Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή
Σημαία, φύλ. 1001, στις 14/2/2026
Η πτώση της Χούντας σήμανε την
έναρξη ενός νέου κύκλου για το εργατολαϊκό κίνημα στην Ελλάδα.
Πραγματοποιήθηκαν μια σειρά από απεργίες σε εργοστάσια, που σε πολλές
περιπτώσεις διαρκούσαν εβδομάδες και μήνες και σημαδεύτηκαν από άγριες
συγκρούσεις με την αστυνομία. Οι εργάτες διεκδικούσαν όλα αυτά που στερήθηκαν
τα προηγούμενα χρόνια, την ώρα που τα μεγάλα αφεντικά θησαύριζαν από τον κόπο
τους. Το εργοστασιακό κίνημα της δεκαετίας του ’70, υποστηρίχτηκε από πρωτοπόρους
εργάτες έξω από τα πλαίσια των επίσημων συνδικαλιστικών ηγεσιών και του
ρεφορμισμού, και γι’ αυτό κατάφερε να θέσει τα πραγματικά προβλήματα της
εργατικής τάξης στη χώρα μας, να πάρει αποφάσεις αγώνα με διάρκεια, να
συγκρουστεί και σε πολλές περιπτώσεις να καταφέρει νίκες.
Αντίστοιχα, και στο επίπεδο του
λαϊκού κινήματος υπήρξαν πολλοί σημαντικοί αγώνες σε γειτονιές, χωριά και
πόλεις. Αφορούσαν ζητήματα διαβίωσης, στέγης, απαλλοτριώσεων, ζητήματα ζωής για
εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που η ανάγκη για το μεροκάματο τούς υποχρέωσε να
φύγουν από τα χωριά τους και να εγκατασταθούν στις μεγάλες πόλεις και κυρίως
στην Αθήνα. Πολλοί από αυτούς αντιμετώπιζαν το βασικότερο πρόβλημα, της στέγης,
και αναγκάζονταν να φτιάξουν παράνομα πρόχειρες παράγκες στις παρυφές της
πρωτεύουσας, χωρίς υποδομές και στοιχειώδεις ανέσεις, μόνο με την προοπτική της
μελλοντικής βελτίωσης.
Η Αθήνα γιγαντώθηκε και οι
απαιτήσεις του κεφαλαίου για μεγάλα έργα υποδομής έφεραν τους κατοίκους της Αττικής
και κυρίως τους αγρότες του νομού σε αντιπαράθεση με το κράτος. Μια τέτοια
περίπτωση ήταν των κατοίκων στα Σπάτα, τον Φλεβάρη του 1976 που έδωσαν έναν
ηρωικό αγώνα ενάντια στην κατασκευή του νέου αεροδρομίου που προϋπέθετε την
απαλλοτρίωση των περιουσιών τους. Από το 1972 η Χούντα είχε διακηρύξει τις
προθέσεις της να κατασκευάσει ένα νέο αεροδρόμιο στα Σπάτα επειδή αυτό στο
Ελληνικό δεν είχε μεγάλες δυνατότητες επέκτασης και η σχετική ανάπτυξη που
υπήρξε τα προηγούμενα χρόνια (βιομηχανία, τουρισμός κ.λπ.) δημιούργησαν την
ανάγκη για νέο, μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο αεροδρόμιο. Έτσι με διάταγμα του
1972 δεσμεύτηκαν 42.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης στα Μεσόγεια (κυρίως με
αμπέλια και ελιές γύρω από τα Σπάτα) τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να καλλιεργηθούν,
αναστατώνοντας τους κατοίκους που έβλεπαν ότι το μέλλον που τους επιφυλασσόταν
ήταν ο ξεριζωμός από τον τόπο τους. Η μελέτη προέβλεπε την έναρξη της λειτουργίας
του το 1979. Οι πρώτες κινητοποιήσεις των κατοίκων για το ζήτημα έγιναν την
ίδια χρονιά, μέσα στη Χούντα, στις 10 Οκτώβρη 1972, με μια συγκέντρωση στα
Σπάτα.
Η κυβέρνηση Καραμανλή, αν και με
ανακοινώσεις της καθησύχαζε τους κατοίκους, δεν αποδέσμευσε τις εκτάσεις και με
τη στάση της έδειχνε ότι ήταν μέσα στα σχέδιά της η κατασκευή του νέου
αεροδρομίου στην περιοχή των Σπάτων. Μάλιστα στις 11/9/1975 μια νέα κυβερνητική
ανακοίνωση γνωστοποιούσε ότι οι πιθανές περιοχές για την εγκατάστασή του ήταν
τα Μεσόγεια ή η Πάχη και στις 14/1/1976 παρέτεινε την δέσμευση των 42.000
στρεμμάτων στα Σπάτα.
Έτσι, τον Φλεβάρη του 1976, οι
κάτοικοι των Σπάτων δημιούργησαν μια συντονιστική επιτροπή και ξεκίνησαν τον
αγώνα ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης. Έστησαν ένα υποτυπώδες παρατηρητήριο, 3
χλμ έξω από τα Σπάτα στο δρόμο προς τη Λούτσα, για να ελέγχουν τις κινήσεις της
και να ειδοποιηθεί ο κόσμος αν επιχειρηθεί το ξεκίνημα των εργασιών. Στις 12
Φλεβάρη έγινε η πρώτη μεγάλη σύγκρουση των κατοίκων με την αστυνομία. Το πρωί
της μέρας εκείνης, πάνοπλες δυνάμεις της χωροφυλακής (ο αριθμός τους ξεπερνούσε
τους 500), με ρόπαλα και δακρυγόνα, περικύκλωσαν το παρατηρητήριο και απαίτησαν
από τους περίπου 1000 συγκεντρωμένους να αποχωρήσουν. Οι κάτοικοι, μεταξύ των
οποίων βρίσκονταν και πολλά γυναικόπαιδα, αρνήθηκαν να διαλυθούν και αμέσως οι
χωροφύλακες επιτέθηκαν άγρια στο πλήθος, με πυροβολισμούς στον αέρα, δακρυγόνα
και ξύλο.
Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό
απόσπασμα από άρθρο του «Λαϊκού Δρόμου» στις 14 Φλεβάρη του 1976 που περιέγραφε
τα γεγονότα: «Την Πέμπτη το πρωί ισχυρές
δυνάμεις της χωροφυλακής με αύρες, κλούβες, δακρυγόνα και κλομπς πήγαν στην
περιοχή των Σπάτων με σκοπό να γκρεμίσουν ένα «φυλάκιο» πλίθινο 2x2 που είχαν χτίσει οι Σπαταναίοι,
συμβολικά, για να μην αφήσουν να γίνει αεροδρόμιο η γη τους. Οι δυνάμεις της
χωροφυλακής επιτέθηκαν ενάντια στους συγκεντρωμένους γύρω από το φυλάκιο
κατοίκους, εκτοξεύοντας δακρυγόνα και με τα κλομπς στο χέρι. Οι κάτοικοι
αναγκάστηκαν να τρέξουν στ’ αμπέλια για να αποφύγουν τα δακρυγόνα, οπότε η
χωροφυλακή γκρέμισε το φυλάκιο».
Τα επεισόδια κράτησαν πολλές ώρες. Η
σφοδρότητα των επεισοδίων φαίνεται από το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας
«Απογευματινή» στις 13/2/1976 στο πρωτοσέλιδο: «Τρίωρος πόλεμος στα Σπάτα […] με 37 τραυματίες και από τις δύο πλευρές,
με υλικές ζημιές, με… αιχμαλωσίες και αφοπλισμούς χωροφυλάκων και με καταλήψεις
και ανακαταλήψεις εδαφών». Και σε αντίστοιχο δημοσίευμα της «Ελευθεροτυπίας»:
«Η οπισθοχώρηση ήταν πολύ άτακτη και οι
αστυνομικοί στην προσπάθειά τους να σωθούν οι ίδιοι ξέχασαν τα όπλα τους.
Αργότερα όταν τα πράγματα ηρέμησαν γύρισαν πίσω και τα μάζεψαν». Μάλιστα οι
αγρότες συνέλαβαν έναν χωροφύλακα τον οποίο ο δήμαρχος Σπάτων παρέδωσε στο
αστυνομικό τμήμα στην Αθήνα. Οι κάτοικοι ήταν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν
την καταπάτηση της γης τους. Έδωσαν πραγματική μάχη με τους πάνοπλους
αστυνομικούς. Αστυνομικά οχήματα καταστράφηκαν, πολλοί κάτοικοι τραυματίστηκαν,
μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία και 5 συνελήφθηκαν.
Τη Δευτέρα 16 Φλεβάρη άρχισε η δίκη
των συλληφθέντων. Οι Ν. Μπέκας, Γ. Μπέλπας, Δ. Γιώργας, Αν Πρόφης και ο
ανήλικος Γ. Κουμελιάκος κατηγορήθηκαν για στάση, επικίνδυνες σωματικές βλάβες,
παρακώλυση συγκοινωνιών, εξύβριση κ.ά. μέχρι και για παράβαση του νόμου… «περί
τεντιμποϊσμού». Ο εισαγγελέας απείλησε μέχρι και τον δήμαρχο Σπάτων καθώς και
εκλεγμένους κοινοτήτων των Μεσογείων ότι θα τους ασκούσε δίωξη ως υποκινητές
επειδή τάχθηκαν υπέρ του αγώνα των κατοίκων. Οι μάρτυρες κατηγορίας που ήταν
όλοι αξιωματικοί της χωροφυλακής έπεφταν συνεχώς σε αντιφάσεις και δεν
μπορούσαν να βεβαιώσουν αν κάποιος από τους κατηγορουμένους πήρε μέρος στα
επεισόδια. Ουσιαστικά αποδείχθηκε ότι οι συλλήψεις έγιναν στο σωρό. Παρόλα αυτά
οι 4 από τους 5 κρίθηκαν ένοχοι για αντίσταση κατά της αρχής και φθορές, με
ποινές φυλάκισης μερικών μηνών.
Η κυβέρνηση για άλλη μια φορά ήθελε
να κάνει φανερή την επίδειξη πυγμής απέναντι στον αγωνιζόμενο λαό. Σε μια εποχή
που οι κινητοποιήσεις για δημοκρατικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, για στέγαση,
δουλειά και ψωμί δυνάμωναν, που μεγάλα τμήματα του λαού ριζοσπαστικοποιούνταν,
ήθελε να στείλει ένα μήνυμα ότι η επίθεση ενάντια στα εργατικά και λαϊκά
δικαιώματα θα συνεχιστεί. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι δύο μέρες μετά τα
γεγονότα στα Σπάτα πραγματοποιήθηκε νέα αστυνομική επιχείρηση στο Πέραμα με
μπουλντόζες και με πρωτοφανή μανία άρχισαν να κατεδαφίζουν τα «αυθαίρετα» που
έχτισαν πάνω από 1000 άστεγες οικογένειες στο Ικόνιο και το Σχιστό.
Τελικά, η κατασκευή του νέου
αεροδρομίου αναβλήθηκε για περίπου 20 χρόνια. Εκτός από τις μαζικές
κινητοποιήσεις των κατοίκων και την αποφασιστική τους στάση, μεγάλο ρόλο για
την αναβολή έπαιξε η οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 που επηρέασε
πολλούς τομείς και στη χώρα μας. Η τελική απόφαση πάρθηκε το 1995 από την
κυβέρνηση Σημίτη που ανέθεσε σε γερμανική ιδιωτική εταιρεία την κατασκευή του
νέου αεροδρομίου στα Σπάτα και η λειτουργία του ξεκίνησε το 2001.
Στη σημερινή εποχή, το αεροδρόμιο «Ελ.
Βενιζέλος» στα Σπάτα εξυπηρετεί καθημερινά χιλιάδες πολίτες και θεωρείται ένα από
τα πιο εμβληματικά έργα υποδομής για την περιβόητη «βαριά βιομηχανία» της χώρας.
Είναι ένα έργο που, εκτός των άλλων, έχει συμβάλλει τα μέγιστα στο να
εκτοξευθούν τα κέρδη της μερίδας του κεφαλαίου που επένδυσε στον τουρισμό. Όμως,
εκτός από τους εργάτες που χάθηκαν λόγω των σκληρών συνθηκών εργασίας κατά τη
διάρκεια της κατασκευής του, αξίζει να θυμόμαστε και τον σκληρό αγώνα που
έδωσαν οι κάτοικοι των Σπάτων, 50 χρόνια πριν, οι οποίοι με θάρρος και επιμονή ανέδειξαν
τη σημασία της μαζικής λαϊκής αντίστασης και έμειναν ως παράδειγμα συλλογικής
δύναμης για την υπεράσπιση του τόπου τους.
Σ.Σ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου