Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φύλ. 1010, στις 27/6/2026
Η συμπλήρωση 250 ετών από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ στις 4 Ιουλίου του 1776, που γιορτάζεται φέτος με περισσή επισημότητα, προβάλλεται ως η επέτειος της «Δημοκρατίας» και της «Ελευθερίας». Πίσω, όμως, από τα μεγάλα λόγια και τις υπερφίαλες διακηρύξεις κρύβεται μια αιματοβαμμένη αλήθεια. Το αμερικανικό καπιταλιστικό «θαύμα» γεννήθηκε, τράφηκε και ανδρώθηκε με τη βία και τη λεηλασία. Τα θεμέλια για την ανάδειξη των ΗΠΑ σε παγκόσμια ιμπεριαλιστική δύναμη μπήκαν με τη συστηματική, κρατικά οργανωμένη εξόντωση-γενοκτονία ολόκληρων γηγενών πληθυσμών και την επεκτατική πολεμική στρατηγική στην αμερικανική ήπειρο τον 19ο αιώνα.
Εξόντωση των αυτοχθόνων
Η γενοκτονία των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής (αυτών που έχει καθιερωθεί να ονομάζουμε «Ινδιάνους») δεν ξεκίνησε το 1776. Το νέο κράτος των ΗΠΑ συστηματοποίησε και επιτάχυνε τους μηχανισμούς εξόντωσης που είχαν εφαρμόσει οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες από το 1492. Κληρονόμησε δηλαδή και συνέχισε την μεγαλύτερη γενοκτονία στην ανθρώπινη ιστορία, τον αφανισμό των 100 εκατομμυρίων γηγενών της προκολομβιανής Αμερικής. Μια γενοκτονία που συνεχίζεται μέχρι και τη σύγχρονη εποχή με τις σφαγές στην επαρχία Τσιάπας του Μεξικού, τη Γουατεμάλα, το Περού και σε άλλες περιοχές της κεντρικής και νότιας ηπείρου.
Αναφερόμενοι μόνο στους ιθαγενείς της Βόρειας Αμερικής τα στοιχεία δείχνουν ότι από τα 10-12 εκατομμύρια που κατοικούσαν την εποχή του Κολόμβου, μειώθηκαν σε λιγότερο από 1 εκατομμύριο το 1776 και έμειναν περίπου 250.000 στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ήδη από την πρώτη στιγμή της άφιξής τους, οι Βρετανοί και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι άποικοι εφάρμοσαν μια βάρβαρη πολιτική «πολέμου μέχρι εξοντώσεως». Η ανάγκη για πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου μετέτρεψε τις κοινότητες των αυτοχθόνων σε εμπόδιο που έπρεπε να εξαλειφθεί. Μέσα από τη χρήση ένοπλης βίας, εξάπλωσης θανατηφόρων ασθενειών και καταστροφής των μέσων διατροφής και διαβίωσης, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εφάρμοσαν μια συστηματική γενοκτονία, αφήνοντας πίσω τους μια ισοπεδωμένη δημογραφικά και πολιτισμικά περιοχή, έτοιμη να αποτελέσει το θεμέλιο του νέου αστικού κράτους. Πολύ χαρακτηριστικά ο Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου (σελ. 775) έγραφε για τη γέννηση του βιομηχανικού κεφαλαιοκράτη σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο: «Η ανακάλυψη των χρυσοφόρων και ασημοφόρων περιοχών στην Αμερική, η εξόντωση, το σκλάβωμα και το παράχωμα του ιθαγενούς πληθυσμού στα μεταλλεία, η έναρξη της κατάκτησης και της λεηλασίας των Ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε περιφραγμένη περιοχή κυνηγιού Μαύρων για το δουλεμπόριο χαρακτηρίζουν τη χαραυγή της εποχής της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Αυτά τα ειδυλλιακά προτσές είναι κύρια στοιχεία της πρωταρχικής συσσώρευσης».
Η μοναδική εξαίρεση ήταν η Διακήρυξη του 1763 του βασιλιά της Βρετανίας, μετά το τέλος του επταετούς πολέμου με τους Γάλλους και τους Ινδιάνους. Μ’ αυτήν (για λόγους τακτικής, ώστε να μην βρεθούν ξανά αντίπαλοι με τον ιθαγενή πληθυσμό) απαγορευόταν οποιαδήποτε εγκατάσταση στις περιοχές των ιθαγενών, δηλαδή δυτικά από τα Απαλάχια όρη. Η Διακήρυξη ανατράπηκε λίγα χρόνια αργότερα με την επικράτηση των επαναστατών αποίκων ενάντια στη βρετανική κυριαρχία (1776).
Μετά το 1776, η εξολόθρευση των γηγενών απέκτησε θεσμικό χαρακτήρα. Η αστική τάξη και οι επίδοξοι ιδιοκτήτες των εύφορων εκτάσεων των ΗΠΑ επιστράτευσαν το ρατσιστικό δόγμα του «Πρόδηλου Πεπρωμένου», το οποίο παρουσίαζε την επέκταση της λευκής χριστιανικής κοινωνίας σε όλη τη Β. Αμερική ως θεϊκή εντολή, εκτοπίζοντας τις αυτόχθονες «κατώτερες» φυλές. Ουσιαστικά, ξεκίνησε μια ανελέητη αποικιοκρατική επέκταση με μοναδικό σκοπό την πλήρη υφαρπαγή της ινδιάνικης γης και τη μετατροπή της σε καπιταλιστική ιδιοκτησία. «Η μετακίνηση των Ινδιάνων ήταν απαραίτητη προκειμένου να διατεθούν τα απέραντα αμερικανικά εδάφη για τη γεωργία, το εμπόριο, τις αγορές, το χρήμα…» (Χ. Ζιν, σελ. 146)
Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε το αμερικανικό κράτος καθ’ όλο τον 19ο αιώνα συνιστούν έναν μακρύ κατάλογο μαζικών εγκλημάτων. Με τον διαβόητο νόμο «περί απομάκρυνσης των Ινδιάνων» του 1830, πραγματοποιήθηκε ο εκτοπισμός των ιθαγενών από τις εύφορες νοτιοανατολικές περιοχές των ΗΠΑ προς τα δυτικά, σε πιο άγονα εδάφη. Η αναγκαστική αυτή μετακίνηση ονομάστηκε «Μονοπάτι των Δακρύων» και οδήγησε στον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων από τις κακουχίες και την πείνα και σε σφαγές αμάχων από αμερικανούς στρατιώτες και εποίκους. Αντίστοιχοι εκτοπισμοί έγιναν και σε άλλες περιοχές, με αποτέλεσμα την οριστική εκδίωξη των Ινδιάνων από τα εδάφη τους, με συνεχής σφαγές όπως αυτές του Σαντ Κρικ το 1864 και του Γούντεντ Νι το 1890.
Επίσης, το κράτος εφάρμοσε μια σκόπιμη και μαζική εξόντωση των εκατομμυρίων βισώνων των πεδιάδων, οι οποίοι αποτελούσαν τη βασική πηγή τροφής και ένδυσης των Ινδιάνων, με σκοπό να τους οδηγήσει στην λιμοκτονία.
Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε το αμερικανικό κράτος καθ’ όλο τον 19ο αιώνα συνιστούν έναν μακρύ κατάλογο μαζικών εγκλημάτων. Με τον διαβόητο νόμο «περί απομάκρυνσης των Ινδιάνων» του 1830, πραγματοποιήθηκε ο εκτοπισμός των ιθαγενών από τις εύφορες νοτιοανατολικές περιοχές των ΗΠΑ προς τα δυτικά, σε πιο άγονα εδάφη. Η αναγκαστική αυτή μετακίνηση ονομάστηκε «Μονοπάτι των Δακρύων» και οδήγησε στον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων από τις κακουχίες και την πείνα και σε σφαγές αμάχων από αμερικανούς στρατιώτες και εποίκους. Αντίστοιχοι εκτοπισμοί έγιναν και σε άλλες περιοχές, με αποτέλεσμα την οριστική εκδίωξη των Ινδιάνων από τα εδάφη τους, με συνεχής σφαγές όπως αυτές του Σαντ Κρικ το 1864 και του Γούντεντ Νι το 1890.
Επίσης, το κράτος εφάρμοσε μια σκόπιμη και μαζική εξόντωση των εκατομμυρίων βισώνων των πεδιάδων, οι οποίοι αποτελούσαν τη βασική πηγή τροφής και ένδυσης των Ινδιάνων, με σκοπό να τους οδηγήσει στην λιμοκτονία.
Η κτηνωδία έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε οι τοπικές και ομοσπονδιακές αρχές θεσμοθέτησαν χρηματικές αμοιβές για τα σκαλπ των νεκρών αυτοχθόνων, μετατρέποντας τη δολοφονία ανθρώπων σε μια κερδοφόρα επιχείρηση.
Με τον νόμο Dawes του 1887 (Νόμος Γενικής Κατανομής), ακόμη και οι εναπομείνασες κοινόχρηστες εκτάσεις των Ινδιάνων κατακερματίστηκαν, ώστε να παραδοθούν σε λευκούς επενδυτές και εταιρείες, ολοκληρώνοντας την καπιταλιστική επέλαση.
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, η αντίσταση των ιθαγενών είχε καμφθεί πλήρως. Περίπου το 95% του αρχικού πληθυσμού των Ινδιάνων είχε εξολοθρευτεί. Όσοι ελάχιστοι απέμειναν εγκλωβίστηκαν βίαια σε άγονους και απομονωμένους καταυλισμούς-γκέτο, στερημένοι από κάθε δικαίωμα. Εκεί υπέστησαν μια βίαιη επιχείρηση πολιτισμικής γενοκτονίας μέσα από το «παιδομάζωμα» και τον αναγκαστικό εγκλεισμό των παιδιών σε κρατικά οικοτροφεία, με στόχο τον βίαιο αποχωρισμό τους από τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ταυτότητά τους.
Το 1930 άρχισε πρόγραμμα μαζικής στείρωσης νέων γυναικών από τις ινδιάνικες φυλές-σε πολλές περιπτώσεις η στείρωση γινόταν εν αγνοία τους- με πρόσχημα την προστασία της υγείας τους. Μέσα σε 40 χρόνια, περίπου οι μισές είχαν στειρωθεί.
Το Δόγμα Μονρόε και οι επεκτατικοί πόλεμοι του 19ου αιώνα
Παράλληλα με τη γενοκτονία και τη βίαιη κατάκτηση της αμερικανικής ηπείρου, εφαρμόστηκε και η στρατιωτική επέκταση των ΗΠΑ. Το 1823, με το ομώνυμο δόγμα του και με πρόσχημα την αποτροπή της αποικιοποίησης της Αμερικής από τους Ευρωπαίους, ο πρόεδρος Μονρόε ανακήρυξε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο ως αποκλειστική ζώνη κυριαρχίας και επιρροής (οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής) των ΗΠΑ.
Η εφαρμογή του δόγματος Μονρόε ξεκίνησε με τον Αμερικανομεξικανικό Πόλεμο (1846-1848). Μετά την προκλητική προσάρτηση του Τέξας το 1845 (περιοχή που ανήκε στο Μεξικό και ανεξαρτητοποιήθηκε), οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν έναν απροκάλυπτο επιθετικό πόλεμο εναντίον του Μεξικού. Τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν βαθιά στη μεξικανική επικράτεια. Ο πόλεμος έληξε με νίκη των ΗΠΑ και το Μεξικό αναγκάστηκε να παραχωρήσει πάνω από το 55% των εδαφών του στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της Καλιφόρνιας, του Νέου Μεξικού, της Αριζόνας, της Νεβάδας κ.ά.
Ένας νέος πόλεμος των ΗΠΑ με την Ισπανία ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα. Με πρόσχημα την υποστήριξη της κουβανικής ανεξαρτησίας, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον αμερικανοϊσπανικό πόλεμο το 1898. Στην ουσία δεν ενδιαφέρονταν για καμιά ανεξαρτησία αλλά για την αντικατάσταση της παρακμάζουσας ισπανικής αποικιοκρατίας με τη δική τους νεοαποικιακή κυριαρχία. Το αποτέλεσμα ήταν η προσάρτηση του Πουέρτο Ρίκο, του Γκουάμ και των Φιλιππίνων, καθώς και η μετατροπή της Κούβας σε οικονομικό προτεκτοράτο. Η αυγή του 20ου αιώνα έφερε τις ΗΠΑ σε θέση παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης κάτι που επικυρώθηκε και μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Νέες επεμβάσεις σε όλο τον κόσμο, ανατροπές κυβερνήσεων, πραξικοπήματα, σφαγές, υποστήριξη αιμοσταγών δικτατόρων συνθέτουν την εξωτερική πολιτική της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης.
Το αφήγημα της «καλύτερης δημοκρατίας» αλλά και ο τεράστιος πλούτος, που έχει συσσωρεύσει αυτά τα 250 χρόνια η αμερικανική ελίτ, οικοδομήθηκαν πάνω στα πτώματα εκατομμυρίων αυτοχθόνων, στη βίαιη προσάρτηση ξένων εδαφών και στην υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων της και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της. Η εκμετάλλευση αυτή δεν έμεινε στα όρια της αμερικανικής ηπείρου αλλά εξαπλώθηκε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Η αποδόμηση αυτού του αφηγήματος είναι καθήκον κάθε αντιιμπεριαλιστικής φωνής.
Στις μέρες μας ξαναζούμε γενοκτονίες όπως αυτή των Παλαιστινίων, στρατιωτικές επεμβάσεις και απειλές προσαρτήσεων που μαθηματικά οδηγούν στην έναρξη ενός νέου παγκόσμιου πολέμου. Μας υπενθυμίζουν πως αν και οι ΗΠΑ έχουν στην προμετωπίδα τους τις λέξεις «δημοκρατία» και «ελευθερία», στο γενετικό τους υλικό έχουν χαραγμένες τις λέξεις «κτηνωδία» και «βαρβαρότητα».
Η συμπλήρωση 250 ετών από την ίδρυση των ΗΠΑ δεν αποτελεί λόγο γιορτής ούτε για τους κατοίκους της ούτε για την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους λαούς. Με την ίδια ευκολία που ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποιείται για πολεμικές συρράξεις σε όλο τον κόσμο, χρησιμοποιήθηκε σε δεκάδες περιπτώσεις και εναντίον αμερικανών πολιτών, κινημάτων και ιδιαίτερα της αμερικανικής εργατικής τάξης.
Αυτή, όμως, είναι και η «άλλη πλευρά» των ΗΠΑ που προσπάθησε να δώσει μια διαφορετική κατεύθυνση στη χώρα. Η Αμερική των εξεγέρσεων των σκλάβων ενάντια στη δουλεία, των αγώνων των μαύρων ενάντια στο ρατσισμό και τις διακρίσεις, των Μαύρων Πανθήρων, του ρωμαλέου αντιπολεμικού κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, των σκληρών και παρατεταμένων απεργιών της αμερικανικής εργατικής τάξης με την τεράστια παράδοση αγώνων, η οποία σε πολλές περιπτώσεις μέτρησε επιτυχίες.
Ένας νέος πόλεμος των ΗΠΑ με την Ισπανία ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα. Με πρόσχημα την υποστήριξη της κουβανικής ανεξαρτησίας, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον αμερικανοϊσπανικό πόλεμο το 1898. Στην ουσία δεν ενδιαφέρονταν για καμιά ανεξαρτησία αλλά για την αντικατάσταση της παρακμάζουσας ισπανικής αποικιοκρατίας με τη δική τους νεοαποικιακή κυριαρχία. Το αποτέλεσμα ήταν η προσάρτηση του Πουέρτο Ρίκο, του Γκουάμ και των Φιλιππίνων, καθώς και η μετατροπή της Κούβας σε οικονομικό προτεκτοράτο. Η αυγή του 20ου αιώνα έφερε τις ΗΠΑ σε θέση παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης κάτι που επικυρώθηκε και μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Νέες επεμβάσεις σε όλο τον κόσμο, ανατροπές κυβερνήσεων, πραξικοπήματα, σφαγές, υποστήριξη αιμοσταγών δικτατόρων συνθέτουν την εξωτερική πολιτική της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης.
Το αφήγημα της «καλύτερης δημοκρατίας» αλλά και ο τεράστιος πλούτος, που έχει συσσωρεύσει αυτά τα 250 χρόνια η αμερικανική ελίτ, οικοδομήθηκαν πάνω στα πτώματα εκατομμυρίων αυτοχθόνων, στη βίαιη προσάρτηση ξένων εδαφών και στην υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων της και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της. Η εκμετάλλευση αυτή δεν έμεινε στα όρια της αμερικανικής ηπείρου αλλά εξαπλώθηκε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Η αποδόμηση αυτού του αφηγήματος είναι καθήκον κάθε αντιιμπεριαλιστικής φωνής.
Στις μέρες μας ξαναζούμε γενοκτονίες όπως αυτή των Παλαιστινίων, στρατιωτικές επεμβάσεις και απειλές προσαρτήσεων που μαθηματικά οδηγούν στην έναρξη ενός νέου παγκόσμιου πολέμου. Μας υπενθυμίζουν πως αν και οι ΗΠΑ έχουν στην προμετωπίδα τους τις λέξεις «δημοκρατία» και «ελευθερία», στο γενετικό τους υλικό έχουν χαραγμένες τις λέξεις «κτηνωδία» και «βαρβαρότητα».
Η συμπλήρωση 250 ετών από την ίδρυση των ΗΠΑ δεν αποτελεί λόγο γιορτής ούτε για τους κατοίκους της ούτε για την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους λαούς. Με την ίδια ευκολία που ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποιείται για πολεμικές συρράξεις σε όλο τον κόσμο, χρησιμοποιήθηκε σε δεκάδες περιπτώσεις και εναντίον αμερικανών πολιτών, κινημάτων και ιδιαίτερα της αμερικανικής εργατικής τάξης.
Αυτή, όμως, είναι και η «άλλη πλευρά» των ΗΠΑ που προσπάθησε να δώσει μια διαφορετική κατεύθυνση στη χώρα. Η Αμερική των εξεγέρσεων των σκλάβων ενάντια στη δουλεία, των αγώνων των μαύρων ενάντια στο ρατσισμό και τις διακρίσεις, των Μαύρων Πανθήρων, του ρωμαλέου αντιπολεμικού κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, των σκληρών και παρατεταμένων απεργιών της αμερικανικής εργατικής τάξης με την τεράστια παράδοση αγώνων, η οποία σε πολλές περιπτώσεις μέτρησε επιτυχίες.
Σ.Σ.
Πηγές
Howard Zinn, «Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών» εκδ. Αιώρα
Ν. Ψυρούκης, «Ιστορία της αποικιοκρατίας» τ. Δ, εκδ. Επικαιρότητα
«Η Μαύρη Βίβλο του Καπιταλισμού», εκδ. Λιβάνη
Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο» τ. 1, εκδ. Σύγχρονη Εποχή





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου