Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φύλ. 1008, στις 30/5/2026
Στη μέση του βόρειου Αιγαίου, ανάμεσα σε Λήμνο, Λέσβο και Σκύρο, απομονωμένο και σε μεγάλη απόσταση από άλλο νησί ή στεριά βρίσκεται το μικρό νησάκι του Άη Στράτη, γνωστό για τους πολιτικούς εξόριστους που «φιλοξένησε» μέχρι το 1962. Συνολικά 10.000 αγωνίστριες και αγωνιστές πέρασαν από εκεί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία μέλη του ΚΚΕ, υποφέροντας από την πείνα και παλεύοντας με την αφιλόξενη φύση και την εκδικητική μανία των πολιτικών τους αντιπάλων. Η μόνη οδός διαφυγής τους ήταν η «δήλωση μετάνοιας» και η «αποκήρυξη του ΚΚΕ».
![]() |
| Γ. Ρίτσος στον Άη Στράτη |
Πολλοί ήταν και οι γνωστοί προοδευτικοί άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, κορυφαίοι εκπρόσωποι του ελληνικού πνεύματος που εξορίστηκαν στον Άη Στράτη: Γιάννης Ρίτσος, Μενέλαος Λουντέμης, Δημήτρης Γληνός, Κώστας Βάρναλης, Τάσος Λειβαδίτης, Θέμος Κορνάρος, Δημήτρης Φωτιάδης, Γιώργος Φαρσακίδης, Μάνος Κατράκης, Τζαβαλάς Καρούσος κ.ά. Αλλά και πολιτικοί του ΕΑΜ και της Αριστεράς: Κώστας Γαβριηλίδης, ο Στέφανος Σαράφης, Ηλίας Ηλιού κ.ά.
Η αρχή έγινε στη δεκαετία του ’20 με κάποιους συνδικαλιστές εργάτες του ΣΕΚΕ που εξορίστηκαν στον Άη Στράτη και στη συνέχεια το 1925 με τη δικτατορία του Πάγκαλου και τον εκτοπισμό αντιφρονούντων του καθεστώτος. Οργανωμένο, όμως, στρατόπεδο εξόριστων δημιουργήθηκε μετά το 1929 με το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου, όταν εκτοπίστηκαν εκατοντάδες κομμουνιστές και το νησί έγινε μόνιμος τόπος εξορίας.
Στη συνέχεια, μετά το 1936, στη δικτατορία του Μεταξά, 950 κομμουνιστές, αριστεροί, δημοκράτες και συνδικαλιστές βρέθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στο απομονωμένο νησί. Εκεί τους βρήκε η εισβολή των Γερμανών ναζί στην Ελλάδα και ζήτησαν από τον διοικητή να απελευθερωθούν για να συμμετάσχουν στην υπεράσπιση της πατρίδας και να συμβάλλουν στην αντίσταση απέναντι στον κατακτητή. Η απάντηση του διοικητή ήταν να παρατάξει ένοπλους χωροφύλακες, που πυροβόλησαν και σκότωσαν 3 από τους εξόριστους. Έτσι, οι εξόριστοι, όπως έγινε και σε άλλους τόπους εξορίας και φυλακές, παραδόθηκαν δέσμιοι και με επίσημο τρόπο στους κατακτητές. Η φρουρά που τους επιτηρούσε ήταν γερμανική και ελληνική, με άντρες της Χωροφυλακής που είχαν επικεφαλής τον διαβόητο Βουδικλάρη. Το αναφέρουμε επειδή είναι πολλές οι διαστρεβλώσεις της αλήθειας που αναπαράγονται κατά καιρούς περί μη συμμετοχής Ελλήνων στη διοίκηση του στρατοπέδου, οι οποίες θέλουν να απαλλάξουν τους Έλληνες συνεργάτες των κατακτητών από τις εγκληματικές ευθύνες τους.
Ένα από τα πιο δραματικά γεγονότα μέσα στην Κατοχή ήταν η πείνα στην οποία υποχρέωσε η διοίκηση του νησιού τους εξόριστους τον χειμώνα του 1941-42 -χωρίς να υπάρχει έλλειψη τροφίμων- για να αποσπάσει δηλώσεις, με αποτέλεσμα να πεθάνουν 33 εξόριστοι. Οι νεκροί θα ήταν πολλοί περισσότεροι αν δεν λειτουργούσε η συλλογική αλληλεγγύη μεταξύ τους, η αυτοπειθαρχία και η προσήλωση στα υψηλά ιδανικά του αγώνα τους. Τελικά, οι περισσότεροι δεν υποχώρησαν και κατάφεραν να επιβιώσουν χωρίς να υπογράψουν δηλώσεις.
Κορυφαίο γεγονός, όμως, που έσωσε τους τελευταίους 62 εξόριστους ήταν η απόδρασή τους με καΐκι του ΕΛΑΝ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) στις 17 Ιούνη του 1943. Η απόφαση και ο σχεδιασμός της επιχείρησης ήταν του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, που γνώριζε ότι οι εναπομείναντες εξόριστοι, αν δεν πέθαιναν από τις κακουχίες και τις αρρώστιες στο νησί, θα μεταφέρονταν στο στρατόπεδο Παύλου Μελά της Θεσσαλονίκης για εκτέλεση. Το καΐκι με επικεφαλής τον Θανάση Στράντζαλη (παλιό εξόριστο Αγιοστρατίτη που ήξερε καλά την περιοχή), και τον Χατζηθωμά Χουρμούζη (ηγετικό στέλεχος του Μακεδονικού Γραφείου, στην ομάδα του Σίμου Κερασίδη) έχοντας μαζί τους αυτόματα όπλα και χειροβομβίδες, προσέγγισαν σε ένα μικρό όρμο και ήρθαν σε επαφή με τους εξόριστους. Τη νύχτα της 17ης Ιούνη οι εξόριστοι αφόπλισαν τη φρουρά, πήραν μερικούς χωροφύλακες μαζί τους και ανέβηκαν στο καΐκι. Ανάμεσά τους ήταν 3 γυναίκες και 2 μικρά παιδιά. Η κατεύθυνσή του ήταν η βορειοανατολική Χαλκιδική, αν και με ένα τέχνασμα του Στράντζαλη, ο οποίος διέδωσε ότι θα ταξίδευαν νότια, κατάφεραν να αποπροσανατολίσουν τους Γερμανούς και την υπόλοιπη φρουρά.
Το ταξίδι ήταν επικίνδυνο. Ο δυνατός άνεμος και τα τεράστια κύματα απειλούσαν το καΐκι. «Ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον σα σαρδέλες, άπλωσαν ένα πανί από πάνω, αποχαιρετήσαμε τη σκληρή ζωή της εξορίας και τους νεκρούς συντρόφους και ξεκινήσαμε. Το καΐκι χοροπηδούσε και τα κύματα, χτυπώντας με ορμή στο κατάστρωμα, μας κουκούλωσαν. Μα κανένας δεν κουνήθηκε, κανένας δεν παραπονέθηκε και, πιστεύω, πως και κανένας δε φοβήθηκε». (Αναμνήσεις σελ. 37) Όταν συνάντησαν στο δρόμο τους ένα άλλο καΐκι ο Στράντζαλης αντέδρασε αποφασιστικά και με ψυχραιμία. «Έστησε το πολυβόλο στην πρύμνη, το καμουφλάρισε με το σακάκι του και ξάπλωσε μες το νερό, βάζοντας το χέρι στην σκαντάλη. Το καΐκι, μόλις πέρασε τον κάβο, ξανοίχτηκε, έκανε μικρή στροφή και τράβηξε βορειοανατολικά» (Αναμνήσεις σελ. 37)
Μετά από ένα επικίνδυνο ταξίδι 18 ωρών, κατάφεραν στις 6 το απόγευμα της επόμενης μέρας να φτάσουν στην Χαλκιδική, κοντά στα Στάγειρα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αναγκάστηκαν να πετάξουν όλο σχεδόν το περιττό φορτίο, ακόμα το φαγητό, για να μπορέσουν να φτάσουν με ασφάλεια. Εκεί συναντήθηκαν με τον σύνδεσμο από το Μακεδονικό Γραφείο, Παντελή Τσέγα, παρέμειναν για μικρό χρονικό διάστημα στον Χολομώντα μαζί με τους αντάρτες και μετά χωρίστηκαν σε ομάδες και εντάχθηκαν στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ της Χαλκιδικής και της Θεσσαλονίκης. Η απόδραση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.
Μετά την Κατοχή και στη διάρκεια του Εμφυλίου, ο Άη Στράτης γέμισε ξανά με εξόριστους κομμουνιστές. Υπολογίζεται ότι 5000 άντρες και 500 γυναίκες εκτοπίστηκαν τότε στο νησί. Αλλά και μετά τη λήξη του εμφυλίου, το αμερικανοστήρικτο καθεστώς μετέφερε στον Άη Στράτη πολιτικούς κρατούμενους από άλλα νησιά, κυρίως από την Μακρόνησο. Ο αριθμός τους έφτασε και πάλι κοντά στις 5000, μέχρι το 1962 που έκλεισε οριστικά.
![]() |
| Νεκροί εξόριστοι από κεραυνό |
Την περίοδο αυτή στον Άη Στράτη βρέθηκαν πολλοί κομμουνιστές, οι οποίοι, όταν έγινε η ρεβιζιονιστική στροφή του 1956 και η πραξικοπηματική 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, διαφώνησαν και αναπτύχθηκε έντονη αντιρεβιζιονιστική πάλη στο νησί. Η πλειοψηφία των εξόριστων τάχθηκε ενάντια στις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας και έδωσε σκληρή μάχη με τα στελέχη της επίσημης ηγεσίας του ΚΚΕ που προσπάθησαν να τους λυγίσουν. Υπερασπίστηκαν τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και πολλοί από αυτούς συνέβαλαν καθοριστικά στην έκδοση του περιοδικού «Αναγέννηση» και τη δημιουργία του μ-λ κινήματος.
Μπορεί σήμερα να φαίνονται μακρινές εκείνες οι εποχές, αλλά όποιος θέλει να διαβάζει σωστά την πραγματικότητα, βλέπει ότι η επίθεση του καπιταλιστικού συστήματος φέρνει όλο και πιο κοντά την κόλαση που έζησαν οι λαοί τότε. Οι πόλεμοι που συνεχίζονται, η πιθανότητα μια νέας παγκόσμιας σύρραξης στην οποία οδηγούν τους λαούς οι ιμπεριαλιστές, τα νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης τύπου Γκουαντάναμο που δημιουργούν για τους Παλαιστίνιους οι ισραηλινοί σιωναζιστές με τη στήριξη των ΝΑΤΟϊκών φονιάδων, η Γάζα που εδώ και χρόνια έγινε η μεγαλύτερη φυλακή στον κόσμο, η άγρια καταστολή του λαϊκού, εργατικού και αντιπολεμικού κινήματος, το ανελέητο κυνήγι όσων αντιστέκονται, ο εγκλεισμός των μεταναστών σε κλειστές δομές-φυλακές, οι αντεργατικοί και αντιδημοκρατικοί νόμοι που ψηφίζονται, οι απαγορεύσεις και ο αντικομμουνισμός δείχνουν ότι έχει ήδη ανοίξει μια κατάμαυρη περίοδος για την ανθρωπότητα. Νέοι Άη Στράτηδες ετοιμάζονται, νέα Μακρονήσια, νέες φυλακές για τους αγωνιστές και τους κομμουνιστές. Οι προκλήσεις δε βρίσκονται σε κάποιο ακαθόριστο μέλλον. Είναι μπροστά μας, τις ζούμε και καλούμαστε να παλέψουμε. Όπως οι εξόριστοι του Άη Στράτη που δε δείλιασαν, άντεξαν στην πείνα, δεν υπέγραψαν και τελικά απέδρασαν με κίνδυνο της ζωής τους, όχι μόνο για να γλιτώσουν από τον θάνατο, αλλά για να μπορούν να συνεχίσουν τον αγώνα για τη λευτεριά.
Σ.Σ.
Πηγές
1. Κώστα Μπόση, «Αναμνήσεις», Σκαραβαίος 1978
2. Κώστα Μπόση, «Άη Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941», Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Ιστορικές Εκδόσεις 1977






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου