Δημοσιεύτηκε
στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 1015, στις 3/10/2026
Τον Οκτώβρη του
1962 ο πλανήτης, για 13 εφιαλτικές ημέρες, παρακολουθούσε τρομοκρατημένος τη
διπλωματική και στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ στην περιοχή της
Καραϊβικής, με επίκεντρο την Κούβα. Σ’ αυτές τις 13 μέρες οι δύο υπερδυνάμεις,
με εκατέρωθεν απειλές για μετατροπή του «ψυχρού πολέμου» σε «θερμό», και μέσα από συνεχείς εναλλαγές στις
αποφάσεις τους, έφτασαν την ανθρωπότητα στο χείλος του ολοκληρωτικού πυρηνικού
πολέμου.
Η σύγκρουση, φυσικά,
δεν ξεκινά με την εγκατάσταση σοβιετικών όπλων στο νησί, αλλά με τις μεθοδευμένες προσπάθειες της Ουάσινγκτον να πνίξει την κουβανική επανάσταση.
Ενάμιση χρόνο πριν από την κορύφωση της κρίσης, οι αμερικανικές μυστικές
υπηρεσίες είχαν ήδη χρηματοδοτήσει και οργανώσει μια αποτυχημένη στρατιωτική
απόβαση μισθοφόρων στον Κόλπο των Χοίρων, η οποία συντρίφθηκε άμεσα από τον
κουβανικό στρατό. Μετά από αυτό το φιάσκο, η αμερικανική κυβέρνηση δεν
σταμάτησε τις υπονομευτικές ενέργειες. Αντιθέτως, οργάνωσε μια ευρείας κλίμακας
μυστική επιχείρηση, με στόχο την εκπαίδευση χιλιάδων εξόριστων αντεπαναστατών,
τη διενέργεια δολιοφθορών και τη δολοφονία του ίδιου του Φ. Κάστρο. Παράλληλα,
οι αμερικανικές δυνάμεις διεξήγαν στρατιωτικές ασκήσεις απόβασης στην ευρύτερη
περιοχή, διατηρώντας μια διαρκή απειλή εισβολής.
Μέσα σε αυτό το
ασφυκτικό πλαίσιο ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης του νησιού, η σοβιετική ηγεσία προχώρησε
σε συμφωνία με την κουβανική κυβέρνηση για την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων
και πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς στο νησί. Η κίνηση αυτή, αν και για τους
Κουβανούς θεωρούνταν ότι συνέβαλε στην προστασία του νησιού, για τους
Σοβιετικούς λειτουργούσε ως στρατηγικό αντίβαρο της ΕΣΣΔ στην πυρηνική υπεροπλία
των ΗΠΑ εκείνη την εποχή και διαπραγματευτικό χαρτί, όπως αποδείχθηκε ξεκάθαρα
στη συνέχεια.
Η αμερικανική
ηγεσία εξοργίστηκε με την παρουσία πυρηνικών όπλων σε κοντινή απόσταση από τις
ακτές της, θεωρώντας επιθετική αυτή την κίνηση, την ίδια στιγμή που οι ΗΠΑ
διατηρούσαν αντίστοιχες πυραυλικές συστοιχίες εγκατεστημένες στην Ιταλία και
την Τουρκία, δηλαδή πολύ κοντά στα σύνορα της ΕΣΣΔ.
Η κρίση
πυροδοτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου, όταν κατασκοπευτικά αεροσκάφη των ΗΠΑ, τα οποία
παραβίαζαν συστηματικά τον εναέριο χώρο του ανεξάρτητου κράτους, φωτογράφισαν
τις υπό κατασκευή εγκαταστάσεις. Η αντίδραση της αμερικανικής στρατιωτικής
ηγεσίας ήταν ενδεικτική. Ανώτατοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι πίεζαν την πολιτική
ηγεσία του Λευκού Οίκου για άμεσους, μαζικούς βομβαρδισμούς των βάσεων και
στρατιωτική εισβολή στο νησί, με στόχο την ολοκληρωτική του κατάληψη. Οι
στρατηγοί αυτοί, αδιαφορώντας πλήρως για τις ανθρώπινες ζωές, θεωρούσαν τις
προσπάθειες για διπλωματική λύση ως υποχώρηση και τον πυρηνικό όλεθρο ως μια
αποδεκτή εξέλιξη. Στις 22 Οκτώβρη ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Τζ. Κένεντι, σε
διάγγελμά του, μίλησε για τον άμεσο κίνδυνο μιας πυρηνικής αντιπαράθεσης με την
ΕΣΣΔ.
Στις 26
Οκτώβρη, το επίπεδο στρατιωτικής ετοιμότητας των ΗΠΑ έφτασε στο μέγιστο σημείο
πριν από την κήρυξη πυρηνικού πολέμου (DEFCON 2), χαρακτηριστικό του πόσο κοντά βρέθηκε ο πλανήτης στο χείλος της αβύσσου και
της ολικής καταστροφής. Οι πιο κρίσιμες μέρες της κρίσης, σημαδεύτηκαν από μια
σειρά παραλίγο μοιραίων γεγονότων.
Κατασκοπευτικό
αεροπλάνο των ΗΠΑ, που συνέχιζε τις παράνομες πτήσεις πάνω από το νησί,
καταρρίφθηκε από την τοπική αεράμυνα, προκαλώντας υστερία στους κόλπους του
αμερικανικού επιτελείου που πίεζε για αντίποινα.
Άλλο
αμερικανικό αεροσκάφος παραβίασε τον εναέριο χώρο της Σοβιετικής Ένωσης στην
περιοχή της Αλάσκας, οδηγώντας σε άμεση απογείωση μαχητικών και από τις δύο
πλευρές, με τα αμερικανικά αεροπλάνα να φέρουν πυρηνικό οπλισμό.
Το πιο σοβαρό
όμως περιστατικό συνέβη με σοβιετικό υποβρύχιο που έφερε πυρηνικές τορπίλες. Σε
διεθνή ύδατα, το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό, επιδεικνύοντας πρωτοφανή
επιθετικότητα, εξαπέλυσε βόμβες βυθού εναντίον σοβιετικού υποβρυχίου. Το
υποβρύχιο αναγκάστηκε να καταδυθεί σε μεγάλο βάθος, όπου η εξωτερική
επικοινωνία ήταν αδύνατη. Οι αξιωματικοί και το πλήρωμα του υποβρυχίου θεώρησαν
πιθανό πως ο παγκόσμιος πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει. Η εκτόξευση πυρηνικών όπλων
αποτράπηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, χάρη στην ψυχραιμία και τη
σθεναρή άρνηση ενός εκ των συνδιοικητών του σκάφους, του Βασίλι Αρχίποφ, ο
οποίος αντιστάθηκε στην κλιμάκωση.
Τελικά, η
αμερικανική πολιτική ηγεσία απέκλεισε προσωρινά την εισβολή και τους
αεροπορικούς βομβαρδισμούς στην Κούβα, φοβούμενη μια αντίστοιχη απάντηση της
Σοβιετικής Ένωσης στο Δυτικό Βερολίνο. Επέλεξε την επιβολή ενός αυστηρού
ναυτικού αποκλεισμού από στρατιωτικό υλικό, βαφτίζοντάς τον υποκριτικά ως
«καραντίνα». Και πάλι, όμως, βάσει του «διεθνούς δικαίου», μια τέτοια ενέργεια
αποτελεί ξεκάθαρη πολεμική πράξη. Η απόφαση αυτή αρχικά προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις
στο δυτικό στρατόπεδο, όμως, σύντομα τα κράτη της Δ. Ευρώπης και του ΝΑΤΟ
ευθυγραμμίστηκαν.
Η αποκλιμάκωση
επήλθε στις 28 Οκτώβρη, μέσα από μυστικά διπλωματικά κανάλια, όταν έγινε σαφές
και στις δύο πλευρές πως ένας πόλεμος δεν θα άφηνε νικητές. Η Μόσχα δέχτηκε να
αποσύρει τις πυραυλικές συστοιχίες από την Καραϊβική, διασφαλίζοντας την ρητή
και δημόσια δέσμευση της Ουάσινγκτον ότι δεν θα προβεί ποτέ σε στρατιωτική
εισβολή στο νησί, ούτε θα υποστηρίξει άλλες δυνάμεις σε μια τέτοια απόπειρα.
Επίσης οι ΗΠΑ αποδέχτηκαν και την απόσυρση των δικών τους επιθετικών πυρηνικών
όπλων από τα εδάφη της Τουρκίας και της Ιταλίας, κάτι που πραγματοποιήθηκε
λίγους μήνες αργότερα.
Η ηγεσία της
Κούβας διαφώνησε με την απόφαση των Σοβιετικών να αποσύρουν τους πυραύλους,
θεωρώντας ότι έμενε το νησί απροστάτευτο. Μάλιστα, χρειάστηκε να επισκεφτεί την
Κούβα ο Μικογιάν για να πιέσει τους Κουβανούς να αποδεχτούν τη συμφωνία. Αντίστοιχες
διαφωνίες υπήρξαν και στα κράτη της Δ. Ευρώπης με την απόφαση των ΗΠΑ για τους
πυραύλους της Τουρκίας και της Ιταλίας, δείγμα του γεγονότος ότι οι
συνεννοήσεις των δύο υπερδυνάμεων -φανερές και κρυφές- γίνονταν ερήμην των συμμάχων
τους. Αργότερα ακόμα και ο ίδιος ο Τσε Γκεβάρα δήλωσε ότι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ «χρησιμοποιούσαν την Κούβα ως πιόνι στις
παγκόσμιες στρατηγικές τους».
Πάντως, η Κούβα,
παρά τις απειλές και τη διαρκή πολιορκία, κατάφερε να επιβιώσει. Βέβαια, οι
απόπειρες των ΗΠΑ για υποταγή του κουβανικού λαού δε σταμάτησαν. Ένα διαρκές
εμπάργκο που ξεκίνησε από το 1960 προκάλεσε σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά
προβλήματα στους κατοίκους του νησιού της επανάστασης, αναγκάζοντας την ηγεσία
του να στραφεί προς την ΕΣΣΔ, γεγονός που δημιούργησε μια νέα εξάρτηση από τη
σοσιαλιμπεριαλιστική υπερδύναμη.
Η πυραυλική
κρίση στην Καραϊβική σίγουρα ήταν το αποκορύφωμα της αμερικανικής
επιθετικότητας εκείνη την εποχή απέναντι σε ένα νεοσύστατο, ανεξάρτητο
επαναστατικό κράτος και είχε στόχο να το εξαναγκάσει να υποταχθεί για να
εξαλειφθεί αυτή η παραφωνία στην αμερικανική ήπειρο. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και
ένα δείγμα της τυχοδιωκτικής αλλά και συμβιβαστικής σοσιαλιμπεριαλιστικής
πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης. Τυχοδιωκτικής, επειδή εκμεταλλευόμενη την ανάγκη
για άμυνα του κουβανικού λαού απέναντι στις επιθετικές ενέργειες των ΗΠΑ, επιδίωξε
την ανάδειξή της ως ισάξιος πυρηνικός αντίπαλος και την αύξηση του γοήτρου της.
Συμβιβαστικής, γιατί σε μια εποχή που η πολιτική τής «ειρηνικής συνύπαρξης»,
οδηγούσε τους λαούς από την επαναστατική πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού
στον υποτιθέμενο «κοινοβουλευτικό δρόμο», ευνουχίζοντας ιδεολογικά τα
κομμουνιστικά κόμματα, η ΕΣΣΔ έστελνε ένα ξεκάθαρο μήνυμα, ότι η διεθνής
πολιτική ήταν αποκλειστικά ζήτημα συνεννοήσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστών.
Σήμερα η Κούβα
βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού που θέλει απόλυτη
κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο. Ο κουβανικός λαός, βιώνει ένα ασφυκτικό
εμπάργκο που τον έχει φέρει στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, με
έλλειψη καυσίμων, τροφίμων, φαρμάκων, συνεχή μπλακάουτ στο ηλεκτρικό δίκτυο που
έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία των νοσοκομείων, των συστημάτων ύδρευσης,
των τηλεπικοινωνιών, της οικονομίας.
Από την άλλη για
ακόμα μια φορά ο κόσμος ζει με το φόβο μιας επικίνδυνης κλιμάκωσης της
αντιπαράθεσης μεταξύ των ιμπεριαλιστών. Η προοπτική της διεύρυνσης των
πολεμικών συγκρούσεων σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή και η σοβαρή πιθανότητα
έναρξης μιας νέας παγκόσμιας σύρραξης φέρνουν τους λαούς μπροστά στην ανάγκη
συγκρότησης αντιπολεμικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, στηριγμένου στις ίδιες
του τις δυνάμεις, χωρίς προστάτες και υποτιθέμενες αντιιμπεριαλιστικές αστικές
κυβερνήσεις ή καλούς ιμπεριαλιστές που θα σώσουν τον πλανήτη.
Σ.Σ.
Πηγές
Ν. Χόροβιτς,
«Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ», εκδ. Κάλβος
Τ. Κάνον, «Η
επαναστατική Κούβα», εκδ. Χοσέ Μαρτί
Περιοδικό
Αναγέννηση τεύχ. 3-4

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου