Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φύλ. 1000, στις 13/6/2026
Η ιστορία των λαϊκών προαστίων της Αθήνας είναι σπαρμένη με εργατικούς-λαϊκούς αγώνες και γεγονότα που έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη, αν και έχει γίνει μεγάλη προσπάθεια από τη μεριά του κράτους και της επίσημης ιστορίας να αποσιωπηθούν. Η ηρωική κινητοποίηση -μια πραγματική λαϊκή εξέγερση- των κατοίκων της Ανθούπολης στο Περιστέρι, τον Μάιο του 1956, ενάντια στις εξορύξεις των λιγνιτωρυχείων και στις επιπτώσεις της ληστρικής εκμετάλλευσης του υπεδάφους, ξεχωρίζει στα πρώτα πέτρινα χρόνια της μετεμφυλιακής περιόδου, όταν η κυβέρνηση της ΕΡΕ προσπαθούσε να προσελκύσει επενδύσεις από πρώην μαυραγορίτες, χωρίς να υπολογίζει την καταστροφή του τόπου.
Οι εξορύξεις στην περιοχή ξεκίνησαν το 1935 με 350 περίπου εργαζομένους που καθημερινά εξήγαν μέχρι και 150 τόνους λιγνίτη. Στη διάρκεια της Κατοχής, το ορυχείο πουλήθηκε σε Ιταλούς. Η ανάγκη για λιγνίτη έφερε την αύξηση στην παραγωγή και την ένταση της εκμετάλλευσης του υπόγειου πλούτου αλλά και των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι διπλασιάστηκαν και η ημερήσια παραγωγή έφτασε τους 250 τόνους. Την περίοδο αυτή δούλευαν πολλοί εργάτες από τη Σέριφο και τη Μήλο, έμπειροι στις εξορύξεις αλλά και στους αγώνες. Με την καθοδήγηση του Εργατικού ΕΑΜ, οι λιγνιτωρύχοι της Ανθούπολης θα πραγματοποιήσουν μια πετυχημένη απεργία μέσα στην Κατοχή και θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Αντίσταση.
Στο τέλος της Κατοχής οι Ιταλοί το έδωσαν σε έλληνες ιδιώτες που ήταν γνωστοί δωσίλογοι οι οποίοι καταχράστηκαν χρήματα. Το ορυχείο δούλευε πλέον με λιγότερους εργαζόμενους και μικρότερη παραγωγή. Οι μισθοί ήταν μικροί, οι συνθήκες εργασίας τραγικές και ο κίνδυνος για τις ανθρώπινες ζωές μεγάλος. Παρά την τρομοκρατία της εποχής, οι απεργίες στο ορυχείο εν μέσω εμφυλίου ήταν πολλές και με μαζική συμμετοχή. Ειδικά το 1948-49 υπήρξαν κινητοποιήσεις για μισθούς αλλά και για τα μέτρα ασφαλείας που ήταν ελλιπή.
Τελικά, το 1950 το ορυχείο πέρασε στο ελληνικό Δημόσιο και με εντελώς αδιαφανείς διαδικασίες, το 1951, μισθώθηκε στην εταιρία του Φραγκίσκου Πρεζάνη, με σύμβαση χωρίς όρους προστασίας της τοπικής κοινωνίας που ευνοούσε την πλήρη ασυδοσία. Έτσι, αν και ο αριθμός των εργατών και η παραγωγή αυξήθηκαν, το ορυχείο αλλά και η περιοχή της Ανθούπολης βρέθηκαν στο έλεος μιας ανεξέλεγκτης μεταλλευτικής δραστηριότητας. Η εργοδοτική απληστία δεν άργησε να δείξει το πραγματικό της πρόσωπο. Κατά παράβαση του Μεταλλευτικού Κώδικα –ο οποίος επέβαλε τη διάνοιξη στοών σε βάθος τουλάχιστον 50 μέτρων για την ασφάλεια των επιφανειακών κτισμάτων– η εταιρεία, λειτουργώντας με την πλήρη κάλυψη του κράτους, προχώρησε σε εξορύξεις σε βάθος μόλις 12 έως 15 μέτρων σε πολύ μικρή απόσταση από τα σπίτια, θέτοντας, εξόφθαλμα πλέον, την κερδοφορία του κεφαλαίου πάνω από την ασφάλεια χιλιάδων εργατικών οικογενειών που κατοικούσαν στην περιοχή.
Από το φθινόπωρο του 1953, η ζωή στην Ανθούπολη μετατράπηκε σε έναν καθημερινό εφιάλτη. Οι συνεχείς εκρήξεις δυναμίτη στα σπλάχνα της γης έκαναν τη ζωή των κατοίκων αφόρητη μέρα-νύχτα. Τα σπίτια των φτωχών οικογενειών άρχισαν να παρουσιάζουν βαθιές ρωγμές και να απειλούνται με κατάρρευση. Το τίμημα αυτής της εγκληματικής ασυδοσίας πληρώθηκε και με ανθρώπινο αίμα, όταν η κατάρρευση μιας υπόγειας στοάς στοίχισε τη ζωή σε έναν λιγνιτωρύχο και προκάλεσε τον βαρύ τραυματισμό άλλων δύο συναδέλφων του.
Οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν με διαβήματα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μάλιστα, όταν τέσσερις εργάτριες της περιοχής ξέσπασαν φραστικά εναντίον κυβερνητικού αξιωματούχου που υποβάθμιζε το πρόβλημα, το δικαστήριο τις καταδίκασε σε φυλάκιση!
Το αποκορύφωμα της κρατικής προκλητικότητας σημειώθηκε το καλοκαίρι του 1955, όταν το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε μια απόφαση που υποστήριζε ουσιαστικά την εργοδοτική αυθαιρεσία. Αποφάνθηκε ότι οι μεταλλειοκτήτες έχουν το ελεύθερο να προκαλούν ζημιές στην επιφάνεια, αρκεί να αποζημιώνουν τους ιδιοκτήτες. Ωστόσο, για την Ανθούπολη δεν ίσχυε αυτό, με το πρόσχημα ότι τα σπίτια της εργατιάς είχαν χτιστεί εκτός σχεδίου πόλεως και ήταν «αυθαίρετα».
Ο μαζικός αγώνας για τους κατοίκους ήταν πλέον μονόδρομος. Η πρώτη απάντηση δόθηκε στις 21/11/1955, όταν οι κάτοικοι μπλόκαραν την εγκατάσταση νέων γεωτρύπανων, μια κινητοποίηση που δέχτηκε άγρια καταστολή από τις δυνάμεις της χωροφυλακής. Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο την άνοιξη του 1956, όταν διαδοχικές καθιζήσεις του εδάφους κατέστησαν αρκετά σπίτια εντελώς ετοιμόρροπα, αναγκάζοντας ολόκληρες οικογένειες να κοιμούνται στην ύπαιθρο.
Το βράδυ της 14ης Μαΐου 1956, η υπομονή του λαού εξαντλήθηκε. Όσα ακολούθησαν ήταν το αποτέλεσμα της κρατικής κοροϊδίας, της απόγνωσης και της οργής. Στις 10 το βράδυ, οι καμπάνες της Αγίας Μαρίνας στην Ανθούπολη άρχισαν να χτυπούν, δίνοντας το σύνθημα για γενική εξέγερση. Μέσα σε λίγη ώρα, περισσότεροι από 5.000 κάτοικοι συγκεντρώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς τις εγκαταστάσεις των λιγνιτωρυχείων. Η οργή μετατράπηκε σε δράση. Η εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ στις 15/5/1956 περιγράφει: «…αφού συγκεντρώθηκαν […] εις την είσοδον των λιγνιτωρυχείων όπου και ο ανελκυστήρ, έθεσαν πυρ εις αυτόν χρησιμοποιήσαντες τεμάχια υφάσματος με πετρέλαιο. Μετ’ ολίγον τρομακτική έκρηξις επακολούθησε προκληθείσα από καψύλιον δυναμίτιδας την οποίαν επίσης έδεσαν οι εξεγερθέντες κάτοικοι εις την είσοδον των λιγνιτωρυχείων».
Η κυβέρνηση του… εθνάρχη Κωνσταντίνου Καραμανλή πανικοβλήθηκε και προχώρησε σε μια πρωτοφανή κατασταλτική επιχείρηση μέσα στη νύχτα με τη μεταφορά εκατοντάδων χωροφυλάκων και αστυνομικών από κάθε γωνιά της Αττικής, ενώ μια ολόκληρη ίλη τεθωρακισμένων της αστυνομίας παρατάχθηκε για να προστατεύσει τα γραφεία της εταιρείας και τα εκρηκτικά της. Εκατοντάδες ήταν οι πυροβολισμοί που ρίχτηκαν στον αέρα για να τρομοκρατήσουν τους εξεγερμένους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αν και υπήρξαν πολλοί τραυματισμοί, οι κάτοικοι δεν έκαναν βήμα πίσω. Κατάφεραν να απώθησαν τις αστυνομικές δυνάμεις και να εξουδετέρωσαν τις πυροσβεστικές αντλίες που επιχειρούσαν να πλησιάσουν, αφήνοντας τις εγκαταστάσεις της εκμετάλλευσης να παραδοθούν στις φλόγες μέχρι το πρωί. «Ο απολογισμός […] η πλήρης καταστροφή των επιγείων εγκαταστάσεων των ορυχείων, ώστε να είναι αδύνατον ταύτα να λειτουργήσουν επί αρκετούς μήνας…» (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 16/5/1956)
Στα επεισόδια συνελήφθησαν δεκάδες άτομα, ανάμεσα στα οποία γυναίκες και παιδιά, με βαριές κατηγορίες, όπως «εμπρησμός» και «διέγερση του λαού σε στάση». Ταυτόχρονα, η αστυνομία έριξε την ευθύνη σε «κομμουνιστική υποκίνηση», την κλασική μέθοδο για τη κατασυκοφάντηση των αυθόρμητων λαϊκών ξεσηκωμών. Οι επικεφαλής της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας υποστήριξαν ότι οι κάτοικοι «τόσον εις τον εμπρησμόν όσον και εις τας μετά ταύτα σκηνάς παρεκκινήθησαν από κομμουνιστές, οι οποίοι κατηύθηνον την όλην ανταρσίαν» (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 16/5/1956)
Η συνέχεια δόθηκε στις δικαστικές αίθουσες, όπου το λαϊκό κίνημα έδωσε ακόμα μια μάχη. Τον Μάρτη του 1957 το δικαστήριο αναγκάστηκε να αθωώσει τους κατηγορούμενους, επιβάλλοντας σε 6 κατοίκους μικρές ποινές για αντίσταση κατά της αρχής. Οι καταδικασθέντες άσκησαν έφεση και αφέθηκαν ελεύθεροι.
Στη δίκη των υπευθύνων της εταιρείας που πραγματοποιήθηκε την ίδια περίοδο μετά από μήνυση των κατοίκων, ο Πρεζάνης και ο μηχανικός των λιγνιτωρυχείων καταδικάστηκαν σε ελάχιστους μήνες φυλάκισης, ποινές τις οποίες εξαγόρασαν αμέσως και επέστρεψαν ανενόχλητοι στα σπίτια τους, ενώ στους πληγέντες κατοίκους επιδικάστηκε ως αποζημίωση ένα εξευτελιστικό ποσό μόνο για ψυχική οδύνη, χωρίς καμία πρόβλεψη για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων περιουσιών τους.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική νίκη ήρθε στα τέλη του 1958, όταν αποφασίστηκε το οριστικό κλείσιμο των ορυχείων και το μπάζωμα των στοών για την ασφάλεια των κατοίκων και των σπιτιών τους. Τα λιγνιτωρυχεία της Ανθούπολης δεν ξαναλειτούργησαν ποτέ. Στη θέση τους σήμερα υπάρχει το Άλσος Περιστερίου.
Οι επιπτώσεις, όμως, της εγκληματικής και χωρίς όρια καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του υπεδάφους άφησαν μόνιμα σημάδια στην περιοχή. Το σαθρό υπέδαφος και οι υπόγειες στοές που παρέμειναν κάτω από τη συνοικία ευθύνονται για τις εκτεταμένες καταστροφές που υπέστησαν τα κτίρια της Ανθούπολης στον μεγάλο σεισμό του 1981.
Σήμερα, η εκτεταμένη καταστροφή σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, λόγω εξορύξεων (Σκουριές Χαλκιδικής κ.ά.), λόγω της ανεξέλεγκτης τουριστικής «ανάπτυξης», λόγω της κακόφημης «πράσινης ανάπτυξης» ξαναφέρνουν στο επίκεντρο των συζητήσεων τους αγώνες που είναι μπροστά μας για την υπεράσπιση της ζωής και του τόπου μας.
Η «εξέγερση του κάρβουνου», όπως ονομάστηκε, αποτελεί μια κορυφαία στιγμή της λαϊκής πάλης στην Ελλάδα, καθώς έλαβε χώρα σε λιγότερο από εφτά χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, σε μια περίοδο άγριας τρομοκρατίας, αντικομμουνισμού και διώξεων για την Αριστερά και τους δημοκρατικούς πολίτες. Η αξία της είναι τεράστια. Μπορεί λίγα χρόνια νωρίτερα να ηττήθηκαν οι κομμουνιστές στις πλαγιές του Γράμμου, ο Μπελογιάννης, ο Νικηφορίδης και πολλοί άλλοι να έπεσαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, μπορεί τα ξερονήσια και οι φυλακές να ήταν ακόμα γεμάτα με εξόριστους, αλλά ο λαός δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Η δυναμική αυτή κινητοποίηση προβλημάτισε σοβαρά την κυβέρνηση, καθώς έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι οι κοινωνικοί αγώνες δεν είχαν καμφθεί, αποδεικνύοντας στην πράξη πως όταν ο λαός οργανώνεται, μπορεί να επιβάλει το δίκιο του απέναντι στην κρατική τρομοκρατία και τα συμφέροντα των μεγαλοαστών.
Σ.Σ.
Πηγές
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 15/5/1956 και 16/5/1956
Ταινία του 7ου Γυμνασίου Περιστερίου «Η γειτονιά που άνθησε στο κάρβουνο» https://www.youtube.com/watch?v=PrCsOBiwqLE




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου