Η ονομασία του ιστολογίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του Βασίλη Σαμαρά "1917-1953, Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει"

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (Α’ Μέρος)

Προλεταριακή Σημαία φ. 272, 7-5-1994
του Δ. Μάνου
  
Απαγχονισμένοι κολίγοι, Βασιλεία 1635
Η αναζωπύρωση των πάσης φύσεως εθνικισμών έχει κάνει επίκαιρα όλα τα ζητήματα που συνδέονται με την εθνική συνείδηση, τη γέννηση των εθνών, τα εθνικά δικαιώματα, τις εθνικές διεκδικήσεις κ.λπ. Θα περίμενε κανείς πως η ιστορικοπολιτική εξέλιξη θα έκανε την προσέγγιση των ζητημάτων αυτών λιγότερο ομιχλώδη και θα απλοποιούσε τα πράγματα. 
Η αντιδραστική όμως πορεία των εξελίξεων και οι αρνητικοί συσχετισμοί για τους λαούς, η ένταση της πολεμοκαπηλείας, το τεράστιο κενό που αφήνει η διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος, δυστυχώς, σπρώχνουν τα πράγματα προς τον αποπροσανατολισμό και την …ομίχλη. 
Όπως πριν μερικές δεκαετίες, έτσι και σήμερα, η τοποθέτηση από τη σκοπιά της κομμουνιστικής προοπτικής πρέπει αν λάβει υπόψη της αρκετές λεπτές πτυχές, σκόπιμες παρεξηγήσεις και αποπροσανατολισμούς. Έχει ακόμα να αντιμετωπίσει την άγνοια, τη σύγχυση μέχρι και την προκατάληψη.
Απέναντι σ’ όλα τα παραπάνω είναι αναγκαίο όσο ποτέ ένα μεγάλο, ισχυρό και σωστά επιχειρηματολογημένο ιδεολογικό μέτωπο.



Ο μαρξισμός απέναντι στο πρόβλημα

Οι μετρηταί των χρημάτων, πίνακας του Ρόμερβαλ
Υπάρχει μια εξέλιξη στις θέσεις του μαρξισμού γύρω από το εθνικό ζήτημα, που χαρακτηρίζεται από δύο στοιχεία:
Το πρώτο βρίσκεται στο ότι όλοι οι μαρξιστές ηγέτες και θεωρητικοί δε βλέπουν το θέμα σαν «ταμπού», με δογματικό και άκαμπτο τρόπο. Από τις θέσεις των Μαρξ - Ένγκελς για τον «πόλεμο των χωρικών», το «γερμανικό πρόβλημα» ή ακόμα την κριτική τους στους νοτιοσλαβικούς και βαλκανικούς λαούς ότι γίνονται όργανα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι της φράση «τα κράτη θέλουν ανεξαρτησίας, τα έθνη απελευθέρωση, οι λαοί επανάσταση» της μαοϊκής Κίνας, έχει οπωσδήποτε διανυθεί ένας ολόκληρος δρόμος για το κομμουνιστικό κίνημα. Ένας δρόμος που σε κάθε ιστορική φάση προσπαθούσε να τοποθετηθεί στο εθνικό ζήτημα, παίρνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.
Και μέσα σ’ αυτή την πορεία υπάρχουν βέβαια αντιφάσεις ή «αντιφάσεις». (Γιατί δε λείπουν οι καλοθελητές, όπως πρόσφατα ένα γαλλοεβραίος διανοούμενος που προσπάθησε να αποδείξει τις αντιφάσεις για το εθνικό ζήτημα ανάμεσα στον Λένιν και τον Στάλιν, μειώνοντας -όπως άλλωστε είναι φυσικό- την αξία του τελευταίου).
Γράφει ο Λένιν σχετικά με το σύνθημα της ανεξαρτησίας της Πολωνίας το 1916: «Όταν ρίχνει κανείς το σύνθημα της ανεξαρτησίας της Πολωνίας σήμερα, στις συνθήκες του δοσμένου συσχετισμού των ιμπεριαλιστικών γειτονικών δυνάμεων, σημαίνει πραγματικά ότι κυνηγά ουτοπίες, ότι πέφτει σε ένα στενό εθνικισμό, ότι ξεχνάει την προϋπόθεση της πανευρωπαϊκής ή τουλάχιστον της ρωσικής ή της γερμανικής επανάστασης». Και είναι ο ίδιος ο Λένιν που στη συνέχεια του άρθρου του θα ανοίξει ιδεολογικό μέτωπο απέναντι στη Ρόζα Λούξεμπουργκ για την αναγκαιότητα της προβολής του συνθήματος της αυτοδιάθεσης των εθνών! Ο ίδιος που αργότερα, με τη συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ, θα παραχωρήσει εδάφη στην Πολωνία και θα εναντιωθεί στο σοσιαλσοβινιστικό σύνθημα των προσαρτήσεων. (Αυτό δεν είναι μια αντίφαση, σύμφωνα με την τετράγωνη λογική;)
Γράφει ο Λένιν, για να εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στην εποχή του Μαρξ και τη δική του (εποχή του ιμπεριαλισμού): «Ο Μαρξ και ο Ενγκελς δεν έζησαν να δουν τον ιμπεριαλισμό. Τώρα έχει διαμορφωθεί ένα σύστημα μιας χούφτας (5-6 τον αριθμό) "μεγάλων" ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που η καθεμιά τους καταπιέζει ξένα έθνη και η καταπίεση αυτή είναι μια από τις πηγές για να αναβάλλεται τεχνητά η πτώση του καπιταλισμού, να υποστηρίζεται τεχνητά ο οπορτουνισμός και ο σοσιαλσοβινισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που κυριαρχούν στον κόσμο… Από δω πηγάζει η συγκεκριμένη αλλαγή στην εφαρμογή των ίδιων σοσιαλιστικών αρχών: τότε, κατά πρώτο λόγο, "ενάντια στον τσαρισμό" (κι ενάντια στα εθνικά κινήματα ορισμένων μικρών εθνών που χρησιμοποιούνταν απ’ αυτόν προς την αντιδημοκρατική κατεύθυνση) και υπέρ των επαναστατικών μεγάλων εθνών και λαών της Δύσης. Τώρα ενάντια στο ενιαίο, ευθυγραμμισμένο μέτωπο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της ιμπεριαλιστικής κεφαλαιοκρατίας και των σοσιαλιμπεριαλιστών και υπέρ της χρησιμοποίησης για τους σκοπούς της σοσιαλιστικής επανάστασης όλων των εθνικών κινημάτων ενάντια στον ιμπεριαλισμό».
Έτσι ερμήνευσε τότε ο Λένιν την προσήλωση όχι στο νεκρό γράμμα αλλά στο ζωντανό πνεύμα του μαρξισμού. Και να μη βιαστεί κανείς να πει πως ο Μαρξ διαψεύστηκε… Τουλάχιστον όσο αφορά τη δική μας χώρα, γνωρίζουμε πια πως η ανεξαρτησία της σφραγίστηκε με τα κανόνια των τριών μεγάλων δυνάμεων και κάτω από την απειλή των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων έξω από την Αδριανούπολη (όταν η πραγματική στρατιωτική και επαναστατική ηγεσία είχε αποκεφαλιστεί και παραγκωνιστεί). Ούτε βέβαια μπορεί να αγνοηθεί ο ρωσικός δάκτυλος που οδήγησε τον Υψηλάντη να συγκρουστεί με το πραγματικό πληβειακό επαναστατικό κίνημα του Ρουμάνου Βλαδιμιρέσκου, ο οποίος σκοτώθηκε από ελληνικά βόλια (με εντολή του ίδιου του Υψηλάντη).
Η επιβεβαίωση αυτή δεν εμποδίζει σε τίποτε όμως τον Λένιν να υποστηρίζει το δικαίωμα όλων των βαλκανικών λαών για εθνική - κρατική υπόσταση στη νέα περίοδο του ιμπεριαλισμού. Και να διεκδικήσει τα εθνικά αυτά κινήματα να μπουν στην τροχιά της προλεταριακής επανάστασης.
Γερμανοί πυροβολητές, ξυλογραφία 16ος αι.
Η σχετικότητα, όμως, βάσει της οποίας αντιμετώπιζαν το θέμα οι μαρξιστές δεν ήταν μια κούφια εκλεκτική σχετικότητα του στυλ σήμερα κάνουμε τούτο, αύριο το άλλο… Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο στοιχείο της μαρξιστικής οπτικής, που είναι η σύνδεση του εθνικού ζητήματος με τα συμφέροντα της προλεταριακής επανάστασης, της σοσιαλιστικής προοπτικής. Αυτό είναι το μέτρο της τοποθέτησης, το απόλυτο στοιχείο με το οποίο συγκρίνεται κάθε συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Τούτο ακριβώς εννοούσε ο Στάλιν, όταν έλεγε πως δε θα πρέπει να συγχέονται η υποστήριξη των εθνικών διεκδικήσεων, με τις ανάγκες του σοσιαλιστικού προγράμματος γενικά και σε κάθε στιγμή.
«Αντίθετα, η σοσιαλδημοκρατία είναι υποχρεωμένη να διεξάγει μια τέτοια διαφώτιση και να επηρεάζει τη θέληση των εθνών, έτσι που τα έθνη να τακτοποιούνται με τη μορφή που ανταποκρίνεται περισσότερο στα συμφέροντα του προλεταριάτου. Ακριβώς γι’ αυτό, ενώ θα παλεύει για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης στα έθνη, θα διαφωτίζει σύγκαιρα και ενάντια, ας πούμε, στο χωρισμό των Τατάρων και ενάντια στην πολιτιστικο-εθνική αυτονομία των εθνών του Καυκάσου, επειδή και το ένα και το άλλο, χωρίς να είναι αντίθετα με τα δικαιώματα των εθνών αυτών, είναι ωστόσο αντίθετα με την ακριβή έννοια του προγράμματος, δηλαδή με τα συμφέροντα του καυκασιανού προλεταριάτου». (Από το «Εθνικό ζήτημα και μαρξισμός», κεφ. «Οι Καυκάσιοι, η συνδιάσκεψη των λιγκβινταριστών».)
Ψιλά γράμματα τα παραπάνω; Κάθε άλλο. Είναι πρόσφατη η ξεροκεφαλιά ορισμένων ομάδων και οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς να θεωρούν -μεσούσης της ιμπεριαλιστικής επέμβασης για τη δημιουργία προτεκτοράτων- πως στα Βαλκάνια το βασικό σύνθημα έπρεπε να ήταν η αυτοδιάθεση των εθνών της Γιουγκοσλαβίας γενικότερα… Μερικοί μάλιστα επιμένουν σ’ αυτή την παράκρουση ακόμα και τώρα, με αναφορές στον Λένιν (θεωρώντας πως έτσι καθαγιάζονται, κατά κάποιον τρόπο, οι θέσεις τους). Αυτές οι «λεπτές» διαφορές είναι, συνεπώς, οδηγός, δημιουργικός οδηγός, για δράση.
«Για σκεφτείτε μονάχα -γράφει ο Στάλιν για το ζήτημα της πολιτιστικο-εθνικής αυτονομίας- να διατηρούνται τέτοιες "εθνικές ιδιότητες" των Τατάρων της Υπερκαυκασίας, όπως είναι η αυτομαστίγωση στη γιορτή του "Σάχσεϊ-Βάχσεϊ". Να "αναπτυχθούν" τέτοιες "εθνικές ιδιότητες" της Γεωργίας σαν το "δικαίωμα της αυτοδικίας"…»
Για την προσφορά όμως του μαρξισμού στο ζήτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης των λαών, θα αναφερθούμε παρακάτω. Αλλά τι είναι ακριβώς έθνος;

Τι είναι έθνος
Η αστική άποψη για τη διαμόρφωση των εθνών παραπέμπει στην… αιωνιότητα. Μπορεί, βέβαια, ένα κομμάτι ορθολογικά και επιστημονικά σκεπτόμενων αστών να συνδέει την ύπαρξη εθνικής συνείδησης με την άνοδο της αστικής τάξης, τη Γαλλική Επανάσταση, το Διαφωτισμό (υπάρχει αυτή η εκτίμηση στα σχολικά βιβλία της ιστορίας της τελευταίας δεκαετίας). Φυσικά η θέση αυτή δεν είναι πάντα συνεπής. Ετσι, υπάρχουν αναφορές στο ελληνικό έθνος της αρχαιότητας, στον κακόφημο ελληνοχριστιανικό πολιτισμό κ.λπ.
Η εθνικιστική έξαρση της τελευταίας περιόδου, η πόλωση γύρω από το πρόσωπο του Μεγαλέξανδρου και του άστρου της Βεργίνας έχουν εξαφανίσει κάθε στοιχείο ορθολογικότητας κι απόψεις του στυλ «το ελληνικό έθνος υπήρχε πάντα», εμφανίζονται δίπλα στις σοβινιστικές θεωρίες για τον περιούσιο λαό, τη Μεγάλη Ιδέα, τους αλύτρωτους αδελφούς «ων ουκ έστι τέλος»…
Η μαρξιστική θέση είναι πως τα έθνη, με την έννοια που σήμερα τα εννοούμε και συνεπώς η εθνική συνείδηση, δεν υπήρχαν πάντα (ούτε βέβαια θα υπάρχουν ες αεί).
«Έθνος είναι η ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που εμφανίστηκε πάνω στη βάση της κοινότητας στη γλώσσα, στο έδαφος, στην οικονομική ζωή και στην ψυχοσύνθεση, που εκδηλώνεται στην κοινότητα της κουλτούρας». (Στάλιν. «Μαρξισμός και Εθνικό Ζήτημα»).
Στο έργο του αυτό, ο Στάλιν άνοιξε ιδεολογικό μέτωπο στην ιδεαλιστική, ψυχογραφική θέση του Μπάουερ, που ταυτίζει το έθνος με τον εθνικό χαρακτήρα. Στην ουσία αντιπαρατίθεται με την αστική εθνικιστική άποψη που αδυνατεί να καθορίσει συγκεκριμένα τι είναι έθνος.
«Η άποψη του Μπάουερ, που ταυτίζει το έθνος με τον εθνικό χαρακτήρα, αποσπά το έθνος από το έδαφος και το μετατρέπει σε κάποια αόρατη αυτεξούσια δύναμη». (Στάλιν, στο ίδιο).
Θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε πως οι διάφορες φυλετικές, εθνολογικές κοινότητες, οι λαότητες, οι αυτοκρατορίες και τα βασίλεια που προϋπήρξαν του έθνους μπορεί να είχαν κάποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, όχι όμως, την ολότητα των χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν το έθνος.
«Έτσι, γίνεται σαφές πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα μοναδικά διακριτικό γνώρισμα του έθνους. Υπάρχει μονάχα ένα άθροισμα από γνωρίσματα απ’ όπου στη σύγκριση του έθνους ξεχωρίζει πιο ανάγλυφα πότε το ένα γνώρισμα (εθνικός χαρακτήρας), πότε το άλλο (γλώσσα), πότε το τρίτο (έδαφος, οικονομικές συνθήκες). Το έθνος είναι ένας συνδυασμός απ’ όλα αυτά τα γνωρίσματα μαζί παρμένα». (Στάλιν, στο ίδιο).
Όμως η ύπαρξη και η αφύπνιση των εθνών βαδίζει παράλληλα με την εμφάνιση του εθνικού κράτους. Αν και, σύμφωνα με το Στάλιν, δε θα πρέπει να συγχέονται τα δύο αυτά ζητήματα (πράγμα που έκαναν κάποιοι σοσιαλιστές της εποχής του, στους οποίους επίσης ανοίγει μέτωπο), γιατί οδηγούμαστε σε θέσεις εκμηδένισης εθνών που δεν έχουν ή διεκδικούν κρατική υπόσταση.
«Το εθνικό κράτος είναι κανόνας και "νόρμα" του καπιταλισμού, το παρδαλό από εθνική άποψη κράτος είναι καθυστέρηση ή εξαίρεση», γράφει ο Λένιν στην «Αυτοδιάθεση των εθνών», αντιπαρατιθέμενος από τη δική του μεριά στο σύνθημα της εθνικοπολιτιστικής αυτονομίας, για να ξεκαθαρίσει όμως… «αυτό, εννοείται, δε σημαίνει ότι ένα τέτοιο κράτος, πάνω στο έδαφος των αστικών σχέσεων, θα μπορούσε να αποκλείσει την εκμετάλλευση και την καταπίεση των εθνών. Σημαίνει απλώς ότι οι μαρξιστές δεν μπορούν να παραβλέπουν τους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες που γεννούν τις τάσεις για δημιουργία εθνικών κρατών». (Λένιν, στο ίδιο).
Έτσι, πέρα από τους πέντε όρους ύπαρξης έθνους που έθεσε ο Στάλιν, ο Λένιν στέκεται ιδιαίτερα στο εθνικό κράτος και στην ώθηση που η ύπαρξη αυτού του ιστορικού μορφώματος έδωσε στην εθνική αφύπνιση.
Ο Γκράμσι, στο έργο του «Οι διανοούμενοι», βάζει και το ζήτημα της ηγέτιδας τάξης που αναλαμβάνει να δώσει τυπικά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο λαό, στην κοινότητα των ανθρώπων πάνω στην οποία ηγεμονεύει:
«Μπορούμε να μιλήσουμε για εθνική παράδοση όταν η ατομική μεγαλοφυΐα ενσωματώνεται ενεργά, δηλαδή όταν αυτή αλλάζει το λαό της και του μεταδίδει μια κίνηση που σχηματίζει ακριβώς την παράδοση». (Γκράμσι, «Οι διανοούμενοι»).
Την εθνική αδυναμία της αστικής τάξης της Ιταλίας θεωρεί ο Γκράμσι, κατά συνέπεια, υπεύθυνη γιατί «δεν διαπαιδαγώγησε εθνικά το λαό, δεν τον βοήθησε να βγει απ’ το κοινοτικό σύστημα για χάρη μιας ανώτερης ενότητας, δε δημιούργησε μια οικονομική κατάσταση ισχυρή και ικανή να απορροφήσει τις εργατικές δυνάμεις που είχαν μεταναστεύσει, πράγμα που οδήγησε στην απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των παραπάνω στοιχείων και στην ενσωμάτωσή τους στις ξένες εθνικότητες σε ρόλους κατώτερους». (Γκράμσι, στο ίδιο).
Απαιτείται, λοιπόν, και μια ηγέτιδα τάξη που θα αναλάβει αυτή τη διαδικασία της εθνικής ενοποίησης και ολοκλήρωσης. Για το μαρξισμό, η τεχνητή διάσταση εθνικού - ταξικού (που εμφανίζεται στους δεκάρικους σχολικούς «πανηγυρικούς») δεν υπάρχει. Αντίθετα, υπάρχει στενή συνάφεια. Εδώ πάνω να προσθέσουμε τις έρευνες σοβιετικών ιστορικών αλλά και ελλήνων επιστημόνων (Φαίδων Μαλιγκούδης, «Βιβλιοθήκη σλαβικών μελετών»), πως η εξάπλωση του χριστιανισμού στη Ρωσία και τις σλαβικές χώρες έγινε όταν συγκροτήθηκαν στις περιοχές αυτές ηγέτιδες τάξεις που ασπάστηκαν το νέο δόγμα και το έκανα κύριο συστατικό της πολιτικής - εθνικής τους ενοποίησης. (Ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος δε βρέθηκαν τυχαία τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή στους Σλάβους).
Άρα ο μαρξισμός, από θέση ανωτερότητας απέναντι σ’ όλες τις άλλες ιδεολογίες, έδωσε τον πιο πλήρη προσδιορισμό του έθνους και από την άποψη των χαρακτηριστικών του γενικά αλλά και από την άποψη του συγκεκριμένου ταξικού και ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο εμφανίστηκαν τα έθνη. Κι αυτό θα το διαπιστώσουμε παρακάτω, εξετάζοντας αυτό το ιστορικό πλαίσιο αλλά και την προσφορά του μαρξισμού στην αντιμετώπιση και επίλυση του εθνικού ζητήματος.

Τι προϋπήρξε ιστορικά του έθνους;
«Βέβαια, η έννοια "έθνος" -γράφει ο Δημήτρης Γληνός (Εκλεκτές σελίδες)-είναι πολύ παλιά και παρουσιάζεται και στον Όμηρο. Μα, όπως κάθε ζωντανή έννοια, αλλάζει περιεχόμενο με την αλλαγή της ζωντανής πραγματικότητας που εκφράζει». Σύμφωνα με τον Γληνό, αυτό που διαφορίζει το περιεχόμενο της λέξης αυτής είναι «η παρουσία του εθνικού προβλήματος ή του προβλήματος των εθνικοτήτων. Τέτοιο ζήτημα δεν είχε τεθεί κατά την αρχαιότητα είτε αργότερα».
Όσον αφορά την πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία, κοινή βάση συνύπαρξης των ανθρώπων αποτελούσε η φυλετική συγγένεια, το σύστημα των γενών, που παραχώρησε τη θέση του στην ταξική κοινωνία. Η γραμμή του αίματος και μάλιστα η γραμμή από τη μεριά της μάνας ήταν αυτή που καθόριζε τα όρια της κοινότητας. Σε πολλές απ’ αυτές τις πρωτόγονες κοινότητες (κι έχει ανιχνευτεί αυτό το στοιχείο σε πρωτόγονους λαούς που ανακαλύφθηκαν σήμερα) τα ανδρικά μέλη της φυλής έφευγαν μετά από μια ορισμένη ηλικία από το σόι της μάνας και ζευγάρωναν με γυναίκες που ανήκαν σε άλλα γένη. Για να μιλήσουμε με σημερινούς όρους, το μόνο «εθνικό» στοιχείο που συγκροτούσε τα γένη ήταν ακριβώς αυτό το καθεστώς της εξωγαμίας και σε ιδεολογικό-ψυχικό επίπεδο η επίκληση των κοινών προγόνων και των ταμπού της φυλής. Και είναι χαρακτηριστικό της παρανόησης που επιβλήθηκε από τους πολιτισμένους κυρίαρχους πως εφευρέθηκε στην περίπτωση των Ινδιάνων μία φυλή, η φυλή των Σιού, εθνικά παρακλάδια της οποίας, υποτίθεται, υπήρξαν πολλές ινδιάνικες φυλές. Τον τελευταίο χρόνο ανθρωπολογικές μελέτες απέδειξαν πως όχι μόνο κάτι τέτοιο δε συνέβαινε αλλά υπήρξε μια πλειάδα ινδιάνικων φυλών, συχνά αντιτιθέμενες και πολεμώντας μεταξύ τους, που κάθε άλλο παρά θεωρούσαν τους εαυτούς τους μέλη μια ενιαίας εθνολογικής μονάδας. Αυτό συμβαίνει όταν γίνεται προσπάθεια με τους σημερινούς όρους, του εθνικού κράτους, να εξηγηθεί το παρελθόν. Ένα παρελθόν, βέβαια, που στην περίπτωση της Αμερικής κατακτήθηκε και ισοπεδώθηκε άγρια και ακόμα συνεχίζεται η ιστορία αυτή.
Οι θέσεις λοιπόν για αιωνιότητα της φυλής κ.λπ. μπορούν σήμερα (πιο εμπεριστατωμένα κι από την εποχή που ο Ένγκελς έγραφε την «Καταγωγή της οικογένειας») να αντικρουστούν κι από αστούς ερευνητές. Πάνω σ’ αυτή τη βάση δεν μπορεί με τίποτα να σταθεί η θεωρία της φυλετικής καθαρότητας. μιλώντας συγκεκριμένα για τον ελληνικό πολιτισμό σήμερα, άνετα μπορούμε να πούμε πως αποτελεί σύνθεση αιγυπτιακών, φοινικικών, χετταιϊκών κι άλλων επιδράσεων, τόσο από τη λεκάνη της Μεσογείου αλλά και από την «εθνομάνα» Ασία. Το γεγονός πως ο ελληνικός χώρος αποτέλεσε μια συνεχή κάθοδο προελληνικών, αχαϊκών, δωρικών φυλών, που το επόμενο κατακτούσε το προηγούμενο, σίγουρα δε συνηγορεί στην κακόφημη θεωρία του αιώνιου ελληνικού έθνους που αδιατάρακτα επιβάλλει τη παρουσία του ανά τους αιώνες. Αλλά και κατά την αρχαιότητα μπορεί να μονιμοποιήθηκαν κάποια εθνικά χαρακτηριστικά (σύμφωνα με τον ορισμό του έθνους που δώσαμε στην αρχή), αλλά πάλι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα έθνος στην ολότητά του και για μια ενιαία εθνική συνείδηση (και όχι μόνο φυσικά για την αρχαία Ελλάδα αλλά και για κάθε αρχαίο λαό).
Τέτοια εθνικά χαρακτηριστικά μπορεί να είναι η μονιμότητα του εδάφους (πράγμα που δεν ίσχυε για τους περισσότερους νομαδικούς ή μετακινούμενους πρωτόγονους λαούς), η ομοιότητα της γλώσσας κ.λπ., όμως αυτά από μόνα τους δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν την κοινή εθνική συνείδηση.
Οι αδιάκοποι πόλεμοι των πόλεων-κρατών της αρχαίας Ελλάδας αυτό αποδεικνύουν. Το γεγονός της συμμαχίας των Σπαρτιατών με τους εχθρούς Πέρσες και συμμετοχή τους στην εκστρατεία των Μυρίων το αποδεικνύει. Το να μιλήσεις για «προδοσία» με τους σημερινούς όρους λίγο μπορεί να εξηγήσει ιστορικά την τότε εποχή. Οι διαρκείς εναλλασσόμενες συμμαχίες (Αθηναϊκή, Πελοποννησιακή, Βοιωτική, Αχαϊκή κ.λπ.), οι συγκρούσεις με τους Μακεδόνες που οδήγησαν στη δημιουργία αντιμακεδονικών και φιλομακεδονικών κομμάτων, η κατάκτηση της υπόλοιπης Ελλάδας από τους Μακεδόνες, η νίκη στη Χαιρώνεια, η καταστροφή της Θήβας, αποδεικνύουν πως η βάση των αρχαίων πόλεων-κρατών δεν ήταν εθνική, έτσι όπως σήμερα εννοούμε τον όρο. Το ίδιο ισχύει και για τις μεγάλες αρχαίες αυτοκρατορίες. Η κατάκτηση π.χ. της Μικράς Ασίας και της Βαβυλωνίας από το περσικό κράτος και η κατάκτηση αργότερα των Αιγυπτίων κ.λπ. δεν έγινε μόνο εξαιτίας της στρατιωτικής ανωτερότητας των Περσών αλλά και γιατί οι άρχουσες εμπορικές τάξεις των περιοχών αυτών προτίμησαν την ενσωμάτωσή τους στο περσικό κράτος. Πράγμα που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Είναι σχεδόν κοινή η μοίρα για τις αυτοκρατορίες της αρχαιότητας που, όταν καθιερώνονται και κυριαρχούν, χάνουν σιγά σιγά τα ιδιαίτερα, έστω, φυλετικά ή και εθνικά τους χαρακτηριστικά κι αποκτούν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Αυτό ισχύει τόσο για τη Μακεδονική Αυτοκρατορία και τα ελληνιστικά βασίλεια όσο και για τη Ρωμαϊκή και πολύ περισσότερο για τη μεταβατική Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η πολιτική π.χ. της συγχώνευσης του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ένωση δηλαδή Ασίας και Ευρώπης, οδήγησε στη σύγκρουσή του με τη Μακεδονική Δυναστεία και στην εξόντωση των μέχρι τότε πολεμάρχων του.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα ένας κάθε άλλο παρά μαρξιστής (ο Μαρξ δεν είχε γεννηθεί τότε) και θεωρητικός του πολέμου και των εθνικών συγκρούσεων, ο Κλαούζεβιτς, στο βιβλίο του «Περί του πολέμου». Σύμφωνα μ’ αυτόν, «η Ρώμη έγινε μεγάλη με τις συμμαχίες που συνήψε και χάρη στις οποίες συγχώνευσε λίγο λίγο σ’ ένα σύνολο όλους εκείνους τους γειτονικούς λαούς παρά με τις κατακτήσεις της». Και συνεχίζει παρακάτω: «Οι πόλεμοι του Μ. Αλεξάνδρου υπήρξαν κι αυτοί, με τον τρόπο τους, εντελώς ιδιαίτεροι. Μ’ έναν μικρό στρατό, που διακρινόταν όμως χάρη στην τέλεια οργάνωσή του, ανέτρεψε τις σκωληκόβρωτες δομές των ασιατικών στρατών.»
Η έλλειψη εθνικής συνείδησης χαρακτηρίζει και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, παρά το σαθρό ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Έτσι κι αλλιώς, στα πρώτα στάδια της ύπαρξής της, με εξαίρεση τη γλώσσα, όλα τα πολιτισμικά απομεινάρια του ελληνισμού πολεμήθηκαν και διώχθηκαν άγρια. Αλλά και όταν η άρχουσα τάξη του Βυζαντίου σαν συνεκτικό ιστό της αυτοκρατορίας δημιούργησε το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού, δεν το έκανε από μια σκοπιά εθνικής συνειδητοποίησης και αφύπνισης. Η φυλετική συνείδηση των αυτοκρατόρων (μακεδονική δυναστεία, Ιλλυριοί, εκχριστιανισμένοι «βάρβαροι») και η κρατική στρατιωτική συγκρότηση δεν ήταν ενιαία (ο στρατός αρκετές φορές π.χ. αποτελέστηκε από σκλάβους, μικρασιατικές φυλές, Νορμανδούς κ.λπ.). Όπως γράφει ο Ν. Μπελογιάννης στο μικρό του έργο «Για τις ρίζες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», αυτό συμβαίνει στα τελευταία χρόνια, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία συρρικνώνεται στον καθεαυτό ελληνικό χώρο. Αλλά και τότε έχουμε την άνοδο δυναστειών φιλοφραγκικών και κατά τον επιθανάτιο ρόγχο της παρουσιάζεται μια διάσπαση ανάμεσα στο βασίλειο Δεσποτάτο της Ηπείρου και την αυτοκρατορία της Νίκαιας, που αλληλοτρώγονται για τη διεκδίκηση της πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας.
Το με πόση ευκολία σ’ αυτή τη σύγκρουση παρεμβαίνουν Βούλγαροι, Λατίνοι, Φράγκοι, Άραβες μέχρι και Σελτζούκοι Τούρκοι, θ’ απογοητεύσει όλους εκείνους που στηρίζονται στο σαθρό οικοδόμημα του ελληνοχριστιανικού εθνικισμού και πολιτισμού.
Η φράση ενός από τους εκπροσώπους της ιθύνουσας τάξης των Παλαιολόγων, πως προτιμά το «τούρκικο τουρμπάνι από τη λατινική τιάρα», δείχνει πως για την ιθύνουσα τάξη της εποχής δεν υπήρχαν εθνικά διλήμματα. Ούτε πάλι είναι ψέμα πως ολόκληρες περιοχές υποδέχτηκαν αρχικά σαν ελευθερωτές τους Τούρκους κατακτητές απέναντι στην τεράστια κοινωνική, θρησκευτική και εθνική καταπίεση από τους Βυζαντινούς.
Και μια που «περάσαμε» στον Μεσαίωνα, να αναφέρουμε πάλι τον Κλαούζεβιτς, που, προσπαθώντας να παρακολουθήσει την εξέλιξη της τέχνης του πολέμου διαχρονικά, λέει τα παρακάτω:
«Οι μικρές και μεγάλες μοναρχίες του Μεσαίωνα διεξήγαν τους πολέμους τους με φεουδαλικά μέσα. Όλα περιορίζονταν σε μια χρονική περίοδο, ό,τι δεν μπορούσε να γίνει μέσα σ’ αυτό το χρόνο θεωρούνταν ακατόρθωτο. Η ίδια η φεουδαλική δύναμη στηριζόταν στη δύναμη των βασσαλών, ο σύνδεσμος και η ενότητά τους ήταν εν μέρει νόμιμη υποχρέωση, εν μέρει συμμαχία. Το σύνολο σχημάτιζε μια αληθινή συνομοσπονδία. Ο εξοπλισμός και η πρακτική βασίζονταν στο δίκαιο της ισχύος, στη μεμονωμένη μάχη και επομένως ταίριαζε σε σημαντικά σώματα. Πράγματι, η ενότητα του κράτους ποτέ δεν υπήρξε τόσο χαλαρωμένη όσο σ’ αυτή την εποχή, ούτε ο μεμονωμένος πολίτης τόσο ανεξάρτητος. Όλα αυτά έδιναν στους πολέμους αυτής της εποχής έναν εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα. Διεξάγονταν μ’ έναν τρόπο αρκετά πρωτόγονο. Έχαναν λίγο χρόνο στο πεδίο, αλλά ο αντικειμενικός στόχος περιοριζόταν στην τιμωρία και όχι στην υπόταξη του εχθρού. Άρπαζαν τα ζωντανά τους, έκαιγαν τους πύργους τους και τους αιχμαλώτιζαν».
Ο Κλαούζεβιτς είναι σαφής: «Ο ατελείωτες και φλύαρες συγκρούσεις μέσα στην Ευρώπη είχαν σαν βάση τους τον χαλαρό τρόπο κοινωνικής και κρατικής οργάνωσης». Είναι σίγουρο πως σ’ εκείνη την εποχή δεν μπορούμε να μιλάμε για εθνική αφύπνιση αλλά για κάποια σκιρτήματα.
Μα και η άρχουσα τάξη της εποχής, οι φεουδάρχες, δεν μπορούν να εμπνεύσουν και να ηγεμονεύσουν -σύμφωνα με τον Γκράμσι- σε μια προσπάθεια εθνικής συγκρότησης. Η φεουδαρχία οδηγεί στον κατακερματισμό. Η μόνη ομάδα διανοουμένων που εξακολουθεί να παίζει έναν ενοποιητικό ρόλο ήταν η «κατηγορία των εκκλησιαστικών, που ήταν οργανικά δεμένοι με την αριστοκρατία της γης». Μην ξεχνάμε πως η ροή των βαρβαρικών επιδρομών τελειώνει αρκετά αργά, μόλις το δέκατο αιώνα, όταν οι Ούγγροι δημιουργούν το δικό τους κράτος.
Αλλά και τα κράτη της εποχής δεν είναι καθεαυτά κράτη, με την έννοια την εθνική.
«Παρ’ όλες τις προσπάθειες να δανειστούν από τη Ρώμη την πολιτική και διοικητική κληρονομιά, οι Φράγκοι δεν απέκτησαν την αίσθηση του κράτους («Μεσαιωνική Δύση», Λε Κοφ).
Και συνεχίζει ο συγγραφέας: «Καταρχήν, η διαίρεση που πραγματοποίησαν ογδόντα ειδικοί στο Βερντέν, το 1843, και η οποία φαίνεται να περιφρονεί όλα τα εθνικά ή φυσικά σύνορα, αντιστοιχούσε σε οικονομικές πραγματικότητες... Στη συνέχεια διαγράφονται τα μελλοντικά έθνη. Η δυτική Φραγκία θα αποτελέσει τη Γαλλία, με την οποία αρχίζει να ενώνεται η Ακουϊτανία, μολονότι για μεγάλο χρονικό διάστημα διαφοροποιείται και εξατομικεύεται μέσα στο βασίλειο. Η ανατολική Φραγκία θα αποτελέσει τη Γερμανία, η οποία μη έχοντας σύνορο παρά μόνο στο Βορρά, θα κλείνει αφενός προς τα δυτικά, πέρα μάλιστα από την Ποθαριγγία, η οποία θ’ αποτελέσει για αιώνες το μήλο της Έριδος μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας (που κληρονόμησαν τον ανταγωνισμό των εγγονών του Καρλομάγνου), αφετέρου προς το Νότο, όπου το μεγάλο ιταλικό και αυτοκρατορικό θαύμα διατηρεί τη γοητεία του (ο πόθος για το Νότο αλληλοδιαδέχεται τον πόθο για την Ανατολή), που σκιαγραφείται από τα σλαβικά σύνορα. Η Ιταλία, τέλος, με τις μεταπτώσεις της, παραμένει ένα βασίλειο που απειλείται από τις γερμανικές αυτοκρατορικές διεκδικήσεις και τις κοσμικές φιλοδοξίες των Παπών».
Συνεπώς ούτε η εικόνα της Ευρώπης ήταν όπως την ξέρουμε, ούτε φυσικά θα μείνει έτσι αιώνια.
Η πολιτειακή μορφή του Μεσαίωνα ακολουθεί την πολυδιάσπαση της οικονομίας, την κυριαρχία της υπαίθρου πάνω στην πόλη. Ακόμα και η συγκέντρωση των εξουσιών δεν αφήνει έδαφος για μια συνολική εδαφική και εθνική συσπείρωση.
«Διαισθανόμασταν, ωστόσο, τι είναι αυτό που συμβαίνει την εποχή των Καρολίδων και θα έχει αποφασιστική σημασία για το μεσαιωνικό κόσμο. Στο εξής ο κάθε άνθρωπος θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον άρχοντά του και αυτός ο κοντινός ορίζοντας, αυτός ο ζυγός από τον άρχοντα, που ασκείται πάνω σ’ ένα στενό κύκλο, θα θεμελιωθεί στο δίκαιο».
Έτσι, μπορούμε να πούμε πως τόσο η δουλοκτητική κοινωνία, αποκλείοντας από την πολιτική ζωή εκατομμύρια ανθρώπων και οδηγώντας τους στον αφανισμό, όσο και η φεουδαρχική κοινωνία, με τον οικονομικό και κοινωνικό κατατεμαχισμό, αδυνατούν να συγκροτήσουν ένα πλαίσιο οικονομικής και πολιτικής λειτουργίας που θα επέτρεπε την εθνική αφύπνιση και συγκρότηση (εσωτερική αγορά, στοιχειώδες δίκαιο και κανόνες λειτουργίας, ενιαία κρατική και διοικητική μηχανή κ.λπ.).
Αυτό δεν σημαίνει πως σ’ αυτούς τους τύπους των κοινωνιών δεν μπορούμε να συναντήσουμε μεμονωμένα και όχι ανεπτυγμένα εθνικά χαρακτηριστικά. Ούτε επίσης σημαίνει πως μπορεί να αμφισβητηθεί η διαχρονική παρουσία λαών και λαοτήτων μέσα από το πέρασμα του ιστορικού χρόνου. Π.χ. ο Φαλμεράιερ φτάνει στο σημείο ν’ αρνηθεί αυτή τη συνέχεια, πράγμα που δεν το δέχεται ο γνωστός φιλέλληνας και μαρξιστής Τόμσον, υπερασπίζοντας με επιχειρήματα τη θέση του. Η υπεράσπιση της «συνέχειας» δεν γίνεται με όρους φυλετικούς ή αίματος, σύμφωνα με τον Τόμσον. Πράγμα, που πέρα από το αστείο ή αντιεπιστημονικό, είναι και επικίνδυνο και φασιστικό. Γιατί ο Φαλμεράιερ συγκέντρωσε όλη τη χολή των ντόπιων εθνικιστών και σοβινιστών, όχι τόσο γιατί αμφισβήτησε την ιστορία όσο τη φυλετική καθαρότητα των Ελλήνων. Δεν έπρεπε Σλάβος να μολύνει το άλικο ελληνικό αίμα! Κι ας πέρασαν τόσοι αιώνες παράλληλης ιστορικής όσμωσης ανάμεσα στους νοτιοσλαβικούς και τους υπόλοιπους λαούς.
Η υπεράσπιση της συνέχειας και της ύπαρξης των λαών, μαζί και του ελληνικού, γίνεται με τους όρους της ιστορίας. Ψάχνοντας και αναδείχνοντας πώς ο λαός ή οι λαοί που έζησαν στο συγκεκριμένο χώρο έδρασαν ιστορικά, πώς διαμόρφωσαν ετούτα ή εκείνα τα χαρακτηριστικά, πώς χώνεψαν τις διάφορες πολιτιστικές κ.λπ. επιδράσεις μέσα στους τελευταίους αιώνες. Έτσι απαντιούνται και αιτιολογούνται οι διάφορες συνέχειες και ασυνέχειες και φυσικά όχι ψάχνοντας να βρούμε πόσα καντάρια ελληνικό αίμα έτρεχε στις φλέβες του Μεγαλέξανδρου!

Η περίοδος της εθνικής αφύπνισης -πότε δημιουργήθηκε το εθνικό ζήτημα

Όπως τα σπέρματα του μέλλοντος υπάρχουν μέσα στο παλιό έτσι και το εθνικό κράτος δημιουργείται μέσα από τη σήψη και την αποσύνθεση της πολιτειακής οργάνωσης του φεουδαρχισμού. Είναι συγκεκριμένη αυτή η παρουσία.
Αλλά η εμφάνιση του εθνικού προβλήματος, η εθνική αφύπνιση, πάει παράλληλα με την εμφάνιση των πρώτων εθνικών κρατών χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα.
«Το έθνος δεν είναι απλά μια ιστορική κατηγορία -γράφει ο Στάλιν στο "Μαρξισμός και εθνικό ζήτημα"- μα ιστορική κατηγορία μιας ορισμένης εποχής, της εποχής του καπιταλισμού που βρίσκεται σε άνοδο. Το προτσές για την εξάλειψη της φεουδαρχίας και την ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι ταυτόχρονα και προτσές για τη συγκρότηση των ανθρώπων σε έθνος. Έτσι π.χ. έγινε στη Δυτική Ευρώπη. Οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί και οι άλλοι συγκροτήθηκαν σε έθνος στο διάστημα της νικηφόρας πορείας του καπιταλισμού, που θριάμβευσε απέναντι στο φεουδαλικό τεμαχισμό. Ο σχηματισμός όμως, του έθνους εκεί σήμαινε και τη μετατροπή τους σε αυτεξούσια κράτη. Το αγγλικό, το γαλλικό και άλλα έθνη είναι σύγκαιρα και αγγλικό, γαλλικό κ.λπ. κράτος. Η Ιρλανδία, που έμεινε έξω απ’ το προτσές, δεν αλλάζει τη γενική αυτή εικόνα».
Στη Δύση, λοιπόν, η γέννηση των εθνών σχεδόν ταυτίστηκε με τη γέννηση των εθνικών κρατών. Η εμφάνιση του έθνους στην ιστορία πραγματοποιείται α) πάνω στη βάση μιας σημαντικής οικονομικής εξέλιξης και β) μέσα σ’ ένα αντίστοιχα διαμορφωμένο ιστορικό-πολιτικό χώρο. Συνδετικός κρίκος της οικονομίας και της πολιτικής είναι η εμφάνιση ενός νέου ταξικού υποκειμένου:
«Η κεφαλαιοκρατία είναι κύριο πρόσωπο που δρα. Για τη νεαρή κεφαλαιοκρατία το βασικό ζήτημα είναι η αγορά. Σκοπός της είναι να καταναλώσει τα εμπορεύματά της και να βγει νικήτρια στον ανταγωνισμό της με την κεφαλαιοκρατία της άλλης εθνότητας. Από δω προέρχεται και η επιθυμία της να εξασφαλίσει για τον εαυτό της τη δική της, την ”πάτρια” αγορά».
Δεν είναι μόνο όμως η κεφαλαιοκρατία…
«Στον αγώνα ανακατώνεται η μισοφεουδαλική-μισοκεφαλαιοκρατική γραφειοκρατία του κυρίαρχου έθνους με τις δικές της μεθόδους πυγμής. Η κεφαλαιοκρατία του έθνους που κυβερνάει -αδιάφορο αν είναι μεγάλη ή μικρή- έχει τη δυνατότητα να ”ξεκάνει” πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά τον ανταγωνιστή της. Ενώνονται οι δυνάμεις και αρχίζει μια ολόκληρη σειρά από περιοριστικά μέτρα, που μετατρέπονται σε ”καταπίεση ενάντια στην αλλοεθνή” κεφαλαιοκρατία. Ο αγώνας απ’ την οικονομική σφαίρα μεταφέρεται στην πολιτική. Περιορισμός στην ελευθερία κίνησης, απαγόρευση της γλώσσας, περιορισμός στα εκλογικά δικαιώματα, ελάττωση σχολείων, θρησκευτικές απαγορεύσεις κ.λπ. σωριάζονται στο κεφάλι του ”ανταγωνιστή”. Τα μέτρα βέβαια αυτά δεν εξυπηρετούν μονάχα τα συμφέροντα της κεφαλαιοκρατικής τάξης του έθνους που κυβερνάει μα και τους ειδικούς -σα να λέμε- σκοπούς της κάστας, όπως είναι η γραφειοκρατία που διοικεί». (Στάλιν, στο ίδιο).
Ο Γκράμσι προσθέτει εδώ ακόμα και τους οργανικούς «διανοούμενους», τους ιδεολογικούς ηγέτες της τάξης:
«Όταν το 1789 ένας καινούριος κοινωνικός σχηματισμός κάνει την πολιτική του εμφάνιση στην ιστορία, αυτός είναι κιόλας εξ ολοκλήρου εξοπλισμένος για όλες του τις κοινωνικές λειτουργίες, γι’ αυτό αγωνίζεται για την ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στο έθνος, χωρίς να ‘ρχεται σε ουσιαστικούς συμβιβασμούς με τις παλιές τάξεις αλλά αντίθετα, υποτάσσοντάς τες στους δικούς του σκοπούς. Οι πρώτοι πυρήνες διανοουμένων νέου τύπου γεννιούνται μαζί με τους πρώτους οικονομικούς πυρήνες, επηρεάζοντας ακόμα και την ίδια την εκκλησιαστική οργάνωση (γαλλικανισμός και πολύ πρώιμοι αγώνες ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος). Αυτή η μαζική παραγωγή διανοουμένων εξηγεί το ρόλο της γαλλικής παιδείας στο 18ο και 19ο αιώνα, ρόλο διεθνούς και κοσμοπολίτικης ακτινοβολίας και εξάπλωσης, με ιμπεριαλιστικό και ηγεμονικό χαρακτήρα κατά τρόπο οργανικό και, κατά συνέπεια, πολύ διαφορετικό από το ρόλο της ιταλικής παιδείας, που έχει χαρακτήρα μεταναστευτικό, προσωπικό και αποσπασματικό και που δεν επιδρά πάνω στην εθνική βάση για να την ενισχύσει, αλλά αντίθετα, συμβάλλει στο να κάνει αδύνατη τη συγκρότηση μιας στέρεας εθνικής βάσης».
Εδώ ο Γκράμσι θέτει ένα ακόμα στοιχείο. Το στοιχείο της ολοκλήρωσης της επαναστατικής αστικοδημοκρατικής αλλαγής που πραγματοποιείται στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου αλλά υπολείπεται στις χώρες της περιφέρειας (υπάρχει βιβλίο αναφορικά με Αγγλία, Γερμανία κ.λπ.).
Τι συνιστά αυτή την αστικοδημοκρατική ολοκλήρωση: χωρισμός ιδιωτικού και πολιτικού χώρου, χωρισμός εκκλησίας-κράτους, κανένας συμβιβασμός με τις (τουλάχιστον στη φάση της ανόδου) υπόλοιπες «παλιές» τάξεις, μαζική παραγωγή διανοουμένων, κοσμοπολίτικη, ηγεμονική ακτινοβολία. Με δυο λόγια, όλους τους «εκσυγχρονισμούς» που αποτελούν μόνιμο διακαή πόθο των αστικών και μικροαστικών πολιτικών δυνάμεων σε χώρες σαν την Ιταλία, ή πολύ περισσότερο, σαν την Ελλάδα (με ανολοκλήρωτη την αστικοδημοκρατική τους επανάσταση). Έτσι, βλέπουμε πως για το μαρξισμό η γέννηση του έθνους και της εθνικής συνείδησης δεν αποτελεί καθόλου νεφέλωμα και μια ακατάληπτη διαχρονική έννοια. Είναι κάτι το προσδιορισμένο ταξικά και ιστορικά, όπως είπαμε, και μάλιστα με αρκετά αναλυτικά επιχειρήματα και «ψαξίματα», προσδιοριστικά και διεισδυτικά μαζί.
Να δούμε τώρα τους δύο όρους που συνιστούν το φόντο της εθνικής αφύπνισης:
α) Οικονομία:
«Η αγορά είναι το πρώτο σχολείο όπου η κεφαλαιοκρατία διδάσκεται τον εθνισμό» (Στάλιν).
Μα, θα πει κανείς, αγορά και εμπορευματική παραγωγή υπήρξαν και σε άλλες φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας.
Ο όρος κλειδί είναι αυτό που ο Μαρξ ονομάζει «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου». Αυτή πραγματοποιήθηκε στις χώρες της Ευρώπης, τις σημερινές ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.
Ο βούλγαρος ιστορικός Ν. Τοντόροφ, στο έργο «Βαλκανική Πύλη», κάνει κριτική ακόμα και σε διάφορους μαρξιστές ιστορικούς που θεωρούν ότι η εξέλιξη της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε στα Βαλκάνια. Αποδεικνύει πως μια τέτοια διαδικασία είναι αρκετά αυστηρά χρονικά και τοπικά προσδιορισμένη από τον Μαρξ. Δεν αφορά γενικά το νόμο της συσσώρευσης του κεφαλαίου αλλά μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, όπου οι βασικές ευρωπαϊκές αστικές τάξεις συγκροτήθηκαν κεφαλαιοκρατικά.
Εκεί μπόρεσε η νεόκοπη αστική τάξη να εξασφαλίσει τους ιστορικούς όρους για να συγκεντρώσει και να συγκεντροποιήσει τις οικονομικές και κεφαλαιουχικές της δυνατότητες. Κι ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα, που αφορά τον ιστορικό και πολιτιστικό χώρο που επέτρεψε στην αστική τάξη να πραγματοποιήσει αυτό το άλμα.
Όσοι εχθροί του μαρξισμού τού προσάπτουν το «αρνητικό» μιας οικονομίστικης και χυδαίας αντίληψης για την ιστορία θα εκπλαγούν όταν ο Μαρξ σε πολλά έργα του, και στο «Κεφάλαιο», μιλάει για τον ρόλο που έπαιξαν τα «φρέσκα» γερμανικά φύλα σ’ αυτή τη διαδικασία της εθνικής ομογενοποίησης. Πώς εκτιμά τον ενοποιητικό ρόλο του χριστιανισμού, τη μεταλαμπάδευση όλων των κατακτήσεων του ρωμαϊκού και αρχαίου γερασμένου κόσμου στις νέες γενιές των γερμανικών λαών, το ρόλο εθνικών εκκαθαρίσεων που έπαιξαν οι ατέρμονοι εκατονταετείς, τριακονταετείς κ.λπ. πόλεμοι, το πολιτικό σχολείο, που στάθηκε η πολιτική ζωή των ιταλικών πόλεων, τον προστατευτικό φραγμό που αποτέλεσε το Βυζάντιο απέναντι στις αραβικές και τουρκικές εξορμήσεις κ.λπ. Όλα αυτά βοήθησαν στην πρωταρχική συσσώρευση και την αρχική συγκρότηση της αστικής τάξης, σύμφωνα με τον Μαρξ.
Υπάρχει ολόκληρη εργασία για την επίδραση του Λούθηρου και γενικά των προτεσταντικών αντιλήψεων στο ζήτημα της συσσώρευσης. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα πυκνή σε εξέλιξη χρονική περίοδο, από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, όπου η πολιτική «νίβει» την οικονομία και η οικονομία την πολιτική, μέσα σ’ ένα γεωγραφικό χώρο που έχει συγκεντρώσει ιστορικά τις πιο πρωτοποριακές τεχνικές, πολιτιστικές κ.λπ. κατακτήσεις τής μέχρι τότε ανθρωπότητας. Που φυσικά δεν πραγματοποιείται ειδυλλιακά αλλά πάνω στα κόκαλα (κυριολεκτικά) των εργαζόμενων μαζών που «απελευθερώνει» η αποσύνθεση του φεουδαρχικού συστήματος. Μια πραγματικά άγρια και βάρβαρη περίοδος.
Ο Goff, στο βιβλίο του «Μεσαιωνική Δύση», γράφει: «Τον ίδιο καιρό οι οικονομικές και στρατιωτικές ανάγκες που επέτρεπαν στο μεγάλο γαιοκτήμονα ή και τον υποχρέωναν -κυρίως αν ήταν άρχοντας, κόμης ή δούκας- να πάρει πρωτοβουλίες, αρχίζουν να μεταβάλλουν τον άρχοντα σε προστατευτική οθόνη ανάμεσα στους υποτελείς και το βασιλιά».
Όμως, «το 13ο αιώνα γίνεται το αποφασιστικό βήμα. Για να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους, η Φλωρεντία, Γένουα, Βενετία, οι Ισπανοί, Γάλλοι, Γερμανοί ηγεμόνες πρέπει να κόψουν νομίσματα υψηλής αξίας… Διεισδύοντας στην ύπαιθρο η εγχρηματισμένη οικονομία και μετασχηματίζοντας την αγροτική πρόσοδο, θα αποτελέσει αποφασιστικό στοιχείο στη μεταμόρφωση της μεσαιωνικής Δύσης».
Η πορεία είναι όμως χωρίς επιστροφή. «Ανάμεσα στα κράτη που οικοδομούνται από τον 11ο ως το 14ο αιώνα ακόμα, και οι πιο ισχυρές από τις μοναρχίες και τα κράτη που κληρονομούν την εξουσία ούτε έχουν εξασφαλισμένη δυναστεία ούτε έχουν καθοριστεί εδαφικά. Για να πάρουμε ένα μονάχα παράδειγμα, ολόκληρη η σύγχρονη δυτική Γαλλία αμφιταλαντεύεται και θα εξακολουθούσε να αμφιταλαντεύεται μέχρι τον 15ο αιώνα ανάμεσα στη Γαλλία και την Αγγλία. Το μέλλον όμως διαγράφεται στη διαμόρφωση των εδαφικών συνόλων, τα οποία μέσα από προωθήσεις, υποχωρήσεις και μεταμορφώσεις οδεύουν προς τη συνένωση των μικρών μεσαιωνικών κυττάρων».
Το ρήμα «αμφιταλαντεύεται» που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι χαρακτηριστικό της εθνολογικής και ιστορικής ρευστότητας της εποχής. Ετσι, περνάμε μέσα από μια αργή εξέλιξη, από τη χωροδεσποτεία του φεουδαρχικού πύργου («βάση μιας κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης») στον ηγεμόνα και στα μοναρχικά κράτη. Σ’ ένα διαρκή αγώνα αλληλοεξόντωσης. Προσπάθειες ενοποίησης γίνονται στη Γαλλία τον καιρό των Καπέτηδων. «Οι Καπέτηδες αποκαθιστούν την όλο και μεγαλύτερη ισχύ τους διευρύνοντας τα βασιλικά αγροκτήματα, τα οποία εκκαθαρίζονται από τους φεουδάρχες που δημιουργούσαν ταραχές» (Goff, στο ίδιο).
Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται μέσα σε μια τεράστια ποικιλία. Παίρνει το χαρακτήρα της επανάκτησης (reconquista) στην Ισπανία, δηλαδή της εκκαθάρισης από τους Άραβες, είναι πιο στέρεα στην Αγγλία, όπου ο Ιωάννης ο Ακτήμων με τη «Μεγάλη Χάρτα» παραχωρεί το πρώτο Κοινοβούλιο και προχωρεί στην ενοποίηση της Βρετανίας καταπίνοντας Ουαλία και Σκοτία.
«Στις αρχές του 14ου αιώνα η Αγγλία είναι το πιο μοντέρνο, το πιο σταθερό χριστιανικό κράτος. Αυτό θα επιτρέψει στο μικρό κράτος των περίπου τεσσάρων εκατομμυρίων να αποσπάσει από το γαλλικό κολοσσό, με τα δεκατέσσερα εκατομμύρια, λαμπρές νίκες στην αρχή του Εκατονταετούς Πολέμου» - «Στα ανατολικά (Ιταλία) και στο Βορρά (Γερμανία) ο φεουδαρχικός κατακερματισμός και η ασάφεια των συνόρων λειτουργούν εναντίον της αρχής της κεντρικής εξουσίας, που υποσκάπτεται επιπλέον και από το γερμανικό αποικισμό» Και πιο κάτω «Ήδη από το τέλος του 13ου αιώνα οι πόλεις επιβάλλονται μονάχα στο πλαίσιο αστικών συνομοσπονδιών… Αλλά ο καιρός των νησίδων, των σημείων, των μικρών κυττάρων έχει παρέλθει μαζί με την κλασσική φεουδαρχία. Αρχίζει να επιβάλλεται μια άλλη μορφή οργάνωσης του χώρου: Τα κράτη. Τα διορατικά πνεύματα της εποχής, αντιλαμβάνονται αυτή την πραγματικότητα με τη δημογραφική της μορφή. Ο Πέτρος Ντιμπουά εκτιμά ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας είναι ο ισχυρότερος ηγεμόνας της Χριστιανοσύνης επειδή έχει το μεγαλύτερο αριθμό υπηκόων και ο Μαρσίλιο από την Πάντοβα θεωρεί τον πληθυσμό μια από τις κύριες δυνάμεις των μοντέρνων κρατών. Αλλά ο αριθμός αυτός δεν μπορεί να υπάρξει παρά σε μια μεγάλη επιφάνεια και η πρόοδος αρχίζει να απαιτεί μια ενοποίηση μεγάλων εκτάσεων» (Goff, στο ίδιο).
Η εποχή της φωτισμένης απολυταρχίας και των εθνικών κρατών ξημερώνει. Η απολυταρχία αρχικά προστάτευσε και ανέπτυξε τον αστισμό. Ο Φον Κλαούζεβιτς στο «Περί πολέμου» παρακολουθεί από «κοντά» την αλλαγή αυτή και την καταγράφει στο στρατηγικό επίπεδο. «Οι μεγάλες εμπορικές πόλεις και οι μικρές δημοκρατίες εισήγαγαν τους contotieri… Το φεουδαλικό σύστημα συγκεντρώθηκε σιγά σιγά σε μια συγκεκριμένη εδαφική κυριαρχία. Συσφίχτηκαν οι δεσμοί που ένωναν το κράτος. Οι προσωπικές υπηρεσίες τροποποιήθηκαν σε υλικές υποχρεώσεις, το χρήμα σιγά σιγά υποκατέστησε τις τελευταίες στις περισσότερες περιπτώσεις, και οι φεουδαλικές στρατολογήσεις μεταβλήθηκαν σε στρατούς μισθοφόρων»… «Οι contotieri επιμήκυναν την ύπαρξή τους ως την περίοδο του Τριακονταετούς Πολέμου και βρίσκουμε ακόμα ελαφρά σημάδια τους ως το 18ο αι.».
«Αυτά τα κράτη δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν πραγματικές ενότητες. Επρόκειτο μάλλον για την συνένωση αρκετά χαλαρά συνδεδεμένων δυνάμεων και δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ούτε σαν μια δρώσα συμφωνία με λογικούς και απλούς κανόνες, διάνοια». «Όσο καιρό τα μεγάλα κράτη, που αναδύθηκαν απ’ αυτό το χάος χρειάζονταν χρόνο για να ισχυροποιηθούν και να οργανωθούν, όλη τους η ισχύς και η ενεργητικότητα δεν κατευθύνονταν παρά σ’ αυτό ακριβώς το σημείο. Οι εξωτερικοί τους πόλεμοι είναι ολιγάριθμοί κι εκείνοι που πραγματοποιήθηκαν φέρουν τη σφραγίδα μιας ατελούς πολιτικής ενοποίησης» (Goff, στο ίδιο).
Οι πόλεμοι γίνονται βασικά μέσα στα παγιωμένα για την εποχή του Κλαούζεβιτς σύνορα των κρατών (γι’ αυτό και χαρακτηρίζονται περισσότερο εσωτερικοί παρά εξωτερικοί απ’ αυτόν). Όμως για την εποχή που περιγράφει, η εσωτερική εθνική ενοποίηση δεν είναι δεδομένο.
«Το τέλος του 18ου αιώνα, συνεχίζει ο Κλαούζεβτις, πρέπει να θεωρηθεί σαν η στιγμή της ιστορίας κατά την οποία η μόνιμη στρατιωτική δύναμη, όπως υφίστατο ως το 18ο αι. φτάνει στην ωριμότητά της». «…Ο λαός, που ήταν το παν στον πόλεμο κατά την εποχή των βαρβαρικών εισβολών, που έπαιζε μεγάλο ρόλο στις πολιτείες της αρχαιότητας και στο Μεσαίωνα, δεν ήταν πλέον απολύτως τίποτε». «…Ήταν γνωστά κατά προσέγγιση τα οικονομικά μέσα, το περιεχόμενο του Ταμείου και η πιστωτική κατάσταση του εχθρού καθώς και η έκταση του στρατού του». «…Ο πόλεμος έγινε έτσι, στην πραγματική του ουσία, ένα παιχνίδι όπου ο χρόνος και η τύχη ανταλλάσσουν χαρτιά». «…Εκεί βρίσκονταν τα πράγματα, όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση. Η Αυστρία και η Πρωσία έθεσαν σε δοκιμασία τη διπλωματική τους δύναμη. έκανε την εμφάνισή της στα 1793 μια δύναμη που δεν είχε περάσει από το νου κανενός. Ο πόλεμος έγινε πάλι ξαφνικά υπόθεση του λαού και μάλιστα ενός λαού 30 εκατομμυρίων κατοίκων, που θεωρούνταν όλοι τους πολίτες του κράτους». «…Το αποτέλεσμα υπήρξε λαμπρό. Στη Γερμανία πρώτη ξεκίνησε η Πρωσία, έκανε τον πόλεμο εθνική υπόθεση, χωρίς χρήματα και πιστώσεις, μ’ έναν πληθυσμό μειωμένο κατά το ήμισυ κι ανέλαβε εκστρατεία μ’ ένα στρατό δυο φορές ισχυρότερο από εκείνον του 1806».
Ο Κλαούζεβιτς πολύ ξεκάθαρα αφηγείται μέσα από την εξέλιξη της πολεμικής στρατηγικής τη συγκρότηση τελικά των εθνικών κρατών στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει αστικό κίνημα εκείνης της εποχής που να μην έχει στην προμετωπίδα του εθνικό χρώμα και πατριωτικές αναφορές (παράδειγμα, ο ύμνος της Γαλλικής Επανάστασης).

Συνοψίζοντας

Εθνικές κατηγορίες της μιας ή της άλλης μορφής μπορεί να υπήρξαν σ’ όλη την πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης, όμως το έθνος μ’ όλη την ολότητα των χαρακτηριστικών του εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη και προσδιορισμένη ιστορική φάση.
Η φάση της εθνικής αφύπνισης συνδέεται με την άνοδο της αστικής τάξης, που μέσα από τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου και πάνω από τη διάλυση του φεουδαρχικού συστήματος οικοδομεί τη δική της εσωτερική αγορά, στα όρια του δικού της εθνικού κράτους.
Εθνική αφύπνιση και εμφάνιση του εθνικού κράτους πηγαίνουν παράλληλα, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη, όπου συγκροτούνται τα πρώτα εθνικά κράτη.
Μ’ αυτή την έννοια, το εθνικό κράτος αποτελεί ένα βασικό εργαλείο, απαραίτητο για την ύπαρξη της κεφαλαιοκρατίας και σημαντικό της όργανο, που διασφαλίζει τη συνέχεια της εξουσίας της και τις οικονομικοπολιτικές της λειτουργίες. Κι αυτό ισχύει ειδικά για τις σημερινές ιμπεριαλιστικές χώρες, που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο των αστικοδημοκρατικών τους διεκδικήσεων. Έτσι εξηγείται η «εμμονή» των δικών μας απόψεων απέναντι σε απόψεις που βλέπουν ολοκληρώσεις διαφόρων τύπων (π.χ. ΕΟΚ) εκεί που, πραγματικά,  αυτές δεν υφίστανται. Η αστική τάξη έχει συνδεθεί -πέρα απ’ όλα τα άλλα- και ιστορικά με το εθνικό κράτος.
Το εθνικό κράτος με τη γραφειοκρατία του, τους οργανισμούς, τους διανοούμενους, το στρατό, τη διπλωματία, την εκπαίδευση, το εθνικό νόμισμα δεν μπορεί να ξεπεραστεί από την ίδια την αστική τάξη. Μπορεί να «ξεπεραστεί» μόνο μέσα από την ανατροπή της τάξης αυτής και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κομμουνιστικής προοπτικής.
Είναι πραγματικά τραγελαφικό ότι, σύμφωνα μ’ αυτές τις «νεωτερίζουσες» απόψεις, εκεί που πραγματικά πρέπει να διαπιστωθεί πρόβλημα ολοκλήρωσης (π.χ. το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας μας) και να αναληφθούν τα ανάλογα καθήκοντα, εκεί κάποιοι κλείνουν τα μάτια και θεωρούν τα εθνικά ζητήματα από ξεπερασμένα ως ανύπαρκτα.
Κι όσοι τα «ανακαλύπτουν», με καθυστέρηση δεκαετιών, το κάνουν με τόση δόση εθνικοσοβινισμού που θα ευχόμασταν να μην τα ανακάλυπταν ποτέ…

Στο Β’ Μέρος: Πώς έλυσε ο μαρξισμός το εθνικό ζήτημα. Βαλκάνια και εθνική συνείδηση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου