάτων.
Αναφερθήκαμε προηγούμενα στην ανάδειξη του φασισμού σαν ένα είδος «απάντησης» του καπιταλιστικού συστήματος στο κομμουνιστικό κίνημα. Στην ανάδειξη της ναζιστικής Γερμανίας σαν την πιο προχωρημένη και πιο δυναμική έκφραση αυτής της κατάστασης. Στην κατεύθυνση στην οποία προσανατολιζόταν (ανατολικά) και τον ρόλο για τον οποίο προοριζόταν με τη συνενοχή και των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (Συντριβή της Σ. Ένωσης). Μ. Βρετανία και Γαλλία ευνοώντας το δυνάμωμα της Γερμανίας και ενισχύοντας τις βλέψεις του Χίτλερ θεωρούσαν τον εαυτό τους αρκετά ασφαλή διαθέτοντας τον ισχυρότερο στόλο του κόσμου (Αγγλία) και τον ισχυρότερο στρατό (Γαλλία).
Ταυτόχρονα θεωρούσαν ότι η σύγκρουση Γερμανίας-ΕΣΣΔ θα προκαλούσε αναπόφευκτα -όποιος και να ‘ταν ο νικητής- μια μεγάλη φθορά και στους δύο, πράγμα που θα επέτρεπε σ’ αυτές να επέμβουν σε ρυθμιστικό ρόλο και εκ του ασφαλούς. Τα πράγματα ωστόσο κάπου άρχισαν να εξελίσσονται όχι πάντα σύμφωνα με τις προβλέψεις. Όσο περισσότερο δυνάμωνε η Γερμανία, τόσο περισσότερο λειτουργούσε αυτόνομα, τόσο περισσότερο άρχισε να προβάλλει τις δικές της ιδιαίτερες διεκδικήσεις. Ταυτόχρονα προχωρεί σε συμμαχία με τις χώρες εκείνες (Ιαπωνία, Ιταλία) με τις οποίες έχει την κοινή απαίτηση για ξαναμοίρασμα του κόσμου. Το τριμερές σύμφωνο είναι μια πραγματικότητα και μια απειλή που δεν μπορούν να αγνοούν οι νικητές του πρώτου παγκόσμιου πολέμου.
Στις δυο χώρες διαμορφώνεται και ισχυροποιείται ολοένα μια τάση που αμφισβητεί την μέχρι τώρα κατεύθυνση και ζητάει μια αποφασιστική στάση απέναντι στο Χίτλερ.

Το σύμφωνο μη επίθεσης ανάμεσα σε Σ.Ε.-Γερμανία σημαδεύει μια απαρχή πανικού. Η κατάληψη της Πολωνίας δυναμώνει τις πιέσεις ενάντια σε Τσάμπερλαιν-Νταλαντιέ. Η κατάληψη της Νορβηγίας και η προετοιμασία της επίθεσης ενάντια στη Γαλλία οδηγεί στην ανατροπή τους. Τα πράγματα παίρνουν πλέον μια άλλη τροχιά.
Αναφερθήκαμε ήδη στην πιο χαρακτηριστική ίσως περίπτωση -την ιταλική- της σύγχυσης και του πανικού που δημιουργήθηκε από τη νέα τροχιά των εξελίξεων.
Το πράγμα είχε και τη συνέχειά του. Ο Μουσολίνι «στις 4/1/1940 γράφει στον Χίτλερ και τον συμβουλεύει να διαπραγματευθεί τονίζοντάς του πως είναι γελασμένος αν πίστευε πως θα τσάκιζε την Αγγλία και τη Γαλλία» (Ρ. Καρτιέ). Βεβαίως ο Χίτλερ είχε τα δικά του σχέδια για τα οποία δεν ήταν πάντα ενήμερος ο Μουσολίνι. Πριν περάσουμε ωστόσο σ’ αυτά, ας πούμε δυο λόγια για τη στάση μερικών άλλων δυνάμεων.

Η Ιταλία ήταν μια μπλόφα. Ο «κουρελής» (κατά Γκράμσι) ιμπεριαλισμός που αντιπροσώπευε, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσπαθεί να αρπάξει ό,τι μπορεί εκμεταλλευόμενος τις συγκυρίες. Αυτό δεν έχει σχέση ούτε με τις επεκτατικές του διαθέσεις, ούτε με τη σκληρότητα του καθεστώτος όπου αυτό μπορούσε να την ασκήσει. Συνδέεται με τις εγγενείς αδυναμίες του ιταλικού ιμπεριαλισμού, τις αντιφάσεις μέσα στις οποίες παράδερνε, αλλά και την αντίσταση του ιταλικού λαού. Χαρακτηριστικά που στην πορεία αναδείξανε την Ιταλία σε «μαλακό υπογάστριο» του άξονα.

Η Ιαπωνία ήταν μια νέα αναπτυσσόμενη ιμπεριαλιστική δύναμη με έντονα μιλιταριστικά χαρακτηριστικά αλλά και με ιδιόρρυθμες φεουδαρχικές επιβιώσεις. Αποτελούσε την ανερχόμενη δύναμη της Άπω Ανατολής στην οποία φιλοδοξούσε και να κυριαρχήσει. Αυτό την έφερνε σε αντίθεση τόσο με Αγγλία, Γαλλία, όσο και κυρίως με τις ΗΠΑ που προσέβλεπαν στον ίδιο χώρο για επέκταση της κυριαρχίας τους. Όσον αφορά τη στρατιωτική της δύναμη, ο Χίτλερ δεν έπεφτε και πολύ έξω όταν την εκτιμούσε για αρκετά μικρότερη από όση φαινόταν. Οπωσδήποτε ζητούσε κι αυτή ένα νέο μοίρασμα του κόσμου, κι αυτό την έφερνε κοντά με Γερμανία, Ιταλία.

Όσον αφορά τις ΗΠΑ αποτελούσαν ήδη τη μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη το κόσμου, αλλά που δεν είχαν ακόμη αναπτύξει στον ανάλογο βαθμό τη στρατιωτική τους δύναμη. Ταυτόχρονα οι ιθύνοντες των ΗΠΑ θεωρούσαν ότι δεν είχαν τη θέση που τους αναλογεί στον παγκόσμιο συσχετισμό.
Η υπαρκτή διάσταση ανάμεσα σ’ αυτούς που ήταν υπέρ της παρέμβασης στον πόλεμο και τους οπαδούς του απομονωτισμού, ή η αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτούς που θεωρούσαν κύριο πεδίο την Ευρώπη και αυτούς που θεωρούσαν τον Ειρηνικό, δεν είχε στην πραγματικότητα τις διαστάσεις που έδειχνε. Το αμερικανικό κεφάλαιο και η πολιτική ηγεσία (Ρούσβελτ) των ΗΠΑ δεν ήταν καθόλου διατεθειμένοι να χάσουν την «ευκαιρία» και επίσης γνώριζαν πολύ καλά ότι οι βασικοί συσχετισμοί θα κριθούν στην Ευρώπη. Με τους δοσμένους όρους οι ΗΠΑ καιροφυλακτούσαν (και καιροσκοπούσαν) τόσο στο διάστημα πριν τον πόλεμο όσο και για ένα διάστημα μετά το ξέσπασμά του, περιμένοντας να επιλέξουν τη στιγμή που θα επέμβουν με τους πιο κατάλληλους γι’ αυτές όρους. Αλλά γι’ αυτές τις δυνάμεις (ΗΠΑ, Ιαπωνία) θα πούμε περισσότερα στη συνέχεια.

Γερμανικές βλέψεις και σχεδιασμοί

Ο Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα ανέβηκαν στην εξουσία εκφράζοντας τόσο την αντίθεση του συστήματος στον κομμουνισμό όσο και τον γερμανικό ρεβανσισμό ή πιο συγκεκριμένα την τάση του γερμανικού κεφαλαίου για επέκταση, την απαίτησή του για ξαναμοίρασμα του κόσμου. Η στρατηγική κατεύθυνση της επέκτασης ανατολικά (Σ.Ε.) συνένωσε σε μεγάλο βαθμό και έκφραζε αυτούς τους στόχους. Άφηνε ωστόσο και ακάλυπτες πλευρές. Μια από αυτές ήταν π.χ. η αγεφύρωτη αντίθεση με τη Γαλλία για Αλσατία και Λορένη (και όχι μόνο). Η γερμανική ηγεσία δεχόταν με ευχαρίστηση την ενίσχυση και την ευνοϊκή στάση των Αγγλογάλλων, ήξερε ωστόσο πολύ καλά με ποιους είχε να κάνει (στο ίδιο σχολείο είχαν φοιτήσει).
Όσο η γερμανική δύναμη αύξαινε τόσο περισσότερο ενισχυόταν η τάση της να προωθήσει το ρόλο της χωρίς κηδεμονίες και υπαγορεύσεις. Στην πορεία και ενόσω μαζεύονταν τα σύννεφα του πολέμου, ενός πολέμου που έδειχνε ότι θα κρίνει την τύχη του κόσμου για πολύ καιρό, άρχιζε να διαγράφεται το σχήμα της γερμανικής στρατηγικής. Ο Χίτλερ που δεν ήταν βέβαια τρελός όπως θέλουν να μας τον παρουσιάσουν για να διασφαλίσουν άλλοθι σ’ ένα σύστημα που οδήγησε σ’ ένα τέτοιο μακελειό, αντιλαμβανόταν πολύ καλά πού πάνε τα πράγματα. Αντιλαμβανόταν επίσης ότι για την εκπλήρωση των γερμανικών στόχων είναι απαραίτητες κάποιες συμμαχίες. Για τις απαιτήσεις του πολέμου που ερχόταν δεν έφθανε από μόνο του το γερμανικό ανθρώπινο, παραγωγικό και στρατιωτικό δυναμικό. Στο καθαρά στρατιωτικό πεδίο η Γερμανία δεν μπορούσε να διατηρεί ταυτόχρονα έναν τεράστιο στρατό, μια ισχυρή αεροπορία και έναν μεγάλο στόλο. Στην πράξη παραιτήθηκε από τη δημιουργία ισχυρού στόλου και η κυριότερη μορφή θαλάσσιου πολέμου που διεξήγαγε ήταν ο υποβρύχιος πόλεμος, ένα είδος δηλαδή ανταρτοπόλεμου της θάλασσας. Αλλά και εκεί αντιτάχθηκε στην αύξηση της μαζικής παραγωγής υποβρυχίων που επανειλημμένα του πρότειναν οι επιτελείς του (Νταίνιτς). Η σύμπηξη του τριμερούς (ή «χαλύβδινου») συμφώνου με Ιταλία, Ιαπωνία αποτελούσε ένα βήμα σε μια τέτοια κατεύθυνση. Μόνο που ο ίδιος ο Χίτλερ δεν το θεωρούσε και πολύ «χαλύβδινο». Δεν υπολόγιζε και πολύ την Ιταλία που γνώριζε τις πραγματικές της δυνατότητες και θεωρούσε πλασματική την στρατιωτική ισχύ που εμφάνιζε η Ιαπωνία. Άλλωστε αυτή η τελευταία βρισκόταν μακριά από τον ευρωπαϊκό χώρο, όπου θα κρίνονταν οι βασικοί συσχετισμοί.

Ένα βασικό πρόβλημα συνεπώς της γερμανικής στρατηγικής εξακολουθούσε να παραμένει ανοιχτό. Ας δούμε ωστόσο λίγο το διάγραμμα των γερμανικών στόχων. Πρωταρχική επιδίωξη ήταν και παρέμεινε πάντα η εδαφική επέκταση, κύρια σε βάρος της Σ.Ε. Η θεωρία του «ζωτικού χώρου», ακριβώς αυτό το ζήτημα έθετε. Ταυτόχρονα ο στόχος αυτός συνδυαζόταν με την ιδεολογική κατεύθυνση του ναζισμού αλλά και τις επιθυμίες του συνόλου του καπιταλιστικού κόσμου.
Τα πράγματα ωστόσο στην πράξη δεν ήταν τόσο απλά.
Η βασική αρχή της γερμανικής (πρωσικής) στρατιωτικής θεωρίας ήταν τρεις λέξεις: Όχι δύο μέτωπα!. Από την άποψη αυτή ο Χίτλερ δεν ήταν πολύ πρόθυμος να ορμήσει ανατολικά χωρίς πολύ σαφείς και συγκεκριμένες εγγυήσεις στα νώτα του. Με την Πολωνία το είχε τολμήσει. Με τη Σ.Ε. ωστόσο που είχε άλλο στρατιωτικό ανάστημα από την Πολωνία, το πράγμα έμπαινε πολύ διαφορετικά. Και το πρόβλημα που έπρεπε με κάποιο τρόπο να λυθεί, ήταν στις σχέσεις (και αντιθέσεις) του με τις άλλες δυνάμεις. Ένα πρόβλημα που γινόταν ολοένα και πιο περίπλοκο και δεν μπορούσε πια να καλυφθεί από τις διαστάσεις που είχε η συμφωνία του Μονάχου. Και το πιο σοβαρό, το πιο άμεσο ζήτημα υπήρχε σε σχέση με τη Γαλλία. Και δεν ήταν μόνο ο ρεβανσισμός για την ήττα του 1914-1918, ή η διεκδίκηση της Αλσατίας και Λορένης από την οποία δεν γινόταν να παραιτηθεί. Το κύριο ζήτημα ήταν αυτό της ηγεμονίας στον ευρωπαϊκό χώρο.
Δεν έχει σημασία ποια στιγμή ο Χίτλερ αποφάσισε να καταστήσει τη Γαλλία δύναμη δεύτερης τάξης. Το ζήτημα είναι ότι από κάποιο σημείο θεωρούσε ότι «δεν χωρούσαν» και οι δύο στην Ευρώπη σαν μεγάλες δυνάμεις.

Σε σχέση με τις ΗΠΑ ο Χίτλερ έβλεπε το δυναμικό (και τον μελλοντικό κίνδυνο) που αντιπροσώπευαν, δεν θεωρούσε ωστόσο ότι μπορούν να παρέμβουν στον πόλεμο στο κοντινό μέλλον. Οπωσδήποτε θεωρούσε ότι είχε το περιθώριο να αντιμετωπίσει αυτόν τον μελλοντικό κίνδυνο εφόσον εκπλήρωνε τους ευρωπαϊκούς του στόχους.

Σε σχέση με τη Βρετανία ήταν ακριβώς η δύναμη προς την οποία προσέβλεπε ο Χίτλερ σαν στρατηγικό σύμμαχο. Απ’ ό,τι δείχνουν μια σειρά στοιχεία και ενέργειες, η ιδέα που τον διακατείχε ήταν η σύζευξη της στρατιωτικής δύναμης της Βέρμαχτ με τη θαλάσσια ισχύ της Μ. Βρετανίας. Το μικρό βάρος που έριξε -σε σχέση με άλλους κλάδους- στο δυνάμωμα του γερμανικού ναυτικού είχε σχέση με αυτήν ακριβώς την αντίληψη. Ας δούμε ωστόσο μερικές ακόμη εκδηλώσεις αυτής της τάσης.
Στα τέλη Αυγούστου του 1939 και τις παραμονές της επίθεσης στην Πολωνία που έχει ήδη αποφασίσει, «ο Χίτλερ τηλεφωνεί στον Γκαίρινγκ. -Τα σταματάω όλα. -Αχ (στεναγμός ανακούφισης), Οριστικά; -Όχι, θέλω να δω αν υπάρχει τρόπος ν’ αποφύγω την επέμβαση των Άγγλων». Όταν μετά την εισβολή στην Πολωνία, η Αγγλία κήρυξε -έστω όπως τον κήρυξε- τον πόλεμο στη Γερμανία, οι αντιδράσεις του Χίτλερ ήταν πολύ χαρακτηριστικές. «Ο Σμιτ μετέφρασε αργά το τελεσίγραφο. Ο Χίτλερ έδειχνε σαν αποσβολωμένος. Στάθηκε κάμποση ώρα ακίνητος και ύστερα έστρεψε προς τον υπουργό του των εξωτερικών το μαινόμενο βλέμμα ενός απατημένου ανθρώπου. «Βας νουν;» Και τώρα; είπε σ’ έναν απερίγραπτο τόνο… απλώθηκε σιωπή που την διέκοψε η φωνή του Γκαίριγκ. «Αν χάσουμε αυτόν τον πόλεμο ο Θεός να μας λυπηθεί». (Ρ. Καρτιέ)
Ο αναγνώστης ας συγκρατήσει αυτή την εικόνα. Δείγματα αυτής της στάσης του Χίτλερ ως προς το ζήτημα αυτό, θα συναντήσουμε αρκετά στην πορεία, ίσως όχι τόσο χαρακτηριστικά στη μορφή, αλλά πιο σημαντικά από άποψη ουσίας.

Με όλα αυτά, και με την τροπή που παίρναν τα πράγματα, για τη Γερμανία έπαιρνε καίριο χαρακτήρα, όχι μόνο το ζήτημα των συμμαχιών, αλλά και το ζήτημα των ιεραρχήσεων.
Αποφασίζοντας ο Χίτλερ την κατάληψη της Πολωνίας, κινούνταν στην κατεύθυνση της Ανατολής, αλλά από την άλλη δοκίμαζε και την αντοχή και τις προθέσεις των αγγλογάλλων.
Οπωσδήποτε προεξοφλούσε ότι δεν θα παρέμβουν (στην πράξη επαληθεύτηκε). Πιθανότατα όμως -και έτσι δείχνουν οι αντιδράσεις του στο αγγλικό τελεσίγραφο- να περίμενε μεγαλύτερη «κατανόηση» από την πλευρά τους. Έτσι ή αλλιώς κατανοούσε πλέον ότι δεν θα μπορούσε να βαδίσει σε μια εκστρατεία ενάντια στη Σ.Ε. -πιθανότατα μακρόχρονη- χωρίς σαφείς δεσμεύσεις των Δυτικών και με τον γαλλικό στρατό στην πλάτη του. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν σ’ εκείνο το σημείο ανέστρεψε τις ιεραρχήσεις του ή έχοντας ήδη αντιληφθεί τις διεργασίες που συντελούνταν στις δυο χώρες είχε πάρει τις αποφάσεις του πιο πριν. Το γεγονός είναι ότι ο Χίτλερ ανακοίνωσε στους στρατηγούς του την απόφαση να επιτεθεί στη Γαλλία, πριν καν τελειώσει ο πόλεμος με την Πολωνία.

Για τη στάση της Σ.Ε.

Όσον αφορά τώρα την ΕΣΣΔ, νομίζουμε ότι ο αναγνώστης θα ‘χει κιόλας καταλάβει γιατί ο Στάλιν υπόγραψε το σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία, ή ότι όπως κυκλοφορεί «σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ». Η ΕΣΣΔ ήταν -και το ήξερε- στο στόχαστρο όλων. Έβλεπε τη θύελλα που ερχόταν και προετοιμαζόταν ανάλογα. Βασικός της προσανατολισμός το αντιφασιστικό μέτωπο, η συμμαχία με αυτά που -κατά συνθήκη- ονόμαζε «μη επιθετικά κράτη». Θεωρούσε σαν μεγαλύτερο κίνδυνο τη ναζιστική Γερμανία, και πάλεψε τόσο για την απομόνωσή της, όσο και για τη στρατιωτική της αναχαίτιση από την σύμπτυξη μιας ισχυρής στρατιωτικής συμμαχίας. Οι προτάσεις της ωστόσο συνέχεια απορρίπτονταν από Γαλλία-Αγγλία και τις εξαρτημένες από αυτές χώρες. Έβλεπε πολύ καθαρά ότι όλοι αυτοί με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα έβλεπαν τη ναζιστική Γερμανία να επιτίθεται στη Σ.Ε. και όχι μόνο δεν θα την εμπόδιζαν αλλά πιθανότατα θα την βοηθούσαν. Ταυτόχρονα έβλεπε και τις αντιφάσεις που άρχισαν να αναδείχνονται στις σχέσεις και τους σχεδιασμούς όλων αυτών των δυνάμεων, τις διαφαινόμενες αντιθέσεις τους.
Με τον ελιγμό της 22/9/1939 ο Στάλιν συνέβαλε αποφασιστικά στην αντιστροφή της πορείας των πραγμάτων. Ο Χίτλερ ωθήθηκε στην όξυνση των αντιθέσεών του με Γαλλία-Αγγλία. Οι τελευταίοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται (η Γαλλία με δραματικό τρόπο) τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε ο Χίτλερ για τις ίδιες. Αν οδηγήθηκαν στο να συμμαχήσουν τελικά με τη Σ.Ε. ενάντια στον Χίτλερ -που αποτελούσε τον αρχικό και πάγιο στόχο της Σ.Ε.- σ’ αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο το «σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ». Από την άποψη αυτή εμείς όχι μόνο δεν έχουμε κανένα «πρόβλημα» με αυτή την ενέργεια του Στάλιν, αλλά την θεωρούμε και σαν μια από τις πιο σπουδαίες τακτικές κινήσεις της πολιτικής ιστορίας.




Β’ ΜΕΡΟΣ

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Συντριβή της Γαλλίας

Στις 10 Μαΐου 1940 ο γερμανικός στρατός επιτίθεται στη Δύση. Έχει απέναντί του τον γαλλικό στρατό (κύρια δύναμη), τον ολλανδικό και βελγικό στρατό και το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα. Οι δυνάμεις αυτές είναι παραταγμένες κατά μήκος των γαλλογερμανικών συνόρων (ο βασικός όγκος του γαλλικού στρατού) και στη γραμμή που έχει προβλεφθεί σε Βέλγιο-Ολλανδία όπου παρατάσσονται ο ολλανδικός και βελγικός στρατός ενισχυμένοι με το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα και σημαντικότερο τμήμα του γαλλικού στρατού. Η αμυντική διάταξη στηρίζεται σε οχυρωματικά έργα που θεωρούνται απόρθητα (ή σχεδόν) όπως η γραμμή Μαζινό, το φρούριο Εμπέν Εμαέλ, η διώρυγα του Αλβέρτου κ.λπ. Από τις πρώτες κιόλας μέρες των μαχών καταλαμβάνονται το φρούριο Εμπέν Εμαέλ και η διώρυγα του Αλβέρτου.
Το αποφασιστικό χτύπημα ωστόσο δίνεται στις Αρδέννες. Η Βέρμαχτ διασπά τη διάταξη του γαλλικού στρατού στο Σεντάν και προελαύνοντας πραγματοποιεί έναν ευρύτατο κυκλωτικό ελιγμό που περιλαμβάνει το σύνολο του βόρειου μετώπου. Αγγλικές και γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις στριμώχνονται στην κατεύθυνση της Δουνκέρκης, από όπου ένα μεγάλο μέρος των αγγλικών δυνάμεων κατορθώνει να διαφύγει στην Αγγλία. Ακολουθεί η μάχη του Σομ. Η Βέρμαχτ επιτίθεται στον γαλλικό στρατό που έχει απομείνει. Η μάχη του Σομ δεν είναι επανάληψη του Σεντάν. Για το γαλλικό στρατό όμως είναι πια πολύ αργά. Η ήττα είναι αναπόφευκτη και η γαλλική κυβέρνηση συνθηκολογεί. Αυτό είναι σε πολύ χοντρές γραμμές το διάγραμμα των μαχών που οδήγησαν στη συντριβή τον θεωρούμενο σαν ισχυρότερο στρατό του κόσμου και τους συμμάχους του, και στη συνθηκολόγηση μιας από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής εκείνης.
Εμάς όμως εδώ μας ενδιαφέρει κύρια η πολιτική πλευρά των πραγμάτων. Και σ’ αυτήν θα σταθούμε περισσότερο. Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο στα γεγονότα αυτά, και έχει απασχολήσει το σύνολο των ιστορικών, είναι τα φαινόμενα αποσύνθεσης που παρατηρήθηκαν στη γαλλική πλευρά, τόσο στο πολιτικό όσο και στο στρατιωτικό πεδίο. Φαινόμενα που απασχόλησαν το γαλλικό λαό και τις γαλλικές πολιτικές δυνάμεις μετά τον πόλεμο και αναζητήθηκαν οι ευθύνες.
Τώρα το πώς -και το αν- αναζητήθηκαν αυτές οι ευθύνες καθώς και μια ολοκληρωμένη θεώρηση της κατάστασης στη Γαλλία, είναι άλλο ζήτημα που σίγουρα ξεφεύγει από τα όρια αυτού του κειμένου. Ωστόσο εμείς θέλουμε να σταθούμε σε ένα ζήτημα που το θεωρούμε καθοριστικό για την πορεία και την έκβαση του πολέμου.
Ο αιφνιδιασμός (ή «αιφνιδιασμός») της γαλλικής πολιτικής ηγεσίας δεν οφειλόταν στο ότι αυτή δεν αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο ενός πολέμου. Αντίθετα ήταν μια από τις βασικές δυνάμεις που τον προετοίμαζαν και έχει γι’ αυτό τις πολύ μεγάλες ευθύνες της. Μόνο που δεν ήταν προετοιμασμένη για «αυτόν» ειδικά τον πόλεμο. Αυτή άλλον πόλεμο ετοίμαζε. Η στροφή των πραγμάτων δημιούργησε σύγχυση, ανέδειξε τις αντιφάσεις της γαλλικής πολιτικής, και οδήγησε στην ηττοπάθεια και την αποσύνθεση. Αν σ’ όλα αυτά προστεθεί και η δράση απροκάλυπτα φιλοναζιστικών δυνάμεων (Λαβάλ κ.ά.) έχουμε μια αρκετά καθαρή εικόνα. Η αποσύνθεση και η ηττοπάθεια μεταδόθηκαν και στο γαλλικό στρατό, ενώ μπροστά στην κατάσταση που διαμορφωνόταν και ο γαλλικός λαός βρέθηκε σε σύγχυση. Η Γαλλία είχε κιόλας νικηθεί πολύ πριν το Σεντάν. Οι αντιφάσεις της γαλλικής πολιτικής εκδηλώθηκαν με τον πιο έντονο τρόπο και στην αντιμετώπιση της ήττας. Διαμορφώνονται δύο βασικές τάσεις. Η μια υπό τον πρωθυπουργό Πολ Ρεϊνό προτείνει το πέρασμα της κυβέρνησης στις γαλλικές αποικίες της Αφρικής (Μαγκρέμπ) και τη συνέχιση του αγώνα στο πλευρό των συμμάχων τους μέχρι τη νίκη. Στην λύση αυτή αντιτίθεται μια τάση της οποίας φαινομενικά ηγείται ο Πεταίν (85 χρονών τότε), αλλά ουσιαστικά ο Λαβάλ, και η οποία προωθεί όχι απλά την τυπική αλλά την ουσιαστική συνθηκολόγηση και υποταγή στον Χίτλερ.
Ο Λεμπρέν, πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, ταλαντεύεται, κλίνει προς την άποψη του Ρεϊνό, αλλά πανικόβλητος μπροστά στις πιέσεις και τις απειλές του Λαβάλ υποτάσσεται. Ο Νταρλάν, αρχηγός του στόλου και εξέχουσα προσωπικότητα του γαλλικού στερεώματος, που αρχικά κηρύσσεται ενάντια στη συνθηκολόγηση, αντιστρέφει τη στάση του και περνάει με το μέρος του Πετέν.
Αλλά η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Βεϊγκάν. Τον αρχηγό λοιπόν του γαλλικού στρατού (αντικατέστησε τον Γκαμελέν μετά την πανωλεθρία του Σεντάν), αυτό που τον απασχολεί είναι ο φόβος της …επανάστασης. Και ενώ οι Γερμανοί βρίσκονται κιόλας στο Παρίσι, αυτός αγωνιά, «…αν μπορούσα τουλάχιστον να ‘μια βέβαιος πως οι Γερμαναράδες θα μου άφηναν αρκετά στρατεύματα για να διατηρήσω την τάξη» (Ρ. Καρτιέ). Μ’ αυτούς τους όρους αυτό που μένει τελικά από τη Γαλλία είναι το «κράτος» του Βισύ, με την «κυριαρχία» του στο τσεπάκι του Χίτλερ. Και από την άλλη μεριά ο Ντε Γκολ. Μόνο που ο Ντε Γκολ τότε δεν αντιπροσώπευε ακόμη πολλά πράγματα. Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ μέμφεται τον Άγγλο αξιωματούχο που του σύστησε τον Ντε Γκολ, γιατί δεν βρήκε άλλον από έναν «άγνωστο στρατηγό»!
Αξίζει να θυμόμαστε όλα αυτά και ιδιαίτερα ωφέλιμη θα είναι η σύγκρισή τους με τη στάση της σοβιετικής ηγεσίας και του Στάλιν ειδικότερα, όταν εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση ενάντια στη Σ. Ένωση.

Αν το κυρίαρχο γεγονός αυτής της φάσης είναι η συντριβή της Γαλλίας, υπάρχει ωστόσο μια ακόμη αξιοσημείωτη πλευρά. Η στάση του Χίτλερ απέναντι στους Άγγλους. Όταν άρχισαν να συρρέουν στη Δουνκέρκη τα βρετανικά στρατεύματα, τα γερμανικά άρματα βρίσκονταν σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων. Δεν είχε ακόμη οργανωθεί καμιά στοιχειώδης αμυντική προετοιμασία και η προέλασή τους δεν επρόκειτο να συναντήσει καμιά σοβαρή αντίσταση. Ο Χίτλερ σταμάτησε αυτή την προέλαση. Η δικαιολογία ήταν ότι ήθελε όλες τις θωρακισμένες μεραρχίες για την τελική επίθεση στο γαλλικό στρατό.
Στη συνέχεια δεν έκαμε καμιά προσπάθεια ανάλογη του στόχου και των δυνατοτήτων που διέθετε για να εμποδίσει την επιβίβαση και τη διαφυγή του αγγλικού στρατού. Ανέθεσε αυτό το έργο στη Λουφτβάφε (γερμανική αεροπορία) η οποία θα μπορούσε βεβαίως να υποστηρίξει μια χερσαία επιχείρηση, σε καμιά περίπτωση ωστόσο δεν θα μπορούσε να την υποκαταστήσει. «Διατυπώθηκε η υπόθεση πως το έκανε για έναν πολιτικό λόγο. Αποβλέποντας να διαπραγματευθεί με την Αγγλία θέλησε τάχα να της αποσοβήσει την ταπείνωση που θα ήταν γι’ αυτήν η αιχμαλωσία του στρατού της». Ο Ρ. Καρτιέ απορρίπτει αυτή την εκδοχή. Εμείς την αποδεχόμαστε στο ακέραιο. Αυτό βγαίνει από τα ίδια τα γεγονότα, και ακόμη από όσα είχαν προηγηθεί και όσα ακολούθησαν.
Αν ο Χίτλερ ήθελε πραγματικά να κάνει απόβαση στην Αγγλία, δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη ευκαιρία από αυτήν που του δόθηκε μετά την ήττα της Γαλλίας. Η Αγγλία βρισκόταν στην ουσία χωρίς στρατό. Στο μητροπολιτικό έδαφος δεν είχαν μείνει παρά ελάχιστες μεραρχίες δεύτερη γραμμής, ενώ τα στρατεύματα που διασώθηκαν από τη Δουνκέρκη είχαν αφήσει όλο τον οπλισμό τους στις γαλλικές ακτές. Όλοι όσοι ασχολήθηκαν με το ζήτημα αυτό συμφωνούν ότι μια απόβαση σ’ εκείνη τη φάση δεν θα αντιμετωπίζει μεγάλους κινδύνους.
Την απάντηση σ’ αυτή την «περίεργη» αδράνεια, την δίνει ο ίδιος ο Χίτλερ. «Στις 9/10/1939 η υπ’ αριθ. 6 διαταγή του μεταξύ των σκοπών της επιθέσεως εναντίον της Γαλλίας ορίζει την ”κατάκτηση μιας ικανοποιητικής βάσεως δια τα αεροπορικάς και ναυτικάς επιχειρήσεις εναντίον της Αγγλίας”, η λέξη ”χερσαία” λείπει». «Στις 21 Μαΐου, την ημέρα που τα τεθωρακισμένα φθάνουν στην Αμβέρσα, ο αρχιναύαρχος Ραίντερ εφιστά την προσοχή του επί της ανάγκης να προετοιμάσει για κάθε ενδεχόμενο το σχέδιο μιας αποβάσεως. Ο Φύρερ εκμυστηρεύεται στον αρχηγό του επιτελείου του ναύαρχο Σνίβιντ ότι «δεν πιστεύει σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο και δεν ενδιαφέρεται καθόλου γι’ αυτό». (Ρ. Καρτιέ).
Είναι φανερό ότι ο Χίτλερ, που δεν διακρινόταν ούτε για αδράνεια, ούτε δίσταζε όταν ήθελε να προωθήσει κάποιους στόχους, δεν περιλάμβανε μέσα σ’ αυτούς τη σύγκρουση με την Αγγλία μέχρι το τέλος.
Αντίθετα, αμέσως μετά τη συντριβή του γαλλικού στρατού, κι ενώ οι Βρετανοί αγωνιούν με το φόβο μιας επικείμενης απόβασης, ο Χίτλερ αναγγέλλει την αποστράτευση 35 μεραρχιών. Ταυτόχρονα διατάσσει τις διπλωματικές του αντιπροσωπείες να μην αποκρούουν τις κρούσεις Βρετανών πρακτόρων. «Η εκστρατεία στη Δύση τελείωσε». Άλλοι ήταν οι προσανατολισμοί του Χίτλερ. Αλλά γι’ αυτούς, πέρα από όσα έχουμε κιόλας πει (βλέπε 1ο κεφάλαιο) θα μιλήσουμε και στη συνέχεια.



Το «ποιος θα είναι ο πόλεμος» δεν έχει ακόμη κριθεί

Ο Χίτλερ είναι πια κυρίαρχος του ευρωπαϊκού χώρου. Η μόνη στρατιωτική δύναμη που εξακολουθεί να υπάρχει στο ηπειρωτικό έδαφος και είναι αξιόλογη, είναι ο κόκκινος στρατός. Όλες οι πλευρές προσπαθούν να εκτιμήσουν τα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί, τις προοπτικές που διαμορφώνονται. Η κάθε δύναμη προσπαθεί να δει τη θέση της μέσα στα πράγματα, και να προσδιορίσει ανάλογα τη στάση της απέναντι στις εξελίξεις.
Όσον αφορά τον Χίτλερ οι επιλογές του είναι αρκετά σαφείς. Η παγκόσμια στρατηγική του αναζητά έναν σύμμαχο, και αυτόν τον βλέπει κύρια στο πρόσωπο της Μ. Βρετανίας. «Η Αγγλία λοιπόν, είναι μόνη και θα έπρεπε να έχει παραφρονήσει για να συνεχίσει τον αγώνα τη στιγμή που ξέρει πως ο Αδόλφος Χίτλερ δεν θέλει να καταστρέψει ούτε το εμπόριο, ούτε την αυτοκρατορία της».
«Η Αγγλία, λέει στον Γιόντλ, θα έχει την ειρήνη όποτε τη θελήσει, αν τη ζητήσει εγώ είμαι έτοιμος. Το μόνο πράγμα που περιμένει απ’ αυτήν είναι ν’ αφήσει τα χέρια της Γερμανίας ελεύθερα για την διοργάνωση της Ευρώπης και την επέκτασή της προς την Ανατολή».
Στις 19 Ιουλίου 1940 ο Χίτλερ γιορτάζει τον θρίαμβό του. Ο λόγος του στην Όπερα Κρολ περιλαμβάνει ξανά την πρόταση προς την Αγγλία. «Η συνείδησή μου με υποχρεώνει να απευθύνω μια νέα έκκληση προς τη φρόνηση της Αγγλίας. Νομίζω πως μπορώ να το κάνω γιατί δεν είμαι ένας ηττημένος που ζητά κάτι, αλλά ένας νικητής που δεν έχει τίποτε να ζητήσει. Δεν βλέπω απολύτως κανένα λόγο για τη συνέχιση αυτού του αγώνος…» (Ρ. Καρτιέ). Νομίζουμε πως μια τέτοια πανηγυρική διακήρυξη προθέσεων δεν έχει ανάγκη σχολίων. Από τη μεριά μας ωστόσο θα θέλαμε να αναφερθούμε σε ένα ακόμη γεγονός.
Στην περίπτωση του Ρούντολφ Ες. Ο έμπιστος και αφοσιωμένος συνεργάτης του Χίτλερ πέφτει με αλεξίπτωτο στην Αγγλία. Ζητάει να δει τον δούκα του Χάμιλτον και του ανακοινώνει πως «ήρθε να βάλει τις βάσεις μιας αγγλογερμανικής συμφιλιώσεως. Η Γερμανία αναλάμβανε την υποχρέωση να σεβαστεί αυστηρά τη βρετανική αυτοκρατορία και μάλιστα της προσφέρει τη συμμαχία της εναντίον των αμερικανικών βλέψεων. Σ’ αντάλλαγμα ζητούσε ελευθερία κινήσεων στην Ευρώπη» (Ρ. Καρτιέ).
Ο ίδιος ο Ες και η γερμανική πλευρά ισχυρίστηκαν ότι ενήργησε με δική του πρωτοβουλία και χωρίς καμιά εντολή από τον Χίτλερ. Δεν είμαστε βέβαια καθόλου υποχρεωμένοι να δεχτούμε τους ισχυρισμούς τους. Οπωσδήποτε ένα πράγμα είναι σίγουρο. Όπως και να ‘χει το ζήτημα, οι προτάσεις του Ες απηχούσαν τις απόψεις που κυριαρχούσαν στο περιβάλλον του Χίτλερ, απηχούσαν την επιθυμία του για συμμαχία με την Αγγλία.
Το διάγραμμα των χιτλερικών βλέψεων και σχεδιασμών γίνεται έτσι αρκετά καθαρό. Συντρίβοντας τη Γαλλία, απαλλάσσεται από τη δύναμη που θα μπορούσε να του αμφισβητήσει την ηγεμονία στον ευρωπαϊκό χώρο. Αναζητώντας χώρο για επέκταση της γερμανικής εδαφικής κυριαρχίας, προσβλέπει στη συντριβή της Σοβιετικής Ένωσης, εδάφη της οποίας κύρια εποφθαλμιά.
Ζητώντας τη συμμαχία της Μ. Βρετανίας ο Χίτλερ επιδιώκει να διασφαλίσει τα νώτα του ενόψει της επίθεσης ενάντια στη Σ.Ε. Ταυτόχρονα βλέποντας τον κίνδυνο που προοπτικά αντιπροσωπεύουν οι ΗΠΑ ζητάει να προσεταιριστεί τη Μ. Βρετανία. Επισημαίνοντας τις -υπαρκτές- αμερικανικές βλέψεις και τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν για τη βρετανική αυτοκρατορία, προσπαθεί να δημιουργήσει ρήγμα σε μια διαφαινόμενη προσέγγιση Αγγλίας-ΗΠΑ.

Οι εκκλήσεις του Χίτλερ στην Αγγλία δεν έπεφταν στο κενό. «Ξέρουμε ωστόσο πως υπήρχαν μέσα στην αριστοκρατία, στους κύκλους του μεγάλου τραπεζικού κεφαλαίου και των επιχειρήσεων, στους κύκλους της Εκκλησίας ρεαλιστικά πνεύματα που έδειχναν τη διάθεση να σκύψουν το κεφάλι μπροστά στο αναπόφευκτο και να συνάψουν τουλάχιστον μια καινούρια συνθήκη της Αμιένης, ένα είδος ανάπαυλας για την ανάκτηση δυνάμεων με το νέο Βοναπάρτη που ξεφύτρωσε από την επικίνδυνη ηπειρωτική ακτή».
Ωστόσο η τάση που αντιπροσωπεύει ο Τσόρτσιλ στην Αγγλία δεν έχει πια εμπιστοσύνη στο Χίτλερ. Φοβάται ότι αν ο Χίτλερ ισχυροποιηθεί τόσο ώστε να μην τους έχει ανάγκη, θα στραφεί τελικά ενάντια στη Μ. Βρετανία με τον ίδιο τρόπο που στράφηκε ενάντια στη Γαλλία. Η «απάντηση» του Τσόρτσιλ είναι πράγματι εντυπωσιακή. Ο γαλλικός στόλος, που η συνθηκολόγηση με τη Γερμανία τον θέλει παροπλισμένο, βρίσκεται διασκορπισμένος σε διάφορα λιμάνια. Ένα μέρος του βρίσκεται σε γαλλικά λιμάνια, ενώ σημαντικές μονάδες βρίσκονται στο Ντακάρ, την Αλεξάνδρεια, την Καζαμπλάνκα, το Αλγέρι, το Μερς ελ Κεμπίρ και αλλού. Ο αγγλικός στόλος μπλοκάρει τα λιμάνια, προσπαθεί να πείσει τους Γάλλους να τον ακολουθήσουν, και στις περιπτώσεις -τις πιο σημαντικές- που δεν το κατορθώνει, βυθίζει το γαλλικό στόλο (Μερς ελ Κεμπίρ), προκαλώντας πολλά θύματα ανάμεσα στους Γάλλους.
Η κίνηση αυτή του Τσόρτσιλ είναι ίσως η δεύτερη σημαντική καμπή (μετά την ανατροπή του Τσάμπερλαιν) που σημαδεύει τη στροφή της αγγλικής πολιτικής. Ήταν μια επίδειξη αποφασιστικότητας τόσο απέναντι στις ταλαντεύσεις στο εσωτερικό της Μ. Βρετανίας όσο και απέναντι σ’ όλους τους άλλους.
Από την άλλη μεριά, ο Τσόρτσιλ προσανατολίζεται ολοένα και περισσότερο στη συμμαχία με τις ΗΠΑ. Δεν αγνοεί τις αμερικανικές βλέψεις, δεν έχει ωστόσο πολλά περιθώρια επιλογής.

Όσον αφορά αυτές τις τελευταίες, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να καιροσκοπούν. Στο διάστημα που προηγήθηκε της επίθεσης της Γερμανίας στη Γαλλία και στο όνομα της «ουδετερότητας», «… η ψήφος ενός απληροφόρητου Κογκρέσου …σταμάτησε την παράδοση (στη Γαλλία) 100 αεροπλάνων Κούρτις Ρ-39, και 215 βομβαρδιστικών Γκλεν Μάρτιν που είχαν παραγγελθεί και ήταν ετοιμοπαράδοτα» (Ρ. Καρτιέ). Η παράδοση όπλων στην Αγγλία (και ενώ η «κοινή αγγλοσαξονική πατρίδα» πολεμάει με τους Γερμανούς) «εξακολουθεί να γίνεται με βάση την αρχή cash and carry (πλήρωσε και έλα να τα πάρεις). Ο πρεσβευτής του Ρούσβελτ στο Λονδίνο, Τζόζεφ Κένεντι, συμβουλεύει την Αμερική να συνάψει συμφωνία με το Χίτλερ αντί να υποστηρίζει την Αγγλία σε έναν παράλογο πόλεμο». Ενώ χαρακτηριστική για τις ιδέες που διέτρεχαν τις ΗΠΑ το διάστημα εκείνο, ήταν η δήλωση του μελλοντικού προέδρου των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν (γερουσιαστής τότε), στους Times της Νέας Υόρκης στις 24/7/1941 και ενώ εξελισσόταν η γερμανική επίθεση στη Σ. Ένωση: «Αν δούμε ότι η Γερμανία κερδίζει τον πόλεμο, οφείλουμε να βοηθήσουμε τη Ρωσία. Κι αν κερδίζει η Ρωσία, οφείλουμε να βοηθήσουμε τη Γερμανία και με τον τρόπο αυτό ας τους αφήσουμε να σκοτώσουν όσους μπορούν περισσότερους» (N. Horovits «Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ»). Ο Τσόρτσιλ παίζει την τύχη του ποντάροντας στην Αμερική, αλλά μόνο «παραχωρώντας 8 βάσεις στις Αντίλλες και στη Νέα Γη κατορθώνει επιτέλους να πάρει τα πενήντα παλιά αντιτορπιλικά που έχει ζητήσει» (Ρ. Καρτιέ).
Αν σημειώσουμε και την παραχώρηση της «αρμοδιότητας» στην Ισλανδία, όπου οι Αμερικάνοι αντικαθιστούν τους Άγγλους, μπορούμε να δούμε ποιους όρους προσπαθούσαν να δημιουργήσουν οι ΗΠΑ και με ποιες βλέψεις ετοιμάζονταν να μπουν στον πόλεμο.

Ο καιροσκοπισμός χαρακτήριζε -όπως κιόλας αναφέραμε- και την ιταλική πολιτική. Μόνο που εδώ εμφανιζόταν περισσότερο σαν παρωδία, σε σχέση με τις επιβλητικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Και αυτό ανεξάρτητα και από τις επιθυμίες αλλά και τον κυνισμό της μουσολινικής ηγεσίας. Το περιστατικό που περιγράφει ο Ρ. Καρτιέ αντιπροσωπεύει τον ιταλικό φασισμό σ’ όλες τις πλευρές του. Όταν πια φάνηκε ότι η Γαλλία έχει ηττηθεί, ο Μουσολίνι ζητάει από τους επιτελείς του να επιτεθούν ενάντια στη Γαλλία. «Ο ιταλικός στρατός, λέει ο Μπαντόλιο, δεν έχει ούτε χιτώνια». Μα δεν καταλαβαίνεις, του απαντά ο Μουσολίνι, πως μου χρειάζονται μερικές χιλιάδες νεκροί για να εξασφαλίσω μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στη διάσκεψη της Ειρήνης;» Δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται κανένα σχόλιο.

Η επίθεση του Χίτλερ στη Σ.Ε.

Από τα όσα μέχρι εδώ αναφέραμε μπορούμε να πούμε ότι η τροχιά του πολέμου δεν έχει πάρει ακόμα την οριστική της κατεύθυνση, ότι οι δυνάμεις που έχουν το μεγάλο βάρος στις εξελίξεις δεν έχουν οριστικοποιήσει τις επιλογές και τις ιεραρχήσεις τους. Ταυτόχρονα ωστόσο έχουν αρχίσει να διαγράφονται μερικές βασικές τάσεις. Αν ο Χίτλερ ζητάει τη συμμαχία με την Αγγλία, αυτή, η τελευταία, προσανατολίζεται στη συμμαχία με τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ καιροσκοπούν αλλά όλο και ισχυροποιείται η τάση (επανεκλογή Ρούσβελτ) που βλέπει τον πόλεμο σαν εφαλτήριο για την παγκόσμια κυριαρχία. Η Ιαπωνία ετοιμάζεται πυρετωδώς να μπει στον πόλεμο που δεν μπορεί παρά να τη φέρει αντιμέτωπη με τις ΗΠΑ. Όσον αφορά τη Σ.Ε. βλέπει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος και προετοιμάζεται σε όλα τα πεδία (θα αναφερθούμε αναλυτικά σ’ αυτό) να τον αντιμετωπίσει. Όλα αυτά δημιουργούν μια κατάσταση αρκετά περίπλοκη. Οι διαδρομές που ακολουθούν τα γεγονότα είναι αρκετά περίπλοκες έτσι που αν κανείς αρκεστεί σε μια επιφανειακή ματιά είναι σίγουρο ότι θα καταλήξει σε λάθος συμπεράσματα.
Η μέχρι το σημείο αυτό εξέλιξη των πραγμάτων είναι η πιο ευνοϊκή για τις γερμανικές βλέψεις και επιχειρήσεις. Ο Χίτλερ ωστόσο αρχίζει να βλέπει σύννεφα στον ορίζοντα. Η άρνηση της Μ. Βρετανίας να αποδεχτεί τις προτάσεις του είναι ήδη ένα σημαντικό πρόβλημα.
Από την άλλη μεριά βλέπει ότι ο κίνδυνος από τις ΗΠΑ γίνεται όλο και πιο συγκεκριμένος. Η εγκατάσταση αμερικανικών στρατευμάτων στην Ισλανδία (δηλαδή πολύ κοντά στην Ευρώπη) είναι μια ενέργεια που δεν μπορεί να αγνοήσει. Η επανεκλογή του Ρούσβελτ είναι μια προειδοποίηση που την υπογραμμίζει ο λόγος του Ρούσβελτ στις 24/12/1940 και ο οποίος είναι ο πιο εχθρικός ενάντια στον άξονα και όπου προβλέπει ότι οι δυνάμεις του άξονα θα συντριβούν.
Και στις 10/11/1941 ο νόμος εκμισθώσεως και δανεισμού που ψηφίζει το Κογκρέσο είναι η πιο σαφής αλλά και η πιο σημαντική ένδειξη ως την ώρα για τις προθέσεις των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα βλέπει πως όσο περνάει ο καιρός, οι Άγγλοι ανασυγκροτούνται, ενώ φοβάται πάντα μια συνεννόηση των Δυτικών με τη Σ.Ε.
Στην πρόταση της Σ.Ε. για σύναψη συνθήκης με το Βελιγράδι την παραμονή της επίθεσής του στη Γιουγκοσλαβία διακρίνει τις προθέσεις της Σ.Ε. αλλά και ένα «μήνυμα» αυτής της τελευταίας στους Δυτικούς, ενώ στις διαμαρτυρίες του Μολότοφ για τις κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων «είδε τη θρυαλλίδα μιας μεγάλης ραδιουργίας με σκοπό την περικύκλωση της Γερμανίας». (Σύμφωνα με τον Καρτιέ, η φράση αυτή ανήκει στον Κάιτελ, αρχηγό του επιτελείου του Χίτλερ).

Οι πρώτες του προσπάθειες είναι να ενισχύσει και να διευρύνει τις συμμαχίες του. Ενισχύει τους δεσμούς του με Ιταλία, Ιαπωνία και το τριμερές σύμφωνο γίνεται μια συμφωνία διανομής του κόσμου. Γίνονται σκέψεις και ενέργειες για σύναψη συμμαχίας με τη Γαλλία του Βισύ και προσπάθειες να μπει στον πόλεμο ο Φράνκο. Στις δυο τελευταίες περιπτώσεις ωστόσο τα πράγματα μένουν στη μέση. Το -ουσιαστικά- προτεκτοράτο του Βισύ έτσι όπως είναι, δεν μπορεί να χρησιμεύσει σε τίποτε, ενώ μια ανασύσταση της γαλλικής δύναμης, το πιο πιθανό είναι ότι θα δημιουργούσε προβλήματα παρά θα διευκόλυνε τις γερμανικές βλέψεις.
Όσον αφορά την Ισπανία και τον Φράνκο, αυτός αρνήθηκε να μπει στον πόλεμο παρά τις εκκλήσεις και τις πιέσεις των Γερμανών και των Ιταλών φασιστών.
Ο Χίτλερ είχε κατορθώσει να υποτάξει την Ευρώπη, αλλά στο επίπεδο των συμμαχιών βρισκόταν στο σημείο που είχε ξεκινήσει. Και είναι χαρακτηριστικό ότι στη φάση αυτή δοκίμασε να «αξιοποιήσει» ακόμη και την περίπτωση της Σ.Ε. Στη συνάντησή του με τον Μολότοφ ο Χίτλερ προτείνει για τη Σ.Ε. την επέκτασή της στην κατεύθυνση της Ινδίας και την έξοδο στον Ινδικό ωκεανό. Αν πάρουμε υπόψη τις πραγματικές προθέσεις του Χίτλερ (που η υλοποίησή τους είχε ήδη δρομολογηθεί όπως θα δούμε) αυτό που βγαίνει σαν συμπέρασμα είναι ότι ο Χίτλερ ήθελε μ’ αυτό να φοβίσει και να εκβιάσει τους Δυτικούς. Ο Μολότοφ ωστόσο έκοψε αυτό τον δρόμο. Δήλωσε κατηγορηματικά ότι «η Σ.Ε. δεν ενδιαφέρεται καθόλου για μια τέτοια πιθανότητα, και ότι την απασχολεί μόνο ό,τι συμβαίνει στα σύνορά της» (Ζ. Έλλενσταϊν).

Ένα μεγάλο ερωτηματικό υπάρχει σε σχέση με τη «μάχη της Αγγλίας», δηλαδή τις αεροπορικές επιθέσεις στην Αγγλία. Η «επίσημη» εκδοχή που προβλήθηκε τόσο από Γερμανούς όσο και Άγγλους, και αυτή που έμεινε στην ιστορία, είναι ότι οι αεροπορικές επιδρομές ήταν η προετοιμασία της απόβασης στην Αγγλία.
Ο στρατιωτικός λόγος ήταν ότι με δεδομένη τη ναυτική υπεροχή των Άγγλων έπρεπε να διασφαλιστεί η κυριαρχία στον αέρα με την καταστροφή της ΡΑΦ για να ισχυροποιηθούν οι πιθανότητες επιτυχίας της απόβασης. Τα δεδομένα ωστόσο του ζητήματος και τα γεγονότα που εξελίσσονταν αναιρούν μια τέτοια εκδοχή.
Αναφέραμε προηγούμενα ότι ο Χίτλερ είχε μια καλή ευκαιρία να κάνει την απόβαση σε μια φάση που η Αγγλία βρισκόταν στην ουσία χωρίς στρατό. Εξηγήσαμε προηγούμενα γιατί αυτό δεν το θεωρούμε σαν «λάθος» του Χίτλερ, αλλά σαν συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.
Όπως και να ‘χει το ζήτημα πάντως, γι’ αυτό το «λάθος» δεν έγινε στη συνέχεια καμιά πραγματική προσπάθεια για να «διορθωθεί». Από καθαρά στρατιωτική άποψη η επιχείρηση έμπαζε από παντού. Και αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να χρεωθεί στο γερμανικό επιτελείο που αποδειγμένα είχε πολύ περισσότερες δυνατότητες από τις στοιχειώδεις που απαιτούνταν για να δει κανείς κάποια πράγματα. Αλλά τα πιο σημαντικά στοιχεία, και αυτά που δεν επιδέχονται καμιά αμφισβήτηση, βρίσκονται αλλού. Οι αεροπορικές επιθέσεις στην Αγγλία (που θα προετοίμαζαν την απόβαση) αρχίζουν στις 12-13 Αυγούστου του 1940. Από τις 26 Αυγούστου ωστόσο του 1940, 10 μεραρχίες πεζικού και 2 θωρακισμένες είχαν πάρει φύλλο πορείας για τη νότια Πολωνία. Ήδη όπως σημειώσαμε, είχαν αποστρατευθεί 35 μεραρχίες. Από το ημερολόγιο επιχειρήσεων της Βέρμαχτ διαπιστώνεται ότι ολάκερη η ομάδα στρατιών Β μεταφέρεται απ’ τις 17 Σεπτέμβρη στην Ανατολή. Μ’ αυτούς τους όρους δεν μας εκπλήσσει καθόλου η «αδιαφορία» του Χίτλερ για τις επιτελικές συσκέψεις που αφορούσαν την απόβαση στην Αγγλία. Σ’ όλες τις μέχρι τότε επιχειρήσεις ο Χίτλερ συμμετείχε στον επιτελικό σχεδιασμό και ασχολούνταν μέχρι και με τις λεπτομέρειες.
«Τώρα πρόκειται για την κατάκτηση της Αγγλίας… Σ’ αυτήν ο Χίτλερ δεν αποδίδει παρά μια ασήμαντη και βαριεστημένη προσοχή» (Ρ. Καρτιέ).
Το ενδιαφέρον του Χίτλερ βρίσκεται αλλού. Ήδη από τότε είχε πάρει τις αποφάσεις του, ήδη τις έχει ανακοινώσει και τις συζητάει με τους πιο στενούς επιτελείς του. Πριν ακόμα ξεκινήσει η «μάχη της Αγγλίας» ο Χίτλερ τη βλέπει κιόλας σαν ένα επεισόδιο πριν από την μεγάλη επιχείρηση, πριν την επίθεση στη Σ.Ε. Δεν είναι στρατιωτικοί, είναι πολιτικοί λόγοι που υπαγορεύουν μια τέτοια κατεύθυνση.
Ποιο είναι ωστόσο το νόημα των αεροπορικών επιθέσεων στην Αγγλία. Τα δεδομένα του προβλήματος σ’ ένα συμπέρασμα οδηγούν. Όπως οι προτάσεις ειρήνης του Χίτλερ έτσι και οι βομβαρδισμοί του Λονδίνου και των αγγλικών πόλεων απευθύνονται στους «ρεαλιστές» της Μ. Βρετανίας που προαναφέραμε. Δεν μπόρεσε να τραβήξει την Αγγλία με την «πειθώ», προσπαθεί να την εξαναγκάσει ενόψει του τιμήματος που σημαίνει η άρνησή της. Δεν ήταν -και αποδείχτηκε- η πιο «σοφή» επιλογή. Η Αγγλία σκλήρυνε. Ωστόσο τότε και όσο περνούσε ο καιρός, τόσο και λιγότερο ο Χίτλερ μπορούσε να κάνει τις επιλογές του με τους ευνοϊκότερους γι’ αυτόν όρους. Η εποχή του Μονάχου δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω.

Η κατεύθυνση της επίθεσης ενάντια στη Σ.Ε. ήταν η πιο μόνιμη και σταθερή επιλογή στους σχεδιασμούς του Χίτλερ. Όπου κι αν οδηγούνταν με βάση τις ανάγκες της κάθε φάσης σ’ αυτήν ξαναγυρνούσε. Λίγο μετά τις προτάσεις ειρήνης στην Αγγλία και λίγο πριν τις αεροπορικές επιθέσεις στην ίδια χώρα, ο Χίτλερ καλεί τον Κάιτελ και συζητάει μαζί τους τις δυνατότητες για μια επίθεση στη Σ.Ε. μέσα στο 1940. Το ερώτημα που βάζει είναι μόνο αν μπορεί να συντρίψει τη Σ.Ε. πριν το χειμώνα. Κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο και αναβάλλεται για τον άλλο χρόνο. Και στις 18/12/1940 ο Χίτλερ υπογράφει τη διαταγή υπ. αριθ. 21, την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Σ’ όλο το διάστημα που μεσολαβεί από το καλοκαίρι του 1940 μέχρι το αντίστοιχο του 1941, η γερμανική πολιτική κινείται σε διαφορετικές κατευθύνσεις (Αγγλία, Βαλκάνια, Μεσόγειος, Β. Αφρική).
Ωστόσο στο ίδιο διάστημα, σταθερά το βάρος των προετοιμασιών έπεφτε σε μια ορισμένη κατεύθυνση. Και ανεξάρτητα από τη μυστικότητα που τηρούνταν σε όλα αυτά, οι επιτελικοί σχεδιασμοί συνεχίζονταν αδιάκοπα με την συμμετοχή του ίδιου του Χίτλερ, αυτού που «αδιαφορούσε» για το σχεδιασμό της απόβασης στην Αγγλία, ενώ ήδη πολεμούσε με τους Άγγλους. «Εκεί ο τόνος αλλάζει. Η αδιαφορία μεταβάλλεται σε πάθος» (Ρ. Καρτιέ).
Αυτό το πάθος συνδέεται βέβαια από τη θέση που είχε στους σχεδιασμούς του η συντριβή της Σ.Ε. και την πολιτική ιδεολογία που αντιπροσώπευε ο Χίτλερ.
Η νίκη πάνω στη Σ.Ε. σήμαινε την κατάκτηση του «ζωτικού χώρου» που υποσχόταν στους Γερμανούς ο Χίτλερ, σήμαινε τη συντριβή του κάστρου του μπολσεβικισμού που είχε υποσχεθεί στο σύνολο του καπιταλιστικού κόσμου. Αυτό εκφράζεται και στον τρόπο που έβλεπε αυτόν τον πόλεμο σε σχέση μ’ αυτούς που είχε μέχρι τώρα διεξάγει. «Στις 30/3/1941 οι διοικητές στρατιάς καλούνται στην Καγκελαρία. Ο Χίτλερ εμφανίζεται μπροστά τους με βλέμμα σκοτεινό και πρόσωπο βλοσυρό. ”Ο πόλεμος εναντίον της Ρωσίας, λέει, δεν μπορεί να διεξαχθεί σύμφωνα με τους νόμους της τιμής. Είναι αγώνας ιδεολογικός και πόλεμος φυλών και απαιτεί βαθμό σκληρότητας χωρίς προηγούμενο … Οι αξιωματικοί, πρέπει να απαλλαγούν από τις ξεπερασμένες ιπποτικές αντιλήψεις τους και να πάψουν να φαντάζονται πως τα πάντα θα τελειώσουν με μια ανακωχή που ύστερα απ’ αυτήν νικητής και ηττημένος δεν θα έχουν παρά να σφίξουν τα χέρια … Εννοώ λοιπόν ότι οι πολιτικοί επίτροποι του ερυθρού στρατού να μη θεωρούνται μαχόμενοι στρατιωτικοί και να εκτελούνται αμέσως”.
Πιο «σαφής» είναι ο Ρόζενμπεργκ (υπουργός «Ανατολικών Εδαφών» του Χίτλερ). «Το μέλλον επιφυλάσσει πολλά σκληρά χρόνια στους Ρώσους. Θα μας ευγνωμονούν όμως μετά από εκατό χρόνια γιατί θα τους ξαναφέρουμε στη φυσική κοιτίδα τους. Ο Ρώσος είναι ένας υπάνθρωπος, Untermensch, απέναντι στον οποίο ο Γερμανός υπεράνθρωπος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις που έχει απέναντι στα ζώα. Όχι σκληρότητα χωρίς λόγο, αλλά διακριτικό δικαίωμα ζωής και θανάτου» (Ρ. Καρτιέ).
Τι να σχολιάσει κανείς σ’ αυτό το παραλήρημα.
Η επίθεση ωστόσο στη Σ.Ε. δεν ήταν μια καθόλου απλή υπόθεση. Αποτελούσε το πρώτο και πιο βασικό στόχο της γερμανικής πολιτικής. Και παρόλα αυτά και ενώ πέρασαν σχεδόν δυο χρόνια από την έναρξη του πολέμου, ο Χίτλερ δεν την έχει αποτολμήσει. Οι λόγοι είναι προφανείς. Ο Χίτλερ είχε πολλούς φόβους απέναντι στη «ρωσική περιπέτεια». Ήθελε διακαώς αυτή την επίθεση αλλά με άλλους όρους. Ήθελε την ανοχή ή και την έγκριση των Δυτικών αν όχι την ενεργή υποστήριξή τους πριν κάνει το τόλμημα.
Αυτή την υποστήριξη δεν την είχε διασφαλίσει. Γιατί τότε επιτέθηκε; Αναφέραμε προηγούμενα ότι για τον Χίτλερ δεν ήταν πια ο καιρός που μπορούσε να κάνει τις επιλογές του με τους καλύτερους όρους. Αν η εκστρατεία στη Σ.Ε. περιέκλειε κινδύνους, άλλο τόσο σοβαρούς κινδύνους περιέκλειε η παράταση της κατάστασης όπως διαμορφωνόταν. Αν θεωρούσε ότι κάποιος κλοιός σχηματίζεται γύρω του, δεν μπορούσε να περιμένει αυτόν τον κλοιό να πάρει συγκεκριμένη μορφή, να ισχυροποιείται, να σφίγγει. Στη συζήτηση με τον Κάιτελ που προαναφέραμε, του επισημαίνει ότι «κλειδί για όλα είναι η συντριβή της Ρωσίας». (Οι πηγές που επικαλείται ο Καρτιέ είναι η κατάθεση του Κάιτελ στη δίκη της Νυρεμβέργης, το ημερολόγιο του Χάλντερ, και την αφήγηση του Γκράϊνερ, ιστοριογράφου του ανώτατου στρατηγείου της Βέρμαχτ).
Την ίδια άποψη εκφράζει και σε συγκέντρωση στρατηγών στην Καγκελαρία στις 14/6/1941 (παραμονές της επίθεσης στη Σ.Ε.) «Όταν η Ρωσία ηττηθεί, η Αγγλία θα ζητήσει ειρήνη». (Ρ. Καρτιέ).
Μέσα στις συνθήκες και τους όρους που είχαν διαμορφωθεί, ο Χίτλερ δεν έβλεπε άλλο τρόπο προώθησης της στρατηγικής του, από το να εκβιάσει για άλλη μια φορά τις καταστάσεις, επιτιθέμενος στη Σ.Ε., με όλους τους κινδύνους που καταλάβαινε ότι σήμαινε κάτι τέτοιο.
Στη φάση εκείνη, η επίθεση στη Σ.Ε. ήταν γι’ αυτόν η διέξοδος ή όπως ο ίδιος την είχε χαρακτηρίσει, το «κλειδί».
Τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν βέβαια όπως τα σχεδίαζε και όπως τα περίμενε. Όπως και να ‘χει το πράγμα πάντως, στις 22/6/1941 η Βέρμαχτ περνάει τα σύνορα, εισβάλλει στη Σ.Ε. και επιτίθεται στον κόκκινο στρατό. Ο πόλεμος μπαίνει στην πιο κρίσιμη, την πιο αποφασιστική καμπή, ολοκληρώνει τα χαρακτηριστικά του.

Πόσο προετοιμασμένη ήταν η Σοβιετική Ένωση

Ένα μεγάλο κεφάλαιο στην αντισταλινική-αντικομουνιστική φιλολογία αναφέρεται στο πώς αντιμετωπίστηκε η γερμανική επίθεση. Οι αναφορές στον «αιφνιδιασμό» του Στάλιν, του σοβιετικού στρατού έχουν γεμίσει τόμους. Τα «επιχειρήματα» συνίστανται στο ότι κατ’ αυτούς ο Στάλιν αγνόησε τις προειδοποιήσεις του Τσόρτσιλ, του Ζόργκε και αιφνιδιάστηκε έτσι από τη γερμανική επίθεση, με αποτέλεσμα τις ήττες και την οπισθοχώρηση του κόκκινου στρατού στο πρώτο διάστημα του πολέμου. Ταυτόχρονα γίνονται αναφορές στις εκκαθαρίσεις, στην καταδίκη του Τουχασέφσκι, που «αποκεφάλισαν» τον κόκκινο στρατό κ.ά.
Ειδικότερα η περίπτωση Ζόργκε έχει γίνει λαϊκό ανάγνωσμα ευρείας κατανάλωσης.

Πριν προχωρήσουμε σ’ αυτά που εμείς θεωρούμε ουσιαστικά, ας πούμε δυο λόγια για την μυθολογία που έχει δημιουργηθεί γύρω απ’ αυτές τις προειδοποιήσεις. (Βασικά του Ζόργκε γιατί η περίπτωση Τσόρτσιλ έχει και άλλες πλευρές). Η όλη φιλολογία που αναπτύσσεται έχει σαν βάση της μια άποψη λίγο ως πολύ κινηματογραφική και απευθύνεται στις αντιλήψεις και το κλίμα που έχει δημιουργήσει η χολιγουντιανή κινηματογραφική μυθολογία. Ο κατάσκοπος που με τις ενέργειές του αλλάζει την τροχιά των γεγονότων κ.λπ., κ.λπ. Δεν θέλουμε εδώ να υποτιμήσουμε την προσφορά του Ζόργκε, ούτε τους κινδύνους που διέτρεξε. Μόνο που όταν εξετάζουμε την ιστορία, δεν πρέπει να μπερδεύουμε τα μεγέθη.
Για παράδειγμα, θα πρέπει να πούμε ότι σ’ όλο το διάστημα εκείνο (από το 1939) οι σοβιετικές υπηρεσίες συλλέγανε πληροφορίες και προειδοποιήσεις για επικείμενη γερμανική επίθεση. Ποιες, πότε και γιατί θα ‘πρεπε να αγνοήσουν, και ποιες να πάρουν στα σοβαρά υπόψη; Προφανώς υπάρχουν και κάποιοι άλλοι όροι που οδηγούν μια πολιτική ηγεσία στο να κρίνει και να αποφασίσει αν και πότε θα δεχτεί επίθεση και να πάρει τα ανάλογα μέτρα. Υπάρχουν οι πολιτικοί όροι, υπάρχουν οι στρατιωτικοί όροι (π.χ. συγκέντρωση στρατευμάτων στα σύνορα) και υπάρχουν και οι ειδικές πληροφορίες. Μόνο στο συνδυασμό όλων αυτών μπορεί να βασίζει τις προβλέψεις της μια πολιτική ηγεσία, μόνο στο βαθμό που συγκλίνουν όλα αυτά σε μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση μπορούν να την οδηγήσουν σε συγκεκριμένες αποφάσεις.
Και θέλουμε οπωσδήποτε να υπογραμμίσουμε ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί μια πολιτική ηγεσία με συνείδηση των ιστορικών της ευθυνών να πάρει τελικές αποφάσεις σε μια τόσο κρίσιμη φάση, με βάση κάποια «ειδική» πληροφορία. Πολύ περισσότερο μάλιστα να προχωρήσει σε ανάλογες στρατιωτικές κινητοποιήσεις. Και εδώ δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τα δυο μέτρα και δυο σταθμά που υπάρχουν στην «κριτική διάθεση» ορισμένων. Στις 7/12/1941 ο ιαπωνικός στόλος κάνοντας μια διαδρομή μερικών χιλιάδων χιλιομέτρων επιτίθεται και αιφνιδιάζει τους αμερικανούς στο Περλ Χάρμπορ. Αλήθεια πόσοι από τους αναγνώστες γνωρίζουν ότι λίγο πριν υπήρξε αναφορά ανώτερου αμερικανού αξιωματικού που προειδοποιούσε ότι πρέπει να αναμένεται επίθεση ακριβώς στις 7/12/1941. Και ας σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ δεν αντιμετώπιζαν κανένα από τα κρίσιμα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Σ.Ε.

Ας περάσουμε ωστόσο στην εξέταση ορισμένων ζητημάτων που τα θεωρούμε και τα πιο ουσιαστικά. Ένα πρώτο ζήτημα αφορά στο αν η σοβιετική ηγεσία περίμενε γενικά τον πόλεμο και ειδικότερα από την πλευρά της χιτλερικής Γερμανίας. Νομίζουμε ότι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά από κανέναν και από κανέναν δεν έχει υπάρξει ευθέως μια αμφισβήτηση ως προς αυτό. Παρόλα αυτά, χρειάζεται να πούμε κάποια πράγματα. Η σοβιετική ηγεσία από την πρώτη στιγμή της ανόδου του Χίτλερ είδε αυτόν τον κίνδυνο, τον επεσήμανε και προχώρησε σε ανάλογες ενέργειες. Η πάλη ενάντια στον φασισμό, η γραμμή των αντιφασιστικών μετώπων που προωθήθηκε από την 3η Διεθνή, πέρα από το κοινωνικό πολιτικό της περιεχόμενο, είχε και έναν αντιπολεμικό χαρακτήρα. Οι συνεχείς προσπάθειες της Σ.Ε., στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε, για σύμπηξη συμμαχίας με τα «μη επιθετικά κράτη» υπογραμμίζουν με τον πιο καθαρό τρόπο το αν έβλεπε ή όχι πού παν τα πράγματα.
Η εισήγηση του Στάλιν στο συνέδριο (στην οποία επίσης αναφερθήκαμε) και μια σειρά πολιτικές αποφάσεις και κείμενα, μιλούν πολύ καθαρά και επισημαίνουν αυτό που έρχεται με τρόπο που δεν χωράει παρερμηνείες.
Ακόμη και το σύμφωνο μη επίθεσης ανάμεσα σε Σ.Ε. και Γερμανία δείχνει ότι η Σ.Ε. είχε πλήρη επίγνωση της πορείας των πραγμάτων και ταυτόχρονα εντάσσεται ακριβώς μέσα στα πλαίσια της προετοιμασίας της για τον επερχόμενο πόλεμο.

Ένα άλλο κεφάλαιο σχετίζεται με την ειδικότερη προετοιμασία της Σ.Ε. απέναντι στον επερχόμενο πόλεμο. (Πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά). Ως προς το πρώτο, η απόδειξη βρίσκεται στον τρόπο που πολέμησε ο σοβιετικός λαός. Η μεγάλη «απορία» όλων των αστών συγγραφέων, είναι το πώς δεν κλονίστηκε το σοβιετικό καθεστώς παρ’ όλες τις ήττες που στο πρώτο διάστημα υπέστη ο Κόκκινος Στρατός. Μια άλλη τους «απορία» είναι το άμεσο φούντωμα του ανταρτοπόλεμου στα μετόπισθεν του γερμανικού στρατού αμέσως μετά τη γνωστή έκκληση του Στάλιν. Ο Ρ. Καρτιέ αναφέρεται στις εκκλήσεις του Τσόρτσιλ στους Γάλλους να μην συνθηκολογήσουν αλλά να συνεχίσουν τον αγώνα με κάθε τρόπο, συμπεριλαμβανομένου και του ανταρτοπόλεμου. Και σχολιάζει αυτή την έκκληση υποστηρίζοντας «ότι ανταρτοπόλεμος μπορεί να αναπτυχθεί μόνο ενάντια σε έναν κατακτητή όταν αυτός αρχίζει να εξασθενεί και όχι στη φάση που θριαμβεύει».
Από τη μεριά του έχει «δίκιο». Στην πλευρά της Γαλλίας είχαμε π.χ. τον Βεϊγκάν με τους «φόβους» του, που ούτε ήθελε ούτε βέβαια μπορούσε να εμπνεύσει μια τέτοια κατεύθυνση. Στη Σ.Ε. είχαμε άλλου είδους σχέση του λαού με την ηγεσία του. Ο Ζ. Έλλενσταϊν αναφέρει ότι σ’ όλο το διάστημα που κατείχαν τα σοβιετικά εδάφη οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν να αντλήσουν παρά το 1/7 αυτών που άντλησαν στο ίδιο διάστημα από τη μικρότερη σε έκταση κατεχόμενη Γαλλία. Το αποδίδει -και σωστά- στο ότι στη Σ.Ε. βρήκαν πολύ μικρότερη ανταπόκριση και διάθεση συνεργασίας από αυτήν που βρήκαν ανάμεσα στην αστική τάξη της Γαλλίας.
Στον οικονομικό τομέα, και ειδικότερα όσον αφορά την εκβιομηχάνιση υπήρξε μια ανάλογη κατάσταση. Είναι γνωστό ότι για έναν πόλεμο εκείνης της κλίμακας η ανάπτυξη της βιομηχανίας είναι ένας όρος εκ των «ων ουκ άνευ».
Η εκβιομηχάνιση βέβαια της Σ.Ε. αποτελεί ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο με πολλές και πολύ σημαντικές πλευρές. Δεν είναι η ώρα που θα πιάσουμε αυτό το ζήτημα. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η πλευρά που σχετίζεται με τον επερχόμενο πόλεμο. Και δεν υπάρχει ούτε ένας που να αμφισβητεί την τεράστια σημασία που έπαιξε το σοβιετικό βιομηχανικό δυναμικό στην εξέλιξη του πολέμου. Το μόνο που υπάρχει είναι μια ακόμη «απορία» τους. Πώς η Σ.Ε. σε διάστημα λίγων μόνο χρόνων κατόρθωσε από το μηδέν να κατακτήσει ένα βιομηχανικό επίπεδο τέτοιο που να μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής.
Νομίζουμε ότι ως προς αυτά μπορούμε να αρκεστούμε στα όσα αναφέραμε. Ως προς την πλευρά της καθαρά στρατιωτικής προετοιμασίας σκοπεύουμε να αναφερθούμε ειδικότερα στη συνέχεια αυτού του κειμένου.

Αν το γεγονός ότι η Σ.Ε. από γενική άποψη περίμενε τον πόλεμο δεν αμφισβητείται στα σοβαρά από κανέναν, κάπως αλλιώς τοποθετείται το ζήτημα για το διάστημα ανάμεσα στην υπογραφή του συμφώνου μη επίθεσης Σ.Ε.-Γερμανίας και τη γερμανική επίθεση.
Αλλά και εδώ ακόμα δεν έχουμε ολοκληρωμένες και «ευθείες» τοποθετήσεις και αυτό που συναντάμε περισσότερο είναι πλαγιοβολές σε αναφορά με τον υποτιθέμενο «εφησυχασμό» του Στάλιν, και τον συνακόλουθο «αιφνιδιασμό» του.
Αναφερθήκαμε προηγούμενα στη μεταφορά γερμανικών στρατευμάτων στην Ανατολή, ακόμα από την περίοδο της μάχης της Αγγλίας. Η μεταφορά αυτή συνεχίστηκε μέχρις ότου ο βασικός όγκος του γερμανικού στρατού μεταφέρθηκε ανατολικά. Όλα αυτά γίνονταν με κάθε μυστικότητα, αλλά είναι αδύνατο κινήσεις αυτής της κλίμακας να μη γίνονται αντιληπτές.
Και βέβαια δεν μπορούμε να κάτσουμε και να συζητάμε σοβαρά το αν η σοβιετική ηγεσία τις είδε ή δεν τις είδε και αν τις έλαβε ανάλογα υπόψη. Όταν ο Μολότοφ διαμαρτύρεται στον Χίτλερ για τις κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων ήδη γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. όταν προωθείται η αναδιάρθρωση της σοβιετικής ηγεσίας και ο Στάλιν αναλαβαίνει πρόεδρος του συμβουλίου των επιτρόπων του λαού (πρωθυπουργός) στις 6/5/1941 αυτό γίνεται ενόψει των εξελίξεων που επέρχονται. Όταν το 1940 αποφασίζεται η αύξηση των δαπανών για αμυντικές δαπάνες σε 43% του συνολικού προϋπολογισμού (Ζ. Έλλενσταϊν) αυτό δείχνει κάποια πράγματα.
Μια ακόμη «απορία» των Δυτικών, είναι το «θαύμα» της μεταφοράς της βιομηχανίας πέρα από τα Ουράλια. Εμείς το μόνο που θα πούμε εδώ σε σχέση μ’ αυτό, είναι πως δεν έγινε όπως κατά τη θεολογία πλάστηκε ο ουρανός και η γη μ’ ένα «γενηθήτω» του Στάλιν. Τέτοια θαύματα στη συγκεκριμένη γήινη πραγματικότητα προϋποθέτουν μια πολύ σοβαρή προεργασία και προετοιμασία.
Υπάρχουν ωστόσο και πολύ πιο σαφείς ενέργειες που δείχνουν ποια επίγνωση των πραγμάτων είχε η σοβιετική ηγεσία.
Στις 5/5/1941 «ο Στάλιν σε λόγο του προς τους νέους αξιωματικούς αναφέρει: Πρέπει να ετοιμαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε οποιοδήποτε αιφνιδιασμό» (Ζ. Έλλενσταϊν). «Την παραμονή της εισβολής το σοβιετικό υπουργείο άμυνας εξέδιδε την ακόλουθη ανακοίνωση: Προς…κ.λπ. 1)Στις 22 ή 23 Ιούνη είναι δυνατόν να διενεργηθεί αιφνιδιαστική επίθεση των Γερμανών στο μέτωπο των περιοχών Λένινγκραντ-Βαλτικής-Δυτικών περιοχών Κιέβου και Οδησσού. Η γερμανική επίθεση μπορεί ν’ αρχίσει με προκλητικές ενέργειες (κατά το προηγούμενο της Πολωνίας σ.σ.). 2)Τα στρατεύματά μας οφείλουν να μην παρασυρθούν από καμιά προκλητική ενέργεια ικανή να δημιουργήσει σοβαρές περιπλοκές. Ταυτόχρονα τα στρατεύματα των περιοχών … οφείλουν να είναι έτοιμα να αποκρούσουν ενδεχόμενες αιφνιδιαστικές επιθέσεις Γερμανών ή των συμμάχων τους …» Ο Ζ. Έλλενσταϊν που παραθέτει το απόσπασμα το τοποθετεί στα επιχειρήματα με τα οποία στηρίζει την άποψη για αιφνιδιασμό του Κόκκινου Στρατού. Βεβαίως πρόκειται για αυθαίρετη ερμηνεία. Εμείς το «διαβάζουμε» διαφορετικά το κείμενο και θα αναφερθούμε και στη συνέχεια. Να συνεχίσουμε όμως:
«Στις 22/6/41 ο σοβιετικός στρατός είναι κινητοποιημένος κατά 80% … Έχοντας αντιληφθεί τις γερμανικές βλέψεις, οι Ρώσοι πραγματοποίησαν πυκνότερη συγκέντρωση στρατευμάτων στην Ουκρανία…» (Ρ. Καρτιέ).
Ας αναφερθούμε όμως και στον Χρουστσόφ. Σ’ αυτόν που στη «μυστική» έκθεση στο 20ο Συνέδριο κατηγόρησε τον Στάλιν πως «αιφνιδιάστηκε». Ο Μίλοβαν Τζίλας στο παθιασμένα αντισταλινικό βιβλίο του «Συνομιλίες με το Στάλιν», χωρίς να το θέλει ίσως, μας δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία. Αναφέρει πως σε συζήτησή του με τον Χρουστσόφ αυτός του ανέφερε πως την παραμονή της γερμανικής επίθεσης του τηλεφώνησε από τη Μόσχα ο ίδιος ο Στάλιν και τον ειδοποίησε να είναι σε συναγερμό γιατί είχε την πληροφορία ότι οι Γερμανοί ήταν πιθανόν να αρχίσουν την επίθεση την επομένη, 22 Ιουνίου. Βέβαια ο Χρουστσόφ, πολιτικός υπεύθυνος τότε για την Ουκρανία, όταν μιλούσε με τον Τζίλας δεν φανταζότανε ίσως ότι κάποτε θα του ήταν χρήσιμο να πει τα ακριβώς αντίθετα.
Νομίζουμε ότι ως προς τις βασικές του πλευρές το ζήτημα είναι καθαρό. Ωστόσο όλοι αυτοί διακρίνουν μια επιφυλακτικότητα στην όλη στάση του Στάλιν, και πάνω εκεί προσπαθούν να οικοδομήσουν την άποψη του «αιφνιδιασμού». Ο Χρουστσόφ μάλιστα μιλάει για «πολιτικό αιφνιδιασμό» του Στάλιν. Ας δούμε λοιπόν κάποια ζητήματα.
Όλη αυτή την περίοδο που μεσολάβησε από την ήττα της Γαλλίας, αυτό που κύρια την χαρακτήρισε, ήταν οι προσπάθειες των διαφόρων δυνάμεων για διαμόρφωση όρων. Υπήρξαν βέβαια και στρατιωτικά γεγονότα. Όμως αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με ό,τι προηγήθηκε (π.χ. συντριβή της Γαλλίας) ούτε -και κυρίως- μ’ αυτό που μέλλεται να ακολουθήσει.
Ταυτόχρονα μπορούμε να πούμε ότι και τα στρατιωτικά γεγονότα αυτής της περιόδου, εντάσσονταν στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης όρων από την κάθε πλευρά. Ήταν η περίοδος που όπως κιόλας αναφέραμε, το ζήτημα του «ποιος θα ‘ναι ο πόλεμος» είχε ξανατεθεί. Και σ’ όλο αυτό το διάστημα υπήρχαν διαβουλεύσεις, συζητήσεις, σφυγμομετρήσεις των προθέσεων της κάθε πλευράς ανάμεσα σ’ όλους και σ’ όλες τις διασταυρώσεις. Εκείνο που έλλειπε ήταν οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις που στις δοσμένες συνθήκες έπρεπε να ‘ναι τέτοιες που να αποτελούν πραγματική εγγύηση. Γιατί στη φάση εκείνη -και είναι χαρακτηριστικό- ακόμη και οι επίσημες συνθήκες δεν είχαν πραγματική αξία από μόνες τους.
Αυτή η ρευστότητα της κατάστασης αποτελούσε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα για τη Σ.Ε. που γινόταν ακόμη σοβαρότερο με βάση τον καιροσκοπισμό και την υστεροβουλία των Δυτικών. Χαρακτηριστικά που εκφράστηκαν όχι μόνο μέχρι τότε, αλλά και μετά και σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, όπως θα δούμε και στη συνέχεια. Το πνεύμα που εξέφρασε με τις δηλώσεις του στους Times ο Τρούμαν δεν αποτελούσε εξαίρεση στις ιδέες που κυριαρχούσαν στη Δύση. Ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια τη Γερμανία στους ανώτερους κύκλους, υπήρχε μια τάση που ανεξάρτητα από τον Χίτλερ (και από ένα σημείο και μετά ενάντιά του) και σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου διατηρούσε επαφές με τους Δυτικούς.
Υπήρχε συνεπώς στα πράγματα μια αρκετά εύθραυστη ισορροπία, όπου οι αποστάσεις ανάμεσα στις διάφορες πιθανές εξελίξεις της δεν ήταν τόσες όσες φαίνονται σήμερα με βάση τα τετελεσμένα πια γεγονότα. Ενώ ένα σημαντικό γεγονός που δεν πρέπει να παραβλέπεται είναι η απόρριψη από την Αγγλία των προτάσεων του Χίτλερ.
Με βάση όλα αυτά κι αν ακόμη αποδεχτούμε την ύπαρξη και κάποιας επιφυλακτικότητας από τη μεριά του Στάλιν ως προς την απόλυτη επιβεβαίωση της ημερομηνίας της γερμανικής επίθεσης αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Με την προϋπόθεση πάντα ότι η ύπαρξή της δεν θα αναιρούσε το βασικό, που ήταν η προετοιμασία για την αντιμετώπιση της επίθεσης. Και ως προς αυτό έχουμε κιόλας αναφερθεί και θα αναφερθούμε και στη συνέχεια.

Ο Κόκκινος Στρατός

Ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας για αιφνιδιασμό της σοβιετικής ηγεσίας στηρίζεται στις ήττες που υπέστη το πρώτο διάστημα ο κόκκινος στρατός και στην οπισθοχώρησή του. Η συλλογιστική πάνω στην οποία στηρίζονται τα ανάλογα συμπεράσματα, λέει πάνω κάτω τα εξής: Ο κόκκινος στρατός στο πρώτο διάστημα υπόστηκε ήττες, άρα δεν ήταν προετοιμασμένος, άρα η σοβιετική ηγεσία αιφνιδιάστηκε.
Το ότι μια τέτοια λογική είναι αυθαίρετη αυτή καθ’ αυτή είναι το ένα ζήτημα. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι αυτή ανατρέπεται από τη συγκεκριμένη εξέταση των πραγματικών δεδομένων. Γιατί ούτε η σοβιετική ηγεσία «αιφνιδιάστηκε» ούτε ο κόκκινος στρατός ήταν απροετοίμαστος. Όλοι αυτοί «ξεχνάν» κάποια πράγματα.
«Ξεχνάν» π.χ. ποιες εκτιμήσεις υπήρχαν -αν όχι από τους ίδιους- από την πλευρά που εκπροσωπούν σ’ εκείνη την περίοδο. «Ξεχνάν» ότι περίμεναν να συντριβεί ο κόκκινος στρατός από τις πρώτες μέρες των μαχών, και συνακόλουθα να διαλυθεί η Σ.Ε.
«Στις 23/6/1941 (την επομένη της επίθεσης, σ.σ.) ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών Κνοξ ανακοινώνει στον Ρούσβελτ πως σύμφωνα με τις πιο έγκυρες γνώμες που μπόρεσε να συγκεντρώσει, ο Χίτλερ θα χρειαστεί έξι εβδομάδες με δύο μήνες για να διαλύσει τη Ρωσία» (Ζ. Έλλενσταϊν). «Όλοι οι εμπειρογνώμονες έδιναν στον γαλλικό στρατό έναν συντελεστή αξίας διπλάσιο ή τριπλάσιο από εκείνο του ρωσικού στρατού» (Ρ. Καρτιέ). «Το τέλος της ρωσικής αντιστάσεως οι Δυτικοί το προσδιορίζουν όπως περίπου οι Γερμανοί. Η βιαιότητα των μαχών πιο πολύ ανησυχεί τον Τσόρτσιλ παρά τον καθησυχάζει. Σκέπτεται πως με τις μάχες αυτές γίνονται πιο εμπειροπόλεμα εκατομμύρια μαχητών, που θα είναι τρομεροί αντίπαλοι όταν σημάνει η ώρα της επίθεσης εναντίον της Αγγλίας. Στην Αμερική εξακολουθούν να επιμένουν στην αρχική εκτίμηση της κατάστασης. Ο Χίτλερ χρειάζεται 3 μήνες για να τελειώνει με τη Ρωσία» (Ρ. Καρτιέ).
Ο κόκκινος στρατός όμως και σε πείσμα των εκτιμήσεων «όλων των εμπειρογνωμόνων» τελικά νίκησε. Και από αυτό το καταλυτικό γεγονός όλοι αυτοί ανασύρουν ταχυδακτυλουργικά ό,τι νομίζουν ότι τους βολεύει, για να ενισχύουν την -ήδη δοσμένη- «εκτίμησή» τους.
Κριτικάρουν πλέον τον κόκκινο στρατό, γιατί δεν νίκησε από την αρχή. Στην ουσία, γιατί δεν ήταν τότε (1941) ο καλύτερος του κόσμου, εκείνος ο στρατός που οι ίδιοι θεωρούσαν κατώτερο από τον γαλλικό, έναν στρατό που διαλύθηκε σε τρεις μέρες από τη γερμανική επίθεση.
Γιατί -αυτό λεν τα δεδομένα- στα 1941 ο πιο πλήρης, ο πιο ολοκληρωμένος στρατός του κόσμου ήταν ο γερμανικός. Και μάλιστα -αν εξαιρέσουμε τον κόκκινο στρατό- με μεγάλη απόσταση από όλους τους άλλους στρατούς. Και αυτό το στρατιωτικό δεδομένο ήταν από τα βασικά στοιχεία που καθόριζαν τον οπορτουνισμό στη στάση των Δυτικών όχι μόνο στην αρχή, αλλά σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Ο κόκκινος στρατός στην αρχή των εχθροπραξιών, όντως δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ο πληρέστερος του κόσμου. Έγινε στην πορεία. Και έγινε ο καλύτερος του κόσμου ακριβώς επειδή υπήρχαν οι προϋποθέσεις και η υποδομή (υλικές και ιδεολογικές), και επειδή πάρθηκαν έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα και στη σωστή κατεύθυνση.

Ας δούμε όμως περισσότερο συγκεκριμένα κάποια πράγματα. Από άποψη κινητοποίησης και γενικής ετοιμότητας, ήδη αναφέραμε προηγούμενα, ότι ο κόκκινος στρατός ήταν κινητοποιημένος, συγκεντρωμένος στα σύνορα, και με πυκνότερη τη διάταξή του στην Ουκρανία, όπου ακριβώς βρισκόταν το «κέντρο βάρους» της γερμανικής επίθεσης όπως φάνηκε στη συνέχεια.
Οι δυνάμεις αυτές βρίσκονται σ’ ετοιμότητα, και πέρα από όσα ήδη αναφέραμε, αυτό φαίνεται και από τον τρόπο της άμεσης αντίδρασής τους στη γερμανική επίθεση.
«Η ρωσική όμως αντίδραση εκδηλώνεται με ταχύτητα που καταπλήσσει στρατεύματα συνηθισμένα να κερδίζουν οριστικά την υπεροχή πάνω στον αντίπαλο. Από τις 22 Ιουνίου το βράδυ (ημέρα έναρξης της γερμανικής επίθεσης σ.σ.) τα σώματα στρατού του Ραϊχενάου και του Στιλπνάγκελ είναι κιόλας υποχρεωμένα να αντιμετωπίζουν σφοδρές αντεπιθέσεις» (Ρ. Καρτιέ). Όσον αφορά το θάρρος και την αποφασιστικότητα των μαχητών του κόκκινου στρατού, αυτή δεν αμφισβητείται από κανέναν. Έχουν όμως κάτι να πουν και εδώ κάποιοι. Έχουν να χύσουν κάποια κροκοδείλια δάκρια για τους στρατιώτες που «θυσίαζε» ο Στάλιν.
Εμείς εδώ «δεν έχουμε» να αντιτάξουμε κανένα επιχείρημα. Απλώς ξέρουμε ότι όλοι αυτοί ήταν έτοιμοι για την αντίθετη περίπτωση. «Η πρώτη έκπληξη προήλθε από το θάρρος των πολεμιστών, τη στιγμή που όλοι υπέθεταν ότι ο μπολσεβικισμός είχε εξαφανίσει τον πατριωτισμό και περίμεναν μια ηθική κατάρρευση» (Ρ. Καρτιέ). Η έλλειψη λοιπόν μαχητικότητας θα αποδείκνυε την αντιλαϊκότητα κ.λπ. του καθεστώτος. Η ύπαρξή της «αποδεικνύει» πάλι το ίδιο. Κι εμείς, πια, τι να πούμε.
Μια άλλη κατηγορία ενάντια στον Στάλιν, αφορούσε τον οπλισμό, την υλική υποδομή του κόκκινου στρατού. Μια κατηγορία που την επανέλαβε επίσημα ο Χρουστσόφ στο 20ο Συνέδριο: «Τη στιγμή της γερμανικής εισβολής δεν διαθέταμε πια το παλιό υλικό που είχε χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή οπλισμού και δεν είχαμε ακόμη το καινούριο υλικό».
Βέβαια ο Χρουστσόφ ψεύδεται αδιάντροπα. Ας συγκρατήσουν ωστόσο οι αναγνώστες τα λεγόμενά του. Μέσα στο συνολικό ψεύδος υπάρχει κάτι σημαντικό όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Και σ’ αυτόν, όπως σε όλους που επαναλαμβάνουν τις ίδιες κατηγορίες, υπάρχει και η αναίρεσή τους, είτε στο ίδιο σημείο, είτε πιο κάτω (όταν υποχρεώνονται ν’ αναφερθούν συγκεκριμένα), είτε στις αντιφάσεις που παρουσιάζονται μεταξύ τους.
«Από το 1939 προγραμματίζεται η κατασκευή νέου τύπου αεροπλάνων και η μαζική τους παραγωγή αρχίζει το πρώτο εξάμηνο του 41…νέοι τύποι τάνκς…πυροβόλων… (κατιούσες)» (Ζ. Έλλενσταϊν).
«Αμέσως από τις 23/6 οι άνδρες του Φον Κλάιστ ανακαλύπτουν ένα άρμα άγνωστου τύπου, το Τ34, σχεδιασμένο θαυμάσια, εξοπλισμένο ισχυρά, άτρωτο από το γερμανικό αντιαρματικό των 37 χιλιοστών, εκτός από τις ερπύστριες και τη σχάρα του κινητήρα του». «Η δεύτερη έκπληξη προήλθε από την αφθονία του υλικού και συγκεκριμένα του αριθμού των ρωσικών αρμάτων». «Στις 4/8/41 γίνεται σύσκεψη του Χίτλερ με τους διοικητές της ομάδας στρατιών Μίττε. Οι στρατηγοί εκφράζουν παράπονα για τα νέα σοβιετικά άρματα, τις κατιούσες… Ο Χίτλερ λέει σε κάποια στιγμή στον Γκουντέριαν: ”Αν είχα πιστέψει πως οι Ρώσοι είχαν τόσα άρματα όσα λέγατε στο βιβλίο σας «Achtung Panzer» νομίζω πως δεν θα είχα αρχίσει αυτόν τον πόλεμο”. Ο Γκουντέριαν είχε μιλήσει για 10.000 σοβιετικά άρματα. Οι υπολογισμοί του ήταν πιθανότατα κατώτεροι κατά 50% από την πραγματικότητα» (Ρ. Καρτιέ). Δεν νομίζουμε ότι ως προς αυτό καθ’ αυτό το ζήτημα έχουμε να προσθέσουμε τίποτα.

Οι αλλαγές στην ηγεσία του κόκκινου στρατού

Οι κατηγορίες ενάντια στη σοβιετική ηγεσία και ιδιαίτερα τον Στάλιν, εκφράζονται έντονα στο ζήτημα των εκκαθαρίσεων (όπως λέγονται) που έγιναν στον κόκκινο στρατό, καθώς και στην τακτική που εφαρμόστηκε στις μάχες με αποτέλεσμα τις ήττες και την αιμορραγία του κόκκινου στρατού στο πρώτο εκείνο διάστημα. Στις περισσότερες φορές συνδυάζουν τα δύο ζητήματα, θεωρώντας ότι αυτές ακριβώς οι εκκαθαρίσεις είναι που αποκεφάλισαν και αποδυνάμωσαν τον κόκκινο στρατό. Από τη μεριά μας, θεωρούμε κι εμείς ότι πραγματικά τα δύο αυτά ζητήματα συνδέονται αρκετά μεταξύ τους. (Όπως και με τα προηγούμενα). Μόνο που έχουμε διαφορετική εκτίμηση. Δεν έχουμε σκοπό -και ούτε είναι στα μέτρα μας- να κάνουμε μια πλήρη στρατιωτική ανάλυση. Ούτε θα υποστηρίξουμε ότι όλα έγιναν άψογα βάσει προγράμματος, και χωρίς να υπάρξουν -ακόμα και σοβαρά- λάθη (αν είναι δυνατόν!). Υποστηρίζουμε ότι υπαγορεύτηκαν από μια συγκεκριμένη πολιτικοστρατιωτική αντίληψη και η οποία τόσο άμεσα και πολύ περισσότερο σε μια πορεία έδωσε τους καρπούς της.
Ναι, έγιναν εκκαθαρίσεις στην ηγεσία (κυρίως) του κόκκινου στρατού. Ναι, υπήρξαν απώλειες και ήττες. Όμως η δικιά μας εξήγηση είναι διαφορετική. Εδώ υποχρεωτικά θα σταθούμε κύρια στην στρατιωτική πλευρά του πράγματος. Όχι ότι δεν υπάρχει και η πολιτική, η οποία ιδιαίτερα στο ζήτημα των εκκαθαρίσεων και της εκτέλεσης του Τουχασέφσκι συνδέεται και με πολύ σημαντικά ζητήματα της σοβιετικής κοινωνίας.
Το να επιχειρούσαμε ωστόσο να δώσουμε αυτήν τη σύνδεση, θα μας έβγαζε πολύ έξω από τα όρια αυτού του κειμένου. Θα σημειώσουμε ωστόσο κάποια πράγματα γύρω από την περίπτωση Τουχασέφσκι, και τη μυθολογία που υπάρχει γύρω από αυτήν.
Εδώ δεν θα σταθούμε στο ότι στη δίκη αποδείχτηκε με πολλά στοιχεία το ότι ο Τουχασέφσκι προετοίμαζε πραξικόπημα βοναπαρτιστικού χαρακτήρα. Αυτό που κύρια θέλουμε να υπογραμμίσουμε είναι ότι αυτό στην ουσία δεν αμφισβητείται από καμιά πλευρά. Ότι στην προσπάθειά τους οι διάφοροι να πουν και τούτο, να πουν και το άλλο, φτάνουν σε φαιδρές καταστάσεις, πέφτουν σε αντιφάσεις που αν μη τι άλλο βγάζουν κάποιες αλήθειες. Το βασικό μοτίβο της κριτικής τους είναι ότι ο Χίτλερ προκάλεσε τη σύλληψη και καταδίκη του Τουχασέφκσι με χαλκευμένα έγγραφα της Γκεστάπο. (Πρόκειται για έγγραφα που μέσω γαλλικών και τσέχικων υπηρεσιών φτάσαν στον πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας Μπένες και μέσω αυτού στον Στάλιν). Η μια εκδοχή λοιπόν θέλει τη συνωμοσία ανύπαρκτη (ιδιαίτερα οι ρεβιζιονιστές διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους ως προς αυτό) και ότι ο Στάλιν παγιδεύτηκε από το Χίτλερ ή βρήκε την ευκαιρία να απαλλαγεί από τον Τουχασέφσκι.
Σε πρόσφατη ωστόσο «έρευνα» στο «Βήμα» που υπογράφει -αν θυμόμαστε καλά- κάποιος Ανταίος, διαβάζουμε και την άλλη εκδοχή που κυκλοφορεί. Ο κύριος αυτός λοιπόν ξεχνώντας τι είχε γράψει πριν δυο φύλλα, μας πληροφορεί ότι συνωμοσία υπήρχε. Ότι ο Χίτλερ το ήξερε και ότι «πληροφόρησε» (με τον τρόπο που αναφέρθηκε) τον Στάλιν, γιατί λέει «φοβόταν» πολύ ότι αν το πραξικόπημα πετύχαινε, η Ρωσία με επικεφαλής τον Τουχασέφσκι θα γινότανε, λέει, πολύ δυνατή. Ο «κακός» όμως Στάλιν δεν άφησε τον Τουχασέφσκι να τον ανατρέψει κι έτσι χάσαμε την ευκαιρία να γίνει η Ρωσία πολύ δυνατή. Λογική από βλαμμένους προς παραζαλισμένους. Όμως ταυτόχρονα και τόσο αποκαλυπτική!

Ας ξαναγυρίσουμε ωστόσο στην άλλη πλευρά του ζητήματος και που εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερο. Ζήτημα αναπροσαρμογών στην ηγεσία και συνολικά σε χαρακτηριστικά (οπλισμό κ.λπ.) του κόκκινου στρατού υπήρχε και ανεξάρτητα από την περίπτωση Τουχασέφσκι. Τα μηνύματα άρχισαν να έρχονται ιδιαίτερα έντονα μετά την περίπτωση της Πολωνίας, ενώ επιβεβαιώθηκαν με το παραπάνω στην περίπτωση της Γαλλίας. Ο γερμανικός στρατός ήταν -για την εποχή του- ένας μοντέρνος στρατός, που είχε ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές στρατιωτικές αντιλήψεις (σε δομή, οπλισμό και στρατιωτική αντίληψη) που χαρακτήριζαν τους άλλους στρατούς. Η διάλυση του πολωνικού στρατού σε λίγες μέρες, έκφραζε βέβαια και τον γενικότερο συσχετισμό ανάμεσα σε Γερμανία-Πολωνία, έκφραζε ωστόσο και τη διαφορά στον στρατιωτικό τομέα. Οι Γάλλοι στρατιωτικοί ηγέτες, σ’ αυτό το «μάθημα που τους δόθηκε δωρεάν» απάντησαν ότι η «Πολωνία είναι Πολωνία και η Γαλλία είναι Γαλλία». Τα αποτελέσματα τα ξέρουμε. Υπήρξαν ωστόσο και εκεί διαφορετικές φωνές. Και μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση -και που με έναν τρόπο μας βοηθάει να κατανοήσουμε αυτό που συνέβη στη σοβιετική πλευρά- είναι αυτή του Ντε Γκολ. Ο συνταγματάρχης -τότε- Ντε Γκολ με το βιβλίο του «Προς τους εξ επαγγέλματος στρατιωτικούς» προέτρεπε σε μια αναδιάρθρωση του γαλλικού στρατού. Μετά μάλιστα τον πόλεμο της Πολωνίας προχώρησε περισσότερο και έστειλε ένα γράμμα στον τότε πρωθυπουργό Πολ Ρεϊνό. «Το στρατιωτικό σώμα από κονφορμισμό σύμφυτο με τη φύση του δεν θα θελήσει να μεταρρυθμιστεί από μόνο του. Η μεταρρύθμιση είναι έργο πολιτικού ανδρός και σεις οφείλετε να το αναλάβετε…». Δεν έγινε βέβαια τίποτε. Γιατί «με τις ιδέες που ανέπτυσσε ο Ντε Γκολ, η γηραλέοι αρχηγοί του γαλλικού στρατού έβλεπαν τους εαυτούς τους να περιορίζονται στη διοίκηση της πολιτοφυλακής, ενώ οι νέοι αρχηγοί θα έκαναν την εμφάνισή τους επί κεφαλής του στρατού των μοτέρ» (Ρ. Καρτιέ).
Δεν έχουμε ανάλογες πληροφορίες ως προς την διαδικασία με την οποία τέθηκε το ζήτημα στη σοβιετική πλευρά. Έχουμε ωστόσο τα αποτελέσματα, τα οποία μας δείχνουν ότι η σοβιετική ηγεσία δεν αγνόησε το «πολωνικό μάθημα» και στη συνέχεια το γαλλικό πάθημα.
Η αναδιάρθρωση στην ηγεσία του κόκκινου στρατού είχε σαν βασικό της περιεχόμενο την αντιμετώπιση των νέων συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί, των όρων που επέβαλλε ο σύγχρονος -για τότε- πόλεμος. Η επιβεβαίωση για κάτι τέτοιο έρχεται από μια πλευρά τελείως απροσδόκητη. Ο Μίλοβαν Τζίλας έγραψε το βιβλίο του «Συνομιλίες με τον Στάλιν» στην κατεύθυνση -όπως ο ίδιος λέει- του χτυπήματος του «σταλινισμού». Κάπου όμως ανάμεσα στα διάφορα που λέει, του ξεφεύγουν κι αυτουνού κάποια πράγματα αποκαλυπτικά. Περιγράφοντας τη συνάντησή του με τον Κόνιεφ, μας πληροφορεί:
«Ο Στάλιν επέβαλλε εκκαθαρίσεις -σαρώματα- ιδιαίτερα στην ανωτέρα διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων, αλλά είχαν μικρότερο αποτέλεσμα απ’ όσο θα μπορούσε να πιστέψει κανένας, γιατί από το άλλο μέρος δεν δίσταζε να προαγάγει νεότερους και πιο ταλαντούχους αξιωματικούς…». Ο Κόνιεφ ήταν ένας απ’ αυτούς τους νέους αξιωματικούς (Ζούκοφ κ.ά.), που προωθήθηκαν στην ηγεσία του κόκκινου στρατού και που τον οδήγησαν τελικά μέχρι το Βερολίνο.
Με τις εκκαθαρίσεις λοιπόν που προώθησε σε διάφορες φάσεις στον κόκκινο στρατό ο Στάλιν:
α) Απότρεψε ένα πραξικόπημα βοναπαρτιστικού χαρακτήρα.
β) Ελαχιστοποίησε την πιθανότητα ύπαρξης και δράσης στελεχών που θα μπορούσε να δράσουν σαν πέμπτη φάλαγγα μέσα στα πλαίσια του κόκκινου στρατού (Η περίπτωση Βλασόφ δείχνει πόση ζημιά θα μπορούσαν να κάνουν μερικοί τέτοιοι ακόμη).
γ) Ανανέωσε την ηγεσία του κόκκινου στρατού.

Ως προς τον οπλισμό του κόκκινου στρατού ας ξαναγυρίσουμε λίγο στην άποψη που έκφρασε ο Χρουστσόφ στο 20ο Συνέδριο. Ισχυρίστηκε λοιπόν εκεί πως την ώρα της επίθεσης δεν υπήρχαν πια τα παλιά όπλα και δεν είχαν ετοιμαστεί ακόμη τα καινούρια. Μέσα στη λάσπη ωστόσο που αμολάει του ξεφεύγει και μια ομολογία. Ότι δηλαδή ο Στάλιν πραγματικά προσανατολίστηκε στην κατασκευή του εξοπλισμού του κόκκινου στρατού με σύγχρονο οπλισμό.
Ως προς το αν είχε αυτά τα όπλα και σε επάρκεια ο κόκκινος στρατός την ώρα της μάχης ήδη έχουμε απαντήσει. Εκεί που αναφέρουμε τις πληροφορίες που δίνει ο Έλλενσταϊν για τον προγραμματισμό και τη μαζική παραγωγή σύγχρονων τύπων όπλων. Σε άρματα, σε αεροπλάνα (Ιλιούσιν κ.ά.), σε πυροβολικό. Η επιβεβαίωση βρίσκεται στη φράση του Χίτλερ προς τον Γκουντέριαν. Στα παράπονα των Γερμανών στρατηγών για τη δυσκολία αντιμετώπισης του Τ-34, τα προβλήματα που τους έβαζαν οι κατιούσες (τα «αρμόνια του Στάλιν», όπως τις βάφτισαν οι Γερμανοί στρατιώτες).

Πώς πολέμησε ο κόκκινος στρατός

Ως προς το ζήτημα της στρατηγικής και της τακτικής αντίληψης με την οποία αντιμετώπισε τις μάχες εκείνο το πρώτο διάστημα ο κόκκινος στρατός. Σίγουρα δεν ανήκει στη δικιά μας αρμοδιότητα και ούτε έχει νόημα γι’ αυτό εδώ το κείμενο μια ολοκληρωμένη τακτική ανάλυση. Μπορούμε ωστόσο να αναφερθούμε σε κάποια στοιχεία και δεδομένα που μας δίνουν μια εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο πολέμησε ο κόκκινος στρατός.
Αναφερθήκαμε ήδη στο ότι από το βράδυ της πρώτης κιόλας μέρας της γερμανικής επίθεσης «τα σώματα του Ραϊχενάου και του Στιλπνάγκελ είναι κιόλας υποχρεωμένα να αντιμετωπίζουν σφοδρές αντεπιθέσεις». «…Η ιδέα του γερμανικού ελιγμού ήταν να γίνει διείσδυση κατ’ ευθείαν προς το Κίεβο με άξονα για τα τρία σώματα θωρακισμένων, τον δρόμο του Ζιτομίρ. Η αντίσταση των Ρώσων είναι πολύ σθεναρή για να πραγματοποιηθεί αυτό το ρήγμα…». «Στις 2.7.41 δεν έχει σπάσει η διάταξη των ρωσικών δυνάμεων…». «Στις 10/7/41 … καμιά σημαντική κύκλωση δεν έχει επιτευχθεί και πίσω από τις οχυρωμένες θέσεις της παλιάς μεθορίου μεγάλες μάζες ρωσικού στρατού εμποδίζουν να καταληφθεί με ένα άλμα το Λένινγκραντ…». Μέτωπο του Βορρά: «Στην άλλη πτέρυγα της ομάδας θωρακισμένων ο Μανστάιν αντιμετωπίζει δύσκολες στιγμές. Κυκλώνεται στα νότια της λίμνης Ίλμεν από μια επιθετική επιστροφή της 1ης σοβιετικής στρατιάς…». «Σοβιετικές μάζες στρατού κατεβαίνουν από το οροπέδιο Βαλντάι και κυκλώνουν τα δύο σώματα στρατού το 1ο και το 10ο που είχαν αναλάβει την κατάληψη του Νόβγκορουτ…». «Περιοχή Σμολένσκ … Διείσδυση Γκουντέριαν. Το δεξί πλευρό της ομάδας Γκουντέριαν μένει ακάλυπτο. Ο Τιμοσένκο επαναλαμβάνει την προσπάθειά του. Απωθημένος στην κοιλάδα του Δνείπερου επεκτείνει την αντεπίθεσή του ως τον Ντέσνα με τις 14 μεραρχίες της 13ης στρατιάς. Πιο ανατολικά οι 11 μεραρχίες της 23ης στρατιάς γύρω από τη Γιέλνα. Η μάχη βρίσκεται σε ένα σημείο ασταθούς ισορροπίας. (Πρόκειται για την πιο σοβαρή κρίση που αντιμετώπισε ο γερμανικός στρατός σ’ εκείνη τη φάση σ.σ.). Ο Γκουντέριαν που καλείται στο Μπορίσκοβ, όπου βρίσκεται το Γενικό στρατηγείο της ομάδας στρατιών ακούει να εκφράζονται αγωνιώδεις ανησυχίες που δεν είναι παρά συγκαλυμμένες μομφές για την παράτολμη ενέργειά του …» (Ρ. Καρτιέ).
Παραθέτοντας αυτά τα αποσπάσματα από περιγραφές μαχών δεν ελπίζουμε βέβαια ότι δίνουμε μια συνολική εικόνα. Ούτε καν αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι η γενναιότητα των μαχητών του κόκκινου στρατού, ζήτημα στο οποίο έχουμε κιόλας αναφερθεί. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ένα στοιχείο που ίσως να πρόσεξε κιόλας ο αναγνώστης μια και επαναλαμβάνεται αρκετές φορές. Και αναφερόμαστε στο φαινόμενο των αντεπιθέσεων, που με μεγάλη συχνότητα επιχείρησε ο κόκκινος στρατός.
Ας γυρίσουμε όμως λίγο πίσω. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο, η γαλλική πλευρά κινήθηκε με βάση τη λογική της γραμμικής άμυνας του «ενιαίου και αρραγούς μετώπου». Στηρίχτηκε στη γραμμή Μαζινό και αναζήτησε την προέκταση αυτής της γραμμής στους βελγικούς ποταμούς και στη διώρυγα του Αλβέρτου. Οι διεισδύσεις των θωρακισμένων μεραρχιών της Βέρμαχτ κονιορτοποίησαν αυτό το «ενιαίο και αρραγές μέτωπο».
Στη σοβιετική πλευρά έχουμε ολοφάνερα τα σημάδια μιας άλλης τακτικής. Πιθανότατα σ’ εκείνη την πρώτη φάση, αυτή η τακτική να μην είχε ολοκληρωθεί, να μην είχε ωριμάσει πλήρως. Ήταν ωστόσο υπαρκτή και μάλιστα όχι σαν αφαίρεση, σαν ιδέα στα κεφάλια κάποιων στρατηγών, αλλά σαν τακτική με την οποία πολέμησε στην πράξη ο κόκκινος στρατός. Οι διεισδύσεις των μεραρχιών Πάντσερ (που υπήρξαν και εδώ) δημιουργούσαν κι εκεί ρήγματα, αλλά δεν ανέτρεπαν ούτε τη συνοχή, ούτε τη μαχητική ικανότητα του κόκκινου στρατού. Οι «επιθετικές επιστροφές» των σοβιετικών μεραρχιών στοχεύοντας στην αποκοπή των προωθημένων αιχμών που δημιουργούσανε οι θωρακισμένες μεραρχίες της Βέρμαχτ αποτελέσανε ένα μόνιμο στοιχείο της αμυντικής -τότε- τακτικής του κόκκινου στρατού.
Στις προσπάθειες περικύκλωσης που επιχειρούσε ο γερμανικός στρατός με τις προωθήσεις των θωρακισμένων, κόκκινος στρατός απαντούσε με προσπάθειες περικύκλωσης των προωθημένων μονάδων. Δεν μπόρεσε, και δεν θα μπορούσε σ’ εκείνη τη φάση, να ανατρέψει τον συσχετισμό και αναγκάστηκε πολλές φορές να υποχωρήσει.

Ο στρατιωτικός συσχετισμός

Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το ζήτημα. Πώς και γιατί και σε τι υπερτερούσε σ’ εκείνη τη φάση ο γερμανικός στρατός και γιατί δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στο ίδιο ή ανώτερο σημείο ο κόκκινος στρατός.
α) Ο γερμανικός στρατός ήταν ο στρατός μιας μεγάλης και κύρια πλήρως ανεπτυγμένης βιομηχανικά χώρας, με μια πολεμική βιομηχανία που είχε μια μεγάλη παράδοση πίσω της και ήταν από τις μεγαλύτερες, αν όχι η πρώτη, στον κόσμο τη στιγμή εκείνη. Ταυτόχρονα, σ’ όλη εκείνη την περίοδο πριν τον πόλεμο, ενισχύθηκε με πολλούς τρόπους από τις άλλες καπιταλιστικές χώρες.
β) Ο γερμανικός στρατός είχε επίσης μια μεγάλη στρατιωτική παράδοση πίσω του και ανάλογη στελέχωση, αλλά ταυτόχρονα ήταν και ένας «νέος» στρατός.
Ξαναχτίστηκε πάνω σε νέα δεδομένα, και στη λογική της ρεβάνς και του επιθετικού πολέμου. Οι νέες ιδέες επιβλήθηκαν πιο εύκολα σ’ αυτόν, απ’ ό,τι π.χ. στο γαλλικό στρατό, που οι ηγέτες του είχαν κάτσει πάνω στις «δάφνες» του 1914-1918.
(Έχει μια ορισμένη σημασία να θυμίσουμε ότι η πατρότητα της θεωρίας για έναν νέο τρόπο χρησιμοποίησης των θωρακισμένων ανήκει σε γάλλο στρατηγό και όχι σε γερμανό όπως θα νόμιζε κανείς).
γ) Ο γερμανικός στρατός που επιτέθηκε στη Σ.Ε. ήταν σχεδόν διπλάσιος σε ισχύ από αυτόν που επιτέθηκε στη Γαλλία, τόσο σε άνδρες όσο και σε θωρακισμένες μεραρχίες. Προστέθηκαν νέες κλάσεις, αλλά και δυνάμεις από άλλες χώρες (Ιταλία, Ρουμανία, Ουγγαρία, ακόμα και από Ισπανία και Γαλλία κ.ά.). Ταυτόχρονα ο οπλισμός που αποκόμισε ο Χίτλερ σαν πολεμική λεία και ιδιαίτερα τα άρματα, χρησιμοποιήθηκαν για τη συγκρότηση νέων θωρακισμένων μεραρχιών.
δ) Το πιο σημαντικό ωστόσο είναι ότι ο γερμανικός στρατός είχε κιόλας πολεμήσει, και μάλιστα όχι μόνο μια φορά. Το πόσο τεράστια σημασία έχει αυτό, είναι ίσως δύσκολο να κατανοηθεί αν δεν υπάρχει μια στοιχειώδης έστω αντίληψη για το πώς έχει το πράγμα. Εδώ θα αρκεστούμε να υπογραμμίσουμε ένα μόνο. Ένας στρατός είναι «άλλος» πριν πολεμήσει και «άλλος» αφού αποκτήσει αυτή την εμπειρία. Και σε καμιά ανθρώπινη δραστηριότητα δεν ισχύει αυτό το πράγμα με τον τρόπο και την ποιότητα που ισχύει σ’ αυτή την περίπτωση.
Ο γερμανικός στρατός είχε κιόλας πολύ νωρίς δοκιμάσει την κίνησή του σε ευρεία κλίμακα -έστω και αναίμακτα- ακόμη από την περίπτωση του Άνσλους (Αυστρία). Η «άσκηση» επαναλήφθηκε στην περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας. Και ήρθε και η ώρα του ολοκληρωμένου πολέμου, όπως ήταν αυτός με την Πολωνία. Ακολούθησε η εκστρατεία στη Νορβηγία. Και τίποτε βεβαίως δεν μπορεί να συγκριθεί με τον πόλεμο στη Δύση (Γαλλία), όπου ο γερμανικός στρατός σφυρηλατήθηκε στη σύγκρουσή του με έναν από τους πιο ισχυρούς στρατούς του κόσμου. Ακολούθησε μια ακόμη εκστρατεία (στα Βαλκάνια) πριν ο γερμανικός στρατός στραφεί στο σύνολό του ενάντια στη Σ.Ε. Και αξίζει να σημειωθεί ότι σ’ όλο αυτό το διάστημα ο γερμανικός στρατός δεν είχε παρά ελάχιστες απώλειες και σε καμιά περίπτωση τέτοιες που να μπορούσαν να αντισταθμίσουν στο ελάχιστο τα οφέλη που είχε αποκομίσει. Αντίθετα, όπως κιόλας αναφέραμε, ενισχύθηκε σημαντικά σε άνδρες και υλικό. Την ώρα της επίθεσής του στη Σ.Ε. ο γερμανικός στρατός βρισκόταν στο απόγειο της ωριμότητας και της ισχύος του.
Γεννιέται ωστόσο ένα ερώτημα. Θα μπορούσε άραγε ο κόκκινος στρατός να βρίσκεται σε ένα ανάλογο επίπεδο την ώρα της γερμανικής επίθεσης; Μπορούμε με απόλυτη σιγουριά να απαντήσουμε σ’ αυτό το ζήτημα: Όχι. Ό,τι κι αν λέγεται σήμερα απ’ οποιαδήποτε μεριά και εκ του ασφαλούς, η «έκπληξη» δεν υπήρξε στη διαπίστωση των πολύ μεγάλων δυνατοτήτων που εκδήλωσε. Γιατί τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η συγκρότηση του κόκκινου στρατού, ήταν πολύ περισσότερα και πολύ μεγαλύτερα απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, από αυτές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Η εκβιομηχάνιση της Σ.Ε. επιχειρήθηκε βασικά στη δεκαετία του ’30. Και ξεκίνησε περίπου από το μηδέν, αν οι συγκρίσεις γίνουν με το επίπεδο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Όσον αφορά τη στρατιωτική βιομηχανία, θα πρέπει να πούμε ότι για να υπάρξει αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη (και για μακρό χρόνο) ευρύτερης βιομηχανικής υποδομής. Με αυτούς τους όρους, αποτελεί ένα είδος «θαύματος» το ότι η σοβιετική βιομηχανία κατάκτησε ένα επίπεδο, όπου μπορούσε να εξοπλίζει τον κόκκινο στρατό και μάλιστα στο ύψος των απαιτήσεων της εποχής. Σε σχέση μ’ αυτά η συγκρότηση και η δομή του κόκκινου στρατού είναι ολοφάνερο ότι ήταν υποχρεωμένη να «ακολουθήσει» και όχι να προηγηθεί αυτού του επιπέδου ανάπτυξης. Ενώ ένας ακόμη δυσμενής όρος, ήταν η πολιτική του αποκλεισμού που ασκούνταν απέναντι στη Σ.Ε. ακόμη και σε στοιχειώδη είδη πρώτης ανάγκης (για όπλα βέβαια ούτε λόγος).
Αν αυτοί ήταν οι όροι στον τομέα του εξοπλισμού, στον τομέα της εμπειρίας αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι αυτή δεν αποκτιέται με θεωρητικό τρόπο ούτε καν στις ασκήσεις. Αποκτιέται στις μάχες. Και στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί ο κόκκινος στρατός ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει το αιματηρό αντίτιμο της απόκτησης αυτής της εμπειρίας που ήδη είχε κατακτημένη ο γερμανικός στρατός.
Ταυτόχρονα, μέσα στις πρώτες αυτές ήττες και υποχωρήσεις ο κόκκινος στρατός με τον ηρωικό του αγώνα δημιουργούσε τους όρους ανατροπής του συσχετισμού. Για πρώτη φορά από την αρχή του πολέμου η Βέρμαχτ υποχρεώθηκε να πληρώσει μεγάλο αντίτιμο σε άνδρες και υλικό για το κάθε χιλιόμετρο που κατακτούσε. Ταυτόχρονα κερδίζονταν πείρα και χρόνος. Αυτός που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η μεταφορά των βιομηχανιών από το ευρωπαϊκό τμήμα στα Ουράλια. Αυτός που χρειάστηκε μέχρι να ‘ρθει η εποχή της ρασπούτιτσα (της λάσπης) και στη συνέχεια του χειμώνα. Αυτός που χρειάστηκε για να δέσει το ατσάλι του κόκκινου στρατού. Και τα αποτελέσματα τα πιο χειροπιαστά δεν άργησαν να έρθουν. Η πιο μεγάλη «έκπληξη» για όλους δημιουργήθηκε στο δρόμο για τη Μόσχα. Η γερμανική επίθεση αποτυχαίνει και η Βέρμαχτ για πρώτη φορά από την αρχή του πολέμου αναγκάζεται σε υποχώρηση. Ήτανε Δεκέμβρης του 1941. Θα το πούμε και -γιατί όχι- με υπερηφάνεια. Μόνο ο κόκκινος στρατός μπορούσε να κατορθώσει κάτι τέτοιο. Μόνο ένας λαός εμπνευσμένος και μόνο μια επαναστατική ηγεσία μπορούσαν να δημιουργήσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για ένα τέτοιο επίτευγμα. Και μόνο ένας στρατός με την πολιτικοστρατιωτική συγκρότηση και το ηθικό ανάστημα του κόκκινου στρατού μπορούσε σ’ εκείνες τις συνθήκες να ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες και τις συνέπειες των αδυναμιών του και να φτάσει στη νίκη.

Ο Στάλιν σαν ηγέτης

Απ’ όσα γράψαμε μέχρι τώρα, νομίζουμε ότι φαίνεται αρκετά καθαρά ο ρόλος και η συμβολή του Στάλιν. Θα μπορούσαμε συνεπώς και να σταματήσουμε σ’ αυτό το σημείο. Θεωρούμε ωστόσο ότι η αναφορά και σε κάποια άλλα γεγονότα βοηθάει στο να κατανοήσουμε πόσο η συμβολή του Στάλιν ήταν πολύπλευρη. Γιατί ο Στάλιν δεν ήταν μόνο μια πολιτική φυσιογνωμία με διορατικότητα και ικανότητα χάραξης μιας σωστής πολιτικής γραμμής και κατεύθυνσης. Ταυτόχρονα ήταν ένας ηγέτης που μπορούσε να εμπνεύσει τις μάζες, να εμφυσήσει σ’ αυτές πίστη και αποφασιστικότητα για τον αγώνα και τη νίκη.

Ο λόγος του Στάλιν στις 3 Ιούλη του 1941 έχει μείνει στην ιστορία. Τόσο σαν κείμενο με το συγκεκριμένο του περιεχόμενο, όσο και για την επίδοση που είχε πάνω στο σοβιετικό λαό και τους μαχητές του κόκκινου στρατού.
«Ήταν 6 και 30’ το πρωί και ο σταθμός της Μόσχας άρχιζε τη μετάδοση του πρώτου δελτίου ειδήσεων, όταν η βαριά φωνή με τη γεωργιανή προφορά υψώθηκε στους αιθέρες. Ο Στάλιν άρχισε δικαιολογώντας το σύμφωνό του με τον Χίτλερ με τον ισχυρισμό πως πρόσφερε στη Σ.Ε. την απαραίτητη πίστωση χρόνου, έπειτα έδωσε τα συνθήματά του για τον αγώνα κατά του εισβολέα. Για άλλη μια φορά η Ρωσία πρέπει να κάψει τη γη της και να αντιτάξει τη λαϊκή εξέγερση στην τεχνική υπεροχή της Δύσης. ”Ούτε ένα βαγόνι ούτε μια ατμομηχανή, ούτε ένα κιλό σιτάρι, ούτε ένα λίτρο καύσιμα δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν στα χέρια του εχθρού. Στις κατεχόμενες περιοχές ομάδες παρτιζάνων πεζών και ιππέων, πρέπει να οργανωθούν για να κάνουν έναν πόλεμο παρενοχλήσεως, να ανατινάζουν τις γέφυρες και τους δρόμους, να πυρπολούν τις αποθήκες, τα χωριά και τα δάση. Ο εχθρός πρέπει να παγιδευτεί και να κυνηγηθεί ως την εκμηδένισή του…”. Αν υπήρξε πανικός τώρα συγκρατείται. Η διοίκηση του στρατού υπεύθυνη για πολυάριθμες λιποψυχίες αναλαμβάνει πάλι τα ηνία…». Από τον Ρ. Καρτιέ.
Στο «Ζωντανοί και οι νεκροί» ο Κονσταντίν Σιμόνοφ περιγράφει πώς οι τραυματίες ενός στρατιωτικού νοσοκομείου υποδέχτηκαν αυτόν τον λόγο. «…Τον Στάλιν τον αγαπούσαν ποικιλότροπα, απεριόριστα ή με επιφύλαξη, με θαυμασμό και με κάποιο φόβο. Ορισμένοι δεν τον αγαπούσαν καθόλου. Κανένας όμως δεν αμφέβαλλε για το θάρρος του και για τη σιδερένια του θέληση… Ο Στάλιν δεν χαρακτήριζε την κατάσταση τραγική. Ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς τη λέξη αυτή στο στόμα του, αλλά τα όσα έλεγε για τη γενική επιστράτευση, για τα κατεχόμενα εδάφη, για τον ανταρτοπόλεμο, σήμαιναν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Είχαμε υποχωρήσει σχεδόν παντού και σε μεγάλο βάθος. Η αλήθεια ήταν πικρή αλλά είχε λεχθεί επιτέλους και τώρα ένοιωθε κανείς το έδαφος πιο στέρεο κάτω από τα πόδια του». Ο Στάλιν μπόρεσε να βρει τις απαραίτητες λέξεις από την αρχή κιόλας του λόγου του.
Αφού εξέθεσε τη γνώμη του για τα γεγονότα που συνέβησαν από το 1939 και πέρα …τόνισε πως «ολόκληρος ο σοβιετικός λαός στέκεται στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού για την υπεράσπιση της πατρίδας… Τέλος κάλεσε ολόκληρο το λαό να συσπειρωθεί γύρω από το κόμμα του Λένιν, γύρω από τη σοβιετική κυβέρνηση». Ό,τι κι αν είχε κάνει πριν (ο Στάλιν), ότι κι αν έκανε μετά, ο λόγος του αυτός θα μείνει στην ιστορία των μεταγενέστερων αιώνων σαν ένα από τα μεγάλα κείμενα της εποχής μας (Από τον Ζ. Έλλενσταϊν).

Μια άλλη μεγάλη στιγμή σχετίζεται με τη γερμανική επίθεση στην περιοχή της Μόσχας. «Στις 15 Οκτωβρίου τίποτε δεν μπορεί να κρύψει από τους μοσχοβίτες πως το διπλωματικό σώμα και η κυβέρνηση εγκαταλείπουν την πόλη τους. Μια κατάφορτη αμαξοστοιχία μεταφέρει τους πρεσβευτές σε άγνωστη κατεύθυνση. Μια άλλη αμαξοστοιχία μεταφέρει τους υπουργούς, τους ανώτερους υπαλλήλους… Στην κυβερνητική αμαξοστοιχία μια μόνο φυσιογνωμία λείπει. Ο Στάλιν» (Ρ. Καρτιέ).
Για τη σημασία της παραμονής του Στάλιν στη Μόσχα ας μη μιλήσουμε εμείς. Ας ακούσουμε τη φωνή του Γκ. Δημητρόφ όπως τη μεταφέρει ο Μ. Τζίλας που συναντήθηκε μαζί του στην πρώτη επίσκεψή του στη Μόσχα τον Μάρτη του 1944: «Όταν οι Γερμανοί βρίσκονταν έξω από τη Μόσχα, μια γενική αβεβαιότητα και σύγχυση επικρατούσε. Η σοβιετική κυβέρνηση αποσύρθηκε στο Κουϊμπίτσεφ. Ο Στάλιν όμως έμεινε στη Μόσχα … Και σ’ αυτήν την τόσο κρίσιμη στιγμή διέταξε και έγινε μια παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία για την επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Οι μεραρχίες που παρήλαυναν μπροστά του αναχωρούσαν κατευθείαν για το μέτωπο. Κανείς δεν μπορεί να εκφράσει πόσο μεγάλη ήταν η ηθική επίδραση όταν ο λαός πληροφορήθηκε ότι ο Στάλιν έμεινε στο Μόσχα και όταν άκουσε το λόγο του. Ανέστησε την πίστη του λαού και ανέβασε και πάλι την εμπιστοσύνη του και αυτό είχε περισσότερη αξία από μια μεγάλη στρατιά».

Ανάλογο ρόλο έπαιξε η στάση του Στάλιν στις περιπτώσεις του Λένινγκραντ και του Στάλινγκραντ. Όταν οι γερμανικές στρατιές κυκλώσανε και αποκλείσανε από κάθε σχεδόν πλευρά το Λένινγκραντ δημιουργήθηκε ένα πολύ σοβαρό και κρίσιμο πρόβλημα. «Η τύχη της πρώην πρωτεύουσας φαίνεται να έχει κριθεί. Η ρωσική διοίκηση αντιμετωπίζει την εκκένωσή της, αλλά ο Στάλιν αρνείται να συμφωνήσει και στέλνει επί τόπου τον δελφίνο του Ζντάνοφ για να αναλάβει την άμυνα» (Ρ. Καρτιέ).
Σήμερα η εποποιία του Λένινγκραντ είναι γνωστή σαν ένα από τα πιο δραματικά, αλλά και πιο ηρωικά γεγονότα του πολέμου με αποφασιστική επίδραση στη συνολική του εξέλιξη.

Παραπλήσια κατάσταση δημιουργήθηκε στο Στάλινγκραντ. Η Βέρμαχτ είχε καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, είχε φτάσει στο Βόλγα και μόνο μια λωρίδα ακόμη κρατούσε ο κόκκινος στρατός. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα ακόμη από αυτά που δημιουργούν «απορίες» και αδυναμία ερμηνείας στους Δυτικούς εμπειρογνώμονες.
Ο κύριος λόγος αυτής της «αδυναμίας» τους είναι η απροθυμία να αναγνωρίσουν την αποφασιστική συμβολή του Στάλιν. Ξέρουν πολύ καλά ότι σύμφωνα με τις αποφάσεις της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας της Σ.Ε. (που επικεφαλής της ήταν ο Στάλιν), «η ώρα της ελαστικής άμυνας» πέρασε. Ξέρουν πολύ καλά ότι η πεισματάρικια άμυνα στο Στάλινγκραντ ήταν μέρος ενός συνολικού σχεδιασμού για συγκέντρωση δυνάμεων και κύκλωση των γερμανικών στρατευμάτων (όπως και έγινε). Και αν η συμβολή του Στάλιν ήταν αποφασιστικής σημασίας, σ’ όλο το διάστημα, εκείνην που εμείς εδώ θέλουμε να τονίσουμε ιδιαίτερα, είναι αυτή που υπήρξε στο πρώτο διάστημα, όταν ο συσχετισμός ήταν ακόμη δυσμενής. «Το 52ο γερμανικό σώμα στρατού βρήκε μια ημερήσια διαταγή του Στάλιν, όπου με τόνο πατρικό χωρίς επικρίσεις, χωρίς απειλές λέει στον λαό του πως από δω κι εμπρός δεν μπορεί πια να χάσει έδαφος και βιομηχανικούς πόρους. Ό,τι έμεινε πρέπει να υπερασπιστεί λυσσαλέα» (Ρ. Καρτιέ).
Και υπερασπίστηκε με ηρωισμό και πείσμα. Και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη μεγάλη νίκη. Τη νίκη του Στάλινγκραντ. Αυτήν που έγειρε την πλάστιγγα του πολέμου. Αυτήν που έχει χαραχτεί στη μνήμη όλων των ανθρώπων. Γι’ αυτό και επιμένουν να ονομάζουν το Στάλινγκραντ, Στάλινγκραντ. Σε πείσμα των Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ, Γκορμπατσόφ και των ομοίων τους που επιχείρησαν και προσπαθούν να σβήσουν από τη μνήμη των λαών το όνομα της πόλης του Στάλιν.


Γ ΜΕΡΟΣ

ΓΙΑΛΤΑ Ή ΠΟΤΣΝΤΑΜ

Πρόλογος

Τον Φλεβάρη του 1945 συναντήθηκαν στη Γιάλτα οι «τρεις μεγάλοι» της αντιχιτλερικής συμμαχίας για να αποφασίσουν για την παραπέρα πορεία του πολέμου αλλά και για την διευθέτηση ζητημάτων που έβαζε το διαφαινόμενο τέλος του. Η φιλολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να γεμίσει τόμους. Κυρίαρχο μοτίβο πάντως είναι ότι Στάλιν, Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ μοίρασαν τον κόσμο στα …δύο (Τώρα πώς οι τρεις τον μοίρασαν στα δύο είναι άλλο ζήτημα). Γενικότερα πάντως θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα περισσότερα από τα γραφόμενα πάνω στο ζήτημα αυτό δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από ένα μνημείο ανοησίας. Και πώς όλοι αυτοί που εκπονούν τις αντίστοιχες «πραγματείες» μάλλον δεν έχουν καταλάβει καθόλου τι έγινε σ’ αυτόν τον πόλεμο.
Αυτή ωστόσο είναι η μια πλευρά του πράγματος, η μια ερμηνεία της στάσης τους. Γιατί εμείς έχουμε υπόψη μας και κάτι άλλο. Θυμόμαστε λ.χ. κάποιες εποχές που οι αναφορές στη Γιάλτα (με τη συγκεκριμένη ερμηνεία) φούντωναν πάντα, όποτε ένα λαϊκό κίνημα έβαζε σοβαρό πρόβλημα στην κυριαρχία του ιμπεριαλισμού σε κάποια περιοχή της γης. Και άμεσα ή έμμεσα όλοι αυτοί που «καταδικάζανε» την μοιρασιά του κόσμου λέγανε στους εξεγερμένους λαούς ότι ο αγώνας τους είναι «μάταιος» μια και ο κόσμος «δυστυχώς» είναι μοιρασμένος. Μόνο που δεν βάζανε τα κλάματα από τη στενοχώρια τους! Και δεν κουράζονταν να επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια, παρόλο που η ιστορία -και η πάλη των λαών- δεν σταμάτησε όλα αυτά τα χρόνια να τους διαψεύδει.
Στην Κίνα, στην Κούβα, στην πάλη των λαών των πρώην αποικιακών χωρών, και βέβαια στην Ινδοκίνα.
Βέβαια τα τελευταία χρόνια έχουμε και μια άλλου είδους επίκληση των «συμφωνιών» της Γιάλτας. Αυτή τη φορά από τη μεριά της Σ.Ε. Μόνο που πρόκειται πια για τη Σ.Ε. του Γκορμπατσόφ. Αυτή που όχι μόνο κατάφερε να ευνουχίσει το κομμουνιστικό κίνημα αποκεφαλίζοντας έτσι την πάλη των λαών, αλλά δρέπει πλέον και τους καρπούς αυτής της «επιτυχίας», βλέποντας να ενισχύεται η επίδραση και η πίεση του δυτικού ιμπεριαλισμού στο χώρο κυριαρχίας της.
Ας είναι όμως. Ας ξαναγυρίσουμε στη Γιάλτα. Εμείς το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες έπρεπε έτσι ή αλλιώς να γίνουν κάποιες συμφωνίες. Τόσο ανάμεσα στους συμμάχους όσο και γενικότερα ανάμεσα στους εμπόλεμους. Τα γεγονότα είναι συγκεκριμένα (όπως και οι συμφωνίες). Οι ερμηνείες και οι εκτιμήσεις πάνω σ’ αυτές είναι σίγουρα δικαίωμα του καθένα. Υπό δύο όρους. Δεν πρέπει να δημιουργείται σύγχυση (ηθελημένα ή όχι) ανάμεσα σ’ αυτό που είναι γεγονός και σ’ εκείνο που είναι εκτίμηση. Και δεύτερο, οι εκτιμήσεις πρέπει να βασίζονται στα πραγματικά γεγονότα και όχι σε φλυαρίες για κάποια ραβασάκια που ανταλλάσσονται «κάτω απ’ το τραπέζι».
Ας δούμε λοιπόν τα γεγονότα.

Ο καιροσκοπισμός των δυτικών

Είναι ευνόητο αλλά παρ’ όλα αυτά αναγκαίο να το διευκρινίσουμε, ότι εδώ δεν μπορεί να γίνει αναφορά στο σύνολο των γεγονότων του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Αναγκαστικά θα παραληφθούν πολλά από αυτά, ακόμη και σημαντικά. Οι εξελίξεις, τόσο οι στρατιωτικές όσο και οι πολιτικές, πέρασαν από τόσες διακυμάνσεις, που το να αναφερθούμε στο σύνολό τους και αναλυτικά θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Υποχρεωτικά θα σταθούμε στις πιο σημαντικές και ιδιαίτερα σε εκείνες που σχετίζονται περισσότερο με το ζήτημα που εδώ εξετάζουμε.
Υποστηρίξαμε προηγούμενα και συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ότι ο καιροσκοπισμός υπήρξε βασικό συστατικό της στάσης των Δυτικών, τόσο πριν τον πόλεμο, όσο και στη διάρκειά του. Ένας καιροσκοπισμός που εκδηλώθηκε τόσο στο πολιτικό όσο και στο στρατιωτικό πεδίο.

α) Με σταθμό τη μάχη της Μόσχας

Με τη γερμανική εισβολή στη Σ.Ε. η κυρίαρχη άποψη που διαμορφώνεται στη Δύση είναι ότι η κατάρρευση της Σ.Ε. δεν είναι παρά ζήτημα χρόνου, τον οποίο μάλιστα τοποθετούσαν πολύ κοντά. Στη βάση αυτή όχι μόνο δεν αναλαβαίνουν καμιά στρατιωτική δράση, αλλά ακόμη -βασικά οι ΗΠΑ- αποφεύγουν να πάρουν έστω και πολιτικές δεσμεύσεις. Ο Τσόρτσιλ τοποθετείται αμέσως. Ο λόγος του στις 22/6/1941 αποτελεί ήδη ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο και μια δέσμευση για τη Μ. Βρετανία. Αλλά ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, όπως θα δούμε, η συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης συμμαχίας χρειάστηκε ένα διάστημα και κάποιες εξελίξεις. Και μιλάμε πάντα για μια περίοδο όπου η Μ. Βρετανία βρισκόταν ήδη σε πόλεμο με το Χίτλερ. Ο Ρούσβελτ μιλάει λίγες μέρες μετά, καταδικάζει τη γερμανική επίθεση, αλλά φροντίζει ταυτόχρονα να βάλει στο ίδιο τσουβάλι «τον κομμουνισμό και το ναζισμό».
Το πρόβλημα ωστόσο είναι και δικό τους. Ο πόλεμος είναι πλέον μια πραγματικότητα, που, θέλουν δεν θέλουν, είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν. Αυτό που άμεσα συγκροτείται είναι η αγγλοαμερικανική συμμαχία. Στις 7/7/1941 οι Αμερικανοί αποβιβάζονται στην Ισλανδία. Οι Άγγλοι που κατείχαν το νησί, τους παραχωρούν τη θέση τους. Στις 8/8/1941 συναντώνται Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ και καταρτίζουν τον «χάρτη του Ατλαντικού». Μπορούμε ήδη να διακρίνουμε μια κατεύθυνση. Μια κατεύθυνση που -όχι χωρίς διακυμάνσεις- χαρακτήρισε τη στάση τους σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Την κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας συμμαχίας και μιας σταθερής και ολόπλευρης συνεργασίας ανάμεσα σε ΗΠΑ-Αγγλία, ενώ στην πορεία γίναν σκέψεις και απόπειρες για προσθήκη και της Γαλλίας. Το τι έδωσε βέβαια αυτή τη σχέση στους δύο εταίρους, ποιος ωφελήθηκε περισσότερο και ποιος όχι, είναι ένα άλλο ζήτημα που θα το δούμε στη συνέχεια.
Απέναντι στη δοκιμαζόμενη Σ.Ε. έχουμε μια άλλη τακτική. Στη Μόσχα φτάνει μια αγγλική στρατιωτική αποστολή υπό τον στρατηγό Μακ Φάρλεϊν, όπου διαπιστώνει ότι η ρωσική αντίσταση είναι πολύ πιο ισχυρή απ’ ό,τι πιστεύανε στην Αγγλία.
Στα τέλη Ιούλη του 1941 ο Χάρυ Χόπκινς, προσωπικός απεσταλμένος του Ρούσβελτ φτάνει στη Μόσχα. «Επιστρέφει με την πεποίθηση πως η κατάσταση δεν είναι τόσο απελπιστική όσο φαίνεται από μακριά. Μια από τις αντιρρήσεις εναντίον της βοήθειας, πως θα έφτανε δηλαδή πολύ αργά, καταπίπτει. Ωστόσο η Ρωσία δεν γίνεται δεκτή αμέσως στο σύστημα εκμισθώσεως και δανεισμού. Μέχρι τέλους Οκτωβρίου η ΕΣΣΔ πληρώνει όλα τα εφόδια που παίρνει» (Ρ. Καρτιέ).
Στο μεταξύ γίνεται όλο και πιο φανερό ότι τα πράγματα για τους Γερμανούς δεν είναι και τόσο ρόδινα. Η σοβιετική αντίσταση σκληραίνει ολοένα και περισσότερο. Οι εκτιμήσεις στη Δύση αρχίζουν να διαφοροποιούνται και αρχίζουν να φαίνονται πιο καθαρά οι πραγματικοί συσχετισμοί που διαμορφώνονται.
Στις 11/11/1941 ο Ρούσβελτ δίνει στα πλοία του τη διαταγή «shoot first» (χτυπάτε πρώτοι). Η διαταγή αφορά την αντιμετώπιση των γερμανικών υποβρυχίων. Οι ΗΠΑ μπαίνουν όλο και περισσότερο στον πόλεμο. Στο ίδιο διάστημα, στις διαπραγματεύσεις με την Ιαπωνία σκληραίνουν απότομα τη στάση τους. Οι όροι που βάζουν στην Ιαπωνία είναι τέτοιοι που είναι αδύνατο να γίνουν αποδεκτοί. Οι ΗΠΑ τουλάχιστον στον Ειρηνικό έχουν κάνει την οριστική επιλογή τους. Επιδιώκουν τον πόλεμο. Και η απάντηση έρχεται με την -όχι και τόσο- αιφνιδιαστική επίθεση του ιαπωνικού στόλου στο Περλ Χάρμπορ.
Η ήττα των Γερμανών μπροστά στη Μόσχα το Δεκέμβρη του 1941 επιταχύνει όλες τις διεργασίες. Ας τις παρακολουθήσουμε λίγο στην «παράλληλη» πορεία τους με τα στρατιωτικά γεγονότα και εκτιμήσεις που προαναφέραμε. Στις 22/6/1941 έχουμε το λόγο του Τσόρτσιλ και τρεις μέρες μετά το λόγο του Ρούσβελτ. Στη συνέχεια έχουμε τις επισκέψεις στη Μόσχα των Μακ Φάρλεϊν και Χάρυ Χόπκινς. Στις 7/7/1941 έχουμε την επιστολή του Τσόρτσιλ στο Στάλιν και ανοίγεται μια συχνή αλληλογραφία. Στις 12/7/1941 έχουμε κοινή αγγλοσοβιετική δήλωση. Στις 28/9/1941 συναντώνται με το Στάλιν στη Μόσχα οι υπουργοί εξωτερικών Αγγλίας και ΗΠΑ, Ηντεν και Άβερελ Χάριμαν. Γίνονται συμφωνίες για βοήθεια. Το Δεκέμβρη του 1941 ο Ήντεν ξαναπηγαίνει στη Μόσχα και εκδίδεται κοινό ανακοινωθέν Ήντεν-Μολότοφ. Η Σ.Ε. επικυρώνει το χάρτη του Ατλαντικού.
Το Μάη του 1942 ο Μολότοφ πηγαίνει στο Λονδίνο (όχι για πρώτη φορά) όπου υπογράφεται το σύμφωνο φιλίας και αμοιβαίας συνεργασίας ανάμεσα σε Σ.Ε. και Μ. Βρετανία διάρκειας 20 χρόνων. (Επικυρώνεται από το ανώτατο Σοβιέτ στις 18/6/1942). Στις 11/6/1942 εκδίδεται κοινή αμερικανοσοβιετική δήλωση που υπογράφεται λίγες μέρες μετά και από τον Τσόρτσιλ. Αυτή σε πολύ χοντρές γραμμές ήταν η πορεία των διαπραγματεύσεων για τη σύμπηξη του αντιχιτλερικού συνασπισμού.
Αυτές οι συμφωνίες ωστόσο πολύ απείχαν ακόμη από του να σημαίνουν και μια πραγματική συμμετοχή των Δυτικών δυνάμεων, στα μέτρα του πολέμου που εκείνη την ώρα διεξαγόταν. Στην πραγματικότητα η Σ.Ε. πολεμούσε μόνη της.

β) Μέχρι το Στάλινγκραντ

Το ότι η Σ.Ε. πολεμούσε στην ουσία μόνη της αυτό είναι κάτι που «αμφισβητείται» μόνο στις αμερικανικές ταινίες. Στα ιστορικά κείμενα, ακόμη και των Δυτικών, παρ’ όλες τις προσπάθειες, πολύ δύσκολα μπορούν να αποκρύψουν την πραγματικότητα.
Ας δώσουμε λοιπόν σ’ αυτούς το λόγο. «Ένα από τα αινίγματα του πολέμου στη Συρία (σύγκρουση Γάλλων του Βισύ με Άγγλους και Ντε Γκολ) είναι η γερμανική αποχή… και όμως ο λόγος είναι επιβλητικός. Όπως η παντομίμα τελειώνει πριν από την κύρια παράσταση του τσίρκου, έτσι και το μεσογειακό θέατρο έχει κλείσει. Από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα τρία εκατομμύρια άνδρες, εξακόσιες χιλιάδες άλογα, εξακόσιες χιλιάδες οχήματα, δεκαεννέα χιλιάδες σιδηροδρομικοί συρμοί έχουν τεθεί σε κίνηση. Η συνάντηση με το πεπρωμένο προς το οποίο κατευθύνονται, είναι μια από τις πιο βαρυσήμαντες της ιστορίας. Η εφαρμογή του σχεδίου Μπαρμπαρόσα έχει αρχίσει». Και είναι εδώ ο αντικομουνιστής Ρ. Καρτιέ που σκορπάει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα το οικοδόμημα που χρόνια ολάκερα έχτιζε η δυτική προπαγάνδα (με συμμετοχή και του ίδιου). Είναι αυτός που ονομάζει παντομίμα, (πάντα σε σύγκριση βέβαια με το ανατολικό μέτωπο) την «εποποιία της μάχης της Αφρικής» το «θρύλο» των Άφρικα Κορπς, το μύθο του Ρόμελ.
Εμείς και μόνο για να πάρουμε ένα μέτρο των αναλογιών, να θυμίσουμε ότι τα Άφρικα Κορπς αποτελούνταν από τρεις όλες κι όλες μεραρχίες. Στο ανατολικό μέτωπο πολεμούσαν διακόσιες γερμανικές μεραρχίες και άλλες 50 περίπου των συμμάχων της Γερμανίας.
Ας συνεχίσουμε όμως: «…Η Αγγλία περνά στη θέση του θεατή. Οι επιδρομές εναντίον του Λονδίνου έχουν ουσιαστικά σταματήσει…Στην Αφρική οι εχθροπραξίες βρίσκονται σε νεκρό σημείο. Το Τομπρούκ πολιορκείται χαλαρά … Στο ίδιο διάστημα η ΡΑΦ με 2100 αεροπλάνα γραμμής γίνεται κυρίαρχη. Ανασυγκροτείται συνολικά ο βρετανικός στρατός. Οι γερμανικές αεροπορικές δυνάμεις της Κρήτης και της Σικελίας εξαφανίστηκαν. Τις ρούφηξε το ανατολικό μέτωπο» (Ρ. Καρτιέ).
«Δεν αναγνωρίζεται πάντοτε στη Δύση ο βαθμός που ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν ουσιαστικά ένας ρωσογερμανικός πόλεμος. Το 1943 ήταν ο Τσόρτσιλ εκείνος που παρατηρούσε ότι οι δυτικοί «αψιμαχούσαν» με έξι μονάχα γερμανικές μεραρχίες ενώ οι Ρώσοι αντιμετώπιζαν 185» (Ντ. Χόροβιτς).
«Από τον Ιούνη του 1941 μέχρι το Νοέμβρη του 1941 οι Γερμανοί μεταφέρουν 60 ακόμη μεραρχίες από το δυτικό στο ανατολικό μέτωπο» (Ζ. Έλλενσταϊν).
Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτή την τελευταία πληροφορία που δεν αμφισβητείται από κανέναν παρά μόνο ως προς το νούμερο (άλλοι μιλούν για σαράντα ή πενήντα μεραρχίες).
Ο Χίτλερ εκστρατεύοντας στη Σ.Ε. άφησε για κάθε ενδεχόμενο έναν αριθμό μεραρχιών στη Δύση. Βέβαια κύρια μεραρχίες δεύτερης γραμμής και ανάμεσά τους λίγες μεραρχίες πάντσερ. Ωστόσο αποτελούσαν μια δύναμη. Μια δύναμη όμως που πολύ σύντομα της αφαιρέθηκαν τα περισσότερα και καλύτερα στοιχεία της για να προστεθούν στην κύρια δύναμη της Βέρμαχτ που ήδη πολεμούσε στο ανατολικό μέτωπο. Αυτό έχει μια στρατιωτική πλευρά (τις ολοένα και μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντούσαν οι Γερμανοί στο ανατολικό μέτωπο) και μια πολιτική. Ο Χίτλερ κατάλαβε, βεβαιώθηκε ότι από εκείνη την πλευρά (δυτικά) μπορούσε για ένα τουλάχιστον διάστημα να αισθάνεται ασφαλής. Αν εξετάσει κανείς προσεκτικά τα γεγονότα δεν μπορεί να αποφύγει τη σκέψη ότι στην πράξη εφαρμόζονταν αυτό που είχε πει ο Τρούμαν (βλέπε προηγούμενα) ή ο Άγγλος υπουργός Μουρ Μπράμπαζον, ο οποίος θα «έβλεπε με ευχαρίστηση Ρώσους και Γερμανούς να εξαντλούνται σε έναν μακρόχρονο πόλεμο».
Βέβαια την ίδια περίοδο συμβαίνουν και άλλα πράγματα που έχουν μεγάλη σημασία. Το σημαντικότερο απ’ αυτά είναι η συνεχιζόμενη προσέγγιση ΗΠΑ-Αγγλίας και οι προσπάθειες χάραξης ενιαίας στρατηγικής.
Στην ίδια διαδικασία αναφαίνονται και οι πρώτες διαφωνίες μεταξύ τους και εκδηλώνονται αντιθέσεις ακόμη και οξύτατες. Γι’ αυτές ωστόσο θα αναφερθούμε διεξοδικότερα στη συνέχεια. Αποφασίζεται ότι ο Χίτλερ αποτελεί τον πρώτο και κύριο στόχο. Κατανοούν και οι δύο, όχι μόνο ότι η Γερμανία αποτελεί την κύρια δύναμη του άξονα (με μεγάλη απόσταση από τους άλλους δύο) αλλά και την κυρίαρχη σημασία του ευρωπαϊκού χώρου και της σύγκρουσης που γίνεται σ’ αυτήν.
Η επιχείρηση «Μπολερό», η μετατροπή δηλαδή της Αγγλίας σε στρατόπεδο της συμμαχίας, αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτή την εκτίμηση και συνδέεται με την ανάλογη προοπτική.
Στο καθαρά στρατιωτικό πεδίο ωστόσο εξακολουθούν να αδρανούν. Καιροσκοπούν ακόμη και στο ζήτημα της αποστολής βοήθειας στη Σ.Ε. και τον Ιούλη του 1942 διακόπτουν τις αποστολές μέσω Αρκτικής. Μιλούν για τις μεγάλες απώλειες σε εμπορικά σκάφη (υπαρκτές) τη στιγμή όμως που η Σ.Ε. κυριολεκτικά αιμορραγεί απ’ όλες τις φλέβες της.
Η στρατιωτική δράση των Άγγλων στην Αφρική (της κλίμακας που ήδη αναφέραμε) είναι μια δράση στην οποία υποχρέωσε με δική του πρωτοβουλία ο άξονας.
Το πεδίο στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ, παρ’ όλη την απόφαση ότι ο κύριος στόχος είναι ο Χίτλερ (και συνεπώς πεδίο της η Ευρώπη) βρίσκεται στον Ειρηνικό. Βέβαια το ίδιο διάστημα οι ΗΠΑ ήδη έχουν αρχίσει να διαφωνούν και να πιέζουν τους άγγλους -για πολιτικούς λόγους- στο ζήτημα του 2ου μετώπου. Ωστόσο και αυτοί -σχέδιο Αϊζενχάουερ- δεν το βλέπουν νωρίτερα από το 1943. Οι λόγοι είναι προφανείς. Η Βέρμαχτ εξακολουθεί να διατηρεί σχεδόν στο ακέραιο την ισχύ της. Αντίθετα η Ιαπωνία σύμφωνα με τις εκτιμήσεων όλων θεωρούνταν -όχι αβάσιμα- υποδεέστερη από στρατιωτική -και όχι μόνο- άποψη. Το γεγονός ότι μετά μια δεκαετία περίπου πολέμου δεν μπορούσε να υποτάξει την Κίνα, έχοντας απέναντί της το συνονθύλευμα που αποτελούσε το κράτος του Τσαγκ Κάι Σεκ, και τον ανταρτοπόλεμο του λαϊκού στρατού (Μάο Τσε Τουνγκ) υπογράμμιζε αυτή την αδυναμία.
Έτσι ή αλλιώς ωστόσο η Ιαπωνία αποτελούσε ήδη ένα πρόβλημα. Αποτελούσε την κύρια δύναμη της ανατολικής Ασίας, και μάλιστα ο στόλος της αποτελούσε μια δύναμη πρώτης γραμμής, όχι με «ασιατικά», αλλά παγκόσμια δεδομένα. Έχοντας να αντιμετωπίσει βασικά τα αποικιακά στρατεύματα (ικανά μόνο για να καταπιέζουν τους ντόπιους πληθυσμούς) και στοιχεία μόνο του βρετανικού στόλου (που διατηρούσε δυνάμεις σε όλους τους ωκεανούς) μπόρεσε να καταλάβει ολάκερη την Ινδοκίνα και να φτάσει στα πρόθυρα της Ινδίας.
Το Φεβρουάριο του 1942 καταλαμβάνεται η Σιγκαπούρη, ενώ το Μάρτη έχουν σειρά οι Φιλιππίνες. Καταλαμβάνεται συνολικά η Ινδονησία, και ο Ιαπωνικός στόλος φτάνει στα νερά της Αυστραλίας. Οι ΗΠΑ ανασυγκροτώντας τις δυνάμεις τους μετά τον αιφνιδιασμό και τις απώλειες του Περλ Χάρμπορ βρίσκουν ένα πεδίο δράσης που τους λύνει πολλά προβλήματα.
Η κυριαρχία στον Ειρηνικό και την νοτιοανατολική Ασία ήταν πάντα ένας από τους βασικούς στόχους της παγκόσμιας στρατηγικής τους.
Οι εξελίξεις συνεπώς όπως διαμορφώνονται αποτελούν για τις ΗΠΑ μια λαμπρή ευκαιρία για την πραγματοποίηση αυτών των επιδιώξεων. Από την άλλη μεριά μπαίνοντας στον πόλεμο απέναντι σ’ έναν αντίπαλο που τον θεωρούν -και είναι- «του χεριού» τους έχουν πρόσθετες δικαιολογίες για τη μη δημιουργία του δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη, όπου τα πράγματα είναι ακόμη πολύ πιο δύσκολα.
Και σαν επιστέγασμα του καιροσκοπισμού αλλά και του κυνισμού που διέκρινε τη στάση των δυτικών, έχουμε την περίπτωση της Διέππης. Στις 19/8/1942 βρετανικό εκστρατευτικό τμήμα αποτελούμενο κύρια από καναδούς φαντάρους αποβιβάζεται στον ευρωπαϊκό χώρο στην περιοχή της Διέππης. Μέσα σε λίγες ώρες κομματιάζεται από τις γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Και με αντίτιμο λοιπόν τη ζωή μερικών χιλιάδων καναδών και άγγλων στρατιωτών «αποδεικνύεται» πως κάθε σκέψη για δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη (όπως επίμονα ζητούν οι σοβιετικοί) είναι «πρόωρη».

γ) Η απόβαση στη Σικελία

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1942 τα πράγματα εξακολουθούν να είναι δύσκολα για τη Σ.Ε. Η νίκη μπροστά στη Μόσχα τον προηγούμενο χειμώνα αποσόβησε τον μεγάλο κίνδυνο, αλλά το πρόβλημα εξακολουθούσε να υπάρχει. Η διαφορά ανάμεσα στη Βέρμαχτ και τον κόκκινο στρατό είχε μειωθεί αλλά δεν είχε εξαφανιστεί. Έτσι ο γερμανικός στρατός κατόρθωσε να προχωρήσει μέχρι τον Καύκασο στο νότο, να πλησιάσει τον Βόλγα στην περιοχή του Στάλινγκραντ, να περισφίξει το Λένινγκραντ στο Βορρά.
Ήδη όμως και καθώς το 1942 προχωράει προς το τέλος του, κάποια πράγματα, κάποιοι συσχετισμοί αρχίζουν να αλλάζουν. «Ο στρατηγός Λοπάτιν, διοικητής της 62ης στρατιάς κρίνει πως είναι αδύνατη η άμυνα της πόλεως και ζητά την έγκριση να προχωρήσει προς την αντίπερα όχθη του Βόλγα. Αλλά ο Στάλιν εγκαταλείποντας το σύστημα της ελαστικής αμύνης διαφωνεί…» (Ρ. Καρτιέ).
Κάπως έτσι αρχίζει η εποποιία του Στάλινγκραντ που ολοκληρώνεται στις αρχές του 1943 με τη συντριβή και παράδοση της 6ης γερμανικής στρατιάς μαζί με το επιτελείο της. Αποτελεί το μεγαλύτερο χτύπημα που δόθηκε στον «αήττητο» μέχρι τότε γερμανικό στρατό. «536 μεταγωγικά, 149 καταδιωκτικά, 123 βομβαρδιστικά θα κάνουν τη μάχη του Στάλινγκραντ μια αερομαχία τόσο δαπανηρή σε απώλειες για τη Λουφτβάφε όσο και η μάχη της Αγγλίας» (Ρ. Καρτιέ). Είναι η στροφή του πολέμου. Από εδώ και πέρα όλα αλλάζουν για όλους. Όχι, ο πόλεμος δεν τελειώνει. Θα συνεχιστεί αιματηρός για τρία σχεδόν χρόνια ακόμη. Μόνο που από δω και πέρα κάπως αλλιώς κάνουν τους λογαριασμούς τους όσοι συμμετέχουν σ’ αυτόν.
Τον Νοέμβρη του 1942 αγγλοαμερικανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Δυτική Αφρική. Έτσι τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα χτυπιούνται τώρα από δυο μεριές. Από τα ανατολικά τα πιέζει η 8η βρετανική στρατιά με τον Μοντγκόμερυ. Από τα δυτικά η εκστρατευτική δύναμη που αποβιβάστηκε. Από στρατιωτική άποψη η όλη επιχείρηση δεν είναι βέβαια ένας υγιεινός περίπατος αλλά είναι πάρα πολύ μακριά από το δεύτερο μέτωπο. Οι Ιταλοί έχουν από καιρό σταματήσει να πολεμούν. Το Άφρικα Κορπ έχει αποδυναμωθεί τελείως και έχει μήνες να ανανεώσει τις απώλειές του σε άνδρες και υλικό. Το ανατολικό μέτωπο απορροφά όλες τις εφεδρείες και δεν αφήνει τίποτε για πουθενά. Αντιμετωπίζει ακόμη και πρόβλημα βενζίνης για να κινήσει τα ελάχιστα άρματα που του έχουν απομείνει. Οι σποραδικές επιτυχίες των Γερμανών οφείλονται αποκλειστικά στην υπεροχή τους στον τομέα της τακτικής και βεβαίως μένουν χωρίς συνέχεια. Οι Αγγλοαμερικάνοι με συντριπτική υπεροχή σε αριθμό ανδρών και υλικό καταφέρνουν να ξεπεράσουν τις περιοδικές κρίσεις που αντιμετωπίζουν και να διώξουν τελικά τις δυνάμεις του άξονα από την Αφρική (Μάης 1943).
Πιο σοβαρά είναι τα πολιτικά, τα προβλήματα στρατηγικής που αντιμετωπίζουν. «Η εκστρατεία στη Β. Αφρική υπαγορεύτηκε από την πολιτική αναγκαιότητα να γίνει κάτι…» (Ρ. Καρτιέ). Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Η Ρωσία αντιμετώπιζε το σύνολο σχεδόν του γερμανικού στρατού. Ζητούσε -δικαιολογημένα- πίεζε για το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Οι Αγγλοαμερικάνοι έπρεπε λοιπόν κι αυτοί «να κάνουν κάτι». Η εκστρατεία στη Β. Αφρική τους πρόσφερε αυτή τη δυνατότητα, χωρίς να παρουσιάζει ιδιαίτερους κινδύνους. Αυτή είναι μια βασική πλευρά του προβλήματος που σχετίζεται με την πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη διαμόρφωση -μέσα από τις μάχες- του βασικού στρατιωτικού συσχετισμού ανάμεσα στους αντιμαχόμενους.
Βεβαίως υπάρχει και μια άλλη πλευρά επίσης σημαντική. Τα πολιτικά ζητήματα και τα ζητήματα στρατηγικής που τέθηκαν τόσο πριν όσο και στη διάρκεια της εκστρατείας και ιδιαίτερα στη συνάντηση της Καζαμπλάνκα (Γενάρης 1943).
Στα ζητήματα αυτά θα αναφερθούμε συνολικά σε άλλο κεφάλαιο. Εδώ θα σημειώσουμε μόνο δυο πράγματα. Οι Αγγλοαμερικάνοι συνεχίζουν να λειτουργούν (με τις αντιθέσεις τους) σαν «δίδυμο» τόσο απέναντι στον άξονα, αλλά και με έναν τρόπο απέναντι στη σύμμαχό τους Σ.Ε., τις ανάγκες και απόψεις της οποίας στην ουσία αγνοούν. Στο ίδιο διάστημα διερευνούν τις δυνατότητες για το ρόλο που μπορεί να παίξει η Γαλλία σα τρίτος εταίρος (έστω δευτεροκλασάτος) στη διαμόρφωση και προώθηση της στρατηγικής τους.
Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα αποφασίζεται η απόβαση στη Σικελία με στόχο το πέρασμα στην ιταλική χερσόνησο. Το Στάλινγκραντ δεν έχει βάλει μόνο στον Χίτλερ το πρόβλημα. Το έχει βάλει και στους ίδιους. Ο κόκκινος στρατός μετά το Στάλινγκραντ περνάει συνολικά στην επίθεση και υποχρεώνει τους Γερμανούς σε μια σειρά από ήττες.
Αρχίζει να φαίνεται ότι η Σ.Ε. έχει τα φόντα να κερδίσει τον πόλεμο έως και μόνη της. Κάτι τέτοιο βεβαίως ήταν κάτι που τους έβγαζε ολότελα έξω από τους στρατηγικούς σχεδιασμούς και επιδιώξεις τους.
Η απόβαση στη Σικελία (10/7/1943) τους έλυνε πολλά προβλήματα μαζί. Τους έδινε τη δυνατότητα να αποφύγουν το άνοιγμα ενός πραγματικού δεύτερου μετώπου (Γαλλία) μέσα στο 1943 και σε μια περίοδο που η Βέρμαχτ εξακολουθούσε να είναι ισχυρή. Άνοιγαν έτσι το δικό τους «δεύτερο μέτωπο» με βάση το οποίο διεκδικούσαν τη συμμετοχή τους σε μια νίκη που άρχιζε να διαφαίνεται στον ορίζοντα. Εντάσσονταν στα πλαίσια σχεδίων που είχαν ήδη αρχίσει να προωθούνται σε συνεννόηση με κορυφαίους παράγοντες της ιταλικής αστικής τάξης που βλέπαν ότι ο πόλεμος είναι χαμένος. Με την κατάληψη της ιταλικής χερσονήσου δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις μιας σφήνας, ενός φραγμού σε μια ενδεχόμενη προέλαση του κόκκινου στρατού καθώς αυτός θα κατεδίωκε τους χιτλερικούς. Ταυτόχρονα αποτελούσε μια υπόθεση χωρίς κρίσιμα στρατιωτικά προβλήματα και οπωσδήποτε όχι αυτά που θα συναντούσε μια απόβαση στη Γαλλία. Ας δώσουμε όμως μερικά στοιχεία. Η νήσος Παντελέρια, είναι ναυτική βάση των Ιταλών. Εδαφολογικά είναι ένας βράχος στη θάλασσα σκαμμένος από τους Ιταλούς στο εσωτερικό του, ένα φυσικό οχυρό θεωρούμενο απόρθητο. Μερικές βολές από τα κανόνια των πλοίων είναι αρκετές για να σηκώσει άσπρη σημαία (11/6/1943). «Οι μόνες μας απώλειες κατά την επιχείρηση αυτή, θα αναφέρει το βρετανικό ανακοινωθέν, είναι ένας στρατιώτης δαγκωμένος από τσακάλι». «Εικοσιτέσσερις ώρες αργότερα η νήσος Λαμπέδουσα (με ανάλογη οχύρωση) παραδίδεται σ’ έναν Αμερικανό λοχία που υποχρεώθηκε να κάνει αναγκαστική προσγείωση εκεί». Ακολουθεί η απόβαση στη Σικελία (10/7/1943). «Αποβιβάζονται 7 μεραρχίες». Οι Ιταλοί το βάζουν μαζικά στα πόδια, μόνο σ’ ορισμένες περιπτώσεις λίγες τουφεκιές είναι αρκετές για ν’ αρνηθούν οι Αμερικανοί στρατιώτες να εγκαταλείψουν την προστασία των αποβατικών σκαφών…Η μεραρχία Χέρμαν Γκέρινγκ αντεπιτίθεται την επομένη με καθυστέρηση. Η εμφάνισή της στην παραθαλάσσια πεδιάδα προκάλεσε στους Αμερικανούς μια αρχή πανικού και μερικές εσπευσμένες επιβιβάσεις. Το καταδρομικό Σαβάνα σώζει την κατάσταση με τα πυροβόλα του καταστρέφοντας τα άρματα, το μιμούνται κι άλλα πλοία…» (Ρ. Καρτιέ).
Αν σκεφτούμε ότι την ίδια στιγμή στο ανατολικό μέτωπο γίνονταν καθημερινά μάχες σε γιγάντια κλίμακα, με εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες, με χιλιάδες άρματα, με το κάθε χιλιόμετρο γης να ποτίζεται με το αίμα χιλιάδων νεκρών από τις δυο πλευρές, τότε μπορούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.

δ) Τεχεράνη και απόβαση στη Νορμανδία

Η μάχη του Στάλινγκραντ αποτελούσε τη μεγάλη καμπή του πολέμου, όχι μόνο στο στρατιωτικό τομέα αλλά και σε σχέση με την επίδρασή της στις πολιτικές διεργασίες που δεν έπαυαν ούτε στιγμή να συντελούνται στη διαμόρφωση της στρατηγικής των διαφόρων δυνάμεων.
Στο στρατιωτικό πεδίο ο κόκκινος στρατός παίρνει όλο και περισσότερο την πρωτοβουλία των κινήσεων που μέχρι τότε ανήκε βασικά στη Βέρμαχτ.
Η επιχείρηση «Zitadelle» (5/7/1943) που εξελίσσεται σε γιγαντομαχία αρμάτων στο Κουρσκ αποτελεί και την τελευταία απόπειρα της Βέρμαχτ να πάρει επιθετική πρωτοβουλία. Η αποτυχία της σημαίνει και την οριστική απώλεια της δυνατότητας να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ευρείας κλίμακας. Από δω και πέρα ο γερμανικός στρατός έχει πλέον μόνο αμυντικές -και όχι πάντα- «επιτυχίες». Ένα δείγμα: Το Φλεβάρη του 1943 στο Τσερκάσι πάνω στο Δνείπερο σημαντικές γερμανικές δυνάμεις κυκλώνονται από τον κόκκινο στρατό. Όταν οι προσπάθειες απεγκλωβισμού αποτυχαίνουν, οι περικυκλωμένες δυνάμεις επιχειρούν μια έφοδο-έξοδο απελπισίας προς τα δυτικά. Τριάντα χιλιάδες περίπου άνδρες διαφεύγουν. Άλλοι τόσοι ωστόσο μένουν στο πεδίο της μάχης, νεκροί, τραυματίες και αιχμάλωτοι, καθώς και όλος ο μη ατομικός οπλισμός και τα εφόδια. Η χιτλερική προπαγάνδα θριαμβολογεί με το γνωστό της ύφος. «Οι άνδρες μου, λέει σαρκαστικά ο στρατηγός Φόρμαν, έμειναν κατάπληκτοι όταν έμαθαν ότι κέρδισαν μια μεγάλη νίκη…» (Ρ. Καρτιέ).
Στις 3/8/1943 γίνεται η επίθεση του κόκκινου στρατού στο Χάρκοβο. «Αυτή ακριβώς τη στιγμή η κατάπληξη και σχεδόν ο πανικός κυριεύει τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες της Γερμανίας. … Ο Γκέμπελς εγκαταλείπει για μια στιγμή τη μάσκα της φανατισμένης αισιοδοξίας του και εκμυστηρεύεται στον Γκουντέριαν ότι θα πρέπει να ‘βλεπαν από τώρα τους Ρώσους να φτάνουν στο Βερολίνο…Τον προηγούμενο χρόνο και εκείνοι οι Γερμανοί στρατηγοί που συμμερίζονταν στο ελάχιστο τις αυταπάτες του Χίτλερ, πίστευαν ότι ο ερυθρός στρατός είχε φθαρεί. Στα 1943 ένα τρίτο κύμα δυνάμεως πολύ πιο ψηλό από τα δύο προηγούμενα αναδύεται μέσα από το σοβιετικό μεγαλείο και σκεπάζει τη Βέρμαχτ» (Ρ. Καρτιέ).
Αντίθετα οι Αγγλοαμερικάνοι αντιμετωπίζοντας κατά πολύ υποδεέστερες γερμανικές δυνάμεις καρκινοβατούν στην ιταλική χερσόνησο και μόλις στις 4/6/1944 καταλαμβάνουν τη Ρώμη.
Στο ίδιο διάστημα ο κόκκινος στρατός απελευθερώνει όλη την Ουκρανία, διεισδύει στην Πολωνία, φτάνει στους πρόποδες των Καρπαθίων και έχει υποχρεώσει τον γερμανικό στρατό σε μια συνολική υποχώρηση.
«Ο γερμανικός στρατός -σημειώνει ο (Ρ. Καρτιέ- είναι πλέον ένας στρατός σκυθρωπός, ένας στρατός νικημένος ήδη και κατά κάποιο τρόπο αθεράπευτο που περιμένει ένα καινούριο χτύπημα». Η πιθανότητα μιας γερμανικής κατάρρευσης γίνεται πλέον ένα ζήτημα που δεν απασχολεί μόνο τους Γερμανούς. Η Σ.Ε. προβάλλει πια σαν ο μεγάλος -και αν δεν υπάρξουν σημαντικές μεταβολές στην πορεία των πραγμάτων- ο μοναδικός νικητής του πολέμου. Η πιθανότητα αυτή επισπεύδει όλες τις διεργασίες που συνδέονται με το πολυσυζητημένο δεύτερο μέτωπο.
Και το δεύτερο μέτωπο, αφού συζητήθηκε επί μήνες και χρόνια από επιτελείο σε επιτελείο. Αφού μεταφέρθηκε από το 1941 στο 1942, από το 1942 στο 1943, από το 1943 στο 1944, αφού προτάθηκε να μεταφερθεί έως και το 1946 (Άλλαν Μπρουκ). Το δεύτερο μέτωπο, αφού δεν επιχειρήθηκε όταν η Σ.Ε. το ζητούσε, όταν ο κόκκινος στρατός το είχε ανάγκη, όταν ο σοβιετικός λαός αντιμετώπιζε όλη τη γερμανική ισχύ και τη ναζιστική κτηνωδία. Το δεύτερο μέτωπο λοιπόν ανοίγει -«επιτέλους»- όταν στρατιωτικά τουλάχιστον το ζήτημα είχε κατά βάση κριθεί.
Στις 6/6/1944 οι Αγγλοαμερικάνοι αποβιβάζονται στη γαλλική ακτή στην περιοχή της Νορμανδίας.
Στο πολιτικό πεδίο, και σε συνάρτηση με τα στρατιωτικά γεγονότα, έχουμε επίσης πολύ σημαντικές εξελίξεις. ΗΠΑ και Αγγλία βλέπουν πια ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να «αγνοούν» τη Σ.Ε. όσον αφορά την από κοινού διαμόρφωση των κατευθύνσεων και των στόχων της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Οι ΗΠΑ μάλιστα εκδηλώνουν τάσεις παραμερισμού της Αγγλίας, η οποία βλέπει να σπρώχνεται σιγά-σιγά στη θέση του συνομιλητή δευτέρας τάξεως. Ο Ρούσβελτ που έχει την πρωτοβουλία αυτής της τακτικής βλέπει καθαρά ότι μ’ αυτόν που κύρια θα ‘χει να κάνει από δω και πέρα είναι η Σ.Ε.
Στις 19/10/1943 συναντώνται στη Μόσχα οι υπουργοί εξωτερικών Μολότοφ, Ήντεν και Κόρντεν Χολ για να προετοιμάσουν τη συνάντηση των «τριών μεγάλων». Και μετά από μια στάση στο Κάιρο, όπου Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ συναντώνται με τον Τσανγκ Κάι Σεκ, στα τέλη Νοέμβρη με αρχές Δεκέμβρη 1943, Στάλιν, Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ συναντώνται και διασκέπτονται στην Τεχεράνη.
Παράλληλα με όλα αυτά, συντελούνται και άλλες επίσης σημαντικές διεργασίες. Οι ΗΠΑ σε αντίθεση με τους Βρετανούς, πιέζουν για επιτάχυνση των διεργασιών για απόβαση στην Ευρώπη. Επείγονται πλέον να «βάλουν πόδι» στην Ευρώπη, ξέροντας πολύ καλά ότι εκεί θα κριθεί το παν. Και αν το κύριο πρόβλημα γι’ αυτούς είναι η σοβιετική προέλαση, δεν είναι ωστόσο το μοναδικό.
Η Μεγάλη -πάλαι ποτέ- Βρετανία έχει πια πολλά προβλήματα να λύσει και δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να περάσει στη δεύτερη γραμμή. Η απώλεια της διοίκησης του όβερλορντ (της απόβασης) δεν είναι η πιο σημαντική αλλά σίγουρα η χαρακτηριστική έκφραση αυτής της εξέλιξης.
Στο ίδιο διάστημα επιταχύνονται οι πολιτικές διεργασίες στη γερμανική πλευρά. Οι γερμανοί παράγοντες (στο σύνολό τους) βλέποντας ότι χάνουν τον πόλεμο, στο μόνο πια που ελπίζουν και στρέφονται προς τα εκεί, είναι η αναστροφή των συμμαχιών. Μια μερίδα μάλιστα που αντιπολιτεύεται τον Χίτλερ αρχίζει τις επαφές με τους Δυτικούς με αυτόν ακριβώς τον στόχο. Ο τρόπος με τον οποίον από δω και πέρα αντιμετωπίζουν οι Γερμανοί τα δυτικά στρατεύματα στο πεδίο της μάχης επηρεάζεται ολοένα και περισσότερο από αυτή την εξέλιξη.
Η απόβαση λοιπόν στη Νορμανδία γίνεται μέσα σ’ αυτούς ακριβώς τους πολιτικούς όρους.
Και αν η Σ.Ε. συνέχιζε να θέλει και να πιέζει για τη δημιουργία του δεύτερου μετώπου δεν ήταν μόνο για στρατιωτικούς λόγους, δεν ήταν μόνο γιατί συνέχισε μόνη της να σηκώνει το συντριπτικά μεγαλύτερο βάρος των απωλειών. Ο κύριος λόγος βρισκόταν στο ότι ήθελε να διασφαλιστεί όσο γινόταν περισσότερο απέναντι στην πιθανότητα και τον κίνδυνο αυτής της αναστροφής των συμμαχιών. Μιας αναστροφής που οι οπαδοί της δεν βρίσκονταν μόνο μέσα στη Γερμανία.

Συμπερασματικά και σε σχέση με όσα αναφέραμε σ’ αυτό το κεφάλαιο: Οι Δυτικοί καιροσκόπησαν στο ζήτημα της επιλογής του συμμάχου τους (Σ.Ε.). Άφησαν το βάρος του πολέμου, άφησαν τον πόλεμο στην πλάτη της Σ.Ε. Μπήκαν -στην πράξη- σ’ αυτόν όταν πια είχε ουσιαστικά κριθεί. Μπήκαν όχι τόσο για να συμβάλουν στο να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα, όσο για να επωφεληθούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.
Βέβαια τα γεγονότα δεν σταματούν εδώ. Και σκοπεύουμε βεβαίως να αναφερθούμε και στις μετέπειτα εξελίξεις. Και κύρια να σταθούμε στην πολιτική πλευρά και αυτών και όσων προηγήθηκαν. Στο κεφάλαιο αυτό, αυτό που κάναμε ήταν κάποιες νύξεις σε αναφορά με τα πολιτικά ζητήματα και περισσότερο για να δείξουμε τη σχέση τους με τις αντίστοιχες στρατιωτικές εξελίξεις.
Αναφερθήκαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο στο πώς οι Δυτικοί στάθηκαν απέναντι στον πόλεμο και στον καιροσκοπισμό της στάσης τους απέναντι στη Σ.Ε. κύρια σε σύνδεση με τις στρατιωτικές εξελίξεις.
Στο ίδιο διάστημα εξελίξεις σοβαρές παρουσιάζονται και σε μια άλλη πλευρά, επίσης πολύ σημαντικές. Αφορούν τις αντιθέσεις ανάμεσα στους Δυτικούς συμμάχους, τις διακυμάνσεις στη διαμόρφωση της στρατηγικής τους, σε συνάρτηση με την πορεία του πολέμου. Ξέρουμε πια ότι σ’ αυτήν την πλευρά ο μεγάλος νικητής ήταν οι ΗΠΑ. Αγγλία και Γαλλία παρ’ ό,τι «τυπικά» βρέθηκαν στην πλευρά των νικητών, στην ουσία η θέση τους μετά τον πόλεμο στον παγκόσμιο συσχετισμό βρέθηκε να είναι κατά πολύ υποδεέστερη από αυτήν που κατείχαν στο πριν τον πόλεμο διάστημα. Ο πόλεμος και έκφρασε πραγματικούς συσχετισμούς που υπήρχαν αλλά και παρήγαγε νέους.
Και αν στη συνέχεια σταθούμε περισσότερο στην πολιτική των ΗΠΑ, είναι γιατί στη διάρκεια του πολέμου αυτές αναδείχτηκαν σε ρυθμιστή και αποφασιστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της γραμμής με την οποία -πρακτικά- κινήθηκαν οι Δυτικοί και η οποία εναρμονιζόταν με τους στρατηγικούς στόχους που στην πορεία διαμόρφωναν οι ΗΠΑ.

Η πολιτική των ΗΠΑ

Σε σχέση με την επέμβασή τους στον πόλεμο, μπορούμε να διακρίνουμε μια φάση, όπου οι ΗΠΑ καιροσκοπούν απέναντι σε όλους. Αναμετρούν τις δυνάμεις τους, προσπαθούν να συνυπολογίσουν τα δεδομένα και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται. Στο ίδιο αυτό διάστημα ισχυροποιείται ολοένα και περισσότερο η τάση παρέμβασης στον πόλεμο, χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζεται ολοκληρωμένα ο στόχος και η μορφή αυτής της παρέμβασης. Στις ΗΠΑ βλέπουν πολύ καλά (ιδιαίτερα η τάση που εκπροσωπούσε ο Ρούσβελτ) ότι ο πόλεμος αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την προώθηση των συμφερόντων τους. Ωστόσο το πότε, με ποιους όρους και σε ποια κατεύθυνση θα μπουν, εξακολουθεί να είναι πρόβλημα για ένα διάστημα. Ταυτόχρονα η γεωγραφική τους θέση στην άλλη άκρη του Ατλαντικού σε σχέση με την Ευρώπη έθετε το ζήτημα με διαφορετικούς όρους για τις ΗΠΑ από ό,τι για τις άλλες δυνάμεις. Από τη μια μεριά υπήρχε το γεγονός ότι οι ΗΠΑ βρίσκονταν μακριά από το κέντρο των εξελίξεων (Ευρώπη) από εκεί δηλαδή που διαμορφώνονταν οι βασικοί συσχετισμοί. Από την άλλη μεριά ωστόσο το ίδιο αυτό γεγονός τους παρείχε όλη την ευχέρεια να προετοιμαστούν κατάλληλα και κύρια να επιλέξουν οι ίδιες τη στιγμή και τους όρους παρέμβασής τους στον πόλεμο.
Έτσι μπορούμε να δούμε ένα πρώτο διάστημα μια μεγάλη «αυτοσυγκράτηση» ή καλύτερα έναν καιροσκοπισμό που εκδηλώνεται ακόμη και απέναντι στους μετέπειτα συμμάχους τους (Γαλλία-Αγγλία).
Αναφερθήκαμε ήδη στο ότι αρνήθηκαν να παραδώσουν στους Γάλλους τα αεροπλάνα για τα οποία ήδη υπήρχε προηγούμενη συμφωνία. (Και είναι πια γνωστή η συντριπτική υπεροχή που εμφάνισε η γερμανική αεροπορία απέναντι στη γαλλική στις μεταξύ τους μάχες). Αλλά και απέναντι στους Βρετανούς συμπεριφέρθηκαν με ανάλογο τρόπο. Για μεγάλο διάστημα, όπως ήδη αναφέραμε, η «βοήθεια» δίνονταν με βάση την αρχή «πλήρωσε και έλα να τα πάρεις». Ή ακόμη πιο «ακριβά», με την παραχώρηση βάσεων που ελέγχονταν από τους Βρετανούς στις ΗΠΑ.
Αν αυτός ο καιροσκοπισμός εκδηλώνονταν απέναντι στους «φυσικούς» τους συμμάχους, είναι βέβαια «κατανοητός» ο καιροσκοπισμός που εκδηλώνονταν απέναντι στη Σ.Ε. τόσο στην αρχή όσο και σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, όπως ως σε ένα βαθμό έχουμε κιόλας αναφερθεί.
Στην πορεία οι ΗΠΑ κάνουν όλο και πιο φανερή και συγκεκριμένη την πρόθεσή τους να μπουν στον πόλεμο. Ο νόμος εκμισθώσεως και δανεισμού είναι ήδη ένα αποφασιστικό βήμα. Ωστόσο το πρόβλημα της αποσαφήνισης των στρατηγικών τους στόχων εξακολουθεί να υπάρχει. Είναι γνωστές οι διαφωνίες στους ιθύνοντες κύκλους των ΗΠΑ για το αν το κέντρο βάρους πρέπει να πέσει στην Ευρώπη ή στον Ειρηνικό. Στις ΗΠΑ βλέπουν πολύ καλά ότι ο πόλεμος θα αποτελέσει πέρα από οτιδήποτε άλλο και ένα όργανο ανακατανομής των ρόλων και του συσχετισμού των δυνάμεων και δεν έχουν κανέναν σκοπό να μείνουν απ’ έξω. Απ’ ό,τι φαίνεται από τον τρόπο που κινήθηκαν διαμόρφωσαν μια κατεύθυνση με μάξιμουμ στόχο την παγκόσμια ηγεμονία. Σε οποιαδήποτε περίπτωση πάντως την όσο γίνεται μεγαλύτερη αποκόμιση κερδών από τη νέα κατανομή.
Η διεκδίκηση βέβαια της παγκόσμιας ηγεμονίας προϋπόθετε την παρέμβαση στο «κέντρο» της σύγκρουσης που είναι η Ευρώπη. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, στην Ευρώπη ο Χίτλερ εξακολουθεί να έχει το πάνω χέρι και μια «άκαιρη» παρέμβαση μπορεί να σήμαινε σοβαρούς κινδύνους για όποιους την αποτολμούσαν. Έτσι αυτό που έγινε ήταν να παρθούν ορισμένα μέτρα σ’ αυτή την κατεύθυνση, χωρίς ωστόσο να μπαίνει για το άμεσο μέλλον ζήτημα στρατιωτικής παρέμβασης.
Το πιο σοβαρό, η σύμπηξη συμμαχίας με τη Μ. Βρετανία και η εκπόνηση από Ρούσβελτ (που είχε τον πρώτο λόγο) και Τσόρτσιλ του «Χάρτη του Ατλαντικού». Η πιο σοβαρή (πολιτική) απόφαση της συμμαχίας ήταν ο προσδιορισμός σαν βασικού και κύριο αντίπαλου (και στόχου) της χιτλερικής Γερμανίας. Στην πραγματικότητα ωστόσο πολύ απείχαν αυτές οι διακηρύξεις από του να γίνουν συγκεκριμένη πράξη.
Η αντιμετώπιση του Χίτλερ για ένα πολύ μεγάλο διάστημα ήταν ένα βάρος που αφέθηκε να το σηκώσει η Σ.Ε. μόνη της. Και είναι χαρακτηριστικό ότι ο πόλεμος ανάμεσα σε ΗΠΑ-Γερμανία κηρύχτηκε με πρωτοβουλία του Χίτλερ (αμέσως μετά το Περλ Χάρμπορ).
Και αν θεωρητικά οι ΗΠΑ ιεραρχούσαν σαν κύριο πεδίο την Ευρώπη, στην πράξη κατευθύνθηκαν στον Ειρηνικό. Η επιλογή αυτή τους έλυνε πολλά προβλήματα. Μπαίνανε και πρακτικά στον πόλεμο και έτσι δεν μένουν έξω από τους μίνιμουμ -το λιγότερο- στόχους τους, έξω από την κατανομή την οποία διέβλεπαν. Μπαίνουν στον πόλεμο αντιμετωπίζοντας έναν αντίπαλο που θεωρούνταν -και αποδείχτηκε- και πιο αδύνατος από τη Γερμανία, αλλά και από τις ΗΠΑ. Το «λιγότερο» που είχαν να κερδίσουν από αυτή την επιλογή ήταν ο Ειρηνικός και η ΝΑ Ασία, περιοχή στην οποία φιλοδοξούσαν να κυριαρχήσουν και στην οποία ήδη είχαν επενδυμένα τεράστια συμφέροντα (Κϊνα, Φιλιππίνες κ.ά.). Έτσι οι όροι που υπαγόρευσαν στους Ιάπωνες δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα τελεσίγραφο που επεδίωκε την απόρριψή του. Το Περλ Χάρμπορ από την άποψη αυτή ούτε πολιτικά, μήτε και στρατιωτικά αποτέλεσε απρόβλεπτο γεγονός. Από εκεί και πέρα η ήττα της Ιαπωνίας ήταν απλά ζήτημα χρόνου, στο βαθμό που οι εξελίξεις στην Ευρώπη δεν προκαλούσαν κάποια ανατροπή στο γενικότερο συσχετισμό δυνάμεων.
Στην πορεία των γεγονότων οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται ότι ο στόχος της ηγεμονίας δεν είναι καθόλου έξω από τους όρους που διαμορφώνονται και που τις ευνοούν. Η Σ.Ε. όχι μόνο δεν «διαλύεται» αλλά όλο και περισσότερο φέρνει σε δύσκολη θέση τις χιτλερικές στρατιές. Οι ΗΠΑ βλέπουν ότι ο Χίτλερ δεν είναι «αήττητος», ότι η Γερμανία μπορεί να νικηθεί. Ταυτόχρονα αντιλαμβάνονται την αδυναμία της Μ. Βρετανίας να ασκήσει το ρόλο που έπαιζε μέχρι τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Διαπιστώνουν ότι μπορούν να υπαγορεύουν όρους στην Αγγλία, οι οποίοι εύκολα ή δύσκολα γίνονται τελικά αποδεκτοί. Ο στόχος που διαμορφώνουν είναι η συγκρότηση ενός μπλοκ δυνάμεων, στο οποίο εκτός από ΗΠΑ-Αγγλία, φιλοδοξούν να περιλάβουν και τη Γαλλία. Ένα μπλοκ στο οποίο βέβαια θα ηγεμονεύουν οι ΗΠΑ και θα καθορίζουν τους στόχους του. Αυτό θα τους φέρει πολλές φορές σε αντίθεση με τους Άγγλους, αλλά και με τον Ντε Γκολ. Αυτόν τον τελευταίο προσπάθησαν πολλές φορές να τον παραμερίσουν μια και τους φαινόταν πολύ ανεξάρτητος και πολύ «Γάλλος». Δε δίστασαν μάλιστα γι’ αυτό να ‘ρθουν σε διαπραγματεύσεις και με τη Γαλλία του Βισύ.
Όσον αφορά τη Σ.Ε. σ’ αυτήν εξακολουθεί να «ανατίθεται» ο ρόλος φθοράς του Χίτλερ, μ’ έναν πόλεμο που βεβαίως κατέστρεφε και την ίδια, αλλά χωρίς να παίρνουν καμιά πραγματική δέσμευση απέναντί της.
Στην Καζαμπλάνκα ο Ρούσβελτ διαμορφώνει τους στόχους του πολέμου με τον Τσόρτσιλ, συζητάει με Ντε Γκολ και Ζιρό, αλλά ο λόγος της Σ.Ε. εξακολουθεί να απουσιάζει. Ταυτόχρονα (όπως θα αναφερθούμε πιο κάτω) προωθεί τους ιδιαίτερους αμερικανικούς στόχους ακόμη κι αυτούς που στρέφονται ενάντια στα αγγλικά και γαλλικά συμφέροντα.
Οι εξελίξεις ωστόσο βάζουν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Η Σ.Ε. όχι μόνο «φθείρει» τη γερμανική ισχύ, αλλά δείχνει και ότι μπορεί να νικήσει ξεπερνώντας τα όρια που χάραξε η ρήση του Τρούμαν (της αμοιβαίας φθοράς και των δύο). Το λιγότερο δεν μπορεί να συνεχίζει να αγνοείται στη διαμόρφωση των όρων διεξαγωγής του πολέμου. Ο Ρούσβελτ αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι η Σ.Ε. μετατρέπεται σ’ έναν παράγοντα με τον οποίο είναι υποχρεωμένος να διαπραγματευτεί. Δεν διστάζει μάλιστα γι’ αυτό να επιχειρήσει τον παραμερισμό ακόμα κι αυτού του Τσόρτσιλ. «Όσο για τη μεθόδευση ο Ρούσβελτ δεν έχει ταλαντεύσεις. Μόνο ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Στάλιν μπορούν να παρθούν αποφάσεις κεφαλαιώδους σημασίας. Ο Τσόρτσιλ είναι ένας αναχρονισμός… Πρώτη επιδίωξη του Ρούσβελτ είναι ένα τετ α τετ με τον Στάλιν…Αποκρούει την ιδέα μιας συναντήσεως στην Ισλανδία ή την Αφρική «γιατί ειλικρινώς θα είναι δύσκολο να μην προσκληθεί ο Τσόρτσιλ…». Επιστολή Ρούσβελτ σε Στάλιν στις 5/5/1943» (Ρ. Καρτιέ).
Βέβαια οι προτάσεις του Ρούσβελτ δεν έγιναν αποδεκτές, είναι ωστόσο χαρακτηριστικές του τρόπου με τον οποίο κινούνταν η πολιτική των ΗΠΑ. Έτσι η συνάντηση της Τεχεράνης είχε παρόντες και τους τρεις.
Αυτή ωστόσο δεν ήταν η τελική μορφή που πήραν οι σχέσεις των διαφόρων δυνάμεων στη διάρκεια του πολέμου.
Στις ΗΠΑ ολοένα και περισσότερο δυναμώνει η εκτίμηση ότι η Σ.Ε. μεταβάλλεται σ’ έναν επικίνδυνο αντίπαλο. Τέλη 1944 γίνονται εκλογές στις ΗΠΑ και επανεκλέγεται ο Ρούσβελτ. Προεκλογικά ωστόσο έχει αντικαταστήσει τον θεωρούμενο Ουάλας (αντιπρόεδρος) και προωθεί στη θέση του «έναν άγνωστο γερουσιαστή του Μισούρι ονόματι Χάρυ Τρούμαν». Ποιος Τρούμαν; Ας ξαναδώσουμε το λόγο στον (Ρ. Καρτιέ: «Γιος φτωχού γαιοκτήμονα από το Μισούρι, στρατολογημένος στην εκλογική οργάνωση του πολιτικάντη-γκάνγκστερ Πέντεργκαστ …υποδειχθείς για την αντιπροεδρία στα παρασκήνια μιας κομματικής συνελεύσεως»).
Ήδη οι ΗΠΑ προσανατολίζονται σε μια πολιτική αντιπαράθεσης με τη Σ.Ε. Η συνάντηση στη Γιάλτα χαρακτηρίζεται και από τα δύο στοιχεία. Και από το ότι η Σ.Ε. αποτελεί τον αναγκαίο (τον υποχρεωτικό) συνομιλητή και από το ότι αποτελεί πλέον τον κύριο εχθρό. Ο πόλεμος βέβαια δεν έχει ακόμη τελειώσει. Ο Χίτλερ εξακολουθεί να διαθέτει εκατομμύρια στρατιωτών. Η Ιαπωνία δεν έχει ακόμη νικηθεί και για την υποταγή της δεν αρκούν οι νίκες στη θάλασσα και τον αέρα αλλά απαιτούνται και χερσαίες επιχειρήσεις. Επιχειρήσεις, η προοπτική των οποίων προκαλεί σοβαρές ανησυχίες στους Αμερικάνους ιθύνοντες. Η παρέμβαση του ρωσικού στρατού στον πόλεμο της Ανατολής κρίνεται σαν αναγκαίο και είναι αυτό ένα από τα ζητήματα που αποφασίζονται στη Γιάλτα. Από την άλλη μεριά ωστόσο ήδη, όπως αναφέραμε, στη Σ.Ε. βλέπουν οι ΗΠΑ τον μεγάλο αντίπαλο της αύριον. Έχουν ενταθεί οι συνεννοήσεις με Αγγλία (πριν τη Γιάλτα υπάρχει προκαταρκτική συνάντηση Ρούσβελτ-Τσόρτσιλ στη Μάλτα) οι διεργασίες σε σχέση με τη Γαλλία, ενώ κάποια πράγματα αρχίζουν να γίνονται σε σχέση και με τη …Γερμανία. Ας σημειωθεί ότι οι αστοί ιθύνοντες της Ιταλίας έχουν ήδη ακουμπήσει τις τύχες τους και το μέλλον της χώρας τους στους Αμερικάνους.
Και «δύο μήνες μετά τη συμφωνία το σύμφωνο της Γιάλτας καταρρέει, δημιουργείται κρίση στις σχέσεις Αμερικανών-Ρώσων με την υπόθεση Βολφ. Ο στρατηγός αυτός των Ες Ες του περιβάλλοντος του Χίμλερ επιχειρεί να διαπραγματευτεί στη Βέρνη την παράδοση του γερμανικού στρατού της Ιταλίας» (Ρ. Καρτιέ). Για το ίδιο ζήτημα ο Χόροβιτς σημειώνει την αντίδραση των σοβιετικών όταν έμαθαν ότι «ο στρατάρχης Αλεξάντερ επρόκειτο να συναντήσει το στρατάρχη Κέσελρινγκ (αρχηγό του γερμανικού στρατού στην Ιταλία) στη Βέρνη, για να συζητήσουν τους όρους παράδοσης».
Στη Σ.Ε. καταλαβαίνουν πολλά και υποψιάζονται περισσότερα. Ο Ρούσβελτ στέλνει γράμμα στο Στάλιν με το οποίο προσπαθεί να του παράσχει διαβεβαιώσεις περί του σεβασμού από τη μεριά των ΗΠΑ, των συμφωνιών που έχουν γίνει.
Οι σχέσεις των συμμάχων παραμένουν τυπικά ως είχαν. Στην πραγματικότητα όμως οι ΗΠΑ βλέπουν πλέον τη Σ.Ε. σαν τον κύριο εχθρό. Έναν εχθρό που βεβαίως τον υπολογίζουν. Η Σ.Ε. είναι πια πανίσχυρη. Στην Ευρώπη είναι φουντωμένο ένα αντιστασιακό κίνημα, που ραχοκοκαλιά του είναι οι κομμουνιστές. Αλλά και στις ίδιες τις ΗΠΑ οι διαθέσεις του κόσμου απέναντι στη Σ.Ε. είναι επηρεασμένες από το πνεύμα της αντιχιτλερικής συμμαχίας και του μακρόχρονου αγώνα ενάντια στο φασισμό. Οι κινήσεις των ΗΠΑ οφείλουν ακόμα να είναι προσεκτικές. Ο Πάτον π.χ. που επιχειρεί να κινήσει τα άρματά του στην κατεύθυνση της Πράγας ανακαλείται από τον Μπράντλεϊ.
Στην κατάσταση αυτή μια δραματική ανατροπή συντελείται μετά το επιτυχημένο πείραμα στο Αλαμογκόρντο. Η ύπαρξη της ατομικής βόμβας είναι πλέον γεγονός, όπως και η ανατροπή που φέρνει στο συσχετισμό δυνάμεων. Ο Τρούμαν που το πληροφορείται ευρισκόμενος στη διάσκεψη του Πότσνταμ αρχίζει να κινείται πλέον με άλλον αέρα. Η αποτυχία -ουσιαστικά- της διάσκεψης έχει σχέση με μια άκρως επιθετική πολιτική που εγκαινιάζεται από την πλευρά των ΗΠΑ ενάντια στη Σ.Ε. Αλλά γι’ αυτά θα αναφερθούμε στη συνέχεια.
Ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των ΗΠΑ απέναντι στη Γερμανία. Μπαίνοντας στον πόλεμο οι ΗΠΑ προσδιόρισαν (από κοινού με την Αγγλία) σαν τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο τη χιτλερική Γερμανία. Και πραγματικά την περίοδο εκείνη η Γερμανία φάνταζε πανίσχυρη. Είχε συντρίψει το γαλλικό στρατό, είχε υποτάξει συνολικά την Ευρώπη. Οι στρατιές της Βέρμαχτ βρίσκονταν βαθιά μέσα στο έδαφος της Σ.Ε., είχε εξουδετερώσει ουσιαστικά την Αγγλία και αποθάρρυνε κάθε σκέψη στη Δύση για επιχειρήσεις στο ευρωπαϊκό έδαφος. Για την ώρα άφηναν το πρόβλημα να το «λύσει» η Σ.Ε. και ο κόκκινος στρατός.
Η στάση τους ωστόσο απέναντι στη Γερμανία (τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδιασμών) καθορίστηκε για ένα μεγάλο διάστημα από το ότι αυτή (η Γερμανία) προσδιορίστηκε σαν κύριος αντίπαλος. Αυτό άλλωστε ήταν που τους οδήγησε και στο να συμμαχήσουν με τη Σ.Ε. (έστω όπως συμμάχησαν).
Ο κατ’ αρχήν στόχος και στον οποίο ήταν σύμφωνες ΗΠΑ-Μ. Βρετανία ήταν η ήττα της Γερμανίας. Οι ΗΠΑ ωστόσο πήγαιναν πιο μακριά. Όσο ωρίμαζε και όσο πιο εφικτός τους φαίνονταν ο στόχος της παγκόσμιας ηγεμονίας τόσο προσπαθούσαν να κινηθούν με βάση έναν δικό τους ιδιαίτερο σχεδιασμό, για τον οποίο δεν είναι πάντα σύμφωνοι (ή και αντιτίθενται) οι σύμμαχοί τους. Ο σχεδιασμός των ΗΠΑ προβλέπει την ολοκληρωτική καταστροφή, ισοπέδωση και διαμελισμό της Γερμανίας. Στην Καζαμπλάνκα ο Ρούσβελτ «δηλώνει πως τα ΗΕ δεν πρόκειται να δεχτούν παρά μόνο παράδοση άνευ όρων… Ο Τσόρτσιλ δεν είχε ειδοποιηθεί γι’ αυτό. Αναπήδησε ερεθισμένος στο άκουσμα μιας φόρμουλας της νίκης που συνέδεε την Αγγλία χωρίς τη συγκατάθεσή της με μιαν αντίληψη ολοκληρωτικού πολέμου» (Ρ. Καρτιέ). Και εδώ το ζήτημα δεν είναι αν η φόρμουλα αυτή ανταποκρινόταν στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Για παράδειγμα και η Σ.Ε. το ίδιο πράγμα υποστήριξε. Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο χάραζαν και προωθούσαν την πολιτική τους οι ΗΠΑ.
Η συνέχεια όμως είναι πιο διαφωτιστική. «Στην Τεχεράνη ο Ρούσβελτ είχε προτείνει τη διαίρεση της Γερμανίας σε πέντε κράτη. Στη Γιάλτα ο Τσόρτσιλ υπήρξε πιο προσεκτικός. Σκέφτηκε τη λύση της ίδρυσης δύο γερμανικών κρατών. Ο Ρούσβελτ δήλωσε και πάλι πως ήταν υπέρ της διαίρεσης της Γερμανίας σε πολλά κομμάτια «έξι ή εφτά ή λιγότερα»… Όσο για τον Στάλιν επέμεινε μόνο στην ανάγκη να υπάρξει μια κοινή πολιτική πάνω στο θέμα, πράγμα που δεν απέκλειε μια μελλοντική διαίρεση της Γερμανίας» (Ζ. Έλλενσταϊν). Οι συντριπτικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί που ισοπέδωσαν όλες τις μεγάλες γερμανικές πόλεις εξοντώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες άμαχους υπάγονταν σ’ αυτήν (και σ’ αυτήν) την λογική. Οπωσδήποτε δεν εξηγούνται με βάση τις στρατιωτικές ανάγκες και την επίδρασή τους (ελάχιστη ως μηδαμινή) στην πορεία των μαχών. Όλα αυτά μέχρι ένα σημείο. Μέχρι το σημείο εκείνο που οι ΗΠΑ αρχίζουν να βλέπουν σαν κύριο εχθρό τον κατά συνθήκη σύμμαχο, δηλαδή τη Σ.Ε.
Από το σημείο αυτό όλα αλλάζουν. Βέβαια οι αλλαγές δεν είναι θεαματικές. Δεν είναι άμεσες ούτε εκδηλώνονται φανερά. Πολύ περισσότερο που η Γερμανία εξακολουθεί να είναι ισχυρή και να μάχεται. Και προϋπόθεση για οποιαδήποτε αναστροφή -στην πράξη- των σχεδιασμών είναι πρώτα η ολοκληρωτική συντριβή ή υποταγή της.
Ωστόσο ολοένα και περισσότερο ωριμάζει η ιδέα της χρησιμοποίησης -και- της Γερμανίας σαν φραγμού απέναντι στον κίνδυνο που έρχεται από ανατολικά. Ένα είδος «κλειδιού» για την κατανόηση των διακυμάνσεων της στρατηγικής των ΗΠΑ, είναι η ιστορία του σχεδίου Μόργκενταου (υπουργού οικονομικών των ΗΠΑ). «Στις 13-16 Σεπτεμβρίου 1944 Άγγλοι και Αμερικάνοι υιοθετούν το σχέδιο Μόργκενταου, σύμφωνα με το οποίο η Γερμανία θα μετατραπεί σε χώρα ποιμενικού χαρακτήρα…» (χωρίς βιομηχανία κ.λπ.) (Ρ. Καρτιέ). Το σχέδιο Μόργκενταου δεν είναι παρά ένας καθρέφτης της πολιτικής που ήδη προωθούν οι ΗΠΑ. Τα πράγματα ωστόσο κάποια στιγμή θα αλλάξουν και το σχέδιο Μόργκενταου θα μπει στο συρτάρι. Και «αργότερα θα γνωσθεί ότι το σχέδιο Μόργκενταου είναι έργο ενός κομμουνιστή πράκτορα, του Ντέξτερ Ουάιτ, που θα αυτοκτονήσει μερικά χρόνια αργότερα την παραμονή της σύλληψής του». Και καλά ο Ουάιτ φρόντισε να «αυτοκτονήσει», οι ΗΠΑ ωστόσο πιο νωρίς είχαν αρχίσει να προωθούν μια πολιτική που μερικά χρόνια αργότερα κατέληξε στο ΝΑΤΟ και την ένταξη σ’ αυτό και της Δ. Γερμανίας. Ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η από γερμανικής πλευράς αντιμετώπιση του ζητήματος. Αλλά γι’ αυτό το ζήτημα θα αφιερώσουμε ιδιαίτερο κεφάλαιο.

Τα «βάσανα» των Άγγλων

Για να κατανοήσουμε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η αγγλική πολιτική θα πρέπει κατ’ αρχήν να έχουμε υπόψη μας κάποια ζητήματα. (Στα οποία λίγο πολύ έχουμε αναφερθεί). Το βασικότερο απ’ αυτά σχετίζεται με το ότι ο πόλεμος που ήδη διεξάγεται «δεν ήταν» ο πόλεμος τον οποίο λίγο πολύ προετοίμαζε η αγγλική πολιτική (Τσάμπερλαιν) στο προηγούμενο διάστημα. Η προσαρμογή της αγγλικής πολιτικής στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν (Τσόρτσιλ) την έβαλε σε μια συγκεκριμένη τροχιά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η αγγλική πολιτική μπορούσε πια να ξαναπάρει τον έλεγχο της κατάστασης. Η έκταση της σύγκρουσης και οι όροι που διαμόρφωνε ο συγκεκριμένος πόλεμος ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες της Μ. Βρετανίας.

Ας τα δούμε κάπως πιο συγκεκριμένα. Η άνοδος του Τσόρτσιλ στηρίζεται στην πεποίθηση που διαμορφώνεται πλέον στη Μ. Βρετανία ότι είναι αδύνατη η συνεννόηση με τον Χίτλερ. Ο Τσόρτσιλ -και όχι μόνο- θεωρεί ότι αν δοθούν στον Χίτλερ τα περιθώρια που αυτός ζητάει από τη Μ. Βρετανία (προτείνοντας συμμαχία) το μόνο που θα γίνει είναι να του δώσουν την ευκαιρία να γίνει πανίσχυρος. Από εκεί και πέρα είναι πια ζήτημα χρόνου να στραφεί και ενάντια στην Αγγλία η οποία σε μια τέτοια περίπτωση στο «καλύτερο» που μπορεί να ελπίζει είναι να γίνει δορυφόρος της Γερμανίας. Έτσι -τουλάχιστον ο Τσόρτσιλ- στρέφεται αποφασιστικά ενάντια στον Χίτλερ. Ο βασικός προσανατολισμός της αγγλικής πολιτικής είναι η συμμαχία με τη Γαλλία.
Μια συμμαχία που εμφανίζεται ισχυρή τόσο στη θάλασσα (με τον βρετανικό κύρια αλλά και τον γαλλικό στόλο) όσο και στη στεριά (με το γαλλικό κύρια και το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα). Η συντριβή της Γαλλίας, η απώλεια τού -όπως λέγεται- «στρατιωτικού ξίφους» της συμμαχίας, αφήνει την Αγγλία μόνη της. Στο ίδιο διάστημα και με αφορμή τις προτάσεις του Χίτλερ ξαναεκδηλώνονται στη Μ. Βρετανία οι τάσεις συνδιαλλαγής. Ο Τσόρτσιλ ωστόσο επιμένει. Οι προσπάθειές του κατευθύνονται σε μια συμμαχία με τις ΗΠΑ, οι οποίες ωστόσο εξακολουθούν να καιροσκοπούν. Στην πορεία και από τη στιγμή που ο Χίτλερ επιτίθεται στη Σ.Ε. μπαίνει το ζήτημα της συμμαχίας με την Σ.Ε. Είναι μια δυνατότητα που μπορεί να αξιοποιηθεί και στην πορεία αξιοποιείται από την αγγλική πολιτική.
Η Σ.Ε. ωστόσο δεν είναι η δύναμη στην οποία μπορεί να στηριχτεί η βρετανική πολιτική, οι ιδιαίτεροι στόχοι της αγγλικής στρατηγικής. Αποτελεί για τους Άγγλους έναν «εκ περιστάσεως» σύμμαχο. Στην πορεία προσανατολίζονται ολοένα και περισσότερο προς τις ΗΠΑ. Η είσοδος των τελευταίων στον πόλεμο δίνει τη δυνατότητα για τη σύμπηξη της αμερικανοβρετανικής συμμαχίας, μιας συμμαχίας που θα συνεχίσει να υπάρχει σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, αλλά και μετά τη λήξη του. Μόνο που οι εξελίξεις και η διαμόρφωση των συσχετισμών στα πλαίσια αυτής της συμμαχίας δεν είναι καθόλου αυτοί που προσδοκούσαν οι Άγγλοι. Προοδευτικά οι ΗΠΑ προωθώντας τους δικούς τους ιδιαίτερους στόχους διαμορφώνουν τους όρους έτσι που το τέλος του πολέμου θα βρει μια Μ. Βρετανία νικήτρια μεν του πολέμου, αλλά δύναμη -πλέον- δευτέρας τάξεως.

Ας παρακολουθήσουμε λίγο τις εξελίξεις. Ένα πρώτο και μεγάλο «βάσανο» των Άγγλων ήταν η προσπάθεια των συμμάχων τους (ΗΠΑ) να τις αντικαταστήσουν στο ρόλο που αυτοί μέχρι τότε κατείχαν. Η Μ. Βρετανία (και κατά δεύτερο λόγο η Γαλλία) είχε μια σειρά αποικίες σ’ όλες τις περιοχές του κόσμου, έλεγχε τις θαλάσσιες επικοινωνίες, και σε μεγάλο βαθμό το διεθνές εμπόριο.
Όταν ο Ρούσβελτ έλεγε ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν πρέπει να επιζήσει της νίκης των συμμάχων, ακριβώς αυτή τη θέση εποφθαλμιούσε. Βέβαια αυτοί οι στόχοι ντύνονταν με τα πιο ωραία λόγια, για την κατάργηση της αποικιοκρατίας κ.λπ. Αλλά η γέννηση του νεοαποικιακού συστήματος στο οποίο προσέβλεπαν οι ΗΠΑ και την ηγεμονία του οποίου επεδίωκαν προϋπόθετε ακριβώς την κατάρρευση της βρετανικής (και γαλλικής) αποικιακής αυτοκρατορίας.
Στη διάρκεια της παραμονής του στο Μαγκρέμπ ο Ρούσβελτ «αγνόησε τον ύπατο αρμοστή της Γαλλίας στο Μαρόκο, απαίτησε να έχει απ’ ευθείας επαφές με το Σουλτάνο και την ώρα του δείπνου που παράθεσε προς τιμή του, του έκανε κήρυγμα για την ανεξαρτησία της χώρας του. Η επίμονα κακή διάθεση του Τσόρτσιλ δεν οφείλονταν μόνο στη μουσουλμανική ξηρότητα του γεύματος. Ο Άγγλος αυτός με τη βαθιά γνώση της ιστορίας έβλεπε πολύ καθαρά τις συμφορές που η άγνοια, η επάρκεια και το πάθος του αμερικανού θα έφερναν μια ώρα αρχύτερα» (Ρ. Καρτιέ).
Όσο για το ποια «ανεξαρτησία» εννοούσε ο Ρούσβελτ, σήμερα πια το γνωρίζουμε πολύ καλά. Ας προχωρήσουμε όμως.
«Τα αντικείμενα της διαφωνίας εξακολουθούν να είναι τα ίδια … αμερικανική ιδεολογία (sic) ή βρετανικός ιμπεριαλισμός. Η έκδηλη προσέγγιση της νίκης αυξάνει την ένταση των αντεγκλήσεων. Το πρόβλημα του αυριανού κόσμου αρχίζει να ξεπροβάλει μέσα από την αόριστη και εύκολη φρασεολογία του Χάρτη του Ατλαντικού. Η μελλοντική θέση της Ρωσίας στον κόσμο και το μέλλον του αποικιακού συστήματος είναι τα δύο μεγάλα θέματα που κατευθύνουν τις διακυμάνσεις της στρατηγικής» (Ρ. Καρτιέ). Στο Κάιρο (πριν την Τεχεράνη) συναντώνται Ρούσβελτ, Τσόρτσιλ και Τσανγκ Κάι Σεκ. «Ο Ρούσβελτ συζητάει την περίπτωση μιας μεγαλειώδους βοήθειας στην Κίνα και μια γενική απελευθέρωση της Ασίας…» (Ρ. Καρτιέ). Ο Τσόρτσιλ δυσφορεί φανερά.
Αλήθεια γιατί; Σήμερα το γνωρίζουμε πολύ καλά. Η υπό «απελευθέρωση» Ασία περιλαμβάνει πολλές βρετανικές αποικίες και ανάμεσα σ’ αυτές το «διαμάντι» του βρετανικού στέμματος, τις Ινδίες. Ο Ρούσβελτ είναι όχι μόνο επίμονος αλλά στην πορεία γίνεται όλο και πιο «σαφής». Λίγο πριν τη Γιάλτα απευθυνόμενος στον Τσόρτσιλ του υπαγορεύει περίπου τελεσίγραφο. «Άρχισε μια νέα περίοδος της ιστορίας του κόσμου και πρέπει να προσαρμοστείτε … Δεν μπορώ να δεχτώ να πολεμούμε τη φασιστική σκλαβιά και ταυτόχρονα να αρνούμαστε να ελευθερώσουμε όλους τους λαούς που ζουν κάτω από αποικιακό καθεστώς» (Ρ. Καρτιέ).

Ένα άλλο πρόβλημα της βρετανικής στρατηγικής σχετίζεται και πάλι με παρέμβαση των ΗΠΑ. Η Γαλλοβρετανική συμμαχία είχε χάσει ουσιαστικά το ένα σκέλος της με την ήττα της Γαλλίας. Η αγγλική στρατηγική ωστόσο προσβλέποντας στο μέλλον προσπαθούσε να την κρατάει «σε ζωή» όπως-όπως, ποντάροντας στον Ντε Γκολ και τους «Ελεύθερους Γάλλους». Οι ΗΠΑ δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι ούτε τον Ντε Γκολ ούτε την προοπτική μας ανάστασης της γαλλοβρετανικής συμμαχίας. Τον πρώτο προσπάθησαν επανειλημμένα να τον παραμερίσουν μη διστάζοντας να έρθουν σε συνεννόηση ακόμη και με τους εκπροσώπους του Βισύ, τους οποίους σαν ανυπόληπτους τους θεωρούσαν ότι θα τους είχαν εύκολα στο χέρι. (Θα αναφερθούμε περισσότερο στη συνέχεια). Σε συνδυασμό μ’ αυτό, προσπάθησαν να βάλουν συγκεκριμένες σφήνες στην προσέγγιση Ντε Γκολ-Τσόρτσιλ μη διστάζοντας να καταφύγουν σε ανοιχτούς εκβιασμούς του δεύτερου.
Στην Καζαμπλάνκα ο Ρούσβελτ στο όνομα μιας προσπάθειας «συμφιλίωσης» των Γάλλων προσκαλεί τον Ντε Γκολ.
Στην πραγματικότητα η «συμφιλίωση» του Ντε Γκολ με τους ανθρώπους του Βισύ δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια νομιμοποίησης των τελευταίων. Ο Ντε Γκολ που αντιλαμβάνεται την παγίδα αρνείται να πάει. Ο Τσόρτσιλ του τηλεγραφεί «Εάν επιμείνετε στην απόρριψη της μοναδικής ευκαιρίας που σας προσφέρεται θα λάβωμε μέτρα παραμερισμού σας. Η θύρα είναι ακόμη ανοιχτή…» (Ιανουάριος 1943) (Ρ. Καρτιέ). Ο εκβιασμός είναι απροκάλυπτος και ο Ντε Γκολ αναγκάζεται να κάνει μια τακτική υποχώρηση και πηγαίνει στην Καζαμπλάνκα. Το ίδιο πάνω κάτω σκηνικό επαναλαμβάνεται λίγο πριν την απόβαση στη Νορμανδία, δηλαδή σε γαλλικό έδαφος και πάνω στο ζήτημα του προσδιορισμού των αρμοδιοτήτων των διαφόρων παραγόντων. Ο Ντε Γκολ συγκρούεται ανοιχτά με τους συμμάχους. Ο Τσόρτσιλ που υποχρεώνεται να αναλάβει τη «νουθέτησή» του έχει έναν άγριο καβγά μαζί του. (Τον περιγράφουν ο καθένας τους από τη δική του σκοπιά στα απομνημονεύματά τους). «Του είπε καθαρά (ο Τσόρτσιλ) ότι αν πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτόν και την Αμερική, η Μ. Βρετανία θα ταχθεί οπωσδήποτε με την τελευταία. Ο Ντε Γκολ απάντησε πως καταλάβαινε πολύ καλά το λόγο και μ’ αυτή την αγενή παρατήρηση αποχώρησε…» (Ρ. Καρτιέ). (Μπορούμε να παρατηρήσουμε κι εμείς δηλαδή ότι η στάση της Θάτσερ δεν αποτελεί καμιά καινοτομία).

Αναφερθήκαμε ήδη στην προσπάθεια των ΗΠΑ να σπρώξουν την Αγγλία σε δεύτερο ρόλο ενόψει της συνάντησης στην Τεχεράνη. Μπορούμε ακόμη να αναφερθούμε στην ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Αϊζενχάουερ (οι πρώτες σκέψεις ήταν για Άγγλο στρατηγό). Και θα μπορούσαμε να αναφερθούμε δια μακρών σε γεγονότα μέσα από τα οποία οι ΗΠΑ κατακτούσαν ολοένα και περισσότερο ένα ρόλο υπεροχής.
Θα προτιμήσουμε να τα «υπερπηδήσουμε» (για λόγους οικονομίας και μόνο) και να φτάσουμε στο «τέλος».
Ο Ουίλιαμ Σίρερ στο «τέλος του ημερολογίου» σημειώνει στις 10/10/1945: «Πρώτον υπάρχει η κριτική αυτού που οι οπαδοί του εργατικού κόμματος αποκαλούν ιδιωτικά «μονόπλευρη ιμπεριαλιστική πολιτική (των ΗΠΑ) στον Ειρηνικό». Το Νιού Στέιτμεντ εντ Νάσιονς έγραφε την επομένη: «Η Ρωσία δεν είναι η μόνη δύναμις που θεωρεί την κατάληψη των στρατηγικών νήσων εκ μέρους της Αμερικής και την πολιτική της στην Ιαπωνία ως δημιουργία μιας τεράστιας περιοχής στρατιωτικής επεκτάσεως… υποστηριζόταν ότι η δημιουργία ενός δυτικού ευρωπαϊκού συνασπισμού -ένα σχέδιο το ίδιο προσφιλές στους εργατικούς- δεν ήταν βασισμένη σε οποιαδήποτε επιθυμία να παραμερισθεί η σοβιετική επιρροή στην Ευρώπη. Κύριος σκοπός πρόσθετε (η ΝΣ) είναι μια οικονομική άμυνα εναντίον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ο οποίος προσπαθεί με θέρμη να υποβιβάσει τη Βρετανία στη θέση του δορυφόρου… Φυσικά δεν προχωρούν τόσο πολύ όλοι εδώ. Αλλά κανένας Βρετανός δεν είναι ενθουσιασμένος για την κατάσταση του κόσμου στον οποίο βλέπει τον αμερικανικό κολοσσό να εκτινάσσεται προς τα εμπρός στον αγώνα για τις αγορές και τον έλεγχο των αεροπορικών και θαλάσσιων μεταφορών». Και το επιμύθιο όπως το σημειώνει ο Ντ. Χόροβιτς: «Μια δύναμη τόσο καταστρεμμένη οικονομικά που δεν μπορούσε να διατηρήσει στρατό και στόλο απαραίτητα όργανα για να επιβάλλει τη θέλησή της. Για μια περίοδο (1947) το αγγλικό ναυτικό δεν διέθετε σε ενεργό υπηρεσία παρά μονάχα ένα καταδρομικό και 4 αντιτορπιλικά» (έλλειψη μαζούτ κ.ά.) ο πάλαι ποτέ περήφανος βρετανικός στόλος, κυρίαρχος των θαλασσών με εκατοντάδες σκάφη σε όλους τους ωκεανούς.

Ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία γύρω από το δεύτερο μέτωπο. Σε προηγούμενο κεφάλαιο εξετάσαμε το ζήτημα αυτό από την πλευρά του καιροσκοπισμού που επιδείχτηκε (από ΗΠΑ-Αγγλία) απέναντι στη Σ.Ε. Υπάρχει όμως ακόμη μια πλευρά και μάλιστα σημαντική. Αυτή που αφορά τις αντιθέσεις ΗΠΑ-Αγγλίας πάνω στο ίδιο ζήτημα. Μέχρις ένα σημείο όπως αναφέραμε καιροσκοπούν απέναντι στο ζήτημα αυτό από κοινού. Από ένα σημείο όμως και μετά, οι ΗΠΑ εμφανίζονται να βιάζονται περισσότερο. Όχι για να επέμβουν άμεσα στον ευρωπαϊκό χώρο. Αλλά οπωσδήποτε για να ενταθούν οι προετοιμασίες έτσι ώστε να μπορεί να γίνει η απόβαση όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες. Στη βάση αυτή δυσφορούν όταν οι Άγγλοι στρέφοντας τη στρατηγική κατεύθυνση της συμμαχίας σε επιχειρήσεις όπως π.χ. η απόβαση στην Αφρική, στην πράξη μεταθέτουν το χρόνο της απόβασης. Ας παρακολουθήσουμε λίγο αυτές τις αντεγκλήσεις. Στις 2/4/1942 ο Χάρι Χόπκινς και ο Τζορτζ Μάρσαλ φέρνουν στον Τσόρτσιλ επιστολή του Ρούσβελτ σε σχέση με το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Ήδη υπάρχει σχέδιο του Αϊζενχάουερ για πραγματοποίησης της απόβασης μέσα στο 1943. Ο Τσόρτσιλ εναντιώνεται.
Πέρα από αυτά υπάρχει κάτι ακόμη αξιοσημείωτο. Ενώ ακόμη διαρκούν οι συνομιλίες, μια εκπομπή του γερμανικού ραδιοφώνου δείχνει ότι οι Γερμανοί είναι πλήρως ενημερωμένοι γι’ αυτές. Σε συνδυασμό με το επεισόδιο Ες οι Ρώσοι (και ίσως όχι μόνο) υποψιάζονται πολλά. Σε γράμμα του στον Ρούσβελτ ο Μάρσαλ γράφει: «Σκοπός μου είναι να αναγκάσω τους Βρετανούς να δράσουν εναντίον της Γερμανίας. Αν αυτό αποδειχτεί αδύνατο θα πρέπει να στραφούμε αμέσως προς τον Ειρηνικό με όλες μας τις δυνάμεις και να τακτοποιήσουμε το λογαριασμό μας με την Ιαπωνία» (Ρ. Καρτιέ).
Οι συζητήσεις και οι διαφωνίες συνεχίζονται. «Ο Άλλαν Μπρουκ προκαλεί υποψίες λέγοντας πως πιστεύει ότι η εισβολή στη Δυτική Ευρώπη δεν είναι δυνατή πριν το 1945 ή ακόμα και το 1946. Τελικά ο Τσόρτσιλ υποχωρεί και δέχεται να οριστεί απόβαση μέσα στο 1944» (Ρ. Καρτιέ).

Πώς θα μπορούσαν άραγε να ερμηνευτούν όλα αυτά. «Φοβόταν» άραγε οι Άγγλοι τους Γερμανούς περισσότερο από τους Αμερικάνους; Τα στοιχεία που υπάρχουν για τη συμπεριφορά των αντίστοιχων στρατευμάτων στις μάχες μάς πληροφορούν για το αντίθετο. Βιάζονταν λιγότερο από τους Αμερικάνους οι Άγγλοι στο να προλάβουν τη ρωσική προέλαση; Και πάλι από τα δεδομένα που υπάρχουν προκύπτει ότι το ζήτημα αυτό κυριολεκτικά «τάραζε τον ύπνο» των Άγγλων ιθυνόντων. Πού βρίσκονταν λοιπόν οι αιτίες της αντίθεσης; Δεν έχουμε στοιχεία και δεν μπορούμε να πούμε ότι οι Βρετανοί σκέφτονταν να συνεννοηθούν με τους Γερμανούς, ότι οι επαφές -που υπήρχαν- με Γερμανούς της αντιπολίτευσης είχαν έναν τέτοιο χαρακτήρα. Είναι ωστόσο πολύ πιθανό, ότι οι ΗΠΑ -και όχι μόνο- υποψιάζονταν και υπολόγιζαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο όταν πίεζαν τους Βρετανούς στο να επιταχυνθούν οι προετοιμασίες και να προσδιοριστεί το ταχύτερο η ημερομηνία της απόβασης. Και εκείνο για το οποίο δεν χωράει καμία αμφιβολία, είναι ότι οι ΗΠΑ επείγονταν να βάλουν πόδι στην Ευρώπη, πράγμα που αποτελούσε και τον κεντρικό στόχο της στρατηγικής τους και τον σημαντικότερο λόγο για τον οποίο μπήκαν στον πόλεμο.

Οι γαλλικές περιπέτειες

Μεγάλο ενδιαφέρον για την κατανόηση του «τι έγινε» σ’ αυτόν τον πόλεμο παρουσιάζουν οι εξελίξεις σε σχέση με τη Γαλλία. Με την ήττα παρουσιάστηκαν στη γαλλική πολιτική ηγεσία δύο απόψεις. Η μία που εκπροσωπούνταν από τον Πετέν (αλλά που κύρια την έκφραζε οΛαβάλ) που υποστήριζε τη συνθηκολόγηση με τη Γερμανία. Η άλλη που έκφραζε ο πρωθυπουργός Πολ Ρεϊνό (και που είχε την υποστήριξη του Τσόρτσιλ) η οποία ήθελε το πέρασμα της κυβέρνησης στις αποικίες και τη συνέχιση από εκεί του αγώνα. Επικράτησε η τάση Πετέν-Λαβάλ, γύρω από την οποία συσπειρώθηκε σημαντικό μέρος της γαλλικής (αστικής) πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Έτσι σχηματίστηκε η γαλλική κυβέρνηση του Βισύ. Αυτός που αντέδρασε ήταν ο Ντε Γκολ. Ωστόσο την εποχή εκείνη ο Ντε Γκολ δεν ήταν κάποια προσωπικότητα με κύρος. Παρά την υποστήριξη των Άγγλων (που δεν είχαν καλύτερη επιλογή) η κίνηση του Ντε Γκολ είχε πολύ μικρή απήχηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Γάλλοι ιθύνοντες των αποικιών που δεν είχαν καν τη «δικαιολογία» της γερμανικής απειλής, τάχθηκαν στο σύνολό τους σχεδόν με τη μεριά του Πετέν. Αντίθετα απέναντι στον Ντε Γκολ κράτησαν εχθρική στάση που την διατήρησαν μέχρι το τέλος. Προοδευτικά ωστόσο, η τάση Ντε Γκολ με τη βοήθεια και των Άγγλων, ενισχύεται. Συστήνονται τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα και παίρνουν μάλιστα και μέρος σε μάχες (Αφρική). Είναι τα πρώτα στοιχεία του αυριανού γαλλικού στρατού που ονειρεύεται ο Ντε Γκολ. Δεν μπορούμε να ξέρουμε -και δεν έχει καμιά αξία να κάνουμε υποθέσεις- ποια πορεία θα είχαν τα πράγματα και ποια θα ‘ταν η πορεία των σχέσεων Αγγλίας-Ντε Γκολ αν οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές. Αυτό που έχει σημασία είναι τα πραγματικά γεγονότα όπως εξελίχτηκαν, και που φέρουν τη σφραγίδα της αμερικανικής παρέμβασης.

Την αμερικανική πολιτική, όπως ήδη αναφέραμε, σε σχέση με το κεφάλαιο αυτό, δυο πράγματα την ενδιέφεραν (στα πλαίσια του στόχου της παγκόσμιας ηγεμονίας). Το ένα ήταν η κατάσταση τόσο της Γαλλίας (και βασικά της Αγγλίας) στο ρόλο του κυρίαρχου πάνω στις αποικιακές τους αυτοκρατορίες. Και πρώτη προϋπόθεση βέβαια γι’ αυτό ήταν η διάλυση αυτών των αυτοκρατοριών. « Ο Ρούσβελτ υποπτευόταν ότι ο Ντε Γκολ είχε τάσεις ολοκληρωτισμού(!) και του καταλόγιζε ανόητη έπαρση. Κατηγορούσε τόσο τον Ντε Γκολ όσο και τον Πετέν για το ίδιο πράγμα. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος του φαίνονταν να εκπροσωπούν μια ιμπεριαλιστική και αποικιακή Γαλλία που δεν έπρεπε να επιζήσει της νίκης των Ηνωμένων Εθνών. Έψεξε τον Μέρφι που είχε δώσει στο στρατάρχη Ζιρό μια έγγραφη εγγύηση ότι η Γαλλία θα επανακτούσε το σύνολο της αυτοκρατορίας της. Η επιστολή σας, του έγραφε, μπορεί να μου προκαλέσει ζητήματα μετά τον πόλεμο» (Ρ. Καρτιέ). Το δεύτερο ήταν η αποδυνάμωση της Ευρώπης, η διαμόρφωση όρων που θα κάναν δυνατή την ανασύσταση της ευρωπαϊκής δύναμης (το έως τότε κέντρο του κόσμου) με οποιαδήποτε μορφή. Η ανασύσταση της γαλλικής δύναμης σε συνδυασμό με μια Αγγλία επίσης ισχυρή, με το δεδομένο της παραδοσιακής (ως τότε) συμμαχίας και συνεργασίας των δύο αυτών δυνάμεων, θα αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο για τα σχέδια των ΗΠΑ.

Μια απ’ ευθείας αντίδραση ωστόσο στις γαλλικές προσπάθειες δεν ήταν τότε καθόλου εύκολο να εξηγηθεί και πολύ περισσότερο να δικαιολογηθεί. Η αμερικανική πολιτική αναζήτησε άλλους δρόμους. Κατ’ αρχήν θεώρησε σαν «κύριο κίνδυνο» τον Ντε Γκολ. Επεδίωξε συστηματικά και επίμονα τον παραμερισμό και την απομόνωσή του, σχεδόν μέχρι το τέλος τους πολέμου. Δεν δίστασε γι’ αυτό να έρθει σε διαπραγματεύσεις μέχρι και με ανθρώπους του Βισύ.
Οι αιτίες εξηγούνται εύκολα. Οι παράγοντες του Βισύ ήταν πρόσωπα φθαρμένα, χρεωμένα με την κατηγορία της συνεργασίας με τους Γερμανούς, άτομα που δεν θα ‘χαν κανένα κύρος, σθένος και διάθεση να αντιτάξουν οποιαδήποτε αντίρρηση είτε στη διάρκεια είτε μετά τον πόλεμο στις αμερικανικές υποδείξεις. Αντίθετα ο Ντε Γκολ δεν φαινόταν διατεθειμένος και δεν ήταν τόσο εύκολο να χειραγωγηθεί. Τις διαπραγματεύσεις με τους ανθρώπους του Βισύ στο Αλγέρι αναλαμβάνει ο Ρόμπερτ Μάρφυ. « Ο Ρ. Μάρφυ σύμβουλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Αλγέρι με τον τίτλο του γενικού προξένου ήταν ταυτόχρονα προσωπικός απεσταλμένος του Ρούσβελτ και πράκτορας του ΟSS» (Ρ. Καρτιέ). (Και για όσους το αγνοούν, το «ΟSS» ήταν ο πρόγονος τη CIA). Επαφές με προσωπικούς του απεσταλμένους έχει ο Ρούσβελτ ακόμη και με τον ίδιο τον Πετέν. Τα πράγματα μπαίνουν σ’ έναν «δρόμο» όταν αρχίζουν οι συνεννοήσεις με τον Νταρλάν. Ο Νταρλάν είναι ένας από τους ικανότερους γάλλους εκπροσώπους αλλά χρεωμένος κι αυτός με την κατηγορία της συμμετοχής στην κυβέρνηση του Βισύ. Άλλωστε ο ίδιος δεν έχει ψευδαισθήσεις. «Το μόνο που ζητά» αφού βάλει τα πράγματα «σε μια σειρά» είναι ένα «διαβατήριο για την Αμερική μετά τον πόλεμο» (Ρ. Καρτιέ). Η δολοφονία του στις 24/12/1942 βάζει φρένο στις εξελίξεις.

Το ίδιο διάστημα οι Αμερικάνοι επιστρατεύουν τον Ζιρό. Ο στρατηγός Ζιρό δεν βαρύνεται με την κατηγορία της συνεργασίας και επιπλέον έχει κρατήσει μια στάση που μπορεί -όχι αδικαιολόγητα- να θεωρηθεί πατριωτική. Έτσι μπορεί να αντιπαρατεθεί στον άλλο πατριώτη, τον Ντε Γκολ, που παραμένει μόνιμα στη θέση του ανεπιθύμητου (για τους Αμερικάνους). Επιπλέον ο στρατηγός Ζιρό έχει το ιδιαίτερο προσόν (για τους Αμερικάνους πάντα) να μην καταλαβαίνει πού παν τα τέσσερα. Εγκαινιάζεται έτσι ένα καθεστώς «διαρχίας» στα γαλλικά πράγματα όπου οι Αμερικάνοι με δυσκολία ανέχονται τον Ντε Γκολ και ο Ντε Γκολ τον Ζιρό. «Ο Ρούσβελτ παρακολουθεί ερεθισμένος τον γαλλικό καυγά (sic). Ειδοποιεί τον Τσόρτσιλ ότι «δεν θα επιτρέψει στον Ντε Γκολ να επιβάλει είτε ο ίδιος προσωπικά είτε με οπαδούς του τον έλεγχό του στο γαλλικό στρατό». Καλεί τον Ζιρό στην Αμερική και τον δέχεται με σχεδόν βασιλικές τιμές (τόσο «ερεθισμένος» ήταν) «…αντιμετώπισε πολλές φορές το ενδεχόμενο να σταματήσει μια και καλή τον επανεξοπλισμό των Γάλλων…» (Ρ. Καρτιέ). Και το «αντιμετώπισε» βέβαια επειδή αργά αλλά σταθερά ο Ντε Γκολ επέβαλε τον ρόλο του στα γαλλικά πράγματα. (Υποθέτουμε ότι ο αναγνώστης ήδη θα έχει σκεφτεί ότι η στάση του Ντε Γκολ μερικά χρόνια αργότερα δεν έπεσε από τον ουρανό).

Με τον Ντε Γκολ ή χωρίς αυτόν ωστόσο, το κύριο ζήτημα ήταν ο ρόλος της Γαλλίας στους νέους συσχετισμούς που διαμορφώνονταν. Ο Τσόρτσιλ υποστηρίζει ότι η Γαλλία πρέπει να αποκατασταθεί ξανά σαν μεγάλη δύναμη. Οι λόγοι που προβάλει στον Ρούσβελτ είναι ο «κίνδυνος» της Σ.Ε. και οι λόγοι που δεν προβάλει είναι η πίεση που αισθάνεται ακριβώς από τις ΗΠΑ και η προσπάθειά του να αντισταθμίσει αυτή την πίεση στηριζόμενος και σε μια ισχυρή Γαλλία. Και ακριβώς για τον ίδιο λόγο ο Ρούσβελτ λέει την ακριβώς αντίθετη άποψη. Σε επιστολή του στον Στάλιν γράφει, «ο Τσόρτσιλ υποστηρίζει ότι η Γαλλία πρέπει να αποκατασταθεί σαν μεγάλη δύναμη αλλά δεν συμμερίζομαι τη γνώμη του…» (Ρ. Καρτιέ). Το ζήτημα της Γαλλίας εξακολουθεί να απασχολεί για αρκετό διάστημα τις διαβουλεύσεις των συμμάχων, όπως εξακολουθεί και η δυσφορία των Αμερικάνων απέναντι στον Ντε Γκολ, ο οποίος δεν διστάζει να συγκρουστεί ορισμένες φορές ανοικτά μαζί τους και -αναγκαστικά- και με τον Τσόρτσιλ (αναφερθήκαμε σ’ αυτό). Η πιο σημαντική έγινε τις παραμονές της απόβασης στη Νορμανδία, ανάμεσα στον Ντε Γκολ και τον Αϊζενχάουερ και αφορούσε το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στην υπό απελευθέρωση Γαλλία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ντε Γκολ ήταν ο μόνος από τους ηγέτες των κατεχόμενων ευρωπαϊκών χωρών που δεν χαιρέτισαν την απόβαση σε κοινό μήνυμα.
Παραθέτουμε δυο πολύ διαφωτιστικά αποσπάσματα από τα αντίστοιχα μηνύματα του Αϊζενχάουερ και του Ντε Γκολ. Αϊζενχάουερ: «…Θεωρώ απαραίτητη την ταχεία και χωρίς καθυστερήσεις υπακοή στις διαταγές τις οποίες θα εκδίδω…». Ντε Γκολ: «Ο πρώτος και απαραίτητος όρος είναι να γίνουν σεβαστές οι εντολές που έδωσε η γαλλική κυβέρνηση και οι αναγνωρισμένοι Γάλλοι ηγέτες…».

Η επιβολή του Ντε Γκολ στα γαλλικά πράγματα αλλά και η αναγνώρισή του από τη Σ.Ε. αναγκάζουν τους Αμερικάνους να τον αναγνωρίσουν και επίσημα, χωρίς ωστόσο να σταματούν τις προσπάθειες υπονόμευσής του. «Επιστρέφοντας από την Ουάσινγκτον ο Ντε Γκολ έφερε μαζί του μια διακήρυξη που έλεγε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ αναγνώριζε ότι η γαλλική επιτροπή απελευθέρωσης είχε την αρμοδιότητα να ασκεί τη διακυβέρνηση της Γαλλίας … Πληροφορήθηκε την δολοπλοκία Λαβάλ-Εριό που ήταν πεπεισμένος ότι είχε οργανωθεί με τις ευλογίες της Αμερικής και έκρινε ότι πρέπει να επιστρέψει επειγόντως…» (Ρ. Καρτιέ).
Ας εξηγήσουμε αυτό το τελευταίο. Ο Λαβάλ σχεδίαζε σε συνεννόηση με τον Εριό (πρόεδρο της βουλής) να συγκαλέσει την εθνοσυνέλευση του 1940, να υποδεχτεί μέσα σ’ αυτήν τους συμμάχους και να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τον Ντε Γκολ. Οι εξελίξεις ωστόσο βάζαν πλέον προβλήματα που ξεπερνούσαν τα σχέδια Αμερικανών-Λαβάλ. Ο λαός του Παρισιού ενόσω ακόμη βρίσκονταν οι Γερμανοί στην πόλη, άρχισε την εξέγερσή του (Αύγουστος 1944) χτυπώντας τους Γερμανούς, αλλά και θέτοντας ζήτημα λαϊκής εξουσίας. Για την αντιμετώπιση ενός τέτοιου ζητήματος οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν πια να στηρίζονται στους ξοφλημένους τύπου Λαβάλ ή και Εριό και ο μόνος αστός πολιτικός με κύρος που υπήρχε ήταν ο Ντε Γκολ.

Την ίδια περίπου περίοδο οι Αμερικάνοι προσανατολίζονται ολοένα και περισσότερο στην άποψη ότι ο αυριανός εχθρός, ο κύριος πλέον εχθρός είναι η Σ.Ε.
Ταυτόχρονα βλέπουν ότι Αγγλία, Γαλλία είναι ήδη τόσο εξασθενημένες που δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να τους αμφισβητήσουν στον ηγεμονικό ρόλο, ενώ η συντριβή της Γερμανίας είναι ήδη εξασφαλισμένη. Αναπροσαρμόζουν έτσι τους σχεδιασμούς τους και αρχίζουν να αποδέχονται την προώθηση του γαλλικού ρόλου, που φτάνει (Γιάλτα) να αναγνωριστεί σαν η 4η δύναμη ενώ προβλέπεται και γι’ αυτήν ζώνη κατοχής στην κατακτημένη Γερμανία.

Η γερμανική αγωνία και οι προσπάθειες αναστροφής των συμμαχιών

Σε προηγούμενα κεφάλαια είχαμε αναφερθεί στο ότι αυτοί που προετοίμασαν τον πόλεμο τον περίμεναν κάπως «διαφορετικό», τουλάχιστον σε σχέση με τη διάταξη των συμμαχιών και τα μέτωπα των εμπόλεμων.
Τα πράγματα πήραν βέβαια το δικό τους δρόμο. Η προσπάθεια που έγινε σε κάποια φάση κύρια από τη μεριά της Γερμανίας, με τις προτάσεις της προς τη Μ. Βρετανία για σύμπηξη συμμαχίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Και ο πόλεμος συνεχίστηκε με τους όρους που είχαν ήδη διαμορφωθεί. Ο Χίτλερ πίστευε ότι συντρίβοντας τη Σ.Ε. δεν θα είχε πια κανένα πρόβλημα και θα μπορούσε να επιβάλει στη Μ. Βρετανία τους όρους του.
Οι εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο ήταν ωστόσο διαφορετικές. Και η πιο σημαντική, αυτή που έφερε τη στροφή στην τροχιά των πραγμάτων ήταν η μάχη του Στάλινγκραντ. Από εκεί και πέρα όλα αλλάζουν. Και ο αναγνώστης θα πρέπει να ‘χει υπόψη του ότι η περίπτωση Στάλινγκραντ δεν τελείωσε με την παράδοση της 6ης γερμανικής στρατιάς. Η επίθεση του κόκκινου στρατού συνεχίστηκε και οι Γερμανοί μόλις απέφυγαν την κύκλωση όλη της ομάδας στρατιών του νότιου μετώπου. Οπωσδήποτε απωθήθηκαν σε πολύ μεγάλη απόσταση από τη γραμμή που μέχρι τότε κατείχαν και υπόστηκαν πολύ μεγάλες απώλειες (αρχές 1943).
Ο αντίκτυπος των πολεμικών γεγονότων στη γερμανική πλευρά (σ’ όλο τον κόσμο άλλωστε) ήταν πάρα πολύ σημαντικός. Οι Γερμανοί ιθύνοντες σε όλα τα επίπεδα αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι κινδυνεύουν να χάσουν -αν δεν έχουν ήδη χάσει- τον πόλεμο. Από εκεί και πέρα μπαίνουν μπροστά μια σειρά διεργασίες με κοινό σημείο αναφοράς την προσδοκία αναστροφής των συμμαχιών. Όσο περνάει ο καιρός αυτή η προσδοκία -και οι ανάλογες κινήσεις και προσπάθειες- γίνεται ο κύριος άξονας της γερμανικής πολιτικής (από όποια πλευρά κι αν εκφράζεται) για να γίνει στο τέλος η ύστατη ελπίδα προς την οποία εναγώνια θα προσβλέπει ο ναζισμός στο ψυχορράγημά του.

Έχουμε πρώτα απ’ όλα, και αμέσως μετά το Στάλινγκραντ, την ενεργοποίηση της γερμανικής αστικής αντιπολίτευσης. Η ύπαρξή της χρονολογείται από παλιά. Ήδη πριν το Μόναχο ετοιμαζόταν πραξικόπημα ενάντια στον Χίτλερ το οποίο δεν εκδηλώθηκε καν εξαιτίας των «διπλωματικών επιτυχιών» που οι Τσάμπερλαιν-Νταλαντιέ χάρισαν στον Χίτλερ. Στόχος της πλέον η εξουδετέρωση, η ανατροπή του Χίτλερ και η συνεννόηση με τους Δυτικούς.
Στην πορεία και ενόσω η ήττα της Γερμανίας γίνεται παραπάνω από βέβαιη, εκδηλώνονται ανάλογες κινήσεις και από το ίδιο το άμεσο περιβάλλον του Χίτλερ (Γκέρινγκ, Χίμλερ). Στόχος πάντα η ξεχωριστή συνεννόηση με τους Δυτικούς.
Όλα αυτά έχουν τις επιπτώσεις του στο πολεμικό μέτωπο, όπου οι Γερμανοί αντιμετωπίζουν πολύ χαλαρά τους Δυτικούς, ή και τους διευκολύνουν στην προέλασή τους. Ακόμη σημειώνονται «περίεργες» στρατιωτικές ενέργειες, που οι διαταγές για την πραγματοποίησή τους προέρχονται από τον ίδιο τον …Χίτλερ.
Η εξήγηση γι’ αυτές τις τελευταίες βρίσκεται στις μαρτυρίες κορυφαίων παραγόντων του ναζισμού (Κάιτελ, Γκέρινγκ, Ντένιτς), από τις οποίες βγαίνει ότι και ο ίδιος ο Χίτλερ προσέβλεπε σε μια αναστροφή των συμμαχιών και ανάλογα ενεργούσε.

Ας τα δούμε όλα αυτά πιο συγκεκριμένα:
Αναφέραμε ήδη την ύπαρξη της γερμανικής αστικής αντιπολίτευσης. Μιας αντιπολίτευσης που είχε εξουδετερωθεί και στο μεγαλύτερο βαθμό αφομοιωθεί από τις διπλωματικές και στρατιωτικές επιτυχίες του Χίτλερ. Η προοπτική της ήττας ενεργοποιεί σ’ αυτόν ή σ’ εκείνο το βαθμό μια σειρά δυνάμεις που ολοένα και περισσότερο αναζητούν τη διέξοδο στον παραμερισμό του Χίτλερ. Έρχονται σε επαφή με τους Δυτικούς και αναζητούν μια «λύση» ανάλογη μ’ αυτήν στην οποία οδηγήθηκε η Ιταλία. (Στην Ιταλία δυνάμεις του καθεστώτος που ήδη βρίσκονταν σε συνεννόηση με τους δυτικούς ανέτρεψαν τον Μουσολίνι και στη συνέχεια ήρθαν σε συμφωνία με τους Αγγλοαμερικάνους).
Ωστόσο στην περίπτωσή τους υπήρχαν δύο προβλήματα. Το ένα ήταν η ίδια η ύπαρξη του Χίτλερ και η οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ακόμα και στην κοινή γνώμη της Δύσης. Το άλλο, και ίσως πιο σημαντικό για εκείνη τη φάση, είναι το ότι οι Αμερικάνοι, και για λόγους που ήδη εξηγήσαμε, προσέβλεπαν στη συντριβή της Γερμανίας. (Αργότερα και όταν θα έχουν ήδη διασφαλίσει τη συντριβή και υποταγή της Γερμανίας θα διαφοροποιήσουν τους προσανατολισμούς τους).
«Από την εποχή εκείνη (Καζαμπλάνκα) οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της γερμανικής αντιπολίτευσης προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή με τους συμμάχους που δεν αγνοούσαν ούτε τις συνωμοσίες που εξυφαίνονταν εναντίον του Χίτλερ ούτε το βάραθρο μίσους που χώριζε το γερμανικό στρατό από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα.
Θα ήταν δυνατό να γίνει δουλειά ώστε τα ρήγματα αυτά να διευρυνθούν. Η «χωρίς όρους» συνθηκολόγηση που κατακρίθηκε ακόμη και από τον Κόρτινχολ και τον Αϊζενχάουερ βοήθησε στο κλείσιμο αυτών των ρηγμάτων». Βέβαια ο Ρ. Καρτιέ που τα αναφέρει αυτά εκφράζει αφενός τους ευσεβείς του πόθους και αφετέρου έχει υπόψη του την πολιτική που ακολουθήθηκε αργότερα. Οπωσδήποτε είτε δεν καταλαβαίνει, είτε θέλει να συσκοτίσει το γεγονός, ότι ο Ρούσβελτ δεν εκστόμισε τυχαία την περίφημη φράση -«χωρίς όρους»- αλλά στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης πολιτικής.

Έτσι ή αλλιώς πάντως με «όλα τα γερμανικά επιτελεία της Δύσης να κολυμπούν στη συνωμοσία» (Ρ. Καρτιέ) η κίνηση ενάντια στον Χίτλερ, και ενόσω περνούσε ο καιρός, προχωρούσε. Η απόβαση στη Νορμανδία (Ιούνης 1944) επιτάχυνε όλες τις διεργασίες. Ο Ρόμελ που -κρατώντας κάποιες αποστάσεις- συμμετέχει στην κίνηση που υπάρχει, γράφει στον ίδιο τον Χίτλερ και «τον καλεί να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα» από την εξέλιξη της κατάστασης. «Του δίνω μια τελευταία ευκαιρία λέει στον Σπάιντελ. Εάν δεν κάνει τίποτα θα δράσω … αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να διαπραγματευθεί μια ανακωχή με τη συμμαχική διοίκηση…» (Ρ. Καρτιέ). Αν ωστόσο ο Ρόμελ είναι διστακτικός η ομάδα των συνωμοτών που έχει σαν ουσιαστικό ηγέτη τον συνταγματάρχη-κόμη φον Στάουφενμπεργκ περνάει σε δράση. Στις 20 Ιουλίου του 1944 γίνεται απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ. Οι συνωμότες νομίζοντας ότι ο Χίτλερ έχει σκοτωθεί προχωρούν τις κινήσεις που έχουν προετοιμάσει. Καταλαμβάνουν το υπουργείο Στρατιωτικών, την έδρα του γενικού επιτελείου και άλλα δημόσια κτίρια. Στο Παρίσι συλλαμβάνονται τα μέλη της Γκεστάπο, των Ες Ες, των Ες Ντε κ.λπ. Ο Χίτλερ όμως δεν έχει πεθάνει. Αυτό προκαθορίζει την τύχη του πραξικοπήματος. Κορυφαία στελέχη του καθεστώτος συλλαμβάνονται και εκτελούνται, ενώ ο ίδιος ο Ρόμελ εξαναγκάζεται σε αυτοκτονία. Είναι το τέλος της σημαντικότερης αντιχιτλερικής οργανωμένης κίνησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αντιδράσεις θα πάψουν. Θα συνεχίσουν να υπάρχουν -ιδιαίτερα στα ανώτερα επιτελεία- ενώ προς το τέλος του πολέμου θα πάρουν ραγδαία μορφή με τη συμμετοχή και κορυφαίων παραγόντων του καθεστώτος.

«Όλοι οι στρατηγοί ξέρουν πως ο γερμανικός στρατός είναι καταδικασμένος, σχεδόν όλοι σκέφτονται πως πρέπει να εγκαταλειφθεί ο αγώνας στη Δύση και με όλες τις δυνάμεις να εμποδισθεί η εισβολή των Ρώσων στη Γερμανία … Ο Γκουντέριαν (αρχές 1945) προτείνει στον Χίτλερ όλες οι δυνάμεις μπροστά στο Βερολίνο και διαπραγματεύσεις με τους δυτικούς». «Όλοι σχεδόν οι Γερμανοί στρατηγοί αναρωτιούνται γιατί δεν μεταφέρονται στο ανατολικό μέτωπο όλες οι δυνάμεις του δυτικού μετώπου έστω -και ίσως κυρίως- κι αν αυτό σήμαινε την ολοκληρωτική κατάληψη της Γερμανίας από τους Δυτικούς» (Ρ. Καρτιέ).
Και στην «απορία» αυτή των Γερμανών στρατηγών ένα είδος απάντησης δίνει η ερμηνεία της στάσης του ίδιου του Χίτλερ (θα αναφερθούμε στη συνέχεια). Τα πιο άμεσα ωστόσο αποτελέσματα των τάσεων που διαμορφώνονταν εκφράζονταν και στο πεδίο της μάχης και στην προσπάθεια ακόμη και έμπιστων συνεργατών του Χίτλερ να σώσουν το τομάρι τους.

Στις 23/4/1945 ο ίδιος ο Γκέρινγκ, ο άνθρωπος που προόριζε ο Χίτλερ για διάδοχό του, τηλεγραφεί στον πολιορκημένο (στο Βερολίνο) Χίτλερ, ζητάει την παραίτησή του, θεωρώντας έτσι ότι ανοίγει ο δρόμος για διαπραγματεύσεις με τους Δυτικούς.
Ο Χίτλερ τον χαρακτηρίζει προδότη και διατάζει τη σύλληψή του.
«Ο Χίμλερ μέσω Σουηδίας προσφέρει συνθηκολόγηση των Δυτικών στρατευμάτων επιμένοντας ωστόσο να συνεχίσει τον πόλεμο με τους Ρώσους. … Στην ουσία, καθώς έμαθα από το ημερολόγιο του κόμητος Σβέριγνκ Κρόσιγνκ, ο Χίμλερ από πολλούς μήνες είχε έλθει σε επαφή με ομάδα κορυφαίων ναζί … και έψαχναν να βρουν τρόπο να συνθηκολογήσουν με τους Δυτικούς, και να ενωθούν μαζί τους για να στραφούν εναντίον της Ρωσίας» (Ουίλιαμ Σίρερ).

Στον στρατιωτικό τομέα σημαντικές είναι οι επιπτώσεις στον τρόπο που οι Γερμανοί (δεν) μάχονται τους Δυτικούς, σε αντίθεση με τη λυσσαλέα άμυνα που προβάλουν στο ανατολικό μέτωπο. Έτσι ή αλλιώς «η Ανατολή αντλούσε από τη Δύση τα πιο ρωμαλέα της στοιχεία και έστελνε για αντικατάστασή τους ρετάλια» (Ρ. Καρτιέ).
Στη Δύση στέλνονταν οι τραυματίες του ανατολικού μετώπου, οι υπερήλικες, οι διάφορες μονάδες διοικούνταν από αξιωματικούς «με ένα χέρι, πόδι ή μάτι», υπήρχε μια ολάκερη μεραρχία που της έστελναν «ειδικό ψωμί γιατί αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από στομαχικούς», ενώ αποσύρονταν και πήγαινε στην Ανατολή κάθε αξιόλογη ομάδα.
Παρ’ όλα αυτά είχαμε το αξιοσημείωτο φαινόμενο, από τη μια οι Γερμανοί να προβάλουν ισχνή αντίσταση κι από την άλλη οι Δυτικοί να …δυσκολεύονται να προχωρήσουν. «Στην Ιταλία, στη γραμμή Γουσταύου οι Άγγλοι προχωρούν αργά. Εξηγούν στους Αμερικάνους στρατηγούς ότι η Μ. Βρετανία εξάντλησε το ανθρώπινο δυναμικό της (δεν ξέρουμε αν μέσα σ’ αυτό το ανθρώπινο δυναμικό περιλάβαιναν τους Καναδούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς και στρατιώτες από τις αποικίες τους, που τους «κατανάλωναν» με άλλο ρυθμό) και επιδιώκουν να περιορίσουν τις απώλειες, όχι μόνο γιατί η συμπλήρωση των κενών έχει γίνει δύσκολη, αλλά και γιατί οφείλουν να σκεφτούν το οικονομικό και δημογραφικό μέλλον της χώρας τους» (Ρ. Καρτιέ). (Ή τον άλλο πόλεμο θα λέγαμε εμείς. Και προφανώς θα θεωρούσαν ότι οι άνδρες του κόκκινου στρατού δεν ανήκαν σε ανθρώπινο αλλά άλλου είδους δυναμικό). Αλλά έρχεται και η σειρά των Αμερικανών στρατηγών πια να δικαιολογηθούν. Μετά την απόβαση στη Νορμανδία, «Η επίσημη έκθεση των μαχών παρουσιάζει μια εικόνα μονάδων που κάμπτονται και φεύγουν, που επαναφέρονται με κόπο στη γραμμή του πυρός, που αναχαιτίζονται ημέρες ολόκληρες από μια δράκα εχθρών…» (Ρ. Καρτιέ).

Όλα αυτά παρ’ όλες τις αδυναμίες του γερμανικού στρατού της Δύσης ή ακόμη και «διευκολύνσεις» που υπήρξαν από τη μεριά του. Ας αναφερθούμε σε δυο τρία παραδείγματα, πριν αναφερθούμε στο πώς τέθηκε συνολικά το ζήτημα από τη μεριά της Γερμανίας και του ίδιου του Χίτλερ.
Τον Αύγουστο του 1944 κι ενώ δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί το προγεφύρωμα των συμμάχων στη Νορμανδία, με διαταγή του Χίτλερ επιχειρείται γερμανική αντεπίθεση. Όμως η «επίθεση δεν είχε συνοχή. Στο βορρά η 116 θωρακισμένη μεραρχία Ες Ες που διοικούσε ο δρων αντιναζιστής κόμης Σβέρινγκ ούτε καν ξεκίνησε από τις θέσεις της…» (Ρ. Καρτιέ).
Μια πολύ χαρακτηριστική και από τις πιο γνωστές του πολέμου είναι περίπτωση της γέφυρας του Ρεμάγκεν. Αρχές του Μάρτη του 1945 οι σύμμαχοι φτάνουν στο Ρήνο. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ποτάμια της Ευρώπης. «Ο Αϊζενχάουερ σχεδιάζει να ολοκληρώσει την κατάληψη της αριστερής όχθης, έπειτα όταν θα έχει πέσει η στάθμη των νερών να οργανώσει τον Μάιο μια επίθεση για τη διάβαση του Ρήνου». Ξαφνικά κάποιες μονάδες του αμερικανικού στρατού ανακαλύπτουν μια γέφυρα ανέπαφη. Η γέφυρα του Ρεμάγκεν. Και φυσικά την περνούν (7/3/1945).
Ο Χίτλερ εκτελεί τους υπεύθυνους. Όμως οι Αμερικανοί έχουν πια διαβεί το Ρήνο χωρίς να χάσουν ούτε έναν άνδρα. Είναι η σειρά πια αυτού που ο Χίτλερ ονόμαζε «φρούριο του Ρουρ». Όμως «αν και περιέχει δυο φορές περισσότερους στρατιώτες από το Στάλινγκραντ, το φρούριο του Ρουρ δεν προβάλει πια καμιά σχεδόν αντίσταση και παραδίδεται (στους Δυτικούς) στις 17/4/1945)» (Ρ. Καρτιέ).

Με όλα αυτά μπαίνει ένα ερώτημα: Δεν γίναν μάχες στο Δυτικό μέτωπο; Ήταν όντως «μεταξωτός» αυτός ο πόλεμος, όπως σαρκάζανε οι Γερμανοί στρατιώτες του ανατολικού μετώπου; Όχι, καθόλου. Γίναν μάχες και μάλιστα πολύ σκληρές και αιματηρές. Μόνο που η δικιά μας εντύπωση είναι ότι έγιναν κύρια στις περιπτώσεις εκείνες που οι Γερμανοί θέλαν ένα στρατιωτικό αποτέλεσμα που θα τους χρησίμευε στις πολιτικές επιδιώξεις εκείνης της φάσης του πολέμου.
Ας δούμε καλύτερα όμως μερικά πράγματα γύρω από τις ενέργειες του ίδιου του Χίτλερ, ιδιαίτερα στον τελευταίο χρόνο του πολέμου. Ας δούμε κατ’ αρχήν τι λέγαν γι’ αυτό οι πιο άμεσοι συνεργάτες του. Ο Σπέερ δηλώνει στη δίκη της Νυρεμβέργης: «Ο Χίτλερ μας εξαπατούσε, διέδιδε ψευδείς εμπιστευτικές πληροφορίες κατά τις οποίες είχε αρχίσει τις διαπραγματεύσεις με τους συμμάχους» (Ρ. Καρτιέ). «Ο Κάιτελ αναγνωρίζει ότι από την ώρα εκείνη (Νορμανδία) ο πόλεμος είχε χαθεί και ότι μονάχα η διάσπαση του αντιχιτλερικού συνασπισμού μπορούσε να αποτρέψει την καταστροφή. Η Γερμανία συνέχιζε τον πόλεμο με την πρόθεση να κερδίσει χρόνο περιμένοντας αυτά τα γεγονότα που έπρεπε να συμβούν (η διάσταση της συμμαχίας) αλλά δεν συνέβηκαν» (Ζ. Έλλενσταϊν). Η άποψη του Κάιτελ είναι πιο κοντά στην άποψη του ίδιου του Χίτλερ, έτσι όπως διασώζεται από το περιβάλλον του.
«Ο Χίτλερ υποστήριζε ως την τελευταία στιγμή πως η παράταση φαινομενικά χωρίς ελπίδα καμιά, της γερμανικής αντιστάσεως είχε σαν νόημα ένα Zeitgewinn, ένα κέρδισμα χρόνου, που θα επέτρεπε την ανατροπή των συμμαχιών» (Ρ. Καρτιέ). Και τα γεγονότα δείχνουν ότι αν ο Χίτλερ «εξαπατούσε» κάποιους μέσα σ’ αυτούς σίγουρα συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος. Γιατί μ’ αυτή την ελπίδα κινήθηκε, αυτήν την πολιτική εφάρμοσε. Και ακριβώς αυτή την ελπίδα έκρυβε και ο Γκέμπελς όταν πανηγύρισε μαθαίνοντας το θάνατο του Ρούσβελτ. Ευελπιστούσε ότι ο θάνατος του Ρούσβελτ θα άνοιγε το δρόμο για την αναστροφή των συμμαχιών. Βέβαια οι βασικές αμερικανικές επιλογές δεν εξαρτώνταν από το αν θα ήταν πρόεδρος ο Ρουσβελτ, ο Τρούμαν ή οποιοσδήποτε άλλος. Μόνο που ο Γκέμπελς δεν ήταν σε θέση να το δει αυτό. Οπωσδήποτε η τακτική που χαράζει ο Χίτλερ στο διάστημα αυτό εξυπηρετεί αυτό τον στόχο, στηρίζεται σ’ αυτή την ελπίδα. Ερωτηματικά υπάρχουν για την τακτική του ακόμα και σε σχέση με το ζήτημα της απόβασης στη Νορμανδία. Το πρώτο διάστημα, και ενώ το προγεφύρωμα δεν είχε ακόμα σταθεροποιηθεί, ο Χίτλερ κρατάει ακινητοποιημένες τις σημαντικότερες (θωρακισμένες) εφεδρείες που διέθετε στη Βόρεια Γαλλία. Παρ’ όλες τις εκκλήσεις του Ρόμελ που ζητάει επειγόντως ενισχύσεις, επιμένει στην άποψή του. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, αν οι δυνάμεις εκείνες κινούνταν έγκαιρα και αποφασιστικά είχαν πολύ μεγάλες πιθανότητες να πετάξουν στη θάλασσα το εύθραυστο ακόμα προγεφύρωμα. Η δικαιολογία που πρόβαλε ο Χίτλερ ήταν ότι θεωρούσε πως η απόβαση στη Νορμανδία ήταν αντιπερισπασμός και πως κρατούσε τις εφεδρείες για να χτυπήσει την πραγματική απόβαση που θα γινόταν αλλού. Εμείς πάντως κρατούμε τις επιφυλάξεις μας.

Το Δεκέμβρη του 1944 γίνεται η μεγάλη γερμανική αντεπίθεση στις Αρδένες. Ανατρέπονται οι αμερικανικές θέσεις, πανικός καταλαμβάνει τα αμερικανικά επιτελεία και γενική αίσθηση στην Ευρώπη: «Οι Γερμανοί επιστρέφουν!». Ξαφνικά όμως η γερμανική αντεπίθεση σταματάει. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν δεν δίνουν μια ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα. Οι εξηγήσεις αυτές αφορούν κύρια στην ξαφνική καλοκαιρία που έδωσε τη δυνατότητα στην αμερικανική αεροπορία να δράσει και στην επίθεση του κόκκινου στρατού στο ανατολικό μέτωπο που έγινε για να ανακουφίσει τους Αμερικανούς. Και τα δύο ήταν μέσα στις πιθανές προβλέψεις. Και άλλωστε η στρατηγική ιδέα πάνω στην οποία βασίστηκε η αντεπίθεση ήταν η συντριβή των δυτικών δυνάμεων και στη συνέχεια η στροφή με όλες πλέον τις δυνάμεις ενάντια στον κόκκινο στρατό. Οπωσδήποτε αυτό που έγινε στην πράξη ήταν, λίγες μέρες μετά την έναρξη της αντεπίθεσης, να αποσύρει ο Χίτλερ την 6η θωρακισμένη στρατιά από τις Αρδένες και να τη μεταφέρει στο ανατολικό μέτωπο.
Το Φεβρουάριο του 1945 αποσύρονται για το ανατολικό μέτωπο ακόμη 10 θωρακισμένες μεραρχίες, 6 μεραρχίες πεζικού, 10 συντάγματα πυροβολικού, 8 ταξιαρχίες ρουκετοβόλων κ.λπ.

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα του πολέμου είναι το γεγονός ότι ο Χίτλερ ακόμη και την ώρα που οι Σοβιετικοί ήταν μέσα στο Βερολίνο αυτός διατηρούσε σημαντικές δυνάμεις σε άλλες περιοχές, ακόμη και εκτός Γερμανίας. «Τη στιγμή που οι Ρώσοι βρίσκονται μπροστά στο Βερολίνο εκείνος (ο Χίτλερ) διατηρεί στα Καρπάθια και τον ποταμό Ντράβα τέσσερις στρατιές που διαθέτουν περισσότερες από 30 μεραρχίες και ανάμεσα σ’ αυτές την 6η στρατιά αρμάτων Ες Ες». «Έσχατη ασυνέπεια. Το 3ο Ράιχ είναι πιο ισχυρό μπροστά στην Πράγα ή το Λίμπαου παρά μπροστά στο Βερολίνο». «Η Γερμανία παραμένει ισχυρή έξω από τη Γερμανία. Διατηρεί στρατό στην Κουρλάνδη, Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Βόρεια Γαλλία, Ρόδο, Κρήτη, Βόρεια Βαλκάνια, Δυτική Αυστρία, Τσεχοσλοβακία κ.α. Συνολικά 3 εκατομμύρια στρατιώτες» (Ρ. Καρτιέ). Έσχατη ασυνέπεια; Ή -όπως λέγεται- «τρέλα» του Χίτλερ; Η δικιά μας ερμηνεία είναι διαφορετική. Για μας ο Χίτλερ δεν ήταν καθόλου τρελός. Ίσα-ίσα ήταν ένας από τους πιο ικανούς πολιτικούς που ανέδειξε η αστική τάξη της Γερμανίας. Η κτηνωδία της πολιτικής του δεν ήταν προϊόν τρέλας. Ήταν η συγκεκριμένη έκφραση ενός συστήματος. Και σ’ αυτό που εμφανίζεται σαν «έσχατη ασυνέπεια» σαν ιστορικό ερώτημα σ’ αυτό ακριβώς υπάρχει και η απάντηση συνολικά της πολιτικής που ακολούθησε ο Χίτλερ το τελευταίο διάστημα. Ο Χίτλερ κατάλαβε πολύ καλά ότι είχε χάσει τον πόλεμο. Καταλάβαινε πολύ καλά ότι μοναδική του ελπίδα ήταν η αναστροφή των συμμαχιών. Καταλάβαινε επίσης καλά ότι και με το σύνολο των δυνάμεών της η Γερμανία δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει τον κόκκινο στρατό.
Ήξερε, συνεπώς, ότι και αν ακόμη πετούσε τους Αγγλοαμερικάνους στη θάλασσα, αυτό δεν του έλυνε το πρόβλημα. Αυτό που ήθελε από ένα σημείο και πέρα ήταν η «συνάντηση» του στρατού των Δυτικών με τον κόκκινο στρατό. Μια συνάντηση που έλπιζε ότι θα εξελισσόταν σε σύγκρουση. Ή όπως διαπιστώνει ο Ρ. Καρτιέ (που θέτει κι αυτός το προηγούμενο ερώτημα) «η Γερμανία είναι έτοιμη να χαιρετίσει τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο που γεννιέται μέσα στις φλόγες του δεύτερου πάνω στη μαρτυρική γη της».
Η αντιμετώπιση στο πεδίο της μάχης των Δυτικών μόνον μ’ έναν τρόπο μπορούν να ερμηνευθούν: Ο Χίτλερ υπενθύμιζε στη Δύση τη δυνατότητά του να τους βγάλει έξω από τις ιδιαίτερες δικές του επιδιώξεις, ασκούσε πίεση πάνω τους επιδιώκοντας μια διαφοροποίηση της στάσης τους. Όσον αφορά τις δυνάμεις που κρατούσε εκτός Γερμανίας, ο Χίτλερ καταλάβαινε πολύ καλά ότι δεν είχε κανένα νόημα να τις συγκεντρώσει μπροστά στο Βερολίνο για να συντριβούν από τον κόκκινο στρατό με αντάλλαγμα το κέρδισμα λίγο περισσότερου μα άχρηστου πλέον χρόνου.
Χρειαζόταν αυτές τις δυνάμεις και για πάρα πολύ σοβαρούς λόγους. Αν η γερμανική αντιπολίτευση και από ένα σημείο και μετά οι στρατηγοί και οι επιτελείς του θέλουν την άνευ όρων υποταγή στους Δυτικούς το πρόβλημα για τον Χίτλερ δεν ήταν αυτό. Άλλωστε την υποταγή αυτή δεν χρειαζόταν να κάνει και καμιά προσπάθεια για να την καταφέρει. Ερχόταν από μόνη της. Ο Χίτλερ μέχρι την τελευταία στιγμή περίμενε την αναστροφή των συμμαχιών. Μόνο που σ’ αυτή τη νέα συμμαχία δεν ήθελε να είναι ο φτωχός συγγενής, ο υποταγμένος άνευ όρων. Ήθελε να ‘χει τη δυνατότητα να επιβάλει και κάποιους δικούς του όρους. Και αυτόν ακριβώς το στόχο εξυπηρετούσε η διατήρηση ανέπαφων δυνάμεων σε άλλα σημεία, αλλά και η κατοχή στρατηγικών ερεισμάτων και περιοχών.
Και όταν είδε ότι τίποτε από αυτά δεν μπορεί να πετύχει αυτοκτόνησε, αφήνοντας την υποταγή άνευ όρων για τους επιγόνους του.

Τα όσα είπαμε μέχρις εδώ καλύπτουν αυτό που κύρια θέλαμε να δώσουμε σε σχέση με την πολιτική της γερμανικής πλευράς αυτής της περιόδου. Αυτό ήταν το κρίσιμο διάστημα και σ’ αυτό ήταν που δοκιμάστηκε με επίσης κρίσιμο τρόπο η πορεία των γεγονότων. Αν θα αναφερθούμε σε δυο τρία πράγματα ακόμη είναι γιατί είναι πολύ χαρακτηριστικό για το πνεύμα που επικρατούσε στη γερμανική πλευρά. Και ακόμη θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στο διάστημα αυτό οι Δυτικοί αρχίζουν να διαφοροποιούν ραγδαία τη στάση τους απέναντι στις διάφορες δυνάμεις (Γερμανία, Σ.Ε.). Αλλά γι’ αυτό θα αναφερθούμε και στη συνέχεια.

Λίγο πριν αυτοκτονήσει ο Χίτλερ ορίζει σαν διάδοχό του το ναύαρχο Ντένιτς. Οι στόχοι του νέου καγκελάριου διατυπώνονται πολύ καθαρά από τον ίδιο στο μήνυμά του προς το γερμανικό λαό, όπως μας το μεταφέρει ο Ουίλιαμ Σίρερ: «…Πρώτιστον καθήκον μου είναι να σώσω τη Γερμανία από την καταστροφή εκ μέρους του προελαύνοντος μπολσεβίκικου εχθρού. Προς το σκοπόν αυτόν και μόνον συνεχίζεται ο στρατιωτικός αγών. Εφόσον και δι’ όσον καιρόν η επιτυχία του σκοπού αυτού εμποδίζεται από τους Βρετανούς και τους Αμερικάνους, θα είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίζουμε εναντίων των τον αμυντικόν μας αγώνα».
Δε νομίζουμε ότι χρειάζονται κάποια ιδιαίτερα σχόλια. Απλά σημειώνουμε ότι από δω και πέρα οι προσπάθειες των Γερμανών ιθυνόντων συνίστανται στο να επιτύχουν «το ελάχιστο δυνατό όριο συνθηκολογήσεως απέναντι στους Ρώσους και το μέγιστο δυνατό απέναντι στους Αγγλοαμερικάνους». «Ο στρατηγός Βενκ προσπαθεί να πετύχει τη χωριστή παράδοση στους Αμερικάνους της 9ης και 92ης στρατιάς».
«Ο Ντένιτς προσφέρει στον Μοντγκόμερι την (χωριστή πάντα) παράδοση όλων των γερμανικών στρατιών της Βόρειας Γερμανίας». «Ο Φράντς (Τσεχοσλοβακία) ενημερώνει τον Ντένιτς πως διαπραγματεύεται με τους αστούς πολιτικούς της Πράγας με σκοπό να αναλάβουν αυτοί την εξουσία και να καλέσουν τα αμερικανικά στρατεύματα». (Ενώ ο κόκκινος στρατός βρίσκεται ήδη στις πύλες της Πράγας). «Ο Ντένιτς στέλνει στη Δύση τους Γερμανούς επιστήμονες» (Ρ. Καρτιέ). Αποκορύφωμα όλων αυτών αλλά και της στάσης των Δυτικών που έχει -όπως αναφέραμε- μπει κιόλας σε μια άλλη τροχιά.
Στις 6/5/1945 ο Γιόντλ σαν απεσταλμένος του Ντένιτς υπογράφει στη Ρέιμς της Γαλλίας μια -περίπου- χωριστή συνθηκολόγηση με τους Αγγλοαμερικάνους, κατά παράβαση στην ουσία των συμφωνιών που είχαν κάνει με τη Σ.Ε. Οι καιροί βέβαια είναι τέτοιοι που αναγκάζονται να επαναλάβουν τη διαδικασία της συνθηκολόγησης στις 9/5/1945 στο Βερολίνο (επίσημη ημερομηνία λήξης του πολέμου) και στη βάση των όσων έχουν συμφωνηθεί. Ωστόσο ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τα πράγματα έχει αρχίσει ήδη να φαίνεται καθαρά. Αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο.

Γιάλτα

Ένα πράγμα που κάνει εντύπωση στην υπάρχουσα φιλολογία γύρω από το ζήτημα, είναι ότι όλοι αναφέρονται αποκλειστικά σχεδόν στη διάσκεψη της Γιάλτας και ελάχιστα στη διάσκεψη του Πότσνταμ.
Όμως αν μπορούσαμε να μιλήσουμε για κάποιο «πνεύμα» που χαρακτήρισε και τις δυο διασκέψεις θα μπορούσαμε να πούμε με απόλυτη σιγουριά ότι αυτό που επεκράτησε και χαρακτήρισε στη συνέχεια τις εξελίξεις ήταν το «πνεύμα» του Πότσνταμ και όχι της Γιάλτας.
Πέρα από το «πνεύμα» βέβαια υπάρχει και το περιεχόμενο των συμφωνιών. Ας πούμε κάτι και γι’ αυτό. Τι είναι και τι μπορεί να είναι οι συνθήκες τερματισμού ενός πολέμου;

Για τη δική μας γνώμη οι συνθήκες δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να επικυρώσουν τα αποτελέσματα του πολέμου. Τους πραγματικούς συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Από κει και πέρα και πάντα πάνω σ’ αυτή τη βάση μπορούν να συμφωνηθούν κάποιοι όροι που να προσδιορίζουν το modus viventi της επόμενης περιόδου. Μ’ όλες τις σταθερές ή ασταθείς ισορροπίες που θα περιέχει αυτό με βάση τα χαρακτηριστικά των συμβαλλόμενων δυνάμεων.
Από την άποψη αυτή θα μπορούσαμε και να «μην ασχοληθούμε» καθόλου με το πραγματικό ή υποτιθέμενο περιεχόμενο των συμφωνιών. Να μείνουμε στην εκτίμηση της πραγματικότητας. Να δούμε (όπως είδαμε) τι έγινε στη διάρκεια του πολέμου. Τι άφησε ο πόλεμος. Τι έγινε μετά. Ε, λοιπόν αυτό ήταν η Γιάλτα. Αυτό ήταν το περιεχόμενο του Πότσνταμ.
Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι δεν έχουν καμιά σημασία οι συμφωνίες, οι συνθήκες, οι διασκέψεις ανάμεσα στις διάφορες δυνάμεις; Βεβαίως και έχουν. Αλλά πάντα σχετική. Την ισχύ και εγκυρότητά τους οι συμφωνίες την αντλούν κύρια από τον πραγματικό συσχετισμό και τις συγκεκριμένες προθέσεις των συμβαλλόμενων και πολύ λιγότερο από το γράμμα των συνθηκών.
Και ό,τι από τα συμφωνηθέντα δεν πατάει γερά πάνω σ’ αυτούς τους συγκεκριμένους όρους, δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματική ισχύ και υπόσταση και βρίσκεται συνέχεια υπό αμφισβήτηση.

Με όλα αυτά, αυτό που θέλουμε να πούμε δεν είναι ότι οι συνθήκες αυτές δεν χρειάζονταν. Ίσα-ίσα. Και μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση (Γιάλτα) θα λέγαμε ότι η διάσκεψη αυτή ήταν περισσότερο από αναγκαία.
Ο πόλεμος δεν είχε καθόλου τελειώσει. Και υπήρχε μια σειρά ζητήματα, από σοβαρά μέχρι κρίσιμα, που ζητούσαν αποσαφήνιση.

Ας πάρουμε σαν παράδειγμα ένα ζήτημα που και απλό φαίνεται και η αναγκαιότητα διευκρίνησής του φαίνεται εύλογη για τον καθένα. Το ζήτημα του σχεδιασμού των επιχειρήσεων που έπρεπε να γίνουν και της κίνησης των στρατευμάτων από πρώτη ματιά φαίνεται σαν ένα ζήτημα απλώς τεχνικού-στρατιωτικού χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα αποτελούσε ταυτόχρονα και ένα κρίσιμο πολιτικό πρόβλημα με πολλές πλευρές.
Μιλήσαμε προηγούμενα για τις προσπάθειες των Γερμανών να πετύχουν την αναστροφή των συμμαχιών.
Αναφερθήκαμε ακόμη στο ότι οι προσανατολισμοί των Δυτικών είχαν ήδη αρχίσει να διαφοροποιούνται και στο επόμενο διάστημα μάλιστα αναστράφηκαν ολοκληρωτικά.
Ας αναλογιστεί, λοιπόν, ο καθένας τι θα μπορούσε να συμβεί αν από παρανόηση ή «παρανόηση» συγκρούονταν τα αμερικανικά με τα σοβιετικά στρατεύματα. Ή για να μην μιλάμε υποθετικά τι θα μπορούσε να συμβεί αν ο Μπράντλεϊ δεν ανακαλούσε τον Πάτον, όταν αυτός κίνησε τα άρματά του στην κατεύθυνση της Πράγας και με στόχο να προλάβει τους Σοβιετικούς. (Και ποιος άραγε θα μπορούσε να πει με βεβαιότητα ότι η κίνησή του ήταν άσχετη με τις συνεννοήσεις των Γερμανών με Τσέχους αστούς πολιτικούς και στην πρόθεσή τους να καλέσουν τα αμερικανικά στρατεύματα;).

Έχουμε λοιπόν τη γνώμη ότι η Γιάλτα και αναγκαία ήταν και επίσης ήταν αναγκαία η ρύθμιση μιας σειράς ζητημάτων. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν, άσχετα αν αποσιωπάται, για να μπορέσει να περάσει πιο εύκολα ο ισχυρισμός ότι έγινε για να «μοιραστεί ο κόσμος» ανάμεσα σε ΗΠΑ και Σ.Ε.
Εν πάση περιπτώσει, τα κυριότερα ζητήματα που αποφασίστηκαν στη Γιάλτα ήταν:
Πολεμικά ζητήματα που συνδέονταν με τον συντονισμό των επιχειρήσεων για την τελική συντριβή των ναζιστικών στρατευμάτων. Ακόμη αποφασίστηκε η παρέμβαση της Σ.Ε. στον πόλεμο ενάντια στην Ιαπωνία μετά τη λήξη του πολέμου στην Ευρώπη. Αποφασίστηκαν συνοριακές ρυθμίσεις στις περιπτώσεις εκείνες που ο πόλεμος είχε ανοίξει τέτοιου είδους ζητήματα (π.χ. Πολωνία). Πάρθηκαν αποφάσεις σε σχέση με την τύχη της Γερμανίας. Αποφασίστηκε ο αφοπλισμός, η αποστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας, ο χωρισμός σε ζώνες κατοχής, η σύλληψη και η παραπομπή σε δίκη των ναζί εγκληματιών πολέμου.
Πάρθηκαν αποφάσεις για την κατοχύρωση όρων που θα διασφάλιζαν την ελευθερία των λαών να αποφασίσουν για την τύχη τους. (Άλλο το αν και πόσο τηρήθηκαν αυτές οι αποφάσεις).
Σε επίπεδο των συσχετισμών που ολοφάνερα η Σ.Ε. και οι ΗΠΑ είχαν αναδειχτεί σαν δεσπόζουσες δυνάμεις βασικό στοιχείο αποτέλεσε η αποδοχή της συμμετοχής της Γαλλίας στη διάσκεψη σαν τέταρτου μέλους.
Η απόφαση στη συνέχεια με την οποία ανατίθονταν και στη Γαλλία ζώνη κατοχής στη Γερμανία, όπως και η συμμετοχή της αργότερα στο συμβούλιο ασφαλείας σαν μόνιμο μέλος (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Αγγλία, Γαλλία, Κίνα) ήταν η επικύρωση αυτής της ανάδειξης της Γαλλίας σαν δύναμης με ρυθμιστικό ρόλο.

Σ’ όλες αυτές τις αποφάσεις (και σε άλλες που δεν αναφέραμε) μπορεί να γίνει κάθε είδους κριτική. Και σίγουρα μια συγκεκριμένη ανάλυσή τους θα ανάδειχνε πολλά αδύνατα έως αρνητικά σημεία τους. Όμως το ζήτημά μας εδώ δεν είναι αυτό. (Έτσι ή αλλιώς μια ουσιαστική ανάλυση ενός και μόνο ζητήματος π.χ. των συνοριακών ρυθμίσεων θα απαιτούσε ένα κείμενο περίπου όσο αυτό που ήδη έχουμε γράψει). Το ζήτημά μας είναι αν σ’ αυτή τη διάσκεψη έγινε η «μοιρασιά του κόσμου».
Κάποιοι «ορκίζονται» ότι έγινε αυτή η μοιρασιά! Κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν επίσης να «ορκιστούν» ότι δεν έγινε!. Πού βρίσκεται λοιπόν η αλήθεια;
Η απάντηση είναι ταυτόχρονα δύσκολη αλλά και απλή. Και δεν βρίσκεται βέβαια μέσα σε κάποιο «μυστικό σύμφωνο» (πού ‘ν’ το;) αλλά μέσα στα γεγονότα που ακολούθησαν. Και είναι τόσο δύσκολη, όσο δύσκολη είναι η διερεύνηση, ανάλυση και αξιολόγηση αυτών των γεγονότων. Και είναι τόσο απλή όσο απλό είναι το συμπέρασμα στο οποίο εύκολα ή δύσκολα μπορεί να φτάσει κανείς.
Η επιχειρηματολογία αυτών που υποστηρίζουν ότι έγινε η «μοιρασιά» μοιάζει μερικές φορές να ακολουθεί ανάλογους δρόμους. Λένε π.χ.: Στη Γιάλτα αποφασίστηκε κάποιες χώρες να υπαχθούν στην επιρροή της Σ.Ε., κάποιες στην επιρροή των Δυτικών και για κάποιες -π.χ. Γιουγκοσλαβία- αποφασίστηκε η συγκυριαρχία (όπως θα λέγαμε εξ αδιαιρέτου)! Και στηρίζουν την άποψή τους στο γεγονός ότι όντως κάποιες χώρες προσανατολίστηκαν στην κατεύθυνση της Σ.Ε. ενώ κάποιες άλλες στη Δύση. Λησμονούν ωστόσο (ή «λησμονούν») κάποια πράγματα. Ότι σ’ αυτές τις χώρες με βάση το πώς διεξήχθηκε -εξ αντικειμένου- ο πόλεμος βρίσκονταν ήδη σοβιετικά ή δυτικά στρατεύματα. Και δεν χρειαζόταν καμιά συμφωνία για να ευνοηθεί από την παρουσία π.χ. του κόκκινου στρατού το αριστερό κίνημα στην Τσεχοσλοβακία στην προσπάθειά του να πάρει την εξουσία. Ότι δεν είχε ακόμη γίνει καμιά συμφωνία της Γιάλτας το Δεκέμβρη του 1944 όταν ο Τσόρτσιλ έστελνε τα βρετανικά στρατεύματα για να χτυπήσουν το κίνημα στην Ελλάδα. «Λησμονούν» ακόμα ότι η πορεία προς τα αριστερά των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης συνάντησε τη λυσσαλέα και ενεργητική αντίδραση των Δυτικών. Ενώ π.χ. στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας αυτή η λογική μπορεί να οδηγήσει σε σχιζοφρενικά συμπεράσματα.
Γιατί αν πάρουμε υπόψη μας ότι στη Γιουγκοσλαβία με τη λήξη του πολέμου κυριαρχεί το λαϊκό κίνημα με επικεφαλής τους κομμουνιστές, θα πρέπει οπωσδήποτε να υποθέσουμε ότι η ρήξη Στάλιν-Τίτο το 1948 ήταν προσχεδιασμένη και σκηνοθετημένη!

Εν πάση περιπτώσει και για να συνοψίσουμε την άποψή μας:
α) Η Γιάλτα ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί με βάση την αντικειμενική εξέλιξη των πραγμάτων. Στη Γιάλτα γίναν μια σειρά συμφωνίες, που αντιστοιχούσαν στις μέχρι τότε εξελίξεις, στους συσχετισμούς που είχαν διαμορφωθεί.
Από αυτές τις συμφωνίες υπήρχαν ορισμένες που αντιστοιχούσαν σε δεδομένα διαμορφωμένα με τέτοιο τρόπο που ήταν πολύ δύσκολο να ανατραπούν στο επόμενο διάστημα (π.χ. τα σύνορα των ευρωπαϊκών χωρών).
Από την άλλη μεριά υπήρχαν μια σειρά συμφωνίες που συναρτώνταν με τις μετέπειτα εξελίξεις και τις προθέσεις των συμβαλλόμενων δυνάμεων. Αυτές στο σύνολό τους σχεδόν είτε ανατράπηκαν ουσιαστικά, είτε «ερμηνεύονταν» από την κάθε δύναμη με βάση τις υποκειμενικές της διαθέσεις και δυνατότητες.
Αυτό συνεπώς που αποκτάει καίριο ενδιαφέρον αλλά και απαντάει στο όλο πρόβλημα είναι οι μετέπειτα εξελίξεις. Δεν μπορούμε εδώ να αναφερθούμε στο σύνολό τους. Θα σταθούμε στις πιο άμεσες και τις πιο σημαντικές από αυτές.

Η ατομική βόμβα

Από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα της ιστορίας είναι η έκρηξη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Η υπόθεση αυτή έχει πολλές πλευρές και μάλιστα πολύ σημαντικές. Εμάς εδώ ωστόσο θα μας απασχολήσει η πλευρά εκείνη που συνδέεται με το ζήτημα που εξετάζουμε. Η επίσημη εκδοχή που δίνουν οι ΗΠΑ για το γεγονός είναι ότι το έκαναν για να αποφύγουν τις απώλειες της απόβασης στην Ιαπωνία. Είναι ψέμα πέρα για πέρα. Οι πραγματικοί λόγοι είναι ολότελα διαφορετικοί.

Ας σταθούμε κατ’ αρχήν σ’ αυτό το επιχείρημα αυτό καθ’ αυτό. Και ας δούμε πόσο λογάριαζαν οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές τις ζωές των δικών τους στρατιωτών. Στη διάρκεια του ίδιου πολέμου (με την Ιαπωνία) ανάκυψε μια σοβαρή διαφωνία ανάμεσα σε δυο τάσεις που βασικά εκπροσωπούνταν από το στρατηγό Μακ Άρθρουρ και το ναύαρχο Νίμιτς. Να ακολουθηθεί «ο δρόμος των ατόλ ή ο δρόμος της ζούγκλας». Πιο συγκεκριμένα, οι Ιάπωνες είχαν επεκταθεί και είχαν δημιουργήσει βάσεις σε μια εκτεταμένη περιοχή του Ειρηνικού, είχαν καταλάβει ένα πλήθος νησιών μικρών και μεγάλων. Στη διάρκεια του πολέμου οι Αμερικάνοι είχαν αποκτήσει μια απόλυτη υπεροπλία στον αεροναυτικό τομέα. Αυτό που τους έδινε στρατιωτικά τη δυνατότητα να καταλάβουν μια σειρά μικρά νησιά (Ατόλ) με μικρές σχετικά απώλειες και να ανακόψουν τελείως τον κύριο όγκο των ιαπωνικών δυνάμεων που βρίσκονταν στα μεγάλα νησιά. Τελικά ο Μακ Άρθρουρ επέβαλε την άποψή του να γίνουν οι επιχειρήσεις στα μεγάλα νησιά, όπου ο αμερικανικός στρατός είχε πολύ μεγάλες απώλειες. Οι λόγοι ήταν απλώς και μόνον πολιτικοί. «Δεν έχει αποδειχτεί ότι η εκστρατεία αυτή έπαιξε στην ήττα της Ιαπωνίας ρόλο ανάλογο με τις διαστάσεις και τη δαπάνη της. Αντίθετα η έμμεση δικαίωσή της μπορεί να βρίσκεται στο γεγονός ότι μετά τον πόλεμο μόνη σ’ ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ασία η Δημοκρατία των Φιλιππίνων έμεινε πιστή στην αμερικανική φιλία» (Ρ. Καρτιέ).
Εκεί, δηλαδή, που τα καθαρά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ το απαιτούσαν, η αμερικανική ηγεσία δεν δίσταζε να θυσιάσει τη ζωή χιλιάδων αμερικανών στρατιωτών έστω κι αν ακόμα αυτές οι ενέργειες έρχονταν σε αντίθεση με τις πραγματικές στρατιωτικές ανάγκες του πολέμου.

Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είχε ήδη δώσει δείγματα χρησιμοποίησης της δύναμής του με τρόπο που δεν συνδέονταν αναγκαστικά με τις ανάγκες των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Και αν -όπως αναφέραμε- δεν λογάριαζε τη ζωή των δικών του στρατιωτών, πολύ λιγότερο λογάριαζε τις ζωές των άλλων, έστω κι αν επρόκειτο για αμάχους. Αλήθεια, όλες αυτές τις «ευαίσθητες ψυχές» δεν τις είδαμε καθόλου να ασχολούνται με τους συντριπτικούς -και άχρηστους ταυτόχρονα- βομβαρδισμούς των γερμανικών πόλεων με τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αμάχους. Με τους βομβαρδισμούς των ιαπωνικών πόλεων. Με το 1 εκατομμύριο νεκρούς ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό.
Δεν υπαγορεύονταν από καμιά στρατιωτική ανάγκη όλα αυτά. Γιατί ποιον στρατιωτικό στόχο κάλυπτε άραγε ο πολυβολισμός των αμάχων στο Τόκιο. Οι λόγοι ήταν πολιτικοί και -όσο κι αν ηχεί παράδοξα- οικονομικοί. Η αμερικάνικη βιομηχανία δούλευε στο φουλ. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να απορροφήσουν το σύνολο του υλικού. Και οι αμερικάνοι βιομήχανοι απαιτούσαν να «καταναλωθεί» το προϊόν τους. Όσον αφορά τους πολιτικούς λόγους, είναι ανάλογοι με αυτούς που οδήγησαν στο να ριχτεί η ατομική βόμβα. Και όσον αφορά την αντιμετώπιση της Γερμανίας ως ένα βαθμό έχουμε αναφερθεί. Ανάλογα αντιμετωπιζόταν και η Ιαπωνία. Και είναι πολύ χαρακτηριστική η εικόνα που μας μεταφέρει ο αμερικανόφιλος και αντικομμουνιστής Καρτιέ. «Πετώντας πάνω από τη φωτιά (Τόκιο) και μασώντας το χοντρό πούρο του ο αρχηγός της εκατόμβης στρατηγός Κέρτις Λε Μαίϊ είπε: «Θα επαναφέρουμε την Ιαπωνία στη λίθινη εποχή».

Από άποψη καθαρά στρατιωτικών εξελίξεων, η θέση της Ιαπωνίας γινόταν όλο και πιο αδύναμη, ενώ αντίθετα ενισχύονταν οι δυνάμεις που κινούνταν εναντίον της. «Η γερμανική συνθηκολόγηση αποδέσμευσε για τον Ειρηνικό κολοσσιαίες δυνάμεις» (Ρ. Καρτιέ). Το σύνολο πλέον των αμερικανικών δυνάμεων, των βρετανικών συνέκλινε στην κατεύθυνση της Ιαπωνίας. Ταυτόχρονα η Σ.Ε. μόλις ολοκλήρωνε τη μεταφορά των στρατευμάτων της στην Ανατολή (όπως είχε συμφωνηθεί στην Τεχεράνη και Γιάλτα) θα έμπαινε στον πόλεμο ενάντια στην Ιαπωνία. Η τύχη συνεπώς της Ιαπωνίας ήταν δοσμένη.
Από την άλλη μεριά η Ιαπωνία είχε χάσει το σύνολο του στόλου της, το σύνολο των αεροπόρων της και τα λιγοστά αεροπλάνα που διέθετε πλέον πετούσαν με νεαρούς αεροπόρους με ελάχιστη εκπαίδευση και καθόλου πείρα. Το τέλος βρισκόταν πολύ κοντά.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι αυτή η πραγματικότητα ήταν γνωστή και είχε πλέον αρχίσει να διαμορφώνει τους προσανατολισμούς των Ιαπώνων ιθυνόντων. Στην πραγματικότητα οι Ιάπωνες μάχονται πλέον για να πετύχουν καλύτερους όρους παράδοσης. Και κυριότερος όρος που βάζουν είναι η διατήρηση του αυτοκρατορικού θρόνου. Αν δει κανείς αυτούς τους όρους με τους όρους που επεβλήθηκαν τελικά στην Ιαπωνία, δεν θα βρει μεγάλες διαφορές. Πού λοιπόν βρισκόταν το πρόβλημα; Μήπως οι Αμερικανοί «αγνοούσαν» αυτές τις διαθέσεις των Ιαπώνων; Τα πράγματα δεν είναι έτσι. Πολύ πριν τη Χιροσίμα (πριν ακόμη από την κατάληψη της Οκινάβα, της Ιβοζίμα και την καταστροφή του ιαπωνικού στόλου) ο Χιροχίτο αρχίζει να παραμερίζει τους οπαδούς της συνέχισης του πολέμου και διορίζει κυβέρνηση που προσανατολίζεται σε διαφορετική κατεύθυνση.
«Ο μυστικός σύμβουλος του αυτοκράτορα, κόμης Κίντο, διαβιβάζει στον Τόγκο … φαίνεται, λέει, ότι ο αυτοκράτωρ μελετά τρόπους τερματισμού του πολέμου. Ο υπουργός εξωτερικών δεν ζητά να μάθει περισσότερα. Το μήνυμα έχει διαβιβαστεί» (Ρ. Καρτιέ).
«Στις 13/7/1945 ο Φόρεσταλ σημείωνε στο ημερολόγιό του… Η πρώτη πραγματική ένδειξη της επιθυμίας των Ιαπώνων να τερματίσουν τον πόλεμο ήλθε σήμερα από υποκλαπέντα μηνύματα του πρωθυπουργού Τόγκο προς τον πρεσβευτή Σάτο στη Μόσχα που περιείχε εντολές να συναντηθεί με τον Μολότοφ αν ήταν δυνατόν πριν την αναχώρησή του για τη διάσκεψη των 3 μεγάλων και να του διαβιβάσει τη ζωηρή επιθυμία του αυτοκράτορα για τον τερματισμό του πολέμου …» (Ν. Χόροβιτς).
«Ο Χάρι Χόπκινς τηλεγραφεί στον Τρούμαν … Βολιδοσκοπήσεις γίνονται για τη σύναψη ειρήνης, από ορισμένα στοιχεία στην Ιαπωνία και θα ‘πρεπε συνεπώς να εξετάσουμε την κοινή στάση μας (με τους σοβιετικούς) και να ενεργήσουμε συντονισμένα για την παράδοση της Ιαπωνίας» (Ν. Χόροβιτς).
«Σύμφωνα εξάλλου με το Δελτίο Ερεύνης Αμερικανικών Στρατηγικών Βομβαρδισμών Νο 4, η Ιαπωνία θα είχε οπωσδήποτε παραδοθεί πριν τις 31/12/1945 ακόμη και χωρίς να χρησιμοποιηθούν οι ατομικές βόμβες, ακόμη και χωρίς την είσοδο των Ρώσων στον πόλεμο, ακόμη και αν δεν σχεδιαζόταν ή έστω αντιμετωπιζόταν το ενδεχόμενο μιας απόβασης» (Ν. Χόροβιτς).
Στις 24/6/1945 «ο Γερουσιαστής Κέιχαρτ της Ινδιάνα δηλώνει… Ο αμερικανικός λαός θα πρέπει να ενημερωθεί αμέσως επί των συγκεκριμένων ιαπωνικών προτάσεων για ειρήνη, οι οποίες έγιναν όπως έμαθα από αξιόπιστες πηγές» (Ο. Σίρερ).
Βέβαια ο αμερικανικός λαός δεν ενημερώθηκε. Και τα πράγματα ακολούθησαν το δρόμο τους.

Αξίζει να σημειωθεί η αντίθεση στη χρησιμοποίηση της βόμβας και οι προτάσεις των επιστημόνων που εργάστηκαν για …την κατασκευή της. «Ο δρ. Λέο Ζίλαρντ που πίεσε τον Αϊνστάιν να προτείνει στο Ρούσβελτ τη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς (ενάντια στον Χίτλερ) -ο Χίτλερ, γράφει ο στρατηγός Γκροβς, ήταν ο μέγιστος εχθρός που έπρεπε να καταστραφεί με όλα τα μέσα- είναι ο πρώτος που αισθάνεται αμφιβολία και επιδιώκει να κάνει τον Τρούμαν αν τη συμμερισθεί. Άλλοι, όπως ο δρ. Φρανκ πιστεύουν πως η ατομική βόμβα πρέπει να ριχθεί σ’ ένα μέρος ακατοίκητο, ίσως στο Φούτζι Γιάμα, για να πεισθούν οι Ιάπωνες σε μια επίδειξη ισχύος και να συνθηκολογήσουν» (Ρ. Καρτιέ).
«Την παραμονή -της δοκιμής στο Αλομογκόρντο- στο Σικάγο ο Λέο Ζίλαρντ είχε συγκεντρώσει 60 υπογραφές επιστημόνων που ήσαν αντίθετοι στη χρησιμοποίηση της βόμβας» (Ρ. Καρτιέ).

Οι λόγοι συνεπώς που οδήγησαν τους ιθύνοντες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη χρησιμοποίηση της βόμβας, θα πρέπει να αναζητηθούν πέρα απ’ αυτούς που προβάλλονται από τη μεριά τους. Και είναι λόγοι με σαφέστατο πολιτικό περιεχόμενο, και αντιστοιχούν στους στόχους και τις επιδιώξεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ένας πρώτος λόγος σχετίζεται με την αποτροπή της σοβιετικής παρέμβασης. Αν αυτή η παρέμβαση ζητιόνταν επίμονα από τον Ρούσβελτ στην Τεχεράνη, αν ζητιόνταν στη Γιάλτα, τώρα πλέον δεν ήταν επιθυμητή. «Όταν γνωστοποιείται (η ύπαρξη της βόμβας) στον Τσόρτσιλ εκείνος παρατηρεί ότι η συμμετοχή της Σ.Ε. στον πόλεμο του Ειρηνικού είναι λιγότερο χρήσιμη, επομένως τελείως ανεπιθύμητη» (Ρ. Καρτιέ).
Ο ίδιος ο Τρούμαν δηλώνει στον Μπαρνς: «Όσον αφορά εμένα θα πρέπει να ομολογήσω με κάθε ειλικρίνεια, ότι … θα ήμουν ικανοποιημένος αν οι Ρώσοι αποφάσιζαν να μην μπουν στον πόλεμο» (Ν. Χόροβιτς).

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με τις ανάγκες της «επιστημονικής έρευνας». Οι δοκιμές που είχαν γίνει ως τότε είχαν δείξει τις τεράστιες καταστροφικές δυνατότητες της βόμβας. Χρειαζόταν ωστόσο και ένα «πείραμα» σε ζωντανό στόχο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι σε αντίθεση με τη στάση των επιστημόνων που προαναφέραμε υπήρχαν και «επιστήμονες» που ζητούσαν τη χρησιμοποίηση της βόμβας. Έτσι το «Ενόλα Γκέι» το συνόδευαν 2 Β29, το ένα με επιστήμονες, το άλλο εφεδρικό» (Ρ. Καρτιέ).

Όμως πάνω απ’ όλα η χρησιμοποίηση της βόμβας ήταν μια πράξη στην υπηρεσία του στόχου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για παγκόσμια ηγεμονία.
Και για την επιδίωξη αυτή του στόχου, δεν τους έφτανε καν μια επίδειξη δύναμης που διέθεταν πλέον. Αυτή η επίδειξη θα μπορούσε να γίνει και με τον τρόπο που πρότειναν κάποιοι επιστήμονες, όπως προαναφέραμε. Ήθελαν μαζί μ’ αυτό να δείξουν ότι είναι και αδίστακτοι. Τους χρειαζόταν τους διακόσιους και πάνω χιλιάδες νεκρούς την ώρα εκείνη ο Τρούμαν. «Στην πραγματικότητα πετά από χαρά (ο Τρούμαν) … Ο έλεγχος της συνείδησης, το άλγος και οι τύψεις που αναμιγνύονταν με το θρίαμβο, είναι μια πλαστή ιστορική αποκατάσταση» (Ρ. Καρτιέ).
Ο μεγάλος στόχος είναι η τρομοκράτηση των λαών. Η τρομοκράτηση των ίδιων τους των συμμάχων. Και πάνω απ’ όλα η τρομοκράτηση της Σ.Ε.
Ναι, η βόμβα που έπεσε στη Χιροσίμα, σαν κύριο στόχο είχε τη Σ.Ε. Σημάδευε την ανατροπή του παγκόσμιου συσχετισμού. Και αυτό φάνηκε πολύ καθαρά στη συνέχεια.

Πότσνταμ και ψυχρός πόλεμος

Το κυριότερο στοιχείο της διάσκεψης που συγκλήθηκε στο Πότσνταμ τον Ιούλιο του 1945 ήταν η …αποτυχία της. Οι λόγοι για μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσαν να συνοψιστούν σ’ έναν και μόνο. Στη διάρκειά της ο Τρούμαν πληροφορείται την πετυχημένη δοκιμή της ατομικής βόμβας στο Αλαμογκόρνο. Αισθάνεται πια πανίσχυρος. Ήδη βλέπει τον εαυτό του κύριο του κόσμου. Ήδη θεωρεί ότι δεν έχει καμιά ανάγκη να διαπραγματεύεται με τους μισητούς «κόκκινους». Με την ανάγνωση της έκθεσης (που του είχε σταλεί στη διάρκεια της σύσκεψης) ο Τρούμαν είναι καταπληκτικά ενθαρρυμένος … αρχίζει να ορκίζεται πως δεν θα αφήσει τον εαυτό του ποτέ πια να εμπλακεί σε τέτοια ιστορία (διαπραγματεύσεις). Η βόμβα του δίνει ξαφνικά μια αυτοπεποίθηση που όσοι τη διαπιστώνουν αγνοούν τους λόγους που την προκάλεσαν» (Ρ. Καρτιέ). Πολλοί τοποθετούν σαν οριακό σημείο αφετηρίας του «ψυχρού πολέμου» το λόγο του Τσόρτσιλ στο Φούλτον του Μισούρι. Έχουμε την άποψη ότι αυτή η ιστορία ξεκίνησε πιο νωρίς. Ο τρόπος που ο ιμπεριαλισμός αντιμετώπιζε τη Σ.Ε. ήταν πάντα ίδιος. Αν οι συνθήκες τον υποχρέωσαν για ένα διάστημα σε μια διαφορετική στάση (στα πλαίσια της αντιχιτλερικής συμμαχίας) αυτό δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει τη φύση και τις βλέψεις του.
Έτσι και ενόσω διαφαινόταν η συντριβή της Γερμανίας οι ιμπεριαλιστές αρχίζουν να διαφοροποιούν τη στάση τους. Η λήξη του πολέμου δίνει σ’ αυτή τη διαφοροποίηση ραγδαίους ρυθμούς. Η κατοχή της ατομικής βόμβας τους οδηγεί πλέον σε μια στάση ολότελα εχθρική και επιθετική απέναντι στη Σ.Ε. Μάλιστα δεν έλειψαν οι τάσεις που ζητούσαν αυτόν τον «ψυχρό πόλεμο» να τον μετατρέψουν σε θερμό. Το αν έγινε έτσι αυτό δεν οφείλεται βέβαια στις ειρηνικές τους διαθέσεις, αλλά σε όρους πέρα από τη δική τους θέληση.
Στη βάση αυτή δεν θεωρούμε ότι έχει κάποιο νόημα να ασχοληθούμε με το συγκεκριμένο γράμμα των διαπραγματεύσεων, των συμφωνιών και των διαφωνιών. Προτιμούμε να παραθέσουμε κάποια στοιχεία που δίνουν το στίγμα της εποχής. Όχι για να δώσουμε πλήρη και αναλυτική εικόνα. Αλλά έτσι για να πάρει μια ιδέα ο αναγνώστης περί του πώς είχαν τα πράγματα. «Στην Ουάσινγκτον οι σύμβουλοι που εφιστούν την προσοχή του Λευκού Οίκου σχετικά με τις σοβιετικές βλέψεις κερδίζουν έδαφος. Αυτό συμβαίνει με τον Άβερελ Χάριμαν, πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Μόσχα και τον αρχηγό της στρατιωτικής αποστολής στρατηγό Ντην. Αυτό συμβαίνει και με τον υφυπουργό των εξωτερικών Τζόζεφ Γκριού που θεωρεί τον πόλεμο με τη Σ.Ε. αναπόφευκτο». Ο απεσταλμένος του Τρούμαν στον Τσόρτσιλ βιομήχανος Ντέιβις γράφει στον Τρουμαν: «Ενοχλήθηκα κατά τρόπο που είναι αδύνατο να εκφράσω από το γεγονός ότι συνάντησα στον πρωθυπουργό μια στάση τόσο πικρόχολη έναντι των Σοβιέτ … Δεν μπόρεσα να αποφύγω να πω στον Τσόρτσιλ πως εκπλήττομαι … πως δεν διακηρύσσει στον κόσμο πως αυτός και ο βρετανικός λαός είχαν κάνει λάθος πολεμώντας ενάντια στον Χίτλερ αφού εξέφραζε την ίδια κοσμοθεωρία που ο Χίτλερ και ο Γκέμπελς είχαν σταθερά υποστηρίξει» (Ρ. Καρτιέ).
Στις 11/7/1945 σημειώνει ο Σίρερ: «Ένας στρατηγός γνωστός σε όλο τον κόσμο σε παίρνει ιδιαιτέρως σε δείπνο στο συμμαχικό στρατηγείο και σου λέει με καταπληκτική σοβαρότητα «Λοιπόν κύριε, πόσο γρήγορα νομίζετε ότι πρόκειται να πολεμήσουμε με τους Ρώσους; … εξέχοντες πολίτες διαπιστευμένοι με τις πιο σημαντικές αποστολές της χώρας γυρίζουν βιαστικοί από την Ευρώπη για να υποστηρίξουν πως πρέπει να αποκαταστήσουμε τη γερμανική βιομηχανία. Γιατί; Μα σαν ένα προπύργιο εναντίον του μπολσεβικισμού». Αν τα προηγούμενα δίνουν μια ιδέα για το κλίμα που επικρατούσε, υπήρξαν και ενέργειες πολύ συγκεκριμένες (και επίσημες) που έδειχναν πολύ καθαρά πού οδηγούσαν τα πράγματα οι Δυτικοί και βασικά ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός.
Στις 8/5/1945 οι αμερικανοί διακόπτουν το πρόγραμμα εκμισθώσεως και δανεισμού για τη Σ.Ε. «Η διακοπή έγινε τόσο απότομα που τα πλοία πήραν διαταγή να γυρίσουν πίσω και να ξεφορτώσουν τα εμπορεύματα που μετέφεραν» (Ν. Χόροβιτς).
Σαν Φρανσίσκο, 30/4/1945 διάσκεψη για τον ΟΗΕ. «Για πρώτη φορά η ενότητα των μεγάλων δυνάμεων που έκαναν σχεδόν όλο τον πόλεμο διελύθη δημοσία … Ο Εντ Σταντίνιους (εκπρόσωπος των ΗΠΑ) απαίτησε την ψήφο και την πήρε για εισδοχή της φασιστικής Αργεντινής στον ΟΗΕ» (Ο. Σίρερ). Στις 18/5/1945 Σχέδιο επιτροπείας ΟΗΕ. «Είμαστε αρκετά υποκριτές. Το κύριο ενδιαφέρον μας στην επιτροπεία ήταν να βεβαιωθούμε ότι μας παρέχει όλες τις στρατιωτικές βάσεις που νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε στον Ειρηνικό» (Ο. Σίρερ).
Στις 5/5/1946 ο Τσόρτσιλ βγάζει τον περίφημο λόγο του στο Φούλτον του Μιζούρι όπου ζητάει τη σύμπηξη συμμαχίας (όρα ΝΑΤΟ) ενάντια στη Σ.Ε. και όπου υιοθετεί την ορολογία του Γκέμπελς για «σιδηρούν παραπέτασμα». Διατυπώνεται το δόγμα Τρούμαν που κατά την άποψη του Ν. Χόροβιτς ο Τρούμαν σκόπευε να το εξαγγείλει από το Νοέμβριο του 1945 αλλά το ανέβαλλε. Θα μπορούσε θα αναφερθούμε σε πολλά ακόμη. Που όλα εντάσσονται σε μια φάση που δίνεται πια με μια και μόνο φράση. Ήταν η περίοδος του ψυχρού πολέμου. Και αυτό είναι που νομίζουμε ότι απαντάει μια και καλή στο ερώτημα περί «διανομής» ή όχι του κόσμου. Το ότι τα πράγματα οδηγήθηκαν σε μια τέτοια εξέλιξη κάνει ολοφάνερο το ότι δεν μπορεί να υπήρχε καμιά συμφωνία διανομής του κόσμου. Οι διαφορετικές υποθέσεις δεν μπορούν να στηριχτούν στα ιστορικά γεγονότα. Αντίθετα αντιφάσκουν με αυτά. Και μόνο στην περίπτωση της Κίνας να σταθεί κανείς (κοσμοϊστορική εξέλιξη) θα έφτανε. Η ιστορία έχει δώσει τη δική της απάντηση. Κάποιοι σήμερα προσπαθούν αν τη «διορθώσουν». Αργά ή γρήγορα θα πάρουν κι αυτοί τη δική τους απάντηση.
Και έτσι σαν επίλογο. Το ιστορικό γίγνεσθαι δεν αποφασίζεται σε συμφωνίες. Στη Γιάλτα, στο Πότσνταμ, στο Σαν Φρανσίσκο ή οπουδήποτε αλλού. Το «αποφάσισαν» τα εκατομμύρια των νεκρών του πολέμου. Και συνέχιζαν να το «αποφασίζουν» οι μαχητές του κινέζικου επαναστατικού στρατού. Και πήραν τη σκυτάλη οι επαναστάτες της Κούβας. Οι αντάρτες του Βιετνάμ. Και έτσι θα γίνεται πάντα.
  








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου