Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 1012, στις 25/7/2026
Η μεταπολιτευτική περίοδος στην Ελλάδα και ιδιαίτερα η δεκαετία του ’70 υπήρξε μια εποχή σφοδρών κοινωνικών συγκρούσεων. Το εργατικό κίνημα διεκδικούσε δικαιώματα κόντρα στην επίθεση των εργοδοτών και της κυβέρνησης Καραμανλή η οποία υποτίθεται ότι εξέφραζε την… δημοκρατική ομαλότητα, αλλά στην πράξη, φιλοδοξούσε να θέσει εκτός νόμου την ίδια την ταξική πάλη με τον Ν. 330/1976 του ανεκδιήγητου Υπουργού Απασχόλησης Κ. Λάσκαρη. Ο κλάδος των τραπεζοϋπαλλήλων που μετρούσε περίπου 35.000, αν και δεν ανήκε στην εργατική τάξη, δέχτηκε μια σφοδρή επίθεση το καλοκαίρι του 1979 και προσπάθησε να δώσει μια δυναμική απάντηση, ερχόμενος σε ευθεία ρήξη με την εξουσία του βιομηχανικού και χρηματιστικού κεφαλαίου, τις επιταγές της ΕΟΚ και τα πρωτοφανή κατασταλτικά μέτρα της κυβέρνησης.
Αύξηση στο ωράριο και απεργία
Στις αρχές του 1979, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υπό το βάρος της παγκόσμιας καπιταλιστικής ενεργειακής κρίσης και με τον πληθωρισμό να καλπάζει στο 25%, επέβαλε μια σκληρή πολιτική λιτότητας, προσπαθώντας να φορτώσει τα βάρη στους εργαζομένους. Ταυτόχρονα, η αστική τάξη της χώρας προετοίμαζε πυρετωδώς την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Για να εναρμονιστεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό κεφαλαίο με τους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς κολοσσούς έπρεπε να τσακίσει τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Στις 3/7/1979 ανακοινώθηκε η απόφαση της κυβέρνησης και των τραπεζιτών για ανατροπή του καθιερωμένου ωραρίου εργασίας (7:45-15:30) και την αντικατάστασή του από ένα εξαντλητικό σπαστό ωράριο από τις 9:00 έως τις 17:30, εισάγοντας ένα μεσημεριανό διάλειμμα μίας ώρας. Ουσιαστικά αύξανε τις ώρες εργασίας. Ούτε από το μονόωρο διάλειμμα είχαν κάποιο όφελος οι εργαζόμενοι αφού δεν προλάβαιναν ούτε στο σπίτι τους να πάνε και ήταν ουσιαστικά υποχρεωμένοι να μένουν στη δουλειά. Παράλληλα, σχεδιάστηκε η κατάργηση της αργίας του Σαββάτου με αντάλλαγμα ένα ρεπό τη Δευτέρα. Σε συνδυασμό με την ήδη επιβεβλημένη αναστολή των προσλήψεων, το μέτρο αυτό σήμαινε δραματική εντατικοποίηση της εργασίας, με το προσωπικό μειωμένο στο μισό σε ημέρες υψηλής κίνησης. Το πρόσχημα που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση ήταν το ενεργειακό αλλά στην ουσία ήθελε να χτυπήσει την πενθήμερη εργασία που κατέκτησαν οι τραπεζικοί υπάλληλοι το 1977, να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των τραπεζιτών και των βιομηχάνων για λειτουργία των τραπεζών περισσότερες ώρες και μέρες και φυσικά να προσαρμόσει το ωράριο με αυτό της Ευρώπης, αφού η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ ήταν προ των πυλών.
Η απάντηση των τραπεζοϋπαλλήλων ήταν άμεση και καθολική. Στις 4/7/1979 η ΟΤΟΕ κηρύσσει απεργία διαρκείας. Η συμμετοχή αγγίζει το 95%, παραλύοντας το τραπεζικό σύστημα. Την επόμενη ημέρα εξαγγέλλουν απεργία και οι εργαζόμενοι στις ασφαλιστικές εταιρείες.
Η επιστράτευση των απεργών
Την 5η μέρα της απεργίας πραγματοποιήθηκαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη τεράστιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Μπροστά στο αρραγές μέτωπο της απεργίας, η κυβέρνηση επιστράτευσε όλο το οπλοστάσιο της καταστολής. Ο τότε Υπουργός Συντονισμού, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (πατέρας του σημερινού Πρωθυπουργού), ξεκαθάρισε προκλητικά ότι η απόφαση δεν θα ξανασυζητηθεί, δίνοντας το σύνθημα για την ενεργοποίηση ενός απεργοσπαστικού μηχανισμού.
Η εργοδοσία, σε αγαστή συνεργασία με την «τυφλή» αστική δικαιοσύνη, έστησε βιομηχανία διώξεων. Επιστρατεύτηκε ο κοινωνικός αυτοματισμός μέσω μηνύσεων «αγανακτισμένων πολιτών», ενώ η Εισαγγελία Αθηνών διέταξε τη Γενική Ασφάλεια να διενεργήσει ανακρίσεις κατά του προεδρείου της ΟΤΟΕ για τη νομιμότητα της απεργίας. Οι τραπεζίτες εκβίαζαν ανοιχτά με απολύσεις τους συμβασιούχους, ενώ αστυνομικές δυνάμεις προσήγαγαν απεργούς που μοίραζαν προκηρύξεις. Στήθηκε απεργοσπαστικός μηχανισμός με τους εργαζομένους στα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια, τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και με συνταξιούχους τραπεζικούς.
Η τρομοκρατία δεν λύγισε τους απεργούς και η κυβέρνηση κατέφυγε στο έσχατο μέτρο, την πολιτική επιστράτευση. Στις 11 Ιουλίου 1979, μετά από 7 μέρες απεργίας, κηρύχθηκε επιστράτευση για το 15% του προσωπικού (περίπου 5.000 εργαζομένους). Ήταν η πρώτη φορά μετά την πτώση της Χούντας που εκλεγμένη κυβέρνηση εφάρμοζε αυτό το μέτρο σε απεργούς.
Ενεργοποίησε το Νομοθετικό Διάταγμα 17/1974, «Περί Πολιτικής Σχεδιάσεως Εκτάκτου Ανάγκης», ένα από τα πρώτα διατάγματα που πάρθηκε λίγες εβδομάδες μετά την «αποκατάσταση της Δημοκρατίας». Οι τελευταίες σειρές στο άρθρο 2 του διατάγματος ήταν τόσο γενικόλογες που οι κυβερνήσεις μπορούσαν να ερμηνεύσουν ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης όλες τις απεργίες: «Κατάστασις εκτάκτου ανάγκης είναι πάσα αιφνιδία κατάστασις προκαλουμένη είτε εκ φυσικών ή άλλων γεγονότων […] ή την παρακώλυσιν και διατάραξιν της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας»
Η πολιτική επιστράτευση του 1979 ήταν μια καθαρή πράξη κρατικής βίας, μια απόπειρα της εξουσίας να ποινικοποιήσει το δικαίωμα της απεργίας και να καθυποτάξει το εργατικό κίνημα με απειλές και βία. Όπως ανέφερε η ανακοίνωση του ΚΚΕ(μ-λ) στην ΠΣ της 14/7/1979: «Η επιστράτευση των τραπεζικών υπαλλήλων δεν αποτελεί μία απάντηση μόνο προς τους υπαλλήλους αυτούς αλλά αποτελεί μια γενικότερη εκδήλωση των προθέσεων της κυβέρνησης. Σειρά από μέτρα αναγγέλλονται καθημερινά για τα ωράρια του υπαλληλικού κόσμου που προκαλούν την έντονη δυσαρέσκεια των θιγόμενων υπαλλήλων. Η επερχόμενη επίθεση της κυβέρνησης κατά του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου δεν μπορεί παρά να προσκρούσει πάνω στην αγωνιστική αντιπαράθεσή τους».
Η ΟΤΟΕ ανέστειλε την απεργία, παρά την εκφρασμένη θέληση των εργαζομένων, με πολύωρη συγκέντρωσή τους έξω από τα γραφεία της Ομοσπονδίας, για συνέχισή της. Το κλίμα, όμως, παρέμενε εκρηκτικό. Την επόμενη μέρα ελάχιστοι τραπεζικοί πήγαν για δουλειά για να δείξουν την αντίθεσή τους στην απόφαση του ΔΣ της ΟΤΟΕ. Το διάστημα που ακολούθησε σαμποτάρισαν στην πράξη το νέο ωράριο.
Τον Αύγουστο του 1979, οι τραπεζικοί προχωρούν σε νέες απεργιακές κινητοποιήσεις. Στις 9/8 η πανεργατική συγκέντρωση απαγορεύεται από την αστυνομία. Χιλιάδες εργαζόμενοι -μέσα σ’ αυτούς και οι τραπεζικοί- αμφισβητούν την απαγόρευση. Η συγκέντρωση πνίγεται στο αίμα από τις νεοσύστατες δυνάμεις των ΜΑΤ, οι οποίες παραβίασαν το πανεπιστημιακό άσυλο, πυροβόλησαν ενάντια στο πλήθος, ξυλοκόπησαν άγρια τους διαδηλωτές και προχώρησαν σε δεκάδες συλλήψεις.
Στις 11/8 το Πρωτοδικείο αποφασίζει την αναστολή κάθε κινητοποίησης μέχρι την απόφαση για τα ασφαλιστικά μέτρα που ζήτησαν οι τραπεζίτες. Οι υπάλληλοι και πάλι αρνούνται να υποταχθούν και συνεχίζουν την απεργία. Στις 14/8 η απεργία κηρύσσεται «παράνομη και καταχρηστική». Για άλλη μια φορά η ηγεσία της ΟΤΟΕ, αρνούμενη να αφουγκραστεί τις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων, υποτάσσεται και αναστέλλει την απεργία. Σημαντική ευθύνη είχαν και οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ που τάχθηκαν υπέρ της προσωρινής αναστολής, ενώ υπήρχε πρόταση για συνέχιση.
Νέα απεργία
Η απάντηση των τραπεζοϋπαλλήλων δόθηκε μερικούς μήνες αργότερα, αποδεικνύοντας ότι η κρατική τρομοκρατία μπορεί να ηττηθεί με την καθολική συμμετοχή και τον παρατεταμένο αγώνα. Στις 16/1/1980, η ΟΤΟΕ κηρύσσει νέα απεργία διαρκείας. Αυτή τη φορά, το διεκδικητικό πλαίσιο διευρύνεται. Πέρα από την πλήρη αποκατάσταση του ωραρίου, οι εργαζόμενοι απαιτούν αυξήσεις 30% για την κάλυψη των απωλειών από την ακρίβεια, συνδικαλιστικές ελευθερίες και την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
Η κυβέρνηση επιστράτευσε τον λεγόμενο «κοινωνικό αυτοματισμό». Ο Λάσκαρης χαρακτήρισε τους τραπεζοϋπαλλήλους «προνομιούχους», με «παχυλούς μισθούς» και «υποκινούμενους από εξωτραπεζικές πολιτικές δυνάμεις». Παρόλα αυτά, η συμμετοχή πλησίαζε και πάλι το 95%. Παρά τις απειλές για συλλήψεις, τις τηλεφωνικές τρομοκρατικές πιέσεις των διευθυντών στα σπίτια των υπαλλήλων και τις νέες δικαστικές διώξεις, οι απεργοί άντεξαν. Μετά από 39 ημέρες σκληρού και ανυποχώρητου αγώνα, και παρά το γεγονός ότι οι ρεφορμιστές συνδικαλιστές δεν έκαναν ουσιαστικές προσπάθειες να εκφραστεί η αλληλεγγύη άλλων κλάδων σε έναν αγώνα που αποτελούσε εκείνη την εποχή την αιχμή των αγώνων των εργαζομένων της χώρας, η απεργία έληξε στις 24 Φεβρουαρίου 1980 και πάλι ενάντια στις διαθέσεις των εργαζομένων για συνέχισή της. Οι τραπεζίτες και η κυβέρνηση εξαναγκάστηκαν σε μερική υποχώρηση. Εφαρμόστηκε ξανά το παλιό ωράριο και οριστικοποιήθηκε η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας. Η επιτυχία αυτή συνέβαλλε και στην επέκταση του πενθημέρου στο Δημόσιο και τους ΟΤΑ που ψηφίστηκε ένα χρόνο αργότερα.
Τα επόμενα χρόνια οι κυβερνήσεις και οι τραπεζίτες, με την αμέριστη στήριξη των συμβιβασμένων εργατοπατέρων και την απουσία κινηματικών διαδικασιών, κατάφεραν να επιβάλλουν σημαντικές αλλαγές (προς το χειρότερο) στο εργασιακό ωράριο, τις αποδοχές και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των τραπεζικών υπαλλήλων.
Η πολιτική επιστράτευση χρησιμοποιήθηκε από πολλές κυβερνήσεις για να καταστείλουν απεργιακούς αγώνες, όπως το 1983 στους οδηγούς βυτιοφόρων, το 1986 στους εργαζόμενους της Ολυμπιακής, το 1994 στους οδηγούς της ΕΑΣ, στους ναυτεργάτες, τους εκπαιδευτικούς, τους υπαλλήλους της ΔΕΗ, των ΟΤΑ, του Μετρό. Φυσικά δεκάδες ήταν και οι περιπτώσεις που το μέτρο της επιστράτευσης δεν εφαρμόστηκε αλλά κηρύχθηκαν οι απεργίες παράνομες. Σε κάθε περίπτωση, το σταμάτημα ή η συνέχιση μιας απεργίας εξαρτάται κυρίως από τις διαθέσεις, τη μαζικότητα, την οργάνωση και τη συγκρότηση των εργαζομένων, το επίπεδο ανάπτυξης του συνδικαλιστικού κινήματος και την επιρροή σε αυτό των πρωτοπόρων επαναστατικών στοιχείων. Ο αγώνας των τραπεζοϋπαλλήλων το 1979-80 που αμφισβήτησε την αστική νομιμότητα επιβεβαιώνει ότι τίποτα δεν χαρίζεται, τα πάντα κατακτώνται με οργανωμένη πάλη, ταξική αλληλεγγύη και ανυποχώρητους αγώνες στους δρόμους.
Σ.Σ.
Πηγές
Προλεταριακή Σημαία (Ιούλης, Αύγουστος 1979 και Γενάρης, Φλεβάρης 1980)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου