Από την εκδήλωση του ΚΚΕ(μ-λ) για την εξέγερση του Μάη του ’36 (9/5/2026)
Ο Μάης του ‘36 αποτέλεσε κορύφωση της ταξικής πάλης και μια εργατική–λαϊκή εξέγερση σε συνθήκες προεπαναστατικής περιόδου. Ήταν προπομπός της ιστορικής δεκαετίας του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας (‘41–49), της εποποιίας των ΕΑΜ–ΕΛΑΣ–ΕΠΟΝ–ΔΣΕ. Ήταν καρπός της δράσης τού τότε επαναστατικού ΚΚΕ, της επίδρασης που άσκησε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και της ραγδαίας ανόδου του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα. Σήμερα, αποτελεί πολύτιμη πηγή συμπερασμάτων για την ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της, αλλά και για την αναδιοργάνωση του κομμουνιστικού κινήματος και κόμματος της εποχής μας.
Ο Λένιν έχει ορίσει το κομμουνιστικό κόμμα ως «το οργανωμένο σε πολιτικό κόμμα πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης». Η πορεία αυτής της συγκρότησης διέπεται από τη διαλεκτική σχέση δύο παράλληλων και αλληλοεπηρεαζόμενων πεδίων: του πεδίου της ταξικής–συνδικαλιστικής συγκρότησης, του κινήματος, και του πεδίου της πολιτικής–ιδεολογικής συγκρότησης, του κόμματος. Απόψεις που προσπαθούν να «κόψουν δρόμο» σε αυτή τη διαδικασία, που επιχειρούν να δουν τα πεδία αυτά ξεκομμένα το ένα από το άλλο είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Το σημερινό επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης φέρει πάνω του τα σημάδια της ήττας του κομμουνιστικού κινήματος και των συνεπειών της. Κάνοντας έναν παραλληλισμό με τη δεκαετία του ‘30, μπορούμε να δούμε με ευκολία ότι αυτή η διαδικασία βρίσκεται σε άλλη φάση. Η εργατική τάξη σήμερα δεν βρίσκεται ούτε σε φάση εφόδου ούτε σε φάση προεπαναστατικής ετοιμασίας.
Ποια είναι τα απαιτούμενα στοιχεία που διακρίνουν μια τέτοια φάση;
Πρώτον, η συνείδηση των αντιπαραθετικών, ανειρήνευτων ταξικών συμφερόντων απέναντι στην αστική τάξη. Η εμπέδωση του ότι η ζωή και το μέλλον των εργαζομένων βρίσκεται σε σύγκρουση με τους εκμεταλλευτές.
Δεύτερον, η συνείδηση της θέσης της εργατικής τάξης στην κοινωνία. Η συνειδητοποίηση ότι σε αυτή την κοινωνία η εργατική τάξη δεν κατέχει τίποτα πέρα από τη δυνατότητα να θέτει προς πώληση και εκμετάλλευση την εργατική της δύναμη. Και σε αυτή τη βάση, η κατάκτηση της αλήθειας ότι το αστικό κράτος, η αστυνομία, η θρησκεία, ο στρατός, η δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ και η Βουλή αποτελούν όργανα καταπίεσης.
Τρίτον, το αυξημένο επίπεδο συνδικαλιστικής οργάνωσης, που προϋποθέτει το μαζικό μπάσιμο των εργαζομένων στα σωματεία.
Τέταρτον, η συνείδηση της ιστορικής αποστολής της και του πρωτοπόρου ρόλου της στο λαϊκό κίνημα. Η εμπέδωση της ιστορικής νομοτέλειας ότι η εργατική τάξη είναι προορισμένη να ηγηθεί του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας άλλης, σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Πέμπτον, το κέρδισμα του πρωτοπόρου τμήματος της εργατικής τάξης με την κομμουνιστική ιδεολογία και τη μαρξιστική–λενινιστική κοσμοαντίληψη και η συγκρότηση του κόμματος της εργατικής τάξης. Έτσι «ολοκληρώνεται σε μια πρώτη φάση» η διαδικασία της συγκρότησής της ως τάξης για τον εαυτό της.
Γίνεται εμφανής με γυμνό μάτι η τρανταχτή διαφορά της περιόδου που εξετάζουμε σε σχέση με τη σημερινή.
Τότε, το εργατικό κίνημα βρισκόταν σε ραγδαία άνοδο. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 υπήρχε ένα κύμα όλο και συχνότερων, σκληρών, παράνομων αλλά και νικηφόρων απεργιών, που εμπεριείχαν ένοπλη καταστολή και δολοφονημένους εργάτες. Σύμφωνα με στοιχεία της Ενωτικής ΓΣΕΕ, το 1932 έγιναν 200 απεργίες με συμμετοχή 80.000 εργατών. Το 1933 έγιναν 360 απεργίες με συμμετοχή 120.000 εργατών. Το 1934 έγιναν 480 απεργίες με συμμετοχή 180.000 εργατών. Μόνο το πρώτο τρίμηνο του 1936, οι απεργοί καταμετρούνταν σε 200.000 πανελλαδικά, όσοι ήταν μέσα στους δέκα πρώτους μήνες του 1935.
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις του περάσματος της ταξικής πάλης σε ανώτερο επίπεδο αποτελούν η γενική απεργία και ένοπλη εξέγερση στο Ηράκλειο το 1935, αλλά και η ένοπλη εξέγερση των σταφιδοπαραγωγών της νότιας Πελοποννήσου την ίδια χρονιά.
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στο καπνεργατικό κίνημα. Η πρώτη προσπάθεια οργάνωσης γίνεται από τη σοσιαλιστική οργάνωση της Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη, πριν από την ίδρυση του ΚΚΕ, γεγονός που αποτελεί απόδειξη της διπλής σχέσης κινήματος–κόμματος που εντοπίζουμε παραπάνω. H ίδρυση του ΚΚΕ το 1918 δεν προέκυψε στο κενό. Ήδη το 1914 ξεσπά καπνεργατική απεργία που κατακτά την πρώτη συλλογική σύμβαση στην Ελλάδα!
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της ωρίμανσης του εργατικού–λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο αναφέρουμε μερικά μόνο από τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί.
«Παναυτοκινητιστική απεργία τον Φλεβάρη στην Αθήνα με 10.000 συνοδεύεται από απεργία τροχιοδρομικών και επεκτείνεται στη Θεσσαλονίκη. Τον ίδιο μήνα, παλλαϊκή απεργία με οδοφράγματα στην Καβάλα. Το ίδιο και στις Σέρρες με την κάθοδο στην πόλη των καπνοπαραγωγών και στη Δράμα που γίνεται συλλαλητήριο 30.000 εργατών, αγροτών, επαγγελματιών. Τον Μάρτη, παμφοιτητική απεργία που κρατά 25 μέρες και συμμετέχουν στην πορεία τα σχολεία Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης. Πανεργατική απεργία στη Χίο. Παλλαϊκό συλλαλητήριο στις Σέρρες και στον Βόλο τον Απρίλη, και εικοσιτετράωρη απεργία στην Καλαμάτα. Η Πρωτομαγιά γιορτάζεται με απεργίες δεκάδων χιλιάδων στις κυριότερες πόλεις. Μέσα στον Απρίλη φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν 198 αγωνιστές, τον Μάη 1.490 αγωνιστές και πάνω από δέκα δολοφονήθηκαν».
Το πρώτο ενωτικό καπνεργατικό συνέδριο λαμβάνει χώρα τον Απρίλιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη, όπου ιδρύεται η Πανελλαδική Καπνεργατική Ομοσπονδία. Στις 29 Απρίλη κατεβαίνουν σε απεργία οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας. Βλέπουμε ότι η εξέγερση του Μάη όχι μόνο κεραυνός εν αιθρία δεν ήταν, αλλά φυσική εξέλιξη της όξυνσης της ταξικής πάλης και του υψηλού επιπέδου οργάνωσης του εργατικού κινήματος.
Σε άμεση συσχέτιση με αυτά τα δεδομένα, τον Νοέμβρη του 1934, το επαναστατικό ΚΚΕ βάζει το σύνθημα το κόμμα να φτάσει τα 10.000 μέλη μέσα στο 1935. Τον Ιούνη του 1935 αναδιατυπώνει τον οργανωτικό στόχο ως εξής: «να ξεπεραστεί κατά πολύ το σύνθημα για 10.000 μέλη» και «να γίνει πρωταρχική συσσώρευση δυνάμεων σε Αθήνα, Πειραιά, Λάρισα, Βόλο, Θεσσαλονίκη, Καβάλα», όπου βρισκόταν το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης. Στις καπνουπόλεις της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας, το ΚΚΕ κατέγραφε παραδοσιακά μερικά από τα καλύτερα εκλογικά του ποσοστά. Αυτοί οι αριθμοί αποκαλύπτουν τη «διαλεκτική σύνδεση κινήματος–κόμματος».
Στο κομματικό επίπεδο, η εσωκομματική πάλη στο ΚΚΕ έχει λήξει μετά την επέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1931 και το ΚΚΕ έχει προχωρήσει στην έκδοση προγραμματικών θέσεων το 1934, προσδιορίζοντας σωστά το χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα. Το ΚΚΕ προσπάθησε να βάλει τις βάσεις για να αντεπεξέλθει πολιτικά και οργανωτικά στις οξυμένες συνθήκες πάλης.
Καταφανής αντίθεση υπάρχει με τη σημερινή πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση της ΝΔ ψηφίζει σημαντικά αντεργατικά μέτρα, όπως η έμμεση κατάργηση του οκταώρου, η θέσπιση δεκατριάωρου και απλήρωτων υπερωριών. Εφαρμόζει τον νόμο Χατζηδάκη βάζοντας χέρι μέσα στα σωματεία, συλλαμβάνοντας μέχρι και μέλη ΔΣ, διώκοντας εργαζόμενους του δημοσίου τομέα. Το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων μειώνεται συνεχώς.
Η συμμετοχή στις απεργίες είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η συνηθισμένη, με κάποιες χιλιάδες στις μεγάλες πόλεις. Οι απεργίες έχουν περιορισμένη διάρκεια και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταφέρνουν να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους. Ελάχιστοι κλάδοι υπογράφουν πραγματικές συλλογικές συμβάσεις και είναι ζήτημα το αν μπορούν να τις επιβάλουν στην πράξη.
Το ποσοστό οργάνωσης των εργαζομένων είναι μικρό, με την πλειονότητά τους να βρίσκεται έξω από τα σωματεία και να μην έχει εμπιστοσύνη σε αυτά. Υπάρχει αστικορεφορμιστική κυριαρχία στα σωματεία, με το σύνολο σχεδόν των οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος να βρίσκεται στα χέρια είτε των δυνάμεων του αστικού–εργοδοτικού συνδικαλισμού είτε του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού των ΚΚΕ–ΠΑΜΕ.
Όλη η παραπάνω σύγκριση δεν γίνεται με σκοπό να καμφθεί το ηθικό των αγωνιστών∙ γίνεται για να εξοπλιστεί το σημερινό αγωνιστικό δυναμικό με τα πραγματικά δεδομένα και να κάνει σωστή αναγνώριση των καθηκόντων που έχει μπροστά του. Δηλαδή:
· Το ανέβασμα του επιπέδου της ταξικής πάλης στο σήμερα, στους αγώνες αντίστασης και διεκδίκησης που ξεσπούν για τους μισθούς, τις συλλογικές συμβάσεις, το οκτάωρο, τις συνδικαλιστικές ελευθερίες.
· Το ζωντάνεμα και η μαζικοποίηση των σωματείων, η ίδρυση νέων σωματείων, το ανέβασμα της συμμετοχής πλατιών στρωμάτων των εργαζομένων στην ταξική πάλη. Η ανασυγκρότηση των σωματείων ως μαζικών οργάνων πάλης των εργαζομένων με την ανάλογη πολιτική και οργανωτική τους λειτουργία, ώστε να φτάσουν στο επίπεδο να πετυχαίνουν νίκες.
· Η αλλαγή των συσχετισμών μέσα στα σωματεία υπέρ της επαναστατικής γραμμής και η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των αστικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων σε αυτά.
· Το κέρδισμα ενός πρωτοπόρου δυναμικού με τις γραμμές της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης και η πολιτική του στράτευση με στόχο την Ανεξαρτησία και τον Σοσιαλισμό.
Ποια διδάγματα βγαίνουν από τον Μάη του ‘36 για την πάλη του σήμερα;
1. Για τον διαχρονικό κορμό των εργατικών αιτημάτων
Ο Μάης του ‘36 είχε ως κύριο ζήτημα τη συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ των καπνεργατικών σωματείων και των καπνεμπόρων, που είχε υπογραφεί από το 1924 αλλά δεν εφαρμοζόταν. Τα κύρια αιτήματα ήταν: (1) ο διπλασιασμός του μισθού που στην πράξη είχε πέσει στο μισό, (2) η ποσόστωση των προσλήψεων ανειδίκευτου προσωπικού (η λεγόμενη «τόγκα»), (3) η ενίσχυση του καπνεργατικού ταμείου (ΤΑΚ) και η πρόνοια για τις εργατικές ασθένειες (κυρίως τη φυματίωση), και (4) η εφαρμογή του οκταώρου που είχε ψηφιστεί στη Βουλή αλλά δεν εφαρμοζόταν. Στην εξέλιξή της, η απεργία γενικεύτηκε και έθεσε και πολιτικούς στόχους, όπως η παραίτηση του πρωθυπουργού Μεταξά.
Η πιο βασική παρατήρηση είναι ότι τα αιτήματα αυτά είναι γειωμένα στην καθημερινότητα της εργατικής τάξης, είναι κατανοητά σε κάθε εργάτη και πατάνε σε προηγούμενους αγώνες. Από τα πρώτα βήματα συγκρότησης της εργατικής τάξης, οι συλλογικές συμβάσεις αποτύπωναν τη δυνατότητά της να επιβάλει στην εργοδοσία συμφωνίες που περιείχαν μέσα τους κατακτήσεις. Ο τρόπος, όμως, που μπαίνει σήμερα το ζήτημα των συλλογικών συμβάσεων δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την περίοδο.
Τότε, το υψηλό επίπεδο τοπικής, κλαδικής και πανελλαδικής οργάνωσης των εργατών, η ύπαρξη μαζικών μαχητικών σωματείων, έκαναν εφικτή την επιβολή σημαντικών εργατικών κατακτήσεων τόσο με πανελλαδικές συμβάσεις όσο και με συμβάσεις εργασίας ανά εταιρία ή ανά πόλη. Για να υπογραφούν αυτές οι συμβάσεις, όμως, προηγήθηκαν σκληρές, παράνομες απεργίες, που είχαν μέχρι και νεκρούς.
Σήμερα, οι αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις προσπαθούν να προσπεράσουν το ζήτημα της από τα κάτω οργάνωσης και μαζικοποίησης του κινήματος. Από τη μία, οι αστικές–εργοδοτικές δυνάμεις λένε ότι οι συλλογικές συμβάσεις μπορούν να πέσουν ως μάννα εξ ουρανού. Σκορπούν αυταπάτες για την οδηγία της ΕΕ για τις συλλογικές συμβάσεις και διεκδικούν την εφαρμογή της, λες και οι ιμπεριαλιστές της ΕΕ που πετσόκοψαν τα εργατικά δικαιώματα στην Ελλάδα με τα μνημόνια τώρα νοιάζονται γι’ αυτά!
Η υπογραφή της «κοινωνικής συμφωνίας» για τις συλλογικές συμβάσεις μεταξύ κυβέρνησης, ΣΕΒ και ΓΣΕΕ είναι χαρακτηριστική για το πώς φαντάζεται η ηγεσία της ΓΣΕΕ τις συλλογικές συμβάσεις. Συμφωνίες κορυφής χωρίς διαδικασίες πάλης, με τους εργαζόμενους να μαθαίνουν ότι η σύμβαση υπογράφηκε μέσω μιας πενιχρής αύξησης μισθού, με βάση τον κωδικό ΚΑΔ του επαγγέλματός τους κι αυτό όταν είναι δηλωμένο! Αυτές δεν είναι πραγματικές συλλογικές συμβάσεις που αποτυπώνουν δικαιώματα, αλλά κανονισμοί εργασίας που εμπεριέχουν όλους τους αντεργατικούς νόμους.
Όμως, και στις δυνάμεις της Αριστεράς, στα λεγόμενα ταξικά σωματεία, δεν είναι λίγες οι αυταπάτες. Τα σχέδια συλλογικών συμβάσεων είναι ατελείωτες χαρτούρες που συχνά έχουν περισσότερες σελίδες από τα μέλη που κινητοποιούν. Είναι αποκομμένες από το πραγματικό επίπεδο συγκρότησης των σωματείων και έχουν αιτήματα όπως το 7ωρο, τη στιγμή που καταργείται το 8ωρο. Η κήρυξη κλαδικών απεργιών γίνεται με λειψή προετοιμασία, οργάνωση και συμμετοχή των εργαζομένων, ίσα ίσα για να φανεί ότι γίνονται κινητοποιήσεις∙ κινητοποιήσεις που καταλήγουν συνήθως σε «συναντήσεις με την εργοδοσία» και «απολογισμό νίκης» χωρίς την υλοποίηση κανενός αιτήματος.
Η επιχειρηματολογία πάνω στην οποία στηρίζουν τα σωματεία τη διεκδίκηση των συλλογικών συμβάσεων σκορπά αυταπάτες στους εργαζόμενους. Δικαιολογούν το δίκαιο των αιτημάτων στηριγμένοι είτε στην κερδοφορία των εργοδοτών είτε στην τεχνολογική ανάπτυξη και την τεχνητή νοημοσύνη. Συνδέουν το επίπεδο ζωής των εργαζομένων με τα επίσημα ποσοστά του πληθωρισμού. Συνολικά, αποτυγχάνουν να εξοπλίσουν τους εργαζόμενους με τη λογική ότι είναι αντίπαλοι και όχι εταίροι με την εργοδοσία. Ακόμα περισσότερο, ο ρόλος των σωματείων είναι να παλεύουν στον δρόμο και όχι να καταθέτουν προτάσεις νόμου στη Βουλή!
Οι εργαζόμενοι και η αστική τάξη δεν είναι εταίροι! Είναι ταξικοί εχθροί. Τα δικαιώματα των εργατών και η κερδοφορία των εργοδοτών βρίσκονται σε ανειρήνευτη αντιπαράθεση μεταξύ τους. Για να κερδίσει η μία πλευρά, πρέπει να χάσει η άλλη. Οι συλλογικές συμβάσεις και οι συνθήκες εργασίας δεν ρυθμίζονται βάσει του διαλόγου ούτε με την επίκληση των τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά στη βάση του συσχετισμού δύναμης και του βαθμού οργάνωσης των εργαζομένων. Ύστερα, αποτυπώνονται στη μία ή στην άλλη συμφωνία. Αυτή ήταν και θα είναι η βάση κάθε εργατικού αγώνα.
2. Για τον καθοριστικό ρόλο των γυναικών εργατριών
Καθοριστικό ζήτημα για την επιτυχία της απεργίας του ‘36 ήταν η δυνατότητα του εργατικού κινήματος να κινητοποιήσει στην πρώτη γραμμή το γυναικείο εργατικό δυναμικό. Οι εργάτριες χρησιμοποιούνταν από τους καπνέμπορους για να αποτελούν το πιο καταπιεσμένο κομμάτι της εργατικής τάξης. Τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30, οι καπνέμποροι αύξησαν συστηματικά την εργασία των γυναικών, φτάνοντας την αναλογία γυναικών–αντρών από το δύο προς ένα στο επτά προς ένα. Η πολιτική αυτή στόχευε στο να χρησιμοποιήσει τις γυναίκες ως ανειδίκευτο και κακοπληρωμένο εργατικό δυναμικό, προκειμένου να πέσουν τα μεροκάματα, όπως κάνουν σήμερα με τους μετανάστες εργάτες ή με τις γυναίκες εργάτριες.
Δεν είναι λίγοι οι κλάδοι σήμερα όπου οι εργοδότες προσλαμβάνουν στοχευμένα εργάτριες –και πολλές φορές μητέρες– προκειμένου να εκμεταλλευτούν τη δυσμενή θέση που τους επιφυλάσσει η καπιταλιστική κοινωνία. Ειδικά στον κλάδο των τροφίμων, συναντούμε εργατικές βάρδιες να αποτελούνται πλήρως από εργάτριες. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής των εργοδοτών αναδείχθηκαν με τον πιο φρικτό τρόπο στο εργοδοτικό έγκλημα στη «Βιολάντα», όπου πέντε εργάτριες μητέρες θυσιάστηκαν για τα κέρδη της εργοδοσίας.
Πρέπει να γίνει συνείδηση στο εργατικό κίνημα ότι χωρίς να εντάξει στις γραμμές του τα πιο σκληρά εκμεταλλευόμενα κομμάτια του, δηλαδή τις γυναίκες εργάτριες, τους μετανάστες και τις μετανάστριες εργάτριες, θα έχει έλλειμμα στη συγκρότησή του.
Ο ρόλος των γυναικών στον Μάη του ‘36 ήταν ρόλος πρωτοπόρος. Το 70% των απεργών που ξεκίνησαν την πανελλαδική καπνεργατική απεργία του ‘36 ήταν γυναίκες. Οι εργάτριες της περιφρούρησης του σωματείου των γυναικών υφαντουργών ταπείνωσαν τη στρατοχωροφυλακή στη μεγάλη οδομαχία προς το Διοικητήριο Θεσσαλονίκης. Πάλεψαν με γυμνά χέρια απέναντι στα ρόπαλα, έριξαν τους χωροφύλακες από τα άλογά τους και ενώθηκαν με τους άλλους απεργούς μπροστά στο Διοικητήριο, δίνοντας θάρρος σε όλο το κίνημα.
Σήμερα, το γυναικείο ζήτημα συχνά αντιμετωπίζεται ξεκομμένα από την ταξική του βάση, με μονομέρεια στα ζητήματα έμφυλης καταπίεσης, χωρίς να προσδιορίζεται η αστική τάξη ως κύριος εχθρός. Είναι ζήτημα κυρίως των ίδιων των ταξικά συνειδητοποιημένων γυναικών να βάλουν με μεγαλύτερη απαίτηση στα σωματεία το ζήτημα της ανάκτησης της γυναικείας μαχητικής εργατικής ταυτότητας. Και αυτό θα είναι ένα προχώρημα για το εργατικό κίνημα συνολικά.
3. Για το ζήτημα του πολέμου και του φασισμού
Όπως τότε, έτσι και σήμερα. Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης μετά το κραχ του ‘29, στη φάση της τότε πολεμικής προετοιμασίας για το ξαναμοίρασμα του κόσμου, πόλεμος και φασιστικοποίηση βρίσκονταν σε άμεση σύνδεση μεταξύ τους. Ο πόλεμος έχει ιστορικά υπάρξει χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού στο στάδιο της κρίσης. Προφανείς είναι οι παραλληλισμοί με τη σημερινή φάση προετοιμασίας όρων για έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Βασικό στοιχείο της συγκρότησης των εργατικών αγώνων ήταν η άρνηση να πληρώσουν την κρίση, η απαίτηση για αυξήσεις στους μισθούς και η άρνηση να γίνουν κρέας στα κανόνια. Η αντιπολεμική επιχειρηματολογία ήταν βασικό στοιχείο των εργατικών σωματείων τόσο προς τον λαό όσο και προς τους φαντάρους που κλήθηκαν να καταστείλουν την εξέγερση.
Ο φόβος που προκάλεσε η εξέγερση του Μάη στην αστική τάξη επιτάχυνε τις διεργασίες για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Συνεπώς, αναδείχθηκε για ακόμα μια φορά η στενή σχέση αντιπολεμικής–αντιιμπεριαλιστικής, αντιφασιστικής και εργατικής πάλης.
4. Για την πολιτική του ενιαίου μετώπου και την κοινή δράση
Το επαναστατικό ΚΚΕ και τα τότε εργατικά συνδικάτα, κάτω από την επίδραση των θέσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς και με την απειλή του φασισμού να απλώνεται σε όλη την Ευρώπη, υιοθέτησαν την πιο πλατιά κοινή δράση στη βάση των εργαζομένων. Η επίδραση των θέσεων της Διεθνούς ήταν καθοριστική σε δύο πεδία.
Πρώτον, στη δυνατότητα του ΚΚΕ να ασκεί μετωπική πολιτική, συσπειρώνοντας γύρω του ευρύτερα λαϊκά στρώματα, που αντιλαμβάνονταν την ανάγκη αντιπαράθεσης στον φασισμό, ακόμα και αν πολιτικά διαφωνούσαν με το ΚΚΕ.
Δεύτερον, στη δυνατότητα ενοποίησης όλων των φορέων του εργατικού κινήματος σε ενιαίο μέτωπο ενάντια στην κυβέρνηση. Τον Μάη του ‘36 ήταν η πρώτη φορά που όλες οι εργατικές συνομοσπονδίες στην Ελλάδα κατόρθωσαν να βγάλουν κοινή ανακοίνωση και κατέληξαν σε κοινή πανεργατική απεργία (13/5/36).
Παρ’ όλα αυτά, η κοινή δράση έχει και αυξημένες απαιτήσεις. Η σύμπηξη κοινού μετώπου στο συνδικαλιστικό κίνημα με τις αστικές και σοσιαλιστικές παρατάξεις απαιτούσε ένα ανώτερο επίπεδο εγρήγορσης από τη μεριά των στελεχών του ΚΚΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος των απαράδεκτων υποχωρήσεων στο όνομα της ενότητας.
Οι κριτικές που ασκούνται στον Θέο, συνδικαλιστικό στέλεχος του ΚΚΕ, ότι καθυστέρησε την κήρυξη της γενικής απεργίας στην προσπάθεια να βρει ενωτικό βηματισμό με τις άλλες συνομοσπονδίες και ότι δεν κατέβασε σε απεργία μια σειρά ομοσπονδίες της Βόρειας Ελλάδας είναι βάσιμες. Επίσης, η κριτική από την ΚΕ του ΚΚΕ για την πρόωρη λήξη της απεργίας, χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί όλα τα αιτήματά της, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Μεταξά να αθετήσει κάποιες υποσχέσεις, συλλαμβάνοντας συνδικαλιστές, είναι χαρακτηριστική των ζητημάτων που προέκυψαν. Παρ’ όλα αυτά, οι βασικές οικονομικές διεκδικήσεις ικανοποιήθηκαν, καθώς ο Μεταξάς ανάγκασε τους καπνέμπορους να υποχωρήσουν, λαμβάνοντας υπόψιν τα συνολικά συμφέροντα της αστικής τάξης.
Σήμερα, η κοινή δράση αναδεικνύεται ως σημαντικό στοιχείο που πρέπει να διακρίνει το εργατικό–λαϊκό κίνημα. Κανένα κίνημα δεν έχει δυνατότητα νίκης χωρίς να πετύχει τη μέγιστη δυνατή κοινή συσπείρωση της βάσης των εργαζομένων. Όμως, η ενότητα δεν σημαίνει υποστολή των πολιτικών θέσεων και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κοινή δράση απαιτεί την ακόμα καλύτερη συγκρότηση των κομμουνιστικών δυνάμεων στο πλαίσιο του ενιαίου μετώπου και ακόμα πιο αναβαθμισμένες δυνατότητες καθοδήγησης.
Ειδικά σε περιπτώσεις που κηρύσσεται «νίκη» ενός κινήματος η λήξη μιας απεργίας, πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν ο χαρακτήρας του αστικού κράτους. Οι εργάτες πρέπει να αναπτύξουν τη συνείδηση ότι τα δικαιώματά τους κερδίζονται σε εχθρικό έδαφος και έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Όταν πέφτει το επίπεδο της ταξικής οργάνωσης, η αστική τάξη βρίσκει τον τρόπο να αναιρεί τα δικαιώματα.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το καπνεργατικό ταμείο ΤΑΚ, το οποίο πράγματι ενισχύθηκε ως αποτέλεσμα του Μάη του ‘36. Ύστερα, όμως, επί καθεστώτος Μεταξά, αφομοιώθηκε στο ΙΚΑ με δυσμενείς όρους και εν τέλει τα αποθεματικά του λεηλατήθηκαν λόγω του πληθωριστικού νομίσματος στην Κατοχή.
Πρέπει, επίσης, οι εργαζόμενοι να εκπαιδευτούν να ελέγχουν την ηγεσία, να κάνουν απολογισμό της δράσης τους, να γνωρίζουν καλά ποια είναι τα αιτήματά τους και να διατηρούν μεγάλο βαθμό εγρήγορσης για την εφαρμογή τους. Σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός τήρησης των συμφωνιών εξαρτάται και από τον γενικό συσχετισμό δύναμης.
5. Για τη δράση του εργατικού κινήματος σε συνθήκες παρανομίας
Ο Μάης του ‘36 διεξήχθη από την αρχή ώς το τέλος σε συνθήκες παρανομίας και άγριας καταστολής, που έφτασε στο ανώτερο επίπεδο, αυτό της επιστράτευσης μονάδων από τη Λάρισα για την ανάκτηση του ελέγχου της Θεσσαλονίκης από τον στρατό.
Από την αρχή υπήρξαν συγκρούσεις, καθώς τα καπνεργατικά σωματεία οργάνωσαν απεργιακές φρουρές και απέκλεισαν τα καπνομάγαζα, εμποδίζοντας την πώληση καπνού. Αυτή η μορφή πάλης βγήκε από την πρώτη στιγμή στην παρανομία.
Όταν κορυφώθηκαν τα γεγονότα του Μάη, αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ότι η αστυνομία όχι μόνο δεν έκανε διαπραγματεύσεις για να επιτρέψει τις συγκεντρώσεις, αλλά οργάνωσε σχέδια αιφνιδιαστικής επίθεσης και διάλυσής τους. Καταγγέλλεται ότι η αστυνομία έβαλε ενόπλους γύρω από μεγάλες πλατείες και άφησε επίτηδες τους εργάτες να μπουν σε αυτές για τους πυροβολήσει μαζικά και να προκαλέσει πολλά θύματα.
Αυτές οι μαρτυρίες είναι μια υπενθύμιση ότι η νομιμότητα μιας απεργίας κρίνεται μόνο στη βάση της συγκρότησης και της μαχητικότητας των εργατών και σε καμία άλλη. Και αυτή η μαχητικότητα ήταν ζήτημα μακροχρόνιας εμπειρίας στις συγκρούσεις και στις θυσίες, που έφτανε στο επίπεδο οι απεργοί να φωνάζουν το σύνθημα «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ»∙ σύνθημα που απέδειξαν ότι είχαν τα πνευμόνια να το σηκώσουν.
Στο 5ο Συνέδριο του ΚΚΕ το 1934 μπαίνει η κατεύθυνση:
«Τα συνδικάτα πρέπει να μετατραπούν σε γερά και μαχητικά αντιφασιστικά φρούρια, τα καλύτερα όπλα στα χέρια του προλεταριάτου. Να τα κάνουμε ικανά να αναπτύσσονται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και κάτω από τις συνθήκες ολοκληρωτικού θέσιμού τους εκτός νόμου».
Τα σωματεία της Θεσσαλονίκης απέδειξαν ότι ήταν αλύγιστα αντιφασιστικά φρούρια. Κατόρθωσαν να συσπειρώσουν μαζί τους όλο τον λαό της πόλης. Όλα τα μαγαζιά έκλεισαν και στήριξαν την απεργία. Οι φαντάροι, μέχρι και κάποιοι αξιωματικοί των συνταγμάτων της Θεσσαλονίκης, αρνήθηκαν να χτυπήσουν τους απεργούς. Όταν κηρύχθηκε 24ωρη απεργία στην πόλη, ήταν τέτοια η οργή για τις δολοφονίες εργατών, που ο αστυνομικός διοικητής διέταξε την αστυνομία να κλειστεί μέσα στα Τμήματα.
Τι σχέση έχει αυτού του είδους η επαναστατική προετοιμασία με τη σημερινή αξιοθρήνητη κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος, που κυριολεκτικά τρέμει στο άκουσμα της λέξης «παρανομία»; Συνδικαλιστικές ηγεσίες που προδίδουν ανοιχτά τους εργαζόμενους και τους καταγγέλλουν, όπως έκανε η ΠΝΟ με την απεργία των ναυτεργατών της Αδριατικής. Ηγεσίες όπως της ΓΣΕΕ, που αντί να απαιτούν την κατάργηση του ηλεκτρονικού φακελώματος του ΓΕΜΗΣΟΕ, θέλουν να γίνουν διαχειριστές του!
Σωματεία του ΠΑΜΕ που, ενώ είχαν στα λόγια «αφήσει τον νόμο Χατζηδάκη στα χαρτιά», εφαρμόζουν τις ηλεκτρονικές διαδικασίες βαφτίζοντάς τες «ελιγμό αντεπίθεσης»! Απεργοσπαστική απόφαση της ΑΔΕΔΥ που αφήνει ακάλυπτους τους εργαζόμενους στο δημόσιο, μη προκηρύσσοντας απεργία για την αξιολόγηση. Αποπροσανατολιστικές δηλώσεις ηγεσιών των ΕΛΜΕ από μεριάς ΠΑΜΕ αλλά και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς «να μη διατυμπανίζουμε το θέμα της δυνητικής αργίας της Χρύσας Χοτζόγλου γιατί τρομάζει ο κόσμος». Και μπορούμε να συνεχίσουμε με πολλά ακόμα παραδείγματα.
Προφανώς, το εργατικό κίνημα διεκδικεί να είναι νόμιμες οι μορφές πάλης του. Απαιτεί την κατάργηση των αντεργατικών νόμων και όχι «να μείνουν στα χαρτιά», όπως λένε οι ρεφορμιστές που μετά πάνε και τους εφαρμόζουν. Όμως, δεν συγκροτείται πάνω στη βάση της νομιμότητας. Δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες για τη φύση του εκμεταλλευτικού συστήματος. Δεν ζούμε στη δημοκρατία, αλλά στη δικτατορία του κεφαλαίου, που είναι διατεθειμένη να αιματοκυλίσει την ανθρωπότητα. Οι εργατικές κατακτήσεις δεν κερδήθηκαν με επερωτήσεις στη Βουλή και σχέδια νόμου, αλλά με το αίμα της εργατικής τάξης.
Πρωταρχικό στοιχείο για την εκπαίδευση των εργαζομένων να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα είναι η αναγνώριση της φύσης του συστήματος όπως πραγματικά είναι. Αυτή η διαδικασία θα γεννήσει τους νέους λαϊκούς αγωνιστές, που θα είναι έτοιμοι να κάνουν θυσίες για τα συμφέροντα της τάξης τους.
Ως κλείσιμο αυτής της παρέμβασης, είναι υποχρέωσή μας να αναφερθούμε στο ζήτημα της σοσιαλιστικής κοινωνίας για την οποία πάλεψαν οι αγωνιστές του λαού.
Η προοπτική της επαναστατικής ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος και η οικοδόμηση μιας άλλης, σοσιαλιστικής κοινωνίας ήταν διάχυτη στην πορεία της ταξικής πάλης, στον Μάη του ‘36, στη μεγάλη δεκαετία της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου το ‘41–49. Η παγκόσμια ακτινοβολία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ ασκούσε τιτάνια προωθητική δύναμη σε όλα τα λαϊκά κινήματα. Δεν ήταν υπεράνθρωποι αυτοί που έπεσαν στον Μάη της Θεσσαλονίκης, οι 200 που στήθηκαν στον τοίχο της Καισαριανής, εκείνοι που στάθηκαν μπροστά στα τανκς στο Πολυτεχνείο. Ήταν αγωνιστές βγαλμένοι μέσα από τον λαό μας, που στρατεύτηκαν με το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση.
Η σύγκριση με τις ηρωικές στιγμές χάνει το νόημά της όταν δεν αποτελεί έμπνευση για δράση στο σήμερα. Οι θυσίες των αγωνιστών δεν είναι ούτε μνημόσυνο ούτε αφορμή για λιβάνισμα. Είναι οδηγός για τις σημερινές θυσίες στο μπόι των σημερινών συνθηκών.
Η κρίση του καπιταλιστικού–ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν μπορεί να επιλυθεί και παράγει φαινόμενα κοινωνικής σήψης. Ο Τραμπ κραυγάζει ότι «θα ισοπεδώσει σε μία μέρα τον πολιτισμό του Ιράν». Η λιμοκτονία χρησιμοποιείται ως μέσο γενοκτονίας στη Γάζα. Χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες πνίγονται στη Μεσόγειο. Νέα πείνα εξαπλώνεται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Κοινός παρονομαστής είναι η διαδικασία ξαναμοιράσματος του κόσμου ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές.
Η προβολή του οράματος της επαναστατικής ανατροπής και της σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν είναι μια «μελλοντολογική» συζήτηση που αφορά τη «Δευτέρα Παρουσία», όπως συνηθίζεται να λέγεται. Είναι ένα κρίσιμο πολιτικό και ιδεολογικό μέτωπο το οποίο αφορά την υπόθεση με την οποία καλούνται να στρατευτούν οι νέοι αγωνιστές.
Όσον αφορά εμάς, έτσι αντιλαμβανόμαστε την τιμή στους αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους για τα δικαιώματα του λαού και της εργατικής τάξης. Συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε την ιστορία του εργατικού, λαϊκού, κομμουνιστικού κινήματος και τις κατακτήσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Συνεχίζουμε να αναζητούμε τις απαντήσεις για τα αίτια της ήττας του επαναστατικού εργατικού κομμουνιστικού κινήματος και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στις σοσιαλιστικές χώρες. Τόσο θεωρητικά όσο και στο πεδίο της ταξικής πάλης και με γνώμονα τη συμμετοχή των μαζών σε αυτή.
Συνεχίζουμε να αρνούμαστε τον μονόδρομο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας.
Συνεχίζουμε να αναζητούμε τον δικό μας δρόμο με την εργατική τάξη και τους λαούς, για την επανάσταση, την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό.
Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι είναι η εργατική τάξη που γράφει την Ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου