Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 1011, στις 11/7/2026
Το καλοκαίρι του 1929 στον Πειραιά πραγματοποιήθηκε μια από τις πιο εμβληματικές και αιματηρές απεργίες. Στο επίκεντρο βρέθηκε το εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα, ένα βιομηχανικό κάτεργο, όπου ο ιδιοκτήτης του συσσώρευε υπερκέρδη, πατώντας πάνω στην απόλυτη εξαθλίωση των εργατών.
Η ίδρυση
Η ιστορία της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΛ) ξεκινά επίσημα το 1909, όταν τρεις μεγάλες τράπεζες συνένωσαν τις δυνάμεις τους με ισχυρούς βιομηχάνους και εμπόρους. Εμπνευστές του εγχειρήματος ήταν δύο μέλη της περίφημης «παρέας της Ζυρίχης», ο Λεόντιος Οικονομίδης και ο Νικόλαος Κανελλόπουλος, σπουδαγμένοι στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης και αποφασισμένοι να εφαρμόσουν τις επιστημονικές τους γνώσεις για να αλλάξουν το επιχειρηματικό τοπίο της χώρας. Μόνο που η κερδοφορία του κεφαλαίου δεν αποκτιέται με τις γνώσεις αλλά με την απάνθρωπη εκμετάλλευση και καταπίεση της εργατικής τάξης.
Το εργοστάσιο χτίστηκε σε μια ακτή της Δραπετσώνας και παρήγε χημικά λιπάσματα. Σταδιακά, η χημική βιομηχανία επεκτάθηκε και στην παραγωγή γεωργικών φαρμάκων, οξέων, πυρομαχικών, γυαλιού κ.ά. Η ΑΕΕΧΠΛ σύντομα μετατράπηκε στη μεγαλύτερη επιχείρηση των Βαλκανίων.
Όταν ο Οικονομίδης πέθανε, έμεινε βασικός μέτοχος ο Κανελλόπουλος που είχε ήδη ιδρύσει χημικό εργοστάσιο στην Ελευσίνα καθώς και την μετέπειτα τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ. Διετέλεσε πρόεδρος του ΣΕΒ και υπουργός Οικονομίας της κυβέρνησης Δεμερτζή στα τέλη του 1935.
Το 1926, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Θ. Πάγκαλου, με νόμο, επετράπη στην εταιρεία να λειτουργεί ως «παρατράπεζα», με πρόσχημα την «ενίσχυση της γεωργίας». Τα κέρδη του Κανελλόπουλου εκτοξεύθηκαν.
Στο εργοστάσιο δούλευαν προπολεμικά ως και 4.000 εργάτες. Όμως, οι συνθήκες εργασίας εντός του συγκροτήματος άγγιζαν τα όρια της φυσικής εξόντωσης. Η εργοδοσία, υπό την προστασία του αστικού κράτους και της κυβέρνησης Βενιζέλου, επέβαλλε εξαντλητικά ωράρια (πάνω από 10 ώρες την ημέρα), στερούσε ακόμη και το καθαρό νερό από τους εργάτες, ενώ τα μεροκάματα ήταν της πείνας (25-40 δρχ για τους άντρες και 15-25 δρχ για γυναίκες και παιδιά). Η υποχρεωτική νυχτερινή εργασία αμειβόταν με το ίδιο μεροκάματο, υπό την απειλή της άμεσης απόλυσης. Παράλληλα, η έλλειψη στοιχειωδών μέτρων ασφαλείας είχε ως αποτέλεσμα οι εργάτες να εκτίθενται καθημερινά σε δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις χωρίς φόρμες εργασίας, με αποτέλεσμα τα οξέα να καίνε τα ρούχα και το δέρμα τους. Ακόμα και το γάλα, που ήταν ιατρικά αναγκαίο για την αποτοξίνωση των εργατών, δεν παραχωρούνταν από τη διοίκηση. Το αποτέλεσμα ήταν δεκάδες ατυχήματα (συχνά θανατηφόρα) με σακατεμένους εργάτες που δεν μπορούσαν να ξαναδουλέψουν. Την ίδια ώρα οι επιστάτες και οι μπράβοι της εταιρείας λειτουργούσαν ως σώματα καταστολής και τρομοκρατίας για να μην καταφέρουν οι εργάτες να σηκώνουν κεφάλι.
Γύρω από το εργοστάσιο στήθηκε μια τεράστια παραγκούπολη, η οποία αργότερα εξελίχθηκε στον Δήμο Δραπετσώνας. Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 προσέφερε μια τεράστια δεξαμενή εξαθλιωμένων προσφύγων που αναζητούσαν απεγνωσμένα ένα μεροκάματο.
Τεράστια ήταν και η περιβαλλοντική καταστροφή της περιοχής. Η ρύπανση ήταν μόνιμη και ο δηλητηριασμένος αέρας ξέραινε τα πάντα. Οι αναπνευστικές παθήσεις θέριζαν τον πληθυσμό.
Η απεργία
Παρά την τρομοκρατία, τις απειλές, τη βία των ένοπλων μπράβων, που έκαναν μέχρι και σωματικό έλεγχο στους εργάτες για να διαπιστώσουν αν έχουν μαζί τους συνδικαλιστικό υλικό, αυτοί κατάφεραν να ιδρύσουν σωματείο από το 1916.
Η κορύφωση της σύγκρουσης σημειώθηκε στις 10 Ιούλη του 1929 όταν περίπου 2.000 εργάτες κήρυξαν απεργία, διεκδικώντας αυξήσεις στα ημερομίσθια, εφαρμογή του 8ώρου, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και αναγνώριση του σωματείου τους. Η διοίκηση αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση και απάντησε με 120 απολύσεις. Σε αγαστή συνεργασία με τη χωροφυλακή και το στρατό της κυβέρνησης Βενιζέλου, ο χώρος του εργοστασίου αλλά και όλη η Δραπετσώνα μετατράπηκαν σε εμπόλεμη ζώνη.
Οι μπράβοι και οι κρατικές δυνάμεις καταστολής, αφού περικύκλωσαν την περιοχή, άνοιξαν πυρ εναντίον των άοπλων εργατών, έριξαν μέχρι και χειροβομβίδα, σκότωσαν 3 εργάτες, τα πτώματα των οποίων εξαφάνισαν, και τραυμάτισαν δεκάδες.
Η Απεργιακή Επιτροπή σε προκήρυξή της που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη (12/7/1929) περιγράφει: «Ένα καινούργιο έγκλημα διαπράχτηκε πάλι χτες εις βάρος των εργατών Λιπασμάτων. Το δολοφόνο χέρι του Βενιζέλου, που στάζει ακόμα το νωπό αίμα των φορτοεκφορτωτών του Τζελέπη, δεν δίστασε να ξανασηκώσει τον γκρά για να ξεράσει το καυτό μολύβι στα στήθεια των εργατών Λιπασμάτων. Ένας νεκρός, (σ.σ. οι νεκροί τελικά ήταν 3) που χθες μας τον κρύψανε και 15 τραυματίες απ' τους οποίους 4 σοβαρά. Οι πατέρες μας, τ' αδέλφια μας, οι αδελφές μας γιατί είχαν την τόλμη να ζητήσουν ένα ψίχουλο παραπάνω, γιατί είχαν την τόλμη να πουν πως θέλουν να ζήσουν, δέχτηκαν την ένοπλη επίθεση των οργάνων του Κράτους, του Κράτους των Κανελλόπουλων και Σία. Οι συνοικίες Δραπετσώνας Λιπασμάτων, ολόκληρος ο χώρος γύρω στα εργοστάσια έχει μεταβληθεί σε πεδίο μάχης. Η λευκή τρομοκρατία οργιάζει απ' άκρη σ' άκρη στις εργατικές αυτές συνοικίες που οι δολοφόνοι με εφ' όπλου λόγχη χτυπάνε αλύπητα τους εργάτες. Μα οι απεργοί εργάτες πεινασμένοι, γυμνοί, κακομοιριασμένοι, κληρονομιές αυτής της σκληρής δουλειάς τους από χρόνια ολόκληρα, πραγματικά συντρίμμια απ' τα βδελυρά νύχια της εκμετάλλευσης που βαθειά σκίζουν την σάρκα τους, είναι αποφασισμένοι να αμυνθούν ηρωικά στις επιθέσεις αυτών των δολοφόνων».
Και πράγματι, οι εργάτες, υποστηριζόμενοι από τις γυναίκες τους και την τοπική κοινωνία, έστησαν οδοφράγματα και αμύνθηκαν με πέτρες, ξύλα και σίδερα απέναντι στα όπλα του Κανελλόπουλου και του κράτους, αποτρέποντας σε πολλές περιπτώσεις την είσοδο απεργοσπαστών στο εργοστάσιο.
Ταυτόχρονα, ξεκίνησαν απεργιακές κινητοποιήσεις και σε άλλους κλάδους για συμπαράσταση και συγκεντρώθηκαν χρήματα για την οικονομική ενίσχυση των απεργών.
Στις 14/7 οι εργάτες ζήτησαν την εκταφή δύο πτωμάτων για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι ήταν των συναδέλφων τους που δολοφονήθηκαν από τους μπράβους της ιδιωτικής φρουράς του Κανελλόπουλου. Την ίδια μέρα πραγματοποίησαν γενική συνέλευση για να αποφασίσουν τη συνέχιση της απεργίας και την ενίσχυση των απεργιακών φρουρών. Στη συνέλευση υπήρχαν χωροφύλακες και χαφιέδες που δημιουργούσαν συνεχώς εντάσεις, με διακοπές, παρεμβάσεις και απειλές διάλυσής της. Με απόφαση του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου Πειραιά αποφασίστηκε πανεργατική συγκέντρωση για τις 17/7.
Τελικά, χρειάστηκε η επέμβαση αγήματος του Πολεμικού Στόλου για να καταληφθεί το εργοστάσιο και να καμφθεί η αντίσταση των εργατών.
Σύντομα αποκαλύφθηκαν οι κτηνωδίες του κράτους και της εργοδοσίας, όσο κι αν προσπάθησαν να τις καλύψουν με την εξαφάνιση των πτωμάτων και τον γρήγορο ενταφιασμό τους. Όπως αναφέρεται στον Ριζοσπάστη στις 17/7, ο ίδιος ο Κανελλόπουλος σκότωσε με πιστόλι στον κρόταφο έναν εργάτη και δηλητηρίασε ακόμη έναν με ασφυξιογόνα αέρια.
Οι εργάτες υποχώρησαν και έλυσαν την απεργία τους στις 17/7 μετά την αχαλίνωτη καταστολή. Η ομιλία του εκπροσώπου των απεργών στη συγκέντρωση της 17/7 είναι χαρακτηριστική: «Ύστερα από την πρωτοφανή αυτή τρομοκρατία οι εργάτες αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Σήμερα πρέπει όλοι να πάμε ξανά στη δουλειά με τους ίδιους όπως και πριν όρους. Μα δεν πάμε όμως νικημένοι. Πηγαίνουμε τώρα με το κέρδος ότι "μάθαμε να πολεμάμε" και να προετοιμάζουμε την πάλη μας. Σε λίγο θα δείξουμε ποιοι είμαστε. Πρέπει να ξαναπάμε στο εργοστάσιο και να ριχτούμε όλοι στην οργάνωση του Σωματείου μας. Αυτό θα μας οδηγήσει σε νέους αγώνες και στο τέλος στη Νίκη, στην καλύτερη ζωή».
Δεκάδες εργάτες συνελήφθησαν, 30 παραπέμφθηκαν σε δίκη και 11 καταδικάστηκαν με ποινές φυλάκισης. Λίγες ημέρες αργότερα, ψηφίστηκε και επίσημα το «Ιδιώνυμο», ο νόμος για τη δίωξη των κομμουνιστικών ιδεών και του συνδικαλισμού.
Η μεταγενέστερη πορεία
Η ηρωική απεργία στα Λιπάσματα σταμάτησε επειδή οι εργάτες λύγισαν κάτω από την άγρια καταστολή. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι αγώνες δεν φέρνουν άμεσα αποτελέσματα και νίκες. Λειτουργούν, όμως, ως παρακαταθήκη για τους μελλοντικούς αγώνες. Και πράγματι, μέσα στην Κατοχή, όταν το εργοστάσιο λειτουργούσε με γερμανική επίβλεψη οι εργάτες κατάφερναν καθημερινά να κυκλοφορούν τις ΕΑΜικές προκηρύξεις. Το 1941, όταν οι Γερμανοί φυλάκισαν σε μάντρες 500 κρητικούς πολεμιστές από τη μάχη της Κρήτης, αφήνοντάς τους να λιμοκτονούν, οι εργάτες των Λιπασμάτων ξεσηκώθηκαν με καθημερινές στάσεις εργασίας και ανάγκασαν τη διεύθυνση να αναλάβει την τροφοδοσία τους. Το 1942, όταν το χειμώνα της λιμοκτονίας πέθαναν εκατοντάδες εργάτες από την πείνα, οι εργάτες, με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, κλείστηκαν στο εργοστάσιο και μετά από τετραήμερο σκληρό αγώνα ανάγκασαν τη διοίκηση να παρέχει τρόφιμα, λάδι και το 10% των εσόδων από τις εξαγωγές στις οικογένειες των εργατών και των θανόντων.
Αργότερα, ανέλαβε το εργοστάσιο ο Μποδοσάκης. Μετά από πολλές δεκαετίες ακμής οι εργαζόμενοι ξεπέρασαν τους 7.000 και οι χώροι του εργοστασίου έφτασαν να καλύπτουν 250 στρέμματα. Οι αγώνες δε σταμάτησαν. Σε μια από τις πολλές κινητοποιήσεις, τον Αύγουστο του 1950, οι εργάτες πραγματοποίησαν μια σκληρή 10μερη απεργία για την αύξηση του μεροκάματου.
Το 1999 το εργοστάσιο έκλεισε οριστικά. Σήμερα η περιοχή έχει μετατραπεί σε Πολυχώρο-Πάρκο. Διασώζονται ελάχιστες από τις εγκαταστάσεις, με ρημαγμένα κτήρια, συνθέτοντας μια απόκοσμη εικόνα. Μέσα σε όσα διασώθηκαν είναι και η εμβληματική ψηλή καμινάδα, σύμβολο μια εποχής αγώνων και θυσιών της εργατικής τάξης, που μας θυμίζει ότι η βιομηχανική ανάπτυξη της περιοχής χτίστηκε με τον ιδρώτα και το αίμα των εργατών της Δραπετσώνας.
Σ.Σ.
Πηγές
Εφημερίδα Ριζοσπάστης 9/7/1929 ως 18/7/1929


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου